← Κύπρος

Δημητρίου Nίκη και Άλλος, ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος Iσμαήλ Γιουσέφ Aλ Tαγιάσνα και ως αντιπρόσωποι των νομίμων κληρονόμων και εξ

Δημητρίου Nίκη και Άλλος, ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος Iσμαήλ Γιουσέφ Aλ Tαγιάσνα και ως αντιπρόσωποι των νομίμων κληρονόμων και εξαρτωμένων αυτού ν. Σάββα Xατζησάββα και Άλλης

(2009)1 ΑΑΔ 848 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων
(2009)1 ΑΑΔ 848 8 Ιουλίου, 2009 [ΚΡΑΜΒΗΣ, ΝΙΚΟΛΑΤΟΣ, ΠΑΜΠΑΛΛΗΣ, Δ/στές] ΝΙΚΗ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΛΟΥΚΑΪΔΗΣ, ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΕΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΠΟΒΙΩΣΑΝΤOΣ ΙΣΜΑΗΛ ΓΙΟΥΣΕΦ ΑΛ ΤΑΓΙΑΣΝΑ ΚΑΙ ΩΣ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΟΙ ΤΩΝ ΝΟΜΙΜΩΝ ΚΛΗΡΟΝΟΜΩΝ ΚΑΙ ΕΞΑΡΤΩΜΕΝΩΝ ΤΟΥ ΠΙΟ ΠΑΝΩ ΑΠΟΒΙΩΣΑΝΤΑ, Εφεσείοντες, v.
  1. ΣΑΒΒΑ ΧΑΤΖΗΣΑΒΒΑ,
  2. ΑΡΧΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΟΥ, Εφεσιβλήτων. (Πολιτική Έφεση Αρ. 12229) Αποζημιώσεις ― Θανατηφόρο εργατικό ατύχημα ― Αγωγή προς όφελος της περιουσίας του αποβιώσαντος και των εξαρτωμένων του ― Άρθρο 34 του περί Διαχειρίσεως Κληρονομιών Νόμου, Κεφ. 189 και Άρθρο 58 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 ― Παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη αναφορικά με τον καθορισμό αποζημιώσεων ― Ποια άτομα θεωρούνται εξαρτώμενοι του αποβιώσαντος τα οποία θα μπορούσαν επιτυχώς να διεκδικήσουν αποζημιώσεις δυνάμει του Άρθρου 58 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.
  3. Αμέλεια ― Θανατηφόρο εργατικό ατύχημα ― Πρόκληση θανάτου από ηλεκτροπληξία λόγω επαφής σωλήνα τεχνητής βροχής την οποία μετέφερε ο αποβιώσας κατά την εκτέλεση της εργασίας του σε πατατοφυτεία, με ηλεκτροφόρα καλώδια της Α.Η.Κ. ― Απόδοση αποκλειστικής ευθύνης στον εργοδότη του αποβιώσαντος ― Κατά πόσο η Α.Η.Κ. όφειλε οποιοδήποτε καθήκον επιμέλειας προς τον αποβιώσαντα στη βάση του κοινού δικαίου και τις θεμελιωμένες αρχές αναφορικά με το αστικό αδίκημα της αμέλειας ― Ποιο είναι το καθήκον επιμέλειας το οποίο πρέπει να επιδεικνύουν οι εταιρείες παροχής ηλεκτρισμού. Έξοδα ― Επιδίκαση εξόδων ― Ανήκει στη διακριτική ευχέρεια του εκδικάζοντος Δικαστηρίου η οποία θα πρέπει να ασκείται δικαστικά ― Τα έξοδα ακολουθούν κατά κανόνα το αποτέλεσμα της δίκης εκτός εάν συντρέχουν λόγοι που δικαιολογούν απόκλιση από τον κανόνα ― Αρχή του "Bullock Order" ως προς τα έξοδα ― Κατά πόσο ετύγχανε εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση. Ο Ισμαήλ Γιουσέφ Αλ Ταγιάσνα (ο αποβιώσας) έχασε τη ζωή του σε εργατικό ατύχημα που συνέβηκε στις 3.6.1996 όταν υπέστη ηλεκτροπληξία μεταφέροντας σωλήνα τεχνητής βροχής μήκους 6.06 μ. και διαμέτρου 7 εκ. ο οποίος ακούμπησε στα ηλεκτροφόρα σύρματα που βρίσκονταν από πάνω του. Ο αποβιώσας ο οποίος καταγόταν από τη Συρία, ήταν άγαμος, ηλικίας 23 ετών κατά τον ουσιώδη χρόνο. Εργαζόταν ως εργάτης σε πατατοφυτεία, εργοδοτούμενος από τον 1ο εφεσίβλητο. Το ατύχημα συνέβηκε όταν ο εφεσείων μετέφερε τον σωλήνα της τεχνητής βροχής, εκτελώντας οδηγίες του 1ου εφεσίβλητου. Οι εφεσείοντες, διαχειριστές της περιουσίας του, καταχώρησαν αγωγή για αποζημιώσεις για ζημιές και απώλειες που υπέστησαν οι εξαρτώμενοί του σύμφωνα με το Άρθρο 58 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, και του περί Διαχειρίσεως Κληρονομιών Νόμου, Κεφ. 189, ως αποτέλεσμα του θανάτου του λόγω, κατ' ισχυρισμόν αμέλειας και/ή παράβασης των θεσμίων καθηκόντων του εφεσίβλητου 1 και/ή λόγω αμέλειας και/ή παράβασης των θεσμίων καθηκόντων της εφεσίβλητης
  4. Με την αγωγή τους οι εφεσείοντες αξίωσαν επίσης αποζημιώσεις λόγω απώλειας, ειδικές αποζημιώσεις για έξοδα κηδείας και διαχείρισης, τόκο και έξοδα. Το πρωτόδικο Δικαστήριο βρήκε ότι την αποκλειστική ευθύνη για το επίδικο ατύχημα είχε ο εφεσίβλητος 1, εργοδότης του αποβιώσαντος, λόγω της αμέλειας που επέδειξε. Σε σχέση με τους εξαρτώμενους του αποβιώσαντος, οι οποίοι ήσαν οι γονείς του και ένας έκαστος από τους έντεκα αδελφούς του, το Δικαστήριο έκρινε πως δεν μπορούσε να υπολογιστεί η εξάρτηση των γονέων του από τον αποβιώσαντα. Ως προς τα αδέλφια του, το Δικαστήριο έκρινε ότι αυτά δεν μπορούσαν να θεωρηθούν ως εξαρτώμενά του, εφόσον είτε είχαν τη δυνατότητα να κερδίζουν είτε κέρδιζαν από την εργασία τους. Κατ' επέκταση το Δικαστήριο επεδίκασε μόνον ποσό Λ.Κ.6.000.- υπέρ των γονέων του αποβιώσαντος ως αποζημιώσεις λόγω απώλειας οικείου προσώπου, με βάση το Άρθρο 58
(8)(α) του Νόμου, Κεφ. 148 και δεδομένου ότι ο αποβιώσας δεν είχε συμπληρώσει το 25ο έτος της ηλικίας του, ουδέποτε συνήψε γάμο και ήταν γνήσιο τέκνο των γονέων του. Αυτό το ποσό μαζί με τόκο και έξοδα επιδικάστηκε υπέρ των εφεσειόντων και εις βάρος του εφεσίβλητου 1 ενώ η αγωγή εναντίον της εφεσίβλητης 2 απορρίφθηκε με έξοδα υπέρ της και εις βάρος των εφεσειόντων. Με την παρούσα έφεση προσβάλλεται η ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης. Προβλήθηκαν οι ακόλουθοι λόγοι έφεσης:
  1. Το εύρημα του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι δεν αποδείχθηκε οποιαδήποτε ευθύνη της εφεσίβλητης 2 είτε με βάση το κοινό δίκαιο, είτε ως αποτέλεσμα παράβασης θεσμίου καθήκοντος, είναι εσφαλμένο.
  2. Το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι δεν μπορούσε να καθοριστεί το μέτρο της συνεισφοράς του αποβιώσαντος υπέρ των εξαρτωμένων γονέων του, στο υπόλοιπο της ζωής τους και επομένως δεν ήταν δυνατή η επιδίκαση αποζημιώσεων υπέρ τους, γι' αυτόν τον σκοπό, είναι εσφαλμένο.
  3. Το εύρημα ότι τα αδέλφια του αποβιώσαντος δεν μπορούσαν να θεωρηθούν ως εξαρτώμενα, από αυτόν, πρόσωπα και κατ' επέκταση δεν μπορούσαν να επιδικαστούν αποζημιώσεις υπέρ τους, λόγω του θανάτου του, είναι εσφαλμένο.
  4. Η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου σε σχέση με την επιδίκαση εξόδων εις βάρος των εφεσειόντων και υπέρ της επιτυχούσας εφεσίβλητης 2, είναι εσφαλμένη. Το ποσό των εξόδων υπέρ της επιτυχούσας εφεσίβλητης 2 θα έπρεπε να επιδικαστεί εις βάρος του αποτυχόντα εφεσίβλητου 1, σύμφωνα με το Bullock Order. Αποφασίστηκε ότι:
  5. Το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι την αποκλειστική ευθύνη για το ατύχημα έφερε ο 1ος εφεσίβλητος, είναι ορθό. Ο 1ος εφεσίβλητος δεν παρείχε ασφαλές σύστημα εργασίας στον αποβιώσαντα, δεν του είχε δώσει οποιεσδήποτε οδηγίες ως προς τον ορθό τρόπο μεταφοράς των σωλήνων μήκους περίπου 6 μ., δεν του παρείχε οποιαδήποτε εφόδια προστασίας αλλά ούτε και είχε οποιοδήποτε σύστημα επιτήρησης του τρόπου εργασίας ώστε αυτό να είναι ασφαλές για τους εργαζομένους.
  6. Η εφεσίβλητη 2, εταιρεία παροχής ηλεκτρικού ρεύματος, έχει καθήκον να επιδεικνύει συνήθη και εύλογη επιμέλεια υπό τις περιστάσεις. Θα πρέπει, δηλαδή, να συμπεριφέρεται όπως ένας συνήθης συνετός άνθρωπος και να επιδεικνύει την ίδια επιμέλεια που ένας τέτοιος άνθρωπος θα επεδείκνυε υπό τις περιστάσεις. Το καθήκον του συνήθους και συνετού ανθρώπου είναι να λαμβάνει μέτρα προστασίας σε σχέση με κινδύνους που είναι εύλογα προβλεπτοί. Κίνδυνοι που δεν είναι εύλογα προβλεπτοί δεν καλύπτονται από τέτοιο καθήκον επιμέλειας. Επιπρόσθετα, στην περίπτωση παράβασης του καθήκοντος επιμέλειας, θα πρέπει να αποδεικνύεται ότι η παράβαση του καθήκοντος επιμέλειας ήταν η κύρια αιτία της βλάβης που υπέστη το θύμα, δηλαδή ότι υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράβασης του καθήκοντος και της προκληθείσας βλάβης. Οι υποχρεώσεις των εταιρειών παροχής ηλεκτρισμού πηγάζουν από το νόμο, σε ορισμένες όμως περιπτώσεις το κοινό δίκαιο μπορεί να επιβάλει και πρόσθετες υποχρεώσεις. Για να συμβεί όμως κάτι τέτοιο θα πρέπει να συντρέχουν ειδικές περιστάσεις οι οποίες πρέπει να αποδεικνύονται στο δικαστήριο. Στην προκείμενη περίπτωση δεν συνέτρεχαν οποιεσδήποτε ειδικές περιστάσεις που επέβαλλαν στην εφεσίβλητη 2 άλλα καθήκοντα, πέραν των θεσμίων καθηκόντων της.
  7. Οι παράγοντες οι οποίοι θα επενεργούσαν για να επιδικαστούν αποζημιώσεις υπέρ των εξαρτωμένων γονέων του αποβιώσαντος, ήσαν αστάθμητοι και αβέβαιοι και ήταν πολύ δύσκολο το Δικαστήριο να αποφασίσει, υπό τις περιστάσεις, ως προς κάποιο συγκεκριμένο ποσό που θα ήταν ορθό και δίκαιο να επιδικαστεί γι' αυτό το σκοπό.
  8. Η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι τα αδέλφια του αποβιώσαντος δεν μπορούσαν να θεωρηθούν ως εξαρτώμενοί του είναι ορθή, αφού αυτά σύμφωνα με την αξιόπιστη μαρτυρία του πατέρα τους, ήταν άτομα υγιή, νεαράς ηλικίας και είτε εργάζονταν, είτε ήταν σε θέση να εργαστούν.
  9. Το ζήτημα της επιδίκασης των εξόδων επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του εκδικάζοντος Δικαστηρίου, η οποία άσκηθηκε ορθά στην προκείμενη περίπτωση, ενόψει του ότι η εφεσίβλητη 2 δεν είχε παραβεί οποιοδήποτε καθήκον επιμέλειας οφειλόμενο προς τον αποβιώσαντα. Η παρούσα υπόθεση δεν είναι κατάλληλη για να εφαρμοστεί η αρχή του Bullock Order, ως προς τα έξοδα. Η έφεση απορρίφθηκε με €1.700 έξοδα, πλέον Φ.Π.Α., εις βάρος των εφεσειόντων και υπέρ της εφεσίβλητης
  10. Αναφερόμενες Υποθέσεις: Καζάκου v. Αβρααμίδου
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1626, Moyle v. Southern Electricity Board [1962] 1 Lloyd's Rep. 607, Μεταφορική Εταιρεία Γ. και Μ. Περικλέους Λτδ v. Μιχαήλ κ.ά.
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1661, Νικολάου v. Μιχαήλ
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ.
  1. Έφεση. Έφεση από τους εφεσείοντες εναντίον της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ.), (Αγωγή Αρ. 6575/97), ημερομ. 13.5.
  2. Δ. Αριστείδου, για τους Εφεσείοντες. Καμία εμφάνιση, για τον Εφεσίβλητο Αρ.
  3. Στ. Ερωτοκρίτου, για την Εφεσίβλητη Αρ.
  4. Cur. adv. vult. ΚΡΑΜΒΗΣ, Δ.: Την ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δώσει ο Δικαστής Νικολάτος. ΝΙΚΟΛΑΤΟΣ, Δ.: Οι ενάγοντες-εφεσείοντες είναι διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος Ισμαήλ Γιουσέφ Αλ Ταγιάσνα (ο αποβιώσας), δυνάμει διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, και ως αντιπρόσωποι των νομίμων κληρονόμων και εξαρτωμένων του αποβιώσαντος καταχώρησαν αγωγή εναντίον των εναγομένων-εφεσιβλήτων, αξιώνοντας αποζημιώσεις για ζημιές και απώλειες που υπέστησαν οι εξαρτώμενοί του σύμφωνα με το Άρθρο 58 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, και του περί Διαχειρίσεως Κληρονομιών Νόμου, Κεφ. 189, ως αποτέλεσμα του θανάτου του αποβιώσαντος, που συνέβηκε στις 3.6.1996 λόγω, κατ' ισχυρισμόν, αμέλειας και/ή παράβασης των θεσμίων καθηκόντων του εφεσίβλητου 1 και/ή λόγω αμέλειας και/ή παράβασης των θεσμίων καθηκόντων της εφεσίβλητης
  5. Με την αγωγή τους οι εφεσείοντες αξίωσαν επίσης αποζημιώσεις λόγω απώλειας, ειδικές αποζημιώσεις για έξοδα κηδείας και διαχείρισης, τόκο και έξοδα. Ο αποβιώσας καταγόταν από τη Συρία και κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν 23 ετών και άγαμος. Εργαζόταν ως εργάτης σε πατατοφυτεία, εργοδοτούμενος από τον 1ο εφεσίβλητο. Στις 3.6.1996 ασχολείτο με την αφαίρεση και μεταφορά μεταλλικών σωλήνων τεχνητής βροχής που βρίσκονταν στη φυτεία, έξω από το χωριό Περιστερώνα. Στο μέσο της φυτείας υπάρχει ξύλινος πάσσαλος ύψους 7 μ. από το έδαφος ο οποίος ανήκει στην 2η εφεσίβλητη. Στο άνω μέρος του πασσάλου υπάρχει οριζόντια ξύλινη δοκός πάνω στην οποία είναι στερεωμένες τρεις εναέριες γραμμές ηλεκτρικών καλωδίων σε απόσταση 1 μ. μεταξύ τους. Κατά μήκος των εναέριων γραμμών σε απόσταση 115 μ. από τον προαναφερόμενο πάσσαλο, και προς τις δύο κατευθύνσεις ανατολικά και δυτικά, υπάρχουν άλλοι πάσσαλοι της Α.Η.Κ. (εφεσίβλητης 2) όπου είναι στερεωμένοι οι εναέριοι αγωγοί της. Στις 3.6.1996, ο αποβιώσας είχε οδηγίες να μετέφερει σωλήνα τεχνητής βροχής, μήκους 6.06 μ. και διαμέτρου 7 εκ., και επειδή ο σωλήνας είχε χώματα, χόρτα και νερό ο αποβιώσας τον σήκωσε όρθιο, δηλαδή κάθετα προς το έδαφος για να πέσουν τα χώματα και τα υπόλοιπα οπόταν ο σωλήνας ακούμπησε στα ηλεκτροφόρα σύρματα που βρίσκονταν από πάνω του με αποτέλεσμα να υποστεί ηλεκτροπληξία και να πεθάνει. Η κατακόρυφη τοποθέτηση του σωλήνα κάτω από ηλεκτροφόρα καλώδια τάσεως 11.000 βολτς και η επαφή του με αυτά, σε σημείο όπου η απόσταση από το έδαφος ήταν 5.8 μ., προκάλεσε την ηλεκτροπληξία. Σε σημείο που βρίσκεται σε απόσταση 33 μ. περίπου, βόρεια του προαναφερόμενου πασσάλου, και στο μέσο περίπου της φυτείας, διασταυρώνουν άλλα καλώδια των 6.600 βόλτς πάνω από τα εναέρια καλώδια των 11.000 βόλτς. Το πρωτόδικο δικαστήριο βρήκε ότι ο ενδεδειγμένος και ασφαλισμένος τρόπος μεταφοράς των σωλήνων αυτού του μήκους, ήταν η οριζόντια μεταφορά τους. Η κατακόρυφη τοποθέτηση του σωλήνα κάτω από τα ηλεκτροφόρα σύρματα, όπως έγινε στην προκείμενη περίπτωση, ήταν άκρως επικίνδυνη, δεδομένου ότι το μήκος του σωλήνα ήταν 6.06 μ. ενώ η απόσταση από τη γη μέχρι τα ηλεκτροφόρα σύρματα ήταν μόνο 5.80 μ.. Το ύψος της εναέριας γραμμής που περνούσε από το κτήμα, στο σημείο που έγινε το δυστύχημα, ήταν 5.79 μ. ή 19 περίπου πόδια. Η τοποθέτηση του εναέριου δικτύου της εφεσίβλητης 2 έγινε με βάση τις σχετικές βρετανικές προδιαγραφές και πρότυπα. Με βάση τις προδιαγραφές αυτές, εναέρια δίκτυα όπως το προαναφερόμενο πρέπει να έχουν ελάχιστο ύψος από τη γη 17 πόδια. Η εναέρια γραμμή ελεγχόταν από αυτόματο διακόπτη κενού, για προστασία της γραμμής μέσω ηλεκτρονόμου υπερέντασης και σφάλματος γης. Δεν είχαν τοποθετηθεί, στην περίπτωση αυτή, οποιεσδήποτε πινακίδες προειδοποίησης σε σχέση με τους κινδύνους από τα ακάλυπτα ηλεκτροφόρα καλώδια αυτής της τάσης αλλά ούτε και συνηθίζεται να τοποθετούνται, από την εφεσίβλητη 2, τέτοιες πινακίδες ή υπόγεια καλώδια. Αφού το πρωτόδικο δικαστήριο προέβη στα προαναφερόμενα ευρήματα και αφού ανέλυσε τις νομικές αρχές σε σχέση με την παράβαση θεσμίου καθήκοντος και την αμέλεια, κατά το κοινό δίκαιο, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το επίδικο ατύχημα που οδήγησε τον αποβιώσαντα στο θάνατο, ένεκα ηλεκτροπληξίας, οφειλόταν σε λανθασμένο και μη ασφαλή τρόπο και/ή μέθοδο εκτέλεσης της εργασίας του. Δεν υπήρξε οποιαδήποτε μαρτυρία ενώπιον του δικαστηρίου ότι στον αποβιώσαντα είχαν δοθεί οποιεσδήποτε σαφείς ή συγκεκριμένες οδηγίες αναφορικά με τον τρόπο και τη μέθοδο εκτέλεσης της εργασίας του, από πλευράς του εργοδότη του-εφεσίβλητου 1, με σκοπό την αποφυγή προβλεπτών κινδύνων που υπήρχαν ένεκα της ύπαρξης, πάνω από το χώρο του χωραφιού, ακάλυπτων ηλεκτροφόρων καλωδίων, σε συνδυασμό με το μήκος των σωλήνων που μεταφέρονταν. Το πρωτόδικο δικαστήριο, με αυτά τα δεδομένα, αποφάνθηκε ότι ο εφεσίβλητος 1 (ο οποίος κατά την ακροαματική διαδικασία ούτε εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε) ήταν υπόλογος για αμέλεια, έναντι των εφεσειόντων, λόγω μη παροχής ασφαλούς συστήματος εργασίας στον αποβιώσαντα εξαιτίας της μη παροχής των αναγκαίων οδηγιών και εξοπλισμού σ΄ αυτόν αλλά και εξαιτίας της μη επιτήρησης της διεξαγωγής της εργασίας κατά τρόπο ασφαλή. Αναφορικά με την εφεσίβλητη 2, το πρωτόδικο δικαστήριο, αποφάνθηκε ότι δεν είχε προκύψει οτιδήποτε που να καταδείκνυε ότι αυτή όφειλε να πράξει κάτι ή παρέλειψε να πράξει κάτι, που ήταν εύλογο να γίνει, για να αποφευχθεί το ατύχημα και οι συνέπειες του. Το πρωτόδικο δικαστήριο παρατήρησε συναφώς και τα εξής: «Ας μη ξεχνούμε ότι το καθήκον επιμέλειας υπάρχει έναντι προβλεπτού κινδύνου και όχι έναντι οποιουδήποτε κινδύνου. Δεν θεωρώ προβλεπτό κίνδυνο το άγγιγμα σωλήνα 20 ποδών σε ηλεκτροφόρα καλώδια. Η Α.Η.Κ., πιστεύω, εκπλήρωσε το καθήκον επιμέλειας της έναντι του πλησίον, έναντι του κοινού, τοποθετώντας τα ηλεκτροφόρα καλώδια σε ύψος που καθορίζεται από τους σχετικούς κανονισμούς». Το πρωτόδικο δικαστήριο έκαμε αναφορά και στους Κανονισμούς 22 και 23 των περί Ηλεκτρισμού Κανονισμών του 1941-
  6. Σύμφωνα με τον Κανονισμό 22 όλα τα ηλεκτροφόρα καλώδια θα πρέπει να συνάδουν με τις τελευταίες βρετανικές προδιαγραφές και πρότυπα ή άλλες προδιαγραφές οι οποίες διασφαλίζουν ισοδύναμο ή ψηλότερο βαθμό ποιότητας. Ο Κανονισμός 23 προνοεί ότι ηλεκτροφόρα καλώδια χαμηλής ή μεσαίας τάσης δεν θα πρέπει να τοποθετούνται σε ύψος χαμηλότερο των 17 ποδών από το έδαφος εκτός από συγκεκριμένες περιπτώσεις. Ηλεκτροφόρα καλώδια υψηλής τάσης δεν θα πρέπει να τοποθετούνται σε ύψος μικρότερο των 20 ποδών από το έδαφος. Στη βάση των προαναφερομένων η ευπαίδευτη πρωτόδικος Δικαστής βρήκε ότι την αποκλειστική ευθύνη για το επίδικο ατύχημα είχε ο εφεσίβλητος 1, εργοδότης του αποβιώσαντος, επειδή επέδειξε αμέλεια, όπως το δικαστήριο εξήγησε λεπτομερώς. Στη συνέχεια το δικαστήριο προχώρησε στον καθορισμό των αποζημιώσεων. Αναφέρθηκε στο Αρθρο 34
(2)(α) του περί Διαχειρίσεως Κληρονομιών Νόμου, Κεφ. 189, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 157/85, σύμφωνα με το οποίο, το δικαστήριο έχει εξουσία να επιδικάσει αποζημιώσεις προς όφελος της περιουσίας αποβιώσαντος, μεταξύ άλλων, για οδύνη λόγω απώλειας οικείου (bereavement). Αναφέρθηκε επίσης στις πρόνοιες του Αρθρου 58
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, όπως τροποποιήθηκε με το Ν.156/85, σύμφωνα με το οποίο το δικαστήριο έχει εξουσία να επιδικάσει αποζημιώσεις προς όφελος εξαρτωμένων (προσώπων) του αποβιώσαντος, όρος που περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, οποιοδήποτε γονιό ή άλλο ανιόντα του αποβιώσαντος και οποιοδήποτε αδελφό ή αδελφή του αποβιώσαντος. Αναφορά έγινε επίσης στο Αρθρο 58
(15)του Κεφ. 148, το οποίο καθορίζει τα δικαιώματα των εξαρτωμένων, καθώς και στην απόφαση Καζάκου v. Αβρααμίδου
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1626, στην οποία έγινε ευρεία ανάλυση της φύσης των αποζημιώσεων που μπορούν να διεκδικηθούν είτε για λογαριασμό της περιουσίας του αποβιώσαντος, είτε των εξαρτωμένων του. Σύμφωνα με την Καζάκου (ανωτέρω) υπάρχουν τρεις βάσεις καθορισμού αποζημιώσεων για εξαρτώμενα πρόσωπα, που καθορίζονται δυνάμει των προνοιών του Αρθρου 58
(15)του Κεφ. 148. Αυτές είναι: (α) Για κάθε κονδύλι ξεχωριστά, όπου υπάρχει ακριβής μαρτυρία. (β) Με βάση το κερδενόμενο εισόδημα του αποβιώσαντος μείον τα προσωπικά του έξοδα, όπου δεν υπάρχει ακριβής μαρτυρία της εξάρτησης, και (γ) Με την κλασσική ποσοστιαία προσέγγιση, όπου δεν υπάρχει επαρκής μαρτυρία για το ποσό της εξάρτησης ή των προσωπικών εξόδων του αποβιώσαντος. Σε τέτοια περίπτωση το δικαστήριο υιοθετεί ένα εκατοστιαίο ποσοστό του κερδενόμενου εισοδήματος, όπως π.χ. 75% όταν οι εξαρτώμενοι είναι η σύζυγος και τα παιδιά ή 67% όταν η σύζυγος είναι η μόνη κληρονόμος. Αφού το πρωτόδικο δικαστήριο ανέλυσε τις σχετικές νομικές αρχές στη συνέχεια αναφέρθηκε στα εισοδήματα του αποβιώσαντος όταν εργαζόταν στην Κύπρο και όταν εργαζόταν προηγουμένως στη Συρία, στην κατάσταση των γονέων του αλλά και ενός εκάστου των έντεκα αδελφών του και κατέληξε σε ευρήματα ότι ο αποβιώσας ήλθε στην Κύπρο στις 25.3.1996 με σκοπό να εργαστεί και με αρχική άδεια εργασίας τριών μηνών. Το δικαστήριο δεν μπορούσε να προσδιορίσει, εφόσον δεν υπήρχε οποιαδήποτε μαρτυρία ενώπιον του, την προβλεπόμενη περίοδο νόμιμης εργοδοσίας του στην Κύπρο. Επομένως, κατέληξε στο συμπέρασμα, ότι δεν μπορούσε να γίνει δεκτή η θέση των εφεσειόντων σύμφωνα με την οποία θα έπρεπε να υπολογιστεί το σύνολο των εισοδημάτων του αποβιώσαντος, στην Κύπρο, με βάση τα τέσσερα πρώτα χρόνια, επειδή δεν υπήρχε μαρτυρία ότι τέτοια περίοδος αντιπροσώπευε «μια λογική και νόμιμη περίοδο» κατά την οποία ο αποβιώσας θα βρισκόταν και θα εργαζόταν στην Κύπρο. Ακολούθως το πρωτόδικο δικαστήριο αναφέρθηκε στην ενώπιον του αξιόπιστη μαρτυρία ότι ο αποβιώσας, πριν έλθει στην Κύπρο, κέρδιζε στην Συρία 10 με 12 δολάρια ημερησίως, όταν εργαζόταν εκεί ως εργάτης, δηλαδή όποτε έβρισκε δουλειά. Το πρωτόδικο δικαστήριο βρήκε ότι ο αποβιώσας συνεισέφερε στα έξοδα της οικογενείας του και ότι ο πατέρας του διαμοίραζε τα λεφτά που έπαιρνε από τον αποβιώσαντα σύμφωνα με τις ανάγκες της οικογένειας. Όμως, επειδή δεν υπήρχε μαρτυρία ενώπιον του, αναφορικά με το πόσα θα ήταν σε θέση να συνεισφέρει για τους γονείς του ο αποβιώσας, όταν θα έκαμνε τη δική του οικογένεια και αφού βεβαίως ικανοποιούσε, κατά προτεραιότητα, τις δικές του ανάγκες και τις ανάγκες της δικής του οικογένειας, έκρινε ότι δεν μπορούσε να καθοριστεί το μέτρο της συνεισφοράς του αποβιώσαντος στο υπόλοιπο της ζωής των γονιών του, έστω και αν έπαιρνε ως δεδομένο ότι οι γονείς του αποβιώσαντος θα ήταν για πάντα εξαρτώμενοί του, κάτι για το οποίο δεν δόθηκε μαρτυρία. Με αυτό το συλλογισμό το πρωτόδικο δικαστήριο έκρινε πως δεν μπορούσε να υπολογιστεί η εξάρτηση των γονέων του από τον αποβιώσαντα. Ως προς τα αδέλφια του, το πρωτόδικο δικαστήριο έκρινε ότι αυτά δεν μπορούσαν να θεωρηθούν ως εξαρτώμενά του, εφόσον είτε είχαν τη δυνατότητα να κερδίζουν είτε κέρδιζαν από την εργασία τους. Κατ' επέκταση το πρωτόδικο δικαστήριο επεδίκασε μόνον ποσό Λ.Κ.6.000.- υπέρ των γονέων του αποβιώσαντος, ως αποζημιώσεις λόγω απώλειας οικείου προσώπου, με βάση το Αρθρο 58
(8)(α) του Νόμου, Κεφ. 148 και δεδομένου ότι ο αποβιώσας δεν είχε συμπληρώσει το 25ο έτος της ηλικίας του, ουδέποτε συνήψε γάμο και ήταν γνήσιο τέκνο των γονέων του. Αυτό το ποσό μαζί με τόκο και έξοδα επιδικάστηκε υπέρ των εφεσειόντων και εις βάρος του εφεσίβλητου 1 ενώ η αγωγή εναντίον της εφεσίβλητης 2 απορρίφθηκε με έξοδα υπέρ της και εις βάρος των εφεσειόντων. Με την παρούσα έφεση προσβάλλεται η ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης με τέσσερις λόγους έφεσης. Ο πρώτος λόγος έφεσης αφορά στο εύρημα του πρωτοδίκου δικαστηρίου ότι δεν αποδείχθηκε οποιαδήποτε ευθύνη της εφεσίβλητης 2 είτε με βάση το κοινό δίκαιο, είτε ως αποτέλεσμα παράβασης θεσμίου καθήκοντος. Με το δεύτερο λόγο έφεσης προσβάλλεται η ορθότητα του πρωτόδικου ευρήματος ότι δεν μπορούσε να καθοριστεί το μέτρο της συνεισφοράς του αποβιώσαντος υπέρ των εξαρτωμένων γονέων του, στο υπόλοιπο της ζωής τους και επομένως ότι δεν μπορούσαν να επιδικαστούν αποζημιώσεις υπέρ τους, γι' αυτό τον σκοπό. Με τον τρίτο λόγο έφεσης προσβάλλεται το εύρημα ότι τα αδέλφια του αποβιώσαντα δεν μπορούσαν να θεωρηθούν ως εξαρτώμενα, από αυτόν, πρόσωπα και κατ' επέκταση δεν μπορούσαν να επιδικαστούν αποζημιώσεις υπέρ τους, λόγω του θανάτου του. Με τον τέταρτο λόγο έφεσης προσβάλλεται η απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου σε σχέση με τον επιδικασμό εξόδων εις βάρος των εφεσειόντων και υπέρ της επιτυχούσας εφεσίβλητης
  1. Κατά τους εφεσείοντες το ποσό των εξόδων υπέρ της επιτυχούσας εφεσίβλητης 2 θα έπρεπε να επιδικαστεί εις βάρος του αποτυχόντα εφεσίβλητου 1, σύμφωνα με το Bullock Order. Όσον αφορά την κατ' ισχυρισμό ευθύνη της εφεσίβλητης 2 συμφωνούμε με το πρωτόδικο δικαστήριο ότι δηλαδή με βάση την ενώπιον του μαρτυρία δεν αποδείχθηκε αστική ευθύνη της εφεσίβλητης 2 έναντι του αποβιώσαντα. Η κατ' ισχυρισμό ευθύνη της εφεσίβλητης 2 βασίστηκε σε παράβαση θεσμίου καθήκοντος και σε παράβαση του καθήκοντος επιμέλειας που η εφεσίβλητη όφειλε προς τον αποβιώσαντα, με βάση το κοινό δίκαιο και τις θεμελιωμένες αρχές αναφορικά με το αστικό αδίκημα της αμέλειας. Σύμφωνα με τη μαρτυρία που δόθηκε και έγινε δεκτή από το δικαστήριο η υποχρέωση της εφεσίβλητης, στην προκείμενη περίπτωση, όπου τα καλώδια που βρίσκονταν πάνω από τη φυτεία στην οποία εργαζόταν ο αποβιώσας δεν ήταν υψηλής τάσης αλλά χαμηλής ή μέτριας, ήταν ότι τα ηλεκτροφόρα καλώδια έπρεπε να βρίσκονται σε απόσταση τουλάχιστο 17 ποδών από το έδαφος, σύμφωνα με τις ισχύουσες βρετανικές προδιαγραφές και πρότυπα. Στην παρούσα υπόθεση, στο σημείο που έγινε το ατύχημα, τα καλώδια απείχαν από το έδαφος 5.80 μ. και επομένως περισσότερο από 17 πόδια (5.10 μ.). Κατά συνέπεια δεν μπορεί να καταλογιστεί στην εφεσίβλητη 2 οποιαδήποτε παράβαση θεσμίου καθήκοντος. Έστω όμως και εάν αποδεικνυόταν τέτοια παράβαση, θα έπρεπε επιπρόσθετα, να αποδείξουν οι εφεσείοντες ότι το ατύχημα και ο θάνατος του αποβιώσαντος ήταν αποτέλεσμα της παράβασης του θεσμίου καθήκοντος της εφεσίβλητης 2, πράγμα που δεν αποδείχθηκε. Όσον αφορά το αστικό αδίκημα της αμέλειας και πάλι συμφωνούμε με το πρωτόδικο δικαστήριο ότι, στην προκείμενη περίπτωση, δεν υπήρχε επιπρόσθετο (πέραν του θεσμίου) καθήκον επιμέλειας, οφειλόμενο από την εφεσίβλητη 2 προς τον εφεσείοντα, καθότι ο κίνδυνος του να μεταφέρεται σωλήνας 6 περίπου μέτρων, κατακόρυφα, με αποτέλεσμα να αγγίσει τα ηλεκτροφόρα καλώδια που βρίσκονταν σε ύψος 5.80 μ. από το έδαφος, δεν ήταν εύλογα προβλεπτός από την εφεσίβλητη
  2. Η μαρτυρία που είχε ενώπιον του το πρωτόδικο δικαστήριο και την οποία δέχθηκε ως αξιόπιστη ήταν ότι κατά τα τελευταία 16 περίπου χρόνια είχαν συμβεί, προφανώς παγκυπρίως, έξι-επτά παρόμοια ατυχήματα στα οποία βρέθηκε ότι την αποκλειστική ευθύνη έφεραν τα θύματα και όχι η Α.Η.Κ.. Με βάση τα ενώπιον μας στοιχεία συμφωνούμε με το πρωτόδικο δικαστήριο ότι την αποκλειστική ευθύνη για το ατύχημα έφερε ο 1ος εφεσίβλητος ο οποίος δεν παρείχε ασφαλές σύστημα εργασίας στον αποβιώσαντα, δεν του είχε δώσει οποιεσδήποτε οδηγίες ως προς τον ορθό τρόπο μεταφοράς των σωλήνων μήκους περίπου 6 μ., δεν του παρείχε οποιαδήποτε εφόδια προστασίας αλλά ούτε και είχε οποιοδήποτε σύστημα επιτήρησης του τρόπου εργασίας ώστε αυτό να είναι ασφαλές για τους εργαζομένους. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των εφεσειόντων, με ειλικρίνεια και εντιμότητα, ανέφερε στο δικαστήριο ότι προέβη σε έρευνα στη νομολογία χωρών του κοινού δικαίου αλλά δεν βρήκε οποιαδήποτε απόφαση στην οποία να αποφασίστηκε ότι μια εταιρεία παροχής ηλεκτρισμού, όπως η εφεσίβλητη 2, είναι υπόλογη για το αστικό αδίκημα της αμέλειας, υπό περιστάσεις όπως τις παρούσες. Απεναντίας παρουσίασε αποφάσεις, κυρίως αμερικανικές, στις οποίες αποφασίστηκε ότι οι εταιρείες παροχής ηλεκτρισμού δεν είχαν νομική ευθύνη στις περιπτώσεις εκείνες. Στις αποφάσεις αυτές τονίζεται ότι το καθήκον επιμέλειας που έχουν οι εταιρείες παροχής ηλεκτρισμού είναι καθήκον επίδειξης συνήθους και εύλογης επιμέλειας, υπό τις περιστάσεις. Αυτό συνεπάγεται ότι οι εταιρείες παροχής ηλεκτρισμού θα πρέπει να συμπεριφέρονται όπως ένας συνήθης, συνετός άνθρωπος και να επιδεικνύουν την ίδια επιμέλεια που ένας τέτοιος άνθρωπος θα επεδείκνυε υπό τις περιστάσεις. Το καθήκον του συνήθους και συνετού ανθρώπου είναι να λαμβάνει μέτρα προστασίας σε σχέση με κινδύνους που είναι εύλογα προβλεπτοί. Κίνδυνοι που δεν είναι εύλογα προβλεπτοί δεν καλύπτονται από τέτοιο καθήκον επιμέλειας. Επιπρόσθετα, στην περίπτωση παράβασης του καθήκοντος επιμέλειας, θα πρέπει να αποδεικνύεται ότι η παράβαση του καθήκοντος επιμέλειας ήταν η κύρια αιτία της βλάβης που υπέστη το θύμα, δηλαδή ότι υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράβασης του καθήκοντος και της προκληθείσας βλάβης. Στην υπόθεση Moyle v. Southern Electricity Board [1962] 1 Lloyd's Rep. 607 (απόφαση του αγγλικού εφετείου) τονίστηκε ότι οι υποχρεώσεις των εταιρειών παροχής ηλεκτρισμού πηγάζουν από το νόμο, σε ορισμένες όμως περιπτώσεις το κοινό δίκαιο μπορεί να επιβάλει και πρόσθετες υποχρεώσεις. Για να συμβεί όμως κάτι τέτοιο θα πρέπει να συντρέχουν ειδικές περιστάσεις οι οποίες πρέπει να αποδεικνύονται στο δικαστήριο. Στην προκείμενη περίπτωση δεν συνέτρεχαν οποιεσδήποτε ειδικές περιστάσεις που επέβαλλαν στην εφεσίβλητη 2 άλλα καθήκοντα, πέραν των θεσμίων καθηκόντων της. Το ζήτημα του μη επιδικασμού αποζημιώσεων προς όφελος των εξαρτημένων γονέων του αποβιώσαντος μας απασχόλησε. Ανάλυση του θέματος αυτού γίνεται, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση Καζάκου (ανωτέρω) και επίσης στις υποθέσεις Μεταφορική Εταιρεία Γ. και Μ. Περικλέους Λτδ v. Μιχαήλ κ.ά.
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1661 και Νικολάου v. Μιχαήλ
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ.
  1. Στην παρούσα υπόθεση ο πατέρας του αποβιώσαντα κρίθηκε ως αξιόπιστος μάρτυρας. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του ο αποβιώσας, κατά τη διάρκεια που εργαζόταν στην Κύπρο, του έστειλε κάποια λεφτά για βοήθεια της οικογένειας. Οι γονείς του αποβιώσαντος δεν εργάζονται και έχουν άλλα έντεκα παιδιά μερικά από τα οποία εργάζονται και συνεισφέρουν στα έξοδα της οικογένειας. Οι αστάθμιτοι και αβέβαιοι παράγοντες όμως είναι εκείνοι που επηρέασαν το πρωτόδικο δικαστήριο και το οδήγησαν στην απόφαση να μην επιδικάσει οποιεσδήποτε αποζημιώσεις προς όφελος των γονέων του αποβιώσαντος, ως εξαρτωμένων, από αυτόν, προσώπων. Αυτοί οι παράγοντες είναι οι εξής: (α) Ότι ο αποβιώσας ήλθε για να εργαστεί στην Κύπρο, νόμιμα, για περίοδο 3 μηνών και δεν υπήρχε οποιαδήποτε μαρτυρία αναφορικά με το κατά πόσο η άδεια παραμονής και εργασίας του στην Κύπρο θα ανανεωνόταν ή ότι ανανεώθηκε για οποιαδήποτε άλλη περίοδο. Επομένως το ποσό των £320.- μηνιαίως το οποίο κέρδιζε ο αποβιώσας όταν εργαζόταν στην Κύπρο δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως βάση για τον υπολογισμό του νόμιμου, μελλοντικού εισοδήματος του. (β) Η μαρτυρία του πατέρα του αποβιώσαντος ήταν ότι όταν ο αποβιώσας βρισκόταν στη Συρία κέρδιζε 10 με 12 δολάρια ημερησίως, όταν έβρισκε απασχόληση. Δεν είχε σταθερή όμως απασχόληση και επομένως είναι δύσκολο αυτό το ποσό να αποτελέσει στέρεη βάση για τον υπολογισμό των μελλοντικών εισοδημάτων του αποβιώσαντος. (γ) Ο αποβιώσας ήταν νέος ηλικίας 23 ετών και ενδεχόμενα θα έκαμνε ο ίδιος οικογένεια και παιδιά. Δεν δόθηκε μαρτυρία ως προς τί θα μπορούσε να συνεισφέρει υπέρ των γονέων του, σε τέτοια περίπτωση. (δ) Δεν υπήρχε σαφής ένδειξη αναφορικά με το κατά πόσον οι γονείς του αποβιώσαντος θα συνέχιζαν να είναι πρόσωπα εξαρτώμενα ή μερικώς εξαρτώμενα από αυτόν. (ε) Οι γονείς του αποβιώσαντος έχουν άλλα έντεκα παιδιά μερικά από τα οποία εργάζονται και άλλα που είναι σε θέση να εργαστούν. Δεν υπήρχε μαρτυρία αναφορικά με το βαθμό στον οποίο τα έντεκα άλλα παιδιά τους συνεισφέρουν ή μπορούν να συνεισφέρουν στα έξοδα των γονέων τους. Με τους προαναφερόμενους αστάθμιτους και αβέβαιους παράγοντες υπόψη, συμφωνούμε με το πρωτόδικο δικαστήριο ότι, υπό τις περιστάσεις, ήταν πολύ δύσκολο για το δικαστήριο να αποφασίσει ως προς κάποιο συγκεκριμένο ποσό που θα ήταν ορθό και δίκαιο να επιδικαστεί προς όφελος των γονέων του αποβιώσαντος, ως εξαρτωμένων προσώπων και επομένως δεν προτιθέμεθα να ανατρέψουμε την απόφασή του, σ' αυτό το σημείο. Το ζήτημα των αδελφών του αποβιώσαντος απασχόλησε το πρωτόδικο δικαστήριο το οποίο έκρινε ότι δεν μπορούσαν να θεωρηθούν ως εξαρτώμενα, του αποβιώσαντος, πρόσωπα. Το πρωτόδικο δικαστήριο αναφέρθηκε σε ένα έκαστο των ανδρών και γυναικών αδελφών του αποβιώσαντος, σύμφωνα με την αξιόπιστη μαρτυρία του πατέρα. Όλα τα παιδιά είναι νέα και υγιή και είτε εργάζονται, είτε είναι σε θέση να εργαστούν. Επομένως ορθά, κατά την κρίση μας, το πρωτόδικο δικαστήριο αποφάσισε ότι δεν μπορεί να θεωρηθούν ως εξαρτώμενα πρόσωπα του αποβιώσαντος. Αναφορικά με τη διαταγή του πρωτόδικου δικαστηρίου για τα έξοδα, δηλαδή ότι επιδικάστηκαν έξοδα εις βάρος του 1ου εφεσίβλητου ο οποίος έχασε και υπέρ της 2ης εφεσίβλητης η οποία κέρδισε την υπόθεση και πάλι δεν βρίσκουμε οτιδήποτε το λανθασμένο στην απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου. Το ζήτημα των εξόδων είναι πάντοτε στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου η οποία βέβαια πρέπει να ασκείται δικαστικά, δηλαδή κατά τρόπο ορθό και δίκαιο, υπό τις περιστάσεις. Στην προκείμενη περίπτωση δεν υπήρχε οποιαδήποτε εγγενής αβεβαιότητα ως προς το ποιος ευθυνόταν για το θάνατο του αποβιώσαντος. Εκείνος που ευθυνόταν ήταν ο εργοδότης του, κατά τον ουσιώδη χρόνο, δηλαδή ο εφεσίβλητος 1, ο οποίος παρέβηκε το καθήκον του και δεν παρείχε στον αποβιώσαντα ασφαλές σύστημα εργασίας. Η εφεσίβλητη 2 δεν είχε παραβεί οποιοδήποτε καθήκον επιμέλειας οφειλόμενο προς τον αποβιώσαντα, κυρίως δεδομένου ότι τα ηλεκτροφόρα καλώδια που βρίσκονταν πάνω από τη φυτεία στην οποία αυτός εργαζόταν είχαν τοποθετηθεί στο ύψος που προβλεπόταν από το Νόμο και τους Κανονισμούς και επειδή δεν υπήρχαν οποιεσδήποτε άλλες ειδικές ή εξαιρετικές περιστάσεις οι οποίες επέβαλλαν στην εφεσίβλητη 2 οποιοδήποτε επιπρόσθετο καθήκον, σύμφωνα με τις αρχές του κοινού δικαίου και πέραν του θεσμίου καθήκοντος. Δεν μας φαίνεται, η παρούσα υπόθεση, ως κατάλληλη για να είχε εφαρμοστεί η αρχή του Bullock Order, ως προς τα έξοδα. Για τους προαναφερόμενους λόγους κρίνουμε την έφεση ως αβάσιμη και την απορρίπτουμε. Καμιά διαταγή για έξοδα ως προς τον 1ο εφεσίβλητο, ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο δικαστήριο. Έξοδα €1.700, πλέον Φ.Π.Α., επιδικάζονται εις βάρος των εφεσειόντων και υπέρ της εφεσίβλητης
  2. Η έφεση απορρίπτεται με €1.700 έξοδα, πλέον Φ.Π.Α., εις βάρος των εφεσειόντων και υπέρ της εφεσίβλητης
  3. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.