Mindoras Estates Ltd ν. Απόστολου Ποταμού και άλλης
(2009)1 Α.Α.Δ. 288, όπου μέσα από ανασκόπηση της σχετικής νομολογίας, κρίθηκε ότι ο εφεσείων δικαιωματικά είχε καταστήσει το χρόνο ουσιώδη αποστέλλοντας σχετική επιστολή με την οποία καλούνταν οι εφεσίβλητες να παρουσιαστούν στο αρμόδιο κτηματολογικό γραφείο για μεταβίβαση σε συγκεκριμένη ημερομηνία και ώρα. Ρήτρα περί ύπαρξης τόκου σε περίπτωση υπερημερίας είναι ενδεικτική ως προς το ότι ο χρόνος δεν ήταν στη σκέψη των μερών ουσιώδης. Δεν επηρεάζει όμως το δικαίωμα του ενός των συμβαλλομένων να τερματίσει τη σύμβαση, εφόσον προηγουμένως δώσει εύλογη προειδοποίηση ώστε να καταστήσει σαφή την απαίτηση του για εκπλήρωση ουσιώδους όρου εντός τακτής προθεσμίας. Εδώ, τα μέρη ήσαν αντιμέτωπα με την αντίστροφη με την πιο πάνω υπόθεση, πραγματική κατάσταση δεδομένων. Ενώ στη Latifundia - ανωτέρω -, ο χρόνος ως εκ της συμβάσεως δεν ήταν ουσιώδης, αλλά κατέστη ουσιώδης μετά την αποστολή σχετικής εύλογης προειδοποίησης, εδώ το Δικαστήριο βρήκε ότι παρά το ότι ο χρόνος δυνάμει των όρων των δύο συμφωνιών ήταν αρχικά ουσιώδης, εν τούτοις ατόνησε ως εκ της εν πράξει πορείας που τήρησε η εφεσείουσα, μη εμμένουσα στην αυστηρή εφαρμογή των χρονικών οροσήμων. Δεν ήταν μικρή η καθυστέρηση στην καταβολή των δόσεων, ως διατείνεται η εφεσείουσα, ούτε και έχει σημασία αν ενεργούσε με καλή πίστη, κατά τη θέση της, επιδεικνύουσα ανοχή. Η ουσία είναι ότι η εφεσείουσα δεν άσκησε έγκαιρα τα δικαιώματα της και όχι μόνο ανεχόταν τις καθυστερημένες ή ελλειμματικές πληρωμές, αλλά και όταν επεδίωξε να τερματίσει τη συμφωνία, το έπραξε χωρίς να δώσει προηγουμένως τον απαραίτητο χρόνο προειδοποίησης, ούτε και απέστειλε την επιστολή συστημένη, ως διαλάμβανε σχετικός όρος της. Η εφεσείουσα διατείνεται ότι ήταν έκδηλο από τη συμπεριφορά των εφεσιβλήτων ότι αυτοί δεν είχαν πληρώσει τη δόση των Λ.Κ.15.000, πληρωτέα την 30.7.2004, δυνάμει της κυρίως συμφωνίας και ούτε την δόση των τελευταίων Λ.Κ.20.000 που με τη συμπληρωματική συμφωνία, αφέθηκε ως μέρος των Λ.Κ.50.000 της προκαταβολής να πληρωθεί «..την ημέρα παράδοσης δηλαδή 31.12.2004 ..». Η ουσία και πάλι εδώ, δεν είναι η μη καταβολή των όποιων δόσεων, αλλά η ετεροχρονισμένη πληρωμή τους και με ποσά κάθε φορά διάφορα από αυτά που προνοούνταν με τη συμφωνία. Η θέση του Χρύσανθου Κάϊζερ, Μ.Υ.8, ότι πριν την επιστολή τερματισμού ημερ. 3.2.2005, απέστειλε άλλες δύο προειδοποιητικές επιστολές ημερ. 25.8.2004 και 31.12.2004, που έγιναν Τεκμ. 50 και 51, αντίστοιχα, παραπονούμενος για την καθυστέρηση στις πληρωμές, απερρίφθη πρωτοδίκως, όπως και ότι απεστάλη και έτερη επιστολή, μέσω της δικηγόρου της εφεσείουσας, ημερ. 17.1.2005, Τεκμ. 55, εφόσον ο Χρ. Κάϊζερ στην ένορκη του δήλωση προς αντίκρουση του αιτήματος των εφεσιβλήτων για προσωρινό διάταγμα, ουδέν σχετικό ανέφερε. Αντίθετα, έγινε εκεί αναφορά μόνο σε προφορικές εκ μέρους της εφεσείουσας παραστάσεις για τις καθυστερήσεις. Ευλόγως στο θέμα έγινε πιστευτή και δεκτή η αντίθετη θέση του εφεσίβλητου 1, ότι ουδεμία τέτοια επιστολή παρέλαβε. Με την πιο πάνω θεμελιακή κρίση του Δικαστηρίου περί του παράνομου τερματισμού της συμφωνίας να είναι ορθή, όλες οι λεπτομέρειες επί των οποίων η εφεσείουσα βασίζεται για ανατροπή της ατονούν. Εν πάση περιπτώσει, οι θέσεις της εφεσείουσας παραγνωρίζουν αυτή την ουσιαστική κρίση ότι στο τέλος της ημέρας, η ίδια δεν κατέστησε το χρόνο εκ νέου ουσιώδη, ούτε και συμμορφώθηκε με τους ίδιους τους όρους της συμφωνίας την οποία ήθελε να τερματίσει, εφόσον ο νόμιμος τερματισμός της δεν μπορούσε παρά να διέλθει από τους ιδίους τους όρους αυτής. Παρερμηνεύονται δε και διάφορες θέσεις των εφεσιβλήτων. Η επιστολή των εφεσιβλήτων διά του δικηγόρου τους, για παράδειγμα, Τεκμ. 15, στην οποία αναφέρεται η εφεσείουσα στο περίγραμμα της, ως δεικνύουσα τη θέση τους ότι δεν θα πλήρωναν, αλλά απαιτούσαν αντίθετα και τη μεταβίβαση του οικοπέδου και της κατοικίας, δεν έχει αυτό το νόημα. Απομονώνεται μία φράση τριών γραμμών, από μία επιστολή τριών σελίδων, ο κύριος σκοπός της οποίας ήταν να πεισθεί η εφεσείουσα να αποσύρει τον γενόμενο τερματισμό και να προχωρήσει με την αποπεράτωση της κατοικίας χωρίς καθυστερήσεις. Αυτό, υπό το φως της ταυτόχρονης υπόδειξης ότι η τελευταία δόση του τιμήματος αγοράς θα καταβαλλόταν με την ημέρα παράδοσης, παράδοση που καθυστερούσε εξ υπαιτιότητας της εφεσείουσας. Επομένως, το ζήτημα της μεταβίβασης, που είναι βέβαια διάφορο από το θέμα της παράδοσης, δεν έρχεται σε καμιά σύγκρουση με την επιστολή Τεκμ. 15, όπως λανθασμένα θεωρεί η εφεσείουσα με την αντεξέταση που έτυχε ο Χρ. Κάϊζερ επί της μεταβίβασης. Έχει δε ορθά αποφασιστεί από το πρωτόδικο Δικαστήριο με ορθή ερμηνευτική άσκηση, ότι το ποσό των Λ.Κ.20.000, ήταν όντως πληρωτέο κατά την παράδοση της κατοικίας και ταυτόχρονα μ' αυτήν. Τόσο ο όρος 3 της κυρίως συμφωνίας, όσο και ο όρος 1.4 της συμπληρωματικής, ήταν ρητώς και σαφώς διατυπωμένοι ώστε να μην επιδέχονται οποιασδήποτε αμφιβολίας. Ορθά και πάλι υπό το φως της ενώπιον του μαρτυρίας, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπήρξε προφορική μεταξύ των διαδίκων συμφωνία για παράταση του χρόνου παράδοσης, αλλά ταυτόχρονα παρέμεινε η υποχρέωση των εφεσιβλήτων για την καταβολή της τελευταίας πληρωμής των Λ.Κ.20.000. Αυτή η θέση που προβλήθηκε από την εφεσείουσα πρωτοδίκως μέσα από τη μαρτυρία του Χρ. Κάϊζερ, αλλά και με το περίγραμμα της, όχι μόνο αντιστρατεύεται τους όρους της ίδιας της συμφωνίας, οι οποίοι ήσαν αμοιβαίοι, αλλά είναι και αντιφατική με τη λογική των πραγμάτων. Η κατοικία δεν ήταν έτοιμη να παραδοθεί στις 31.12.2004, ως αποτέλεσμα διαφόρων προσθηκομετατροπών που στην πορεία είχαν ζητήσει οι εφεσίβλητοι, με τις οποίες είχε συμφωνήσει η εφεσείουσα. Προς τούτο έγινε δεκτή πρωτοδίκως η μαρτυρία του εργολάβου του εργοταξίου Χριστόδουλου Βασιλείου, Μ.Υ.2, και του επιβλέποντος μηχανικού Χριστάκη Χριστοδούλου, Μ.Υ.4, αμφοτέρων μαρτύρων της ίδιας της εφεσείουσας και δεν μπορεί επ΄ αυτής της αξιολόγησης να παραπονείται. Εύλογη κρίνεται ότι ήταν η θέση του πρωτόδικου Δικαστηρίου και επί του ζητήματος της πισίνας, η κατασκευή της οποίας εκτός του ότι συνέτεινε στην καθυστέρηση, συνδέθηκε και με το ύψος των αποζημιώσεων στις οποίες και προστέθηκε το κόστος της. Το κόστος αυτό υπολογίστηκε στις Λ.Κ.5.405. Η πισίνα, όπως εύλογα αποφάσισε το πρωτόδικο Δικαστήριο, αποτελούσε μέρος της συμφωνίας ανοικοδόμησης της οικίας, τα αρχιτεκτονικά δε σχέδια έδειχναν την πισίνα, χρωματισμένη με κίτρινο χρώμα, όπως και την υπόλοιπη οικοδομή, και είχαν μονογραφηθεί από τους διαδίκους. Το γεγονός ότι για την κατασκευή της οι εφεσίβλητοι συμβλήθηκαν με εταιρεία, άλλη από την εφεσείουσα, δεν ήταν εκ προοιμίου αναιρετικό της υποχρέωσης της ίδιας της εφεσείουσας υπό το φως του ότι και άλλες παραγγελίες είχαν γίνει σε τρίτους από τους εφεσίβλητους με την ανοχή της εφεσείουσας, για άλλα υλικά όπως πλακάκια, κεραμικά, εντοιχισμένα έπιπλα κλπ. Μάλιστα, το κόστος κατασκευής ήταν για λογαριασμό της εφεσείουσας, εξ ου και σύμφωνα με τη μαρτυρία του εφεσίβλητου 1, θα αφαιρείτο από τη δόση των Λ.Κ.15.000. Το πρωτόδικο Δικαστήριο εύλογα έκρινε ανεδαφικό και τον ισχυρισμό της εφεσείουσας περί της μη υποχρέωσης κατασκευής της πισίνας, με αναφορά στα διάφορα διαφημιστικά έντυπα στα οποία όντως δεν παρουσιαζόταν να καλύπτεται το κόστος κατασκευής της. Ο ισχυρισμός αυτός κατέρρευσε υπό το φως του δεδομένου ότι, (
- i)ο εφεσίβλητος 1 δεν αντεξετάστηκε στο σημείο αυτό κατά τη μακρά αντεξέταση του, αφήνοντας έτσι τον σχετικό περί του αντιθέτου ισχυρισμό του, αλώβητο, και (
- ii)οι υπογραφείσες συμφωνίες, κύρια και συμπληρωματική, δεν παρέπεμπαν στα εν λόγω διαφημιστικά έντυπα, στα οποία οι διάφορες διαστάσεις της κατοικίας δεν αντιστοιχούσαν με τα σχέδια που επισυνάφθηκαν στην κύρια συμφωνία. Προκαλεί δε εντύπωση η θέση της εφεσείουσας ότι στην κύρια συμφωνία θα πρέπει να δοθεί ερμηνεία κατά τρόπο που να μην καλύπτει υποχρέωση της για την κατασκευή της πισίνας, όταν τα σχέδια που ήταν συνημμένα σ' αυτή, έδειχναν πισίνα. Η ερμηνεία ενός εγγράφου βασίζεται στην ολότητα των καταγραφέντων όρων (και σχεδίων όπου υπάρχουν), και δεν επιτρέπεται πλασματικός διαχωρισμός τους. Δεν χρειάζεται το Εφετείο να ενδιατρίψει στις λεπτομέρειες των επί μέρους «πρόσθετων» λεγόμενων εργασιών και παραγγελιών που γίνονταν από τους εφεσίβλητους και τις οποίες αρνείται η εφεσείουσα με κύρια θέση της ότι οι πρόσθετες αυτές παραγγελίες και η ανάμειξη άλλων ατόμων συνέτειναν κατά κύριο λόγο στην όλη καθυστέρηση στη συμπλήρωση της οικοδομής. Κατέστη φανερό μέσα από την όλη μαρτυρία, την οποία ευλόγως αποδέχθηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο, ότι η εφεσείουσα εταιρεία γνώριζε και αποδεχόταν ή ακόμη και ανεχόταν την ανάμειξη των εφεσιβλήτων στο εργοτάξιο, όχι ως ρόλο συντονιστή των εκεί εργαζομένων, αλλά προς εξυπηρέτηση και της ίδιας της εφεσείουσας. Πολλά ποσά πληρώνονταν από τους εφεσίβλητους, γεγονός που βοηθούσε στη ρευστότητα της εφεσείουσας εταιρείας, η οποία είχε το ανάλογο κέρδος. Το πρωτόδικο Δικαστήριο ασχολήθηκε σε έκταση με αυτά τα επί μέρους κονδύλια που οι εφεσίβλητοι πλήρωσαν με τη σύμφωνη ουσιαστικά γνώμη της εφεσείουσας. Οι σχετικές πληρωμές αποδείχθηκαν, (πλείστα όσα τεκμήρια έχουν κατατεθεί πρωτοδίκως υπό μορφή σχετικών αποδείξεων), και όπως ήταν και η εύλογη στο θέμα τοποθέτηση του εφεσίβλητου 1, όταν οι σχέσεις τους ως αγοραστές ήταν καλές με την εφεσείουσα εταιρεία ως πωλήτρια, πολλές πληρωμές γίνονταν από τους εφεσίβλητους ώστε να μην πληρώνει η εφεσείουσα, η οποία όμως είχε κάθε συναφές και σχετικό στοιχείο γνωρίζοντας κάθε ποσό που θα αφαιρείτο στη συνέχεια λόγω των πληρωμών αυτών. Όσον αφορά την τελική απόφαση του Δικαστηρίου για την απόδοση του ποσού των €262.985,37 με νόμιμο τόκο, (όπως αναλύθηκε προηγουμένως στη σελ. 9 του παρόντος σκεπτικού), δεν τέθηκε οτιδήποτε ουσιαστικό προς αμφισβήτηση του. Εύλογη ήταν η κρίση του να αποδεχθεί τη μαρτυρία του Ρένου Πέτρου, Μ.Υ.6, (μαρτυρία δηλαδή που προσκόμισε η ίδια η εφεσείουσα ως εναγόμενη), παρόλο που η εκτίμηση του είχε γίνει ένα μήνα πριν την εκτίμηση την 1.1.2005, που είχε ως βάση ο εκτιμητής των εφεσιβλήτων Νικόλας Γερμανός, Μ.Ε.2, διότι ο τελευταίος είχε επιθεωρήσει μόνο εξωτερικά την κατοικία μετά από δύο χρόνια, ενώ ο Πίτρος είχε επισκεφθεί την κατοικία κατά το χρόνο που ανεγειρόταν η οικοδομή και άρα ήταν σε καλύτερη θέση να εκτιμήσει την αξία της. Όπως δε ανέφερε το Δικαστήριο οι αξίες των δύο εκτιμητών δεν διέφεραν κατά πολύ όταν προστίθετο στην εκτίμηση του Πίτρου και η αξία της πισίνας, η οποία κατασκευάστηκε μετά την επίσκεψη του. Στη θέση της εφεσείουσας ότι ο όρος 17 της συμφωνίας αποτελούσε ταυτόχρονα υπεράσπιση περί του πρόωρου της καταχώρησης της αγωγής και ότι επενεργούσε ως ποινική ρήτρα, ορθά το Δικαστήριο απάντησε ότι σε καμιά περίπτωση ο όρος αυτός δεν θα μπορούσε να εκληφθεί ως ποινική ρήτρα. Ο όρος προέβλεπε ότι σε περίπτωση τερματισμού από την εφεσείουσα λόγω μη έγκαιρης πληρωμής των δόσεων από τους εφεσίβλητους, η εφεσείουσα θα είχε δικαίωμα να μην παραδώσει το ακίνητο, να το μεταπωλήσει σε τρίτο πρόσωπο, με μόνη υποχρέωση της να επιστρέψει το ποσό που ήδη καταβλήθηκε στο χρόνο μεταπώλησης. Ο όρος αυτός ήταν προς όφελος της εφεσείουσας και η επιστροφή του πληρωθέντος ήδη ποσού στους αγοραστές δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως ποινική ρήτρα, λόγω εκφοβισμού ή υπερβολικής καταβολής ποσού στους αγοραστές. Εν πάση περιπτώσει, εφόσον κρίθηκε και ορθά, ότι για τη διάρρηξη της συμφωνίας ευθυνόταν η ίδια η εφεσείουσα, δεν τίθετο θέμα ποινικής ρήτρας. Ούτε τίθετο βεβαίως θέμα, υπό το φως της ευθύνης για την αθέτηση της συμφωνίας να δίδονταν θεραπείες επί της ανταπαιτήσεως της εφεσείουσας, αναφορικά με γενικές αποζημιώσεις ή άλλες ζημιές που κατ' ισχυρισμόν αυτή υπέστη. Ορθά η ανταπαίτηση απερρίφθη υπό το φως και της πρωτόδικης διαπίστωσης ότι πρόσθετες ή οποιεσδήποτε άλλες εργασίες που έγιναν, παρέμειναν στην οικοδομή και στην κατοχή της εφεσείουσας μετά τον τερματισμό. Τέλος, υπό το φως της επιτυχίας των εφεσιβλήτων πρωτοδίκως, ορθά το Δικαστήριο επιδίκασε προς όφελος τους τα σχετικά έξοδα. Οι προς το αντίθετο θέσεις της εφεσείουσας είναι ανεδαφικές. Οι εφεσίβλητοι δεν είχαν υποχρέωση να συμβιβαστούν με υποδείξεις της εφεσείουσας που έγιναν μεταγενέστερα της καταχώρησης της αγωγής. Η εφεσείουσα μπορούσε, αν ήθελε, να επωφεληθεί των προνοιών της Δ.22 με την κατάθεση χρημάτων στο Δικαστήριο, γεγονός που ενδεχομένως να επηρέαζε την κατανομή των εξόδων, κάτι όμως που δεν έπραξε. Υπό το φως όλων των ανωτέρω, η έφεση κρίνεται ανεδαφική και απορρίπτεται με έξοδα εναντίον της εφεσείουσας και υπέρ των εφεσιβλήτων, ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η έφεση απορρίπτεται με έξοδα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο