Global Education Counselling Ltd ν. Ameer Khan
(2013)1 ΑΑΔ 2203 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων
(2013)1 ΑΑΔ 2203 23 Οκτωβρίου, 2013 [ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, ΠΑΣΧΑΛΙΔΗΣ, ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ/στές] GLOBAL EDUCATION COUNSELLING LTD, Εφεσείουσα - Ενάγουσα, ν. AMEER KHAN, Εφεσίβλητου - Εναγόμενου. (Πολιτική Έφεση Αρ. 199/2011) Αποφάσεις και Διατάγματα ― Επικύρωση πρωτόδικης απόφασης παραμερισμού/ακύρωσης απόφασης και προσωρινού διατάγματος, λόγω μη επίδοσης συμφώνως του διατάγματος για υποκατάστατο επίδοση. Η έφεση στράφηκε εναντίον πρωτόδικης απόφασης με την οποία έγινε δεκτή αίτηση του εφεσίβλητου η οποία προωθήθηκε στη βάση των Δ.17, θ. 10, Δ.26, θ. 14 και Δ.48, θ. 8
(1), 9(h) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, και με την οποία εξαιτείτο διάταγμα, με το οποίο να ακυρωνόταν και/ή παραμεριζόταν η εκδοθείσα από Επαρχιακό Δικαστήριο εναντίον του απόφαση, ως και το σχετικό οριστικοποιηθέν προσωρινό διάταγμα. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού έλαβε υπόψη του το διάταγμα για υποκατάστατο επίδοση και την αίτηση, στη βάση της οποίας αυτό εκδόθηκε, κατέληξε ότι η επίδοση είχε διαταχθεί από το Δικαστήριο, να γίνει και με τους τρεις τρόπους που αναφέρονταν σ' αυτήν και όχι με έναν από αυτούς, όπως, διαζευκτικά, ζητείτο. Λαμβάνοντας υπόψη ότι, στην ένορκη δήλωση επίδοσης, που έγινε από το δικηγόρο της εφεσείουσας υπήρχε παραδοχή ότι δεν έγινε κατορθωτό να γίνει επίδοση των δικογράφων μέσω τηλεομοιότυπου, έκρινε ότι η επίδοση δεν έγινε σύμφωνα με το Διάταγμα για υποκατάστατο επίδοση, δηλαδή και με τους τρεις τρόπους που περιγράφονταν σ' αυτό. Περαιτέρω, κατέληξε ότι, σε περίπτωση, ακόμη, που, με το Διάταγμα για υποκατάστατο επίδοση, διδόταν η εντύπωση ότι επιτρεπόταν η επίδοση με έναν από τους τρεις τρόπους που αναφέρονταν σ' αυτό, και, πάλι, αυτή δεν έγινε. Με την ένορκη δήλωση επίδοσης, βεβαιωνόταν απλώς ότι τα έγγραφα είχαν αποσταλεί με συστημένη επιστολή. Υπήρχε σχετική βεβαίωση του ταχυδρομείου, όχι, όμως, οτιδήποτε, από το οποίο να προέκυπτε ότι αυτά επιδόθηκαν ή παραλήφθηκαν από την εφεσείουσα. Συνακόλουθα ακύρωσε την εναντίον του εφεσίβλητου εκδοθείσα απόφαση ως επίσης και το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα, αφού το αίτημα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας αφορούσε και αυτό. Η έφεση στηρίχθηκε στους κάτωθι λόγους: α) Εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι η υποκατάστατος επίδοση της ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος της αγωγής και του προσωρινού διατάγματος έπρεπε να είχε γίνει και με τους τρεις τρόπους που αναφέρονταν στη σχετική αίτηση. β) Ο εφεσίβλητος, με όσα ανέφερε, δεν κατέδειξε ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο, δεν κατοικούσε στην τελευταία γνωστή του διεύθυνση, στην οποία επιδόθηκε το Κλητήριο Ένταλμα, ως και η αίτηση για το Προσωρινό Διάταγμα. γ) Η επίδοση με συστημένη επιστολή, αποδεικνυόταν από την ένορκη δήλωση επίδοσης. δ) Από τη στιγμή, που η επιστολή εστάλη και δεν επεστράφη, το βάρος απόδειξης για τη μη παραλαβή της, βρισκόταν στους ώμους του εφεσίβλητου και όχι της εφεσείουσας, όπως εσφαλμένα κρίθηκε. Αποφασίστηκε ότι: 1. Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν κατέληξε εσφαλμένα ως προς τα όσα το Διάταγμα για υποκατάστατο επίδοση προέβλεπε. 2. Σαφώς η παράλειψη από το διάταγμα της αναφοράς στην παράγραφο (Α) της σχετικής αίτησης, όπου ζητείτο η επίδοση να γίνει με έναν από τους τρεις τρόπους που αναφέρονταν σ' αυτή, φανέρωνε ότι η επίδοση έπρεπε να γίνει και με τους τρεις τρόπους. 3. Το Δικαστήριο, προφανώς, εκδίδοντας το Διάταγμα για υποκατάστατο επίδοση της αγωγής - η ορθότητά του δεν αποτελούσε αντικείμενο εξέτασης - ήθελε να διασφαλίσει ότι ο εφεσίβλητος, ο οποίος βρισκόταν στο εξωτερικό, θα λάμβανε γνώση της αγωγής, δεδομένου ότι το δικαίωμα κάθε προσώπου να λαμβάνει γνώση δικαστικής διαδικασίας που το αφορά και να ακούεται σ' αυτήν, είναι αυτονόητο και αδιαμφισβήτητο. 4. Το γεγονός ότι η εφεσείουσα αποδέχτηκε ότι η αγωγή δεν επιδόθηκε με τηλεομοιότυπο δεν άφηνε περιθώριο για άλλη κατάληξη. Ο εφεσίβλητος εδικαιούτο στον παραμερισμό της απόφασης ex debito justitiae. Η έφεση απορρίφθηκε με έξοδα. Αναφερόμενες Υποθέσεις: Οδυσσέως ν. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 481, Οργ. Χρημ. Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Μιχαήλ
(2003)1 Α.Α.Δ. 1044, White v. Weston [1968] 2 All E.R.
- Έφεση. Έφεση από την Ενάγουσα εναντίον της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (Στυλιανίδης, Α.Ε.Δ.), (Αγωγή Αρ. 6902/2008), ημερομ. 19/5/
- Ντ. Βαρωσιώτου (κα), για Γεωργιάδη και Μυλωνά, για την Εφεσείουσα. Μ. Ραφαήλ, για τον Εφεσίβλητο. Cur. adv. vult. ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ: Την ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δώσει η Δικαστής Ε. Παπαδοπούλου. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ.: Στις 2/12/2008, Δικαστής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, μετά από μονομερή αίτηση στα πλαίσια αγωγής της εφεσείουσας - ενάγουσας εναντίον του εφεσίβλητου - εναγόμενου, εξέδωσε Προσωρινό Διάταγμα, με το οποίο απαγορευόταν στον εφεσίβλητο όπως συμβάλλεται με οποιοδήποτε από τα συνεργαζόμενα με την εφεσείουσα πανεπιστήμια στην Αγγλία, που οριστικοποιήθηκε στις 9/1/
- Στις 4/12/2008, η εφεσείουσα, με αίτησή της, ζήτησε όπως η Ειδοποίηση του Κλητηρίου Εντάλματος της αγωγής, το οποίο ήταν Γενικά Οπισθογραφημένο, το Προσωρινό Διάταγμα της 2/12/2008, ως και οποιοδήποτε άλλο σχετικό έγγραφο επιδοθούν στον εφεσίβλητο με έναν από τους ακόλουθους τρόπους:-
(1)Με συστημένη επιστολή στη διεύθυνση του εφεσίβλητου, την οποία παρέθεσε.
(2)Στο τηλεομοιότυπο - (fax) του εφεσίβλητου, σε συγκεκριμένο αριθμό· και
(3)Στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο του εφεσίβλητου - (e-mail), σε συγκεκριμένες διευθύνσεις. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, στις 9/12/2008, εξέδωσε Διάταγμα για υποκατάστατο επίδοση, (το «Διάταγμα για υποκατάστατο επίδοση»), ως οι παράγραφοι
(1),
(2)και
(3)της πιο πάνω αίτησης και διέταξε όπως ο εφεσίβλητος καταχωρίσει εμφάνιση εντός 20 ημερών από της τελευταίας επίδοσης στην αγωγή. Ακολούθως, η εφεσείουσα, μετά από αίτησή της, στις 16/10/2009, εξασφάλισε εναντίον του εφεσίβλητου απόφαση στην απουσία του, εφόσον αυτός δεν είχε, καθ' οιονδήποτε στάδιο, εμφανιστεί στη διαδικασία. Ο εφεσίβλητος, στις 22/12/2010, με αίτησή του στη βάση των Δ.17, θ. 10, Δ.26, θ. 14 και Δ.48, θ. 8
(1), 9(h) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ζήτησε διάταγμα, με το οποίο να ακυρώνεται και/ή παραμερίζεται και/ή διαζευκτικά να αναστέλλεται η εκδοθείσα από το Δικαστήριο στις 16/10/2009 εναντίον του απόφαση, ως και το οριστικοποιηθέν Προσωρινό Διάταγμα. Με την ένορκη δήλωση, που συνόδευε την αίτηση - (δόθηκε από το δικηγόρο του) - ισχυρίστηκε ότι: η αγωγή δεν του επιδόθηκε σύμφωνα με το Διάταγμα για υποκατάστατο επίδοση, κατά τον ουσιώδη χρόνο για την αγωγή, αυτός κατοικούσε σε διαφορετική διεύθυνση από εκείνην που ανέφερε η εφεσείουσα για να εξασφαλίσει το Διάταγμα για υποκατάστατο επίδοση, είχε καλή υπεράσπιση, αφού έδωσε ειδοποίηση για τερματισμό της μεταξύ του και της εφεσείουσας συμφωνίας και, τέλος, δεν υπήρχε καθυστέρηση στην καταχώριση της αίτησης. Η εφεσείουσα, με την ένστασή της, πρόβαλε διάφορους λόγους για απόρριψη της αίτησης και, συγκεκριμένα, ότι δεν αποκαλυπτόταν, εκ πρώτης όψεως, καλή υπεράσπιση, η ένορκη δήλωση προς υποστήριξή της έγινε από δικηγόρο, χωρίς αυτός να αναφέρει την πηγή των πληροφοριών του, ο ισχυριζόμενος τερματισμός της συμφωνίας είναι παράνομος, οι ισχυρισμοί για αλλαγή διεύθυνσης του εφεσίβλητου είναι αβάσιμοι και παραπλανητικοί, οι ισχυρισμοί για αλλαγή της ηλεκτρονικής διεύθυνσης του εφεσίβλητου, επειδή άλλαξε η διεύθυνση της κατοικίας του, είναι παράλογοι και, τέλος, ότι υπήρξε καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού έλαβε υπόψη του το Διάταγμα για υποκατάστατο επίδοση και την αίτηση, στη βάση της οποίας αυτό εκδόθηκε, κατέληξε ότι η επίδοση είχε διαταχθεί από το Δικαστήριο να γίνει και με τους τρεις τρόπους που αναφέρονταν σ' αυτήν και όχι με έναν από αυτούς, όπως, διαζευκτικά, ζητείτο. Ο καθορισμός του χρόνου εμφάνισης «... εντός 20 ημερών, από της τελευταίας επίδοσης, στην Αγωγή.», όπως αναφέρεται στο Διάταγμα για υποκατάστατο επίδοση, καταδείκνυε, κατέληξε, ότι η εφεσείουσα διατάχθηκε να επιδώσει τα συγκεκριμένα έγγραφα και με τους τρεις τρόπους. Λαμβάνοντας υπόψη ότι, στην ένορκη δήλωση επίδοσης, ημερομηνίας 9/1/2009, που έγινε από το δικηγόρο της εφεσείουσας κ. Γιάννο Γεωργιάδη, (η «ένορκη δήλωση επίδοσης», υπήρχε παραδοχή ότι δεν έγινε κατορθωτό να γίνει επίδοση των δικογράφων μέσω τηλεομοιότυπου, έκρινε ότι η επίδοση δεν έγινε σύμφωνα με το Διάταγμα για υποκατάστατο επίδοση, δηλαδή και με τους τρεις τρόπους που περιγράφονταν σ' αυτό. Περαιτέρω, κατέληξε ότι, σε περίπτωση, ακόμη, που, με το Διάταγμα για υποκατάστατο επίδοση, διδόταν η εντύπωση ότι επιτρεπόταν η επίδοση με έναν από τους τρεις τρόπους που αναφέρονταν σ' αυτό, και, πάλι, αυτή δεν έγινε. Με την ένορκη δήλωση επίδοσης, απλά, βεβαιωνόταν ότι τα έγγραφα είχαν αποσταλεί με συστημένη επιστολή. Υπήρχε σχετική βεβαίωση του ταχυδρομείου, όχι, όμως, οτιδήποτε, από το οποίο να προέκυπτε ότι αυτά επιδόθηκαν ή παραλήφθηκαν από την εφεσείουσα. Ήταν ανασφαλές, κατέληξε, ενόψει της αδυναμίας αποστολής των εγγράφων με τηλεομοιότυπο και των ισχυρισμών του εφεσίβλητου για αλλαγή της διεύθυνσής του και των αριθμών του τηλεομοιότυπου του, καθώς και της έλλειψης θετικής μαρτυρίας αναφορικά με την επίδοση ή λήψη των εγγράφων με την ασφαλισμένη επιστολή, να θεωρηθεί ότι η επίδοση έγινε με e-mail. Με τη διαπίστωσή του ότι η επίδοση στον εφεσίβλητο δεν έγινε σύμφωνα με το Διάταγμα για υποκατάστατο επίδοση, το πρωτόδικο Δικαστήριο ακύρωσε την εναντίον του εκδοθείσα απόφαση ημερομηνίας 16/10/2009 και, συνακόλουθα, το εκδοθέν Προσωρινό Διάταγμα ημερομηνίας 2/12/2008, αφού το αίτημα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας αφορούσε και αυτό. Η εφεσείουσα, με την έφεσή της, αμφισβητεί τις πρωτόδικες διαπιστώσεις με τρεις λόγους, τους οποίους θα εξετάσουμε μαζί, λόγω της συνάφειάς τους. Ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι η υποκατάστατος επίδοση της ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος της αγωγής και του Προσωρινού Διατάγματος έπρεπε να είχε γίνει και με τους τρεις τρόπους που αναφέρονταν στη σχετική αίτηση. Η παράλειψη της παραγράφου (Α) της εν λόγω αίτησης από το Διάταγμα για υποκατάστατο επίδοση δεν υποδηλοί ότι η επίδοση των δικογράφων διατάχθηκε να γίνει και με τους τρεις τρόπους. Η διαπίστωση, εισηγείται, από το ίδιο το Δικαστήριο, κατά την ημερομηνία έκδοσης απόφασης στην αγωγή εναντίον του εφεσίβλητου - (16/10/2009) - ότι πιστό αντίγραφο του Κλητηρίου Εντάλματος επιδόθηκε δεόντως στον εφεσίβλητο το εμπόδιζε, στη συνέχεια, να καταλήξει ότι η επίδοση η οποία έγινε δεν ήταν ορθή. Ο εφεσίβλητος, με όσα ανέφερε, δεν κατέδειξε ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο, δηλαδή κατά τα έτη 2008 και 2009, δεν κατοικούσε στην τελευταία γνωστή του διεύθυνση, στην οποία επιδόθηκε το Κλητήριο Ένταλμα, ως και η αίτηση για το Προσωρινό Διάταγμα. Η επίδοση με συστημένη επιστολή, ισχυρίζεται η εφεσείουσα, αποδεικνύεται από την ένορκη δήλωση επίδοσης, στην οποία ο κ. Γιάννος Γεωργιάδης αναφέρει ότι είχαν επιδοθεί κανονικά στη διεύθυνση του εφεσίβλητου τόσο η αγωγή όσο και το Προσωρινό Διάταγμα. Η μαρτυρία και τα στοιχεία τα οποία είχε ενώπιόν του το πρωτόδικο Δικαστήριο, εάν αξιολογούνταν ορθά, δε θα οδηγούσαν στις διαπιστώσεις του. Με αναφορά στην Οδυσσέως ν. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 481, υπέβαλε ότι το Άρθρο 2 του περί Ερμηνείας Νόμου, Κεφ. 1, ερμηνεύθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα. Από τη στιγμή, εισηγήθηκε, που η επιστολή εστάλη και δεν επεστράφη, το βάρος απόδειξης για τη μη παραλαβή της βρισκόταν στους ώμους του εφεσίβλητου και όχι της εφεσείουσας, όπως εσφαλμένα κρίθηκε. Έχουμε εξετάσει τους ισχυρισμούς της εφεσείουσας, δε συμφωνούμε, όμως, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα κατέληξε ως προς τα όσα το Διάταγμα για υποκατάστατο επίδοση προέβλεπε. Σαφώς η παράλειψη από το Διάταγμα της αναφοράς στην παράγραφο (Α) της σχετικής αίτησης, όπου ζητείτο η επίδοση να γίνει με έναν από τους τρεις τρόπους που αναφέρονταν σ' αυτή, φανερώνει ότι η επίδοση έπρεπε να γίνει και με τους τρεις τρόπους. Το Δικαστήριο, προφανώς, εκδίδοντας το Διάταγμα για υποκατάστατο επίδοση της αγωγής - η ορθότητά του δεν αποτελεί αντικείμενο εξέτασης - ήθελε να διασφαλίσει ότι ο εφεσίβλητος, ο οποίος βρισκόταν στο εξωτερικό, θα λάμβανε γνώση της αγωγής, δεδομένου ότι το δικαίωμα κάθε προσώπου να λαμβάνει γνώση δικαστικής διαδικασίας που το αφορά και να ακούεται σ' αυτήν είναι αυτονόητο και αδιαμφισβήτητο - (βλ. Οργ. Χρημ. Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Μιχαήλ
(2003)1 Α.Α.Δ. 1044). Το γεγονός ότι η εφεσείουσα αποδέχτηκε ότι η αγωγή δεν επιδόθηκε με τηλεομοιότυπο - ο κ. Γιάννος Γεωργιάδης, στην ένορκη δήλωση επίδοσης, ανέφερε ότι είχαν γίνει προσπάθειες, αλλά αυτό στάθηκε αδύνατο, λόγω του ότι, μόλις απαντούσε η γραμμή του τηλεομοιότυπου, αυτή διακοπτόταν - δεν άφηνε περιθώριο για άλλη κατάληξη. Ο εφεσίβλητος εδικαιούτο στον παραμερισμό της απόφασης ex debito justitiae - (βλ. White v. Weston [1968] 2 All E.R. 842). Η κατάληξή μας για την ορθότητα της πιο πάνω διαπίστωσης καθιστά αχρείαστη την ενασχόλησή μας κατά πόσο υπήρξε ή όχι επίδοση με την αποστολή και μη επιστροφή της συστημένης επιστολής ή την αποστολή των εγγράφων με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, χωρίς βεβαίωση ότι αυτά παραλήφθηκαν. Η έφεση απορρίπτεται, με έξοδα, πλέον Φ.Π.Α., υπέρ του εφεσίβλητου, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η έφεση απορρίπτεται με έξοδα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο