Κόκκινος Σωτήρης ν. Ελένης Θεοδώρου
(2013)1 ΑΑΔ 2264 6 Νοεμβρίου, 2013 [ΝΙΚΟΛΑΤΟΣ, ΠΑΡΠΑΡΙΝΟΣ, ΛΙΑΤΣΟΣ, Δ/στές] ΣΩΤΗΡΗΣ ΚΟΚΚΙΝΟΣ, Εφεσείων, ν. ΕΛΕΝΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΥ, Εφεσίβλητης. (Πολιτική Έφεση Αρ. 363/2009) Αμέλεια ― Τροχαίο ατύχημα ― Εφεσείων διασταύρωνε πεζός λεωφόρο στο κέντρο της Λάρνακας και κτυπήθηκε από όχημα το οποίο οδηγείτο από την εφεσίβλητη ― Παραμερισμός πρωτόδικης κρίσης περί μη απόδειξης ευθύνης της εφεσίβλητης ― Απόδοση κατ' έφεση, ευθύνης στην εφεσίβλητη με ποσοστό αμέλειας 1/3 και συντρέχουσας αμέλειας του εφεσείοντα, 2/3 ― Επέμβαση Εφετείου επί τω ότι η εφεσίβλητη, δεν αντιλήφθηκε καθόλου τον εφεσείοντα πριν από τη σύγκρουση και δεν προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια για να αποφύγει τη σύγκρουση. Απόδειξη ― Αξιολόγηση μαρτυρίας ― Κατά πόσον σημαντικό για την υπόθεση πρωτόδικο συμπέρασμα, ήταν αντίθετο με το περιεχόμενο μαρτυρίας εμπειρογνώμονα η οποία έγινε εξ' ολοκλήρου αποδεκτή ως αξιόπιστη. Ο εφεσείων διεκδίκησε πρωτοδίκως αποζημιώσεις για τραυματισμό που υπέστη συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος το οποίο συνέβηκε σε λεωφόρο στο κέντρο της Λάρνακας, όταν στην προσπάθεια του να διασταυρώσει πεζός, κτυπήθηκε από όχημα το οποίο οδηγείτο από την εφεσίβλητη-εναγόμενη και τραυματίστηκε σοβαρά. Ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου εκδικάστηκε το ζήτημα της ευθύνης ενώ οι γενικές και ειδικές αποζημιώσεις είχαν συμφωνηθεί. Με βάση τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, το ατύχημα ήταν το αποτέλεσμα της παράλειψης της εφεσίβλητης/εναγομένης να αντιληφθεί την παρουσία του ενάγοντα στο δρόμο. Σημείωσε ωστόσο, ότι το γεγονός αυτό από μόνο του δεν αποδείκνυε ότι η εναγομένη δεν είχε την προσήκουσα προσοχή στο δρόμο και το ερώτημα που εγειρόταν ήταν κατά πόσο το οπτικό πεδίο της εναγομένης ήταν καθαρό και κατά πόσο ήταν σε θέση να αντιληφθεί τον ενάγοντα μέσα στο δρόμο έγκαιρα. Με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία, το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι ο ενάγοντας κτυπήθηκε από την εναγόμενη, μόλις αυτός επιχείρησε να εισέλθει στην τρίτη λωρίδα κυκλοφορίας της λεωφόρου, σε απόσταση 40 εκ. από τη διαχωριστική γραμμή (της δεύτερης με την τρίτη λωρίδα). Παρατήρησε επίσης μεταξύ άλλων, ότι δεν τέθηκε ενώπιόν του, μαρτυρία σε σχέση με το ρυθμό του βήματος του ενάγοντα αμέσως πριν από τη σύγκρουση, ότι ο ενάγοντας πουθενά στη μαρτυρία του ανέφερε ότι σταμάτησε στη γραμμή που διαχωρίζει τη δεύτερη από την τρίτη λωρίδα κυκλοφορίας ή ότι τουλάχιστον έλεγξε το δρόμο προτού επιχειρήσει να διασχίσει την τρίτη λωρίδα κυκλοφορίας. Έκρινε ακόμα, ότι ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι θα έπρεπε να είχε γίνει αντιληπτός από την εναγόμενη, κατά τον ουσιώδη χρόνο, δεν στηριζόταν σε οποιαδήποτε στοιχεία αλλά σε υποθέσεις και εικασίες και ότι δεν καταδείχθηκε αιτιώδης συνάφεια υπό την έννοια ότι αν η εναγόμενη έβλεπε τον ενάγοντα νωρίτερα και αντιδρούσε, θα μπορούσε να αποφύγει το δυστύχημα. Αποφαινόμενο σχετικά με την ταχύτητα της εναγομένης, κατέληξε ότι υπό τις περιστάσεις, δεν μπορούσε να θεωρηθεί υπερβολική ούτε και να στοιχειοθετήσει αμέλεια εκ μέρους της. Στη βάση των προαναφερομένων, το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν αποδείχθηκε πως η εναγόμενη έφερε οποιαδήποτε ευθύνη για το επίδικο ατύχημα και απέρριψε την αγωγή του ενάγοντα, με έξοδα υπέρ της εναγομένης. Η πιο πάνω απόφαση αμφισβητήθηκε από τον εφεσείοντα και η ασκηθείσα έφεση στηρίχθηκε μεταξύ άλλων στους κάτωθι λόγους: Το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα αποφάσισε: α) Ότι η παράλειψη της εφεσίβλητης-εναγόμενης να αντιληφθεί την παρουσία του εφεσείοντα-ενάγοντα στο δρόμο, δεν στοιχειοθετούσε αμέλεια ή τουλάχιστο σοβαρή συντρέχουσα αμέλεια. β) Ότι η παράλειψη της να αντιληφθεί τον εφεσείοντα/ενάγοντα στο δρόμο δεν αποδείκνυε, από μόνη της, ότι η εφεσίβλητη δεν είχε την προσήκουσα προσοχή στο δρόμο. γ) Ότι δεν καταδείχθηκε αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράλειψης της εφεσίβλητης να αντιληφθεί τον εφεσείοντα και της δυνατότητας της να αντιδράσει νωρίτερα και να αποφύγει το ατύχημα. δ) Ότι το σημείο συγκρούσεως ήταν 40 εκ. μέσα στην τρίτη λωρίδα, από τη διαχωριστική γραμμή της δεύτερης και τρίτης λωρίδας. ε) Ότι η ταχύτητα της εφεσίβλητης, κατά τον ουσιώδη χρόνο, που ήταν 30.5 χ.α.ω. δεν μπορούσε να θεωρηθεί υπερβολική υπό τις περιστάσεις και να στοιχειοθετήσει αμέλεια. Αποφασίστηκε ότι:
- Η πρωτόδικη απόφαση ήταν εσφαλμένη σε ορισμένα σημεία. Το πρώτο σημείο αφορούσε στην προαναφερθείσα απόσταση μεταξύ της διαχωριστικής γραμμής της δεύτερης και της τρίτης λωρίδας του δρόμου και του σημείου συγκρούσεως που ήταν, σύμφωνα με τους υπολογισμούς, αλλά έγινε και παραδεκτό, 70 εκ. και όχι 40 εκ..
- Το δεύτερο σημαντικό σημείο στο οποίο, έσφαλε το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφορούσε στο μέρος του αυτοκινήτου της εφεσίβλητης που κτύπησε στο πόδι του εφεσείοντα.
- Παρόλο που το πρωτόδικο Δικαστήριο δέχθηκε εξ' ολοκλήρου τη μαρτυρία εμπειρογνώμονα ότι ο εφεσείων-ενάγων είχε κτυπηθεί «από τα μπρος» από το αυτοκίνητο της εφεσίβλητης και παρόλο που απέρριψε την αντίθετη θέση του αστυφύλακα-εξεταστή στο σημείο αυτό, σε άλλο σημείο της απόφασης έκρινε την αξιοπιστία της μαρτυρίας του ίδιου του ενάγοντα-εφεσείοντα σε αντιπαραβολή με τη μαρτυρία του εξεταστή αναφορικά με το μέρος του αυτοκινήτου της εφεσίβλητης που κτύπησε τον εφεσείοντα.
- Σε άλλο σημείο της απόφασης, αποφάσισε ότι, ενόψει των αντικρουομένων εκδοχών, αναφορικά με το ζήτημα αυτό, δεν θα αποδεχόταν οποιαδήποτε από τις δύο εκδοχές και, ότι ο ενάγων-εφεσείων, απέτυχε να αποδείξει ποιο σημείο του οχήματος τον κτύπησε.
- Αυτό, όμως, το πρωτόδικο συμπέρασμα ήταν αντίθετο με την αποδοχή ολόκληρης της μαρτυρίας του εμπειρογνώμονα ως αξιόπιστης εφόσον, σύμφωνα με την εν λόγω μαρτυρία, το πόδι του ενάγοντα-εφεσείοντα είχε κτυπηθεί «από τα μπρος» από το αυτοκίνητο της εφεσίβλητης. Το σημείο αυτό ήταν ουσιαστικό, για την ευθύνη της εφεσίβλητης.
- Τα στοιχεία που συνηγορούν υπέρ της ύπαρξης αμέλειας από την εφεσίβλητη, ήταν τα εξής: (α) Η εφεσίβλητη δεν είδε ούτε αντιλήφθηκε τον εφεσείοντα καθ' οιανδήποτε στιγμή πριν από τη στιγμή της σύγκρουσης (και επομένως καμιά ενέργεια, για αποφυγή της, δεν έκανε). (β) Το πόδι του εφεσείοντα κτυπήθηκε «από τα μπρος», δηλαδή από το μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου της εφεσίβλητης. Η εξ ολοκλήρου αποδοχή της μαρτυρίας του Δρος Σπαστρή ως αξιόπιστης υπαγόρευε στο πρωτόδικο Δικαστήριο να δεχθεί τη θέση του Δρος Σπαστρή ότι το κτύπημα στο πόδι του εφεσείοντα έγινε από το μπροστινό μέρους του αυτοκινήτου της εφεσίβλητης. (γ) Το σημείο συγκρούσεως ήταν σε απόσταση 70 εκ. από τη διαχωριστική γραμμή μεταξύ δεύτερης και τρίτης λωρίδας (και όχι σε απόσταση 40 εκ., όπως εσφαλμένα ανέφερε το πρωτόδικο Δικαστήριο).
- Στην προκείμενη περίπτωση ο ενάγων-εφεσείων επέδειξε αμέλεια επειδή πριν αρχίσει να διασταυρώνει το δρόμο, στον οποίον υπήρχε πυκνή κίνηση, δεν διαπίστωσε αν αυτό ήταν ασφαλές για τον ίδιο να το πράξει. Σε μικρή απόσταση από το σημείο συγκρούσεως υπήρχαν φώτα τροχαίας και διάβαση πεζών την οποίαν ο εφεσείων θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει με ασφάλεια αλλά δεν το έπραξε.
- Όμως και η εφεσίβλητη είχε αμέλεια ή τουλάχιστον συντρέχουσα αμέλεια, υπό τις περιστάσεις, επειδή δεν αντιλήφθηκε καθόλου τον εφεσείοντα πριν από τη σύγκρουση, δεν προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια για να αποφύγει τη σύγκρουση, κτύπησε τον ενάγοντα στο πόδι με το μπροστινό (αριστερό) μέρος του αυτοκινήτου της και, τουλάχιστον από τη διαχωριστική γραμμή της δεύτερης προς την τρίτη λωρίδα μέχρι το σημείο συγκρούσεως, θα μπορούσε και θα έπρεπε να είχε δει τον ενάγοντα-εφεσείοντα εφόσον αυτός, με ύψος πέραν του 1,70 εκ.(σύμφωνα με τη μαρτυρία,) διέσχισε 70 εκ. μέσα στην τρίτη λωρίδα, μπροστά, ουσιαστικά, από την εφεσίβλητη, η οποία είχε πλήρη ορατότητα στο σημείο εκείνο. Η έφεση επιτράπηκε με έξοδα. Αναφερόμενες Υποθέσεις: Rhesa Shipping Co SA v. Edmund [1985] 1 WLR 948, Σοφοκλέους ν. Καλογήρου