Χωματένος Χαράλαμπος Κύπρου, υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστής της περιουσίας του Κύπρου Χωματένου ν. Παύλου Γεώργιου Νικολάου και Άλλων
(2015)1 ΑΑΔ 2003 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:AD:2015:A627
(2015)1 ΑΑΔ 2003 28 Σεπτεμβρίου, 2015 [ΝΙΚΟΛΑΤΟΣ, Π., ΠΑΡΠΑΡΙΝΟΣ, ΛΙΑΤΣΟΣ, Δ/στές] ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΚΥΠΡΟΥ ΧΩΜΑΤΕΝΟΣ, ΥΠΟ ΤΗΝ ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΚΥΠΡΟΥ ΧΩΜΑΤΕΝΟΥ, Εφεσείων, ν.
- ΠΑΥΛΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ,
- SAVVAS CHRISTOU GEORGHIOU DEVELOPERS LTD, Εφεσιβλήτων. (Πολιτική Έφεση Αρ. 293/2010) Ακίνητη Ιδιοκτησία ― Πώληση σε δημόσιο πλειστηριασμό ― Αδιανέμητη ιδιοκτησία ― Έφεση εναντίον απόφασης Επαρχιακού Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αίτηση-έφεση του εφεσείοντα για ακύρωση απόφασης Διευθυντή Κτηματολογίου, με την οποία αποφασίστηκε η πώληση, σε δημόσιο πλειστηριασμό, ακινήτου του οποίου ήταν συνιδιοκτήτης ― Επικύρωση πρωτόδικης κρίσης, ότι η παράλειψη προσβολής των αποφάσεων του Διευθυντή του Κτηματολογίου με τις οποίες αποφασίστηκε ότι οι καθ' ων η αίτηση-εφεσίβλητοι ήταν νόμιμοι συνιδιοκτήτες του κτήματος, μαζί με τον εφεσείοντα και ότι το κτήμα ήταν αδιανέμητο, ήταν μοιραία για την απόφαση πώλησης του κτήματος σε δημόσιο πλειστηριασμό. Με την έφεση αμφισβητήθηκε η ορθότητα απόφασης Επαρχιακού Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αίτηση-έφεση του αιτητή-εφεσείοντα για ακύρωση απόφασης του Διευθυντή του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας, με την οποίαν αποφασίστηκε η πώληση, σε δημόσιο πλειστηριασμό, ακινήτου του οποίου ήταν συνιδιοκτήτης. Μεταξύ άλλων, η αίτηση στηρίχθηκε στην αμφισβήτηση της κρίσης ότι το επίδικο ακίνητο ήταν αδιανέμητο, ενώ προβλήθηκε περαιτέρω ότι η εφεσιβαλλόμενη απόφαση δεν ήταν αποτέλεσμα δέουσας έρευνας, υπήρξε παράλειψη εξέτασης της ένστασης του αιτητή και ότι οι παρουσιαζόμενοι ως συνιδιοκτήτες του κτήματος, οι οποίοι ζήτησαν όπως το κτήμα κριθεί ως αδιανέμητο-αδιαίρετο, εξασφάλισαν την εγγραφή τους δια δόλου και/ή δια ψευδών παραστάσεων. Σύμφωνα με τα πρωτόδικα ευρήματα, ο Διευθυντής του Κτηματολογίου, εξέδωσε στις 2.6.2008, πιστοποιητικό δυνάμει του οποίου το προαναφερόμενο ακίνητο ήταν αδύνατο να διαχωριστεί, χωρίς να παραβιαστούν οι πρόνοιες του Άρθρου 27 του Κεφ.
- Ο αιτητής-εφεσείων ειδοποιήθηκε για την έκδοση του προαναφερόμενου πιστοποιητικού, γεγονός που επιβεβαιωνόταν και από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσής του που κατατέθηκε προς υποστήριξη της αίτησης του. Ο Διευθυντής, επίσης, με την επιστολή του, έκρινε ότι η μεταβίβαση μεριδίων του προαναφερόμενου κτήματος επ' ονόματι των καθ' ων η αίτηση-εφεσιβλήτων έγινε έγκυρα και νόμιμα και ως εκ τούτου δεν συνέτρεχαν λόγοι ακύρωσης του πιστοποιητικού. Ο αιτητής, παρόλο που δεν συμφώνησε με τις προαναφερόμενες αποφάσεις του Διευθυντή, δεν τις εφεσίβαλε εντός της προβλεπόμενης, από το Νόμο, προθεσμίας των 30 ημερών. Το πρωτόδικο δικαστήριο, με αναφορά σε σχετική νομολογία έκρινε ότι ο αιτητής-εφεσείων όφειλε να είχε προσβάλει την ορθότητα και τη νομιμότητα της απόφασης του Διευθυντή να εγγράψει μερίδια ιδιοκτησίας επ' ονόματι των καθ' ων η αίτηση-εφεσιβλήτων, με αίτηση-έφεση δυνάμει του Άρθρου 80 του Κεφ. 224, όπως έπραξε και στην περίπτωση αναφορικά με την απόφαση του Διευθυντή για πώληση του κτήματος σε δημόσιο πλειστηριασμό. Επίσης ότι ο αιτητής-εφεσείων όφειλε να είχε προσβάλει την ορθότητα και τη νομιμότητα της απόφασης του Διευθυντή να κρίνει το προαναφερόμενο ακίνητο ως αδιανέμητο, με τον ίδιο τρόπο. Τα πιο πάνω πρωτόδικα ευρήματα αμφισβητήθηκαν στην ολότητα τους με την έφεση που προωθήθηκε ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Αποφασίστηκε ότι:
- Από την ενδελεχή εξέταση των λόγων έφεση προέκυπτε ότι κανένας εξ αυτών δεν ευσταθούσε.
- Ήταν προφανές ότι η απόφαση του Διευθυντή να πωληθεί το επίδικο κτήμα σε δημόσιο πλειστηριασμό ήταν αποτέλεσμα των δύο προγενέστερων αποφάσεων του, (α) ότι οι καθ' ων η αίτηση-εφεσίβλητοι ήταν νόμιμοι συνιδιοκτήτες του κτήματος, μαζί με τον αιτητή-εφεσείοντα και επομένως είχαν δικαίωμα να υποβάλουν αίτηση πώλησης του σε δημόσιο πλειστηριασμό και (β) ότι το κτήμα ήταν αδιανέμητο-αδιαίρετο, δεν μπορούσε, δηλαδή, να διαιρεθεί και να πάρουν οι συνιδιοκτήτες το μερίδιο τους, όπως ισχυριζόταν ο αιτητής-εφεσείων.
- Από την υπό εξέταση αίτηση του αιτητή-εφεσείοντα διαφαινόταν σαφώς ότι αυτές τις δύο αποφάσεις προσέβαλλε ουσιαστικά, με την αίτησή του.
- Ο αιτητής-εφεσείων, σύμφωνα με δική του παραδοχή, γνώριζε για τις δύο προαναφερόμενες αποφάσεις του Διευθυντή και δεν έπραξε οτιδήποτε για να τις προσβάλει σύμφωνα με το Νόμο, δηλαδή δεν έκαμε χρήση του Άρθρου 80 του Κεφ. 224 εντός της προθεσμίας των 30 ημερών από την οποίαν έλαβε γνώση των αποφάσεων του Διευθυντή.
- Αυτός, όμως, ήταν ο μοναδικός και ο ενδεδειγμένος τρόπος αμφισβήτησης των προαναφερόμενων δύο αποφάσεων του Διευθυντή.
- Από τη στιγμή που ο αιτητής-εφεσείων δεν προσέβαλε τις δύο προαναφερόμενες αποφάσεις του Διευθυντή, η αίτησή του για ακύρωση της πώλησης του κτήματος σε δημόσιο πλειστηριασμό ήταν καταδικασμένη σε αποτυχία, δεδομένου ότι οι δύο προϋποθέσεις, για την πώληση του κτήματος σε δημόσιο πλειστηριασμό, είχε ήδη κριθεί ότι πληρούνταν. Οι προϋποθέσεις αυτές ήταν: (α) ότι το κτήμα ήταν αδιανέμητο ή αδιαίρετο και (β) ότι εκείνοι που ζήτησαν την πώληση του κτήματος σε πλειστηριασμό ήταν νόμιμοι συνιδιοκτήτες.
- Οι προαναφερόμενες αποφάσεις του Διευθυντή ήταν ανεξάρτητες αποφάσεις, στον τομέα του ιδιωτικού δικαίου, οι οποίες θα έπρεπε να είχαν προσβληθεί δεόντως και εμπροθέσμως. Η μη προσβολή τους ήταν μοιραία για την απόφαση πώλησης του κτήματος σε δημόσιο πλειστηριασμό.
- Αναφορικά με το ζήτημα των επιστολών που απέστελλε ο αιτητής-εφεσείων, στο Διευθυντή του Κτηματολογίου διαμαρτυρόμενος για τις αποφάσεις του, ήταν ορθή η πρωτόδικη κρίση ότι τέτοιες επιστολές δεν ανανεώνουν ούτε και παρατείνουν την προθεσμία υποβολής αίτησης-έφεσης εναντίον απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου, δυνάμει του Άρθρου 80 του Κεφ.
- Η έφεση απορρίφθηκε με έξοδα. Αναφερόμενες Υποθέσεις: Παπαγεωργίου ν. Πατσαλίδη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1365, Ιωάννου ν. Κωνσταντίνου κ.ά.
(1999)1 Α.Α.Δ. 749, Αθανάση κ.ά. ν. Χατζημάμα κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 208, Σολομώντος ν. Παπανεοκλή
(1992)1 Α.Α.Δ. 906, Φελλά κ.ά. ν. Δημοσθένους
(2002)1 Α.Α.Δ.
- Έφεση. Έφεση από τον Αιτητή εναντίον της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας (Γεωργίου, Ε.Δ.), (Αίτηση-Έφεση Αρ. 1/2009), ημερομ. 27/9/
- Α. Δημητρίου για Α. Μαθηκολώνη, για τον Εφεσείοντα. Χρ. Τσαγγαρός για Αντ. Ανδρέου, για τους Εφεσίβλητους. Cur. adv. vult. ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ: Την ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δώσει ο Νικολάτος, Π.. ΝΙΚΟΛΑΤΟΣ, Π.: Η παρούσα έφεση προσβάλλει την ορθότητα της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, ημερ. 27.9.2010, με την οποίαν το Επαρχιακό Δικαστήριο απέρριψε αίτηση-έφεση του αιτητή-εφεσείοντα για ακύρωση της απόφασης του Διευθυντή του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας, ημερ. 27.1.2009, με την οποίαν αποφασίστηκε η πώληση, σε δημόσιο πλειστηριασμό, του ακινήτου με αρ. εγγραφής 7232, τεμάχιο 684, Φ/Σχ. 39/56, στο χωριό Κόρνος της επαρχίας Λάρνακας. Με την αίτηση του, ημερ. 26.2.2009, ο αιτητής-εφεσείων ζητούσε διάταγμα και/ή απόφαση του δικαστηρίου για την ακύρωση της προαναφερόμενης απόφασης του Διευθυντή του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας. Οι λόγοι επί των οποίων στηρίζετο η αίτηση-έφεση και η αιτιολογία της περιλάμβαναν και τους εξής: (α) Το επίδικο ακίνητο εσφαλμένα και παράνομα κρίθηκε ως αδιανέμητο, για διάφορους λόγους. Το επίδικο κτήμα μπορεί να διανεμηθεί μεταξύ των συνιδιοκτητών χωρίς να παραβιάζεται το Άρθρο 27 του Κεφ.
- (β) Η εφεσιβαλλόμενη απόφαση δεν ήταν αποτέλεσμα δέουσας έρευνας εφόσον ο Διευθυντής του Κτηματολογίου παρέλειψε να εξετάσει την ένσταση του αιτητή-εφεσείοντα εναντίον του εκδοθέντος πιστοποιητικού αδιαιρετότητας. (γ) Οι παρουσιαζόμενοι ως συνιδιοκτήτες του κτήματος, οι οποίοι ζήτησαν όπως το κτήμα κριθεί ως αδιανέμητο-αδιαίρετο, εξασφάλισαν την εγγραφή τους διά δόλου και/ή διά ψευδών παραστάσεων. (δ Το εκδοθέν πιστοποιητικό αδιαιρετότητας του επίδικου κτήματος στηρίχθηκε επί εσφαλμένων και/ή ψευδών δηλώσεων των συνιδιοκτητών, οι οποίοι το ζήτησαν. Η αίτηση-έφεση του αιτητή-εφεσείοντα ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου υποστηριζόταν από ένορκη δήλωση του αιτητή στην οποίαν επισυνάπτονταν διάφορα έγγραφα ως τεκμήρια. Μεταξύ των εγγράφων αυτών ήταν:
- Αίτημα ακυρώσεως της απόφασης για κήρυξη του κτήματος ως αδιανέμητου (του αιτητή), προς τον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Λάρνακας (ο Διευθυντής) ημερ. 28.8.
- Απάντηση του Διευθυντή ημερ. 25.9.2008 με την οποίαν απορρίφθηκε η αίτηση ακυρώσεως και επιβεβαιώθηκε η ορθότητα του πιστοποιητικού αδιαιρετότητας ημερ. 2.6.
- Επιστολή του αιτητή προς τον Διευθυντή του Κτηματολογίου Λάρνακας ημερ. 16.10.2008 με την οποίαν ο αιτητής ζητούσε αναθεώρηση της απόφασης του Διευθυντή ημερ. 25.9.
- Απάντηση του Διευθυντή προς τον αιτητή ημερ. 23.1.2009, στην επιστολή ημερ. 16.10.2008, με την οποίαν ο Διευθυντής επέμεινε στην ορθότητα του περιεχομένου της προηγούμενης επιστολής του ημερ. 25.9.
- Στην επιστολή εκείνη ο Διευθυντής επισημαίνει και το γεγονός ότι, στον αιτητή, επιδόθηκε το πιστοποιητικό «αδιανέμητου», γεγονός που ο αιτητής παραδέχεται στην επιστολή του ημερ. 16.10.2008, και
- Επιστολή του αιτητή ημερ. 31.1.2009 με την οποίαν ισχυρίζεται ότι έθεσε ενώπιον του Διευθυντή νέα θέματα τα οποία δεν εξετάστηκαν από το Διευθυντή. Με την προσβαλλόμενη πρωτόδικη απόφαση αποφασίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι ο Διευθυντής του Κτηματολογίου, στις 2.6.2008, εξέδωσε πιστοποιητικό δυνάμει του οποίου το προαναφερόμενο ακίνητο ήταν αδύνατο να διαχωριστεί, χωρίς να παραβιαστούν οι πρόνοιες του Άρθρου 27 του Κεφ.
- Ο αιτητής-εφεσείων ειδοποιήθηκε για την έκδοση του προαναφερόμενου πιστοποιητικού, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσής του που κατατέθηκε προς υποστήριξη της αίτησης του. Ο Διευθυντής, επίσης, με την επιστολή του ημερ. 25.9.2008 έκρινε ότι η μεταβίβαση μεριδίων του προαναφερόμενου κτήματος επ' ονόματι των καθ' ων η αίτηση-εφεσιβλήτων έγινε έγκυρα και νόμιμα και ως εκ τούτου δεν συνέτρεχαν λόγοι ακύρωσης του πιστοποιητικού. Ο αιτητής, παρόλο που δεν συμφώνησε με τις προαναφερόμενες αποφάσεις του Διευθυντή, δεν τις εφεσίβαλε εντός της προβλεπόμενης, από το Νόμο, προθεσμίας των 30 ημερών. Το πρωτόδικο δικαστήριο, μετά από αναφορά σε σχετική νομολογία (δέστε: Παπαγεωργίου ν. Πατσαλίδη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1365, Ιωάννου ν. Κωνσταντίνου κ.ά.
(1999)1 Α.Α.Δ. 749, Αθανάση κ.ά. ν. Χατζημάμα κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 208 και Σολομώντος ν. Παπανεοκλή
(1992)1 Α.Α.Δ. 906), έκρινε ότι ο αιτητής-εφεσείων όφειλε να είχε προσβάλει την ορθότητα και τη νομιμότητα της απόφασης του Διευθυντή να εγγράψει μερίδια ιδιοκτησίας επ' ονόματι των καθ' ων η αίτηση-εφεσιβλήτων, με αίτηση-έφεση δυνάμει του Άρθρου 80 του Κεφ. 224, όπως έπραξε και στην προκείμενη περίπτωση αναφορικά με την απόφαση του Διευθυντή για πώληση του κτήματος σε δημόσιο πλειστηριασμό. Επίσης ο αιτητής-εφεσείων όφειλε να είχε προσβάλει την ορθότητα και τη νομιμότητα της απόφασης του Διευθυντή να κρίνει το προαναφερόμενο ακίνητο ως αδιανέμητο, με τον ίδιο τρόπο. Ο αιτητής-εφεσείων έλαβε γνώση του πιστοποιητικού αδιαιρετότητας ημερ. 2.6.2008, πριν τις 28.8.2008, σύμφωνα με δική του παραδοχή. Παρέλειψε όμως να κάμει χρήση των διατάξεων του Άρθρου 80 του Κεφ. 224 μέσα στην προβλεπόμενη, από το Κεφ. 224, προθεσμία. Συνεπώς, έκρινε το πρωτόδικο δικαστήριο, η αίτηση του ήταν εκπρόθεσμη, αφού καταχωρήθηκε στις 26.6.2009, ενώ το πιστοποιητικό ημερ. 2.6.2008, του επιδόθηκε, όπως ο ίδιος παραδέχθηκε, τουλάχιστον πριν τις 28.8.2008. Οι οποιεσδήποτε επιστολές του αιτητή για ακύρωση του σχετικού πιστοποιητικού δεν ανανεώνουν ούτε και παρατείνουν την προθεσμία που προβλέπεται από το Νόμο (Δέστε: Φελλά κ.ά. ν. Δημοσθένους
(2002)1 Α.Α.Δ. 2075). Οι λόγοι έφεσης είναι επτά αλλά όλοι συνδέονται με την απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου να θεωρήσει ότι η μή προσβολή της απόφασης του Διευθυντή (α) για έκδοση του πιστοποιητικού αδιαιρετότητας, δυνάμει του Άρθρου 80 του Κεφ. 224, και (β) η μή προσβολή της απόφασης του για μεταβίβαση μεριδίων του κτήματος στους καθ' ων η αίτηση-εφεσίβλητους, με τον ίδιο τρόπο, εντός της προθεσμίας των 30 ημερών, ήταν μοιραίες για την τύχη της αίτησης για ακύρωση της πώλησης του επίδικου κτήματος σε δημόσιο πλειστηριασμό. Οι λόγοι έφεσης 1, 2, 3 και 5 αφορούν στο πρώτο ζήτημα, ανωτέρω. Ο 4ος λόγος έφεσης αφορά στην πρωτόδικη κρίση ότι η προθεσμία για την προσβολή του πιστοποιητικού αδιαιρετότητος είχε παρέλθει παρά το γεγονός ότι ο αιτητής-εφεσείων, με επιστολές του, είχε θέσει ενώπιον του Διευθυντή νέα στοιχεία τα οποία δεν εξετάστηκαν από αυτόν. Ο 6ος λόγος έφεσης αφορά στο δεύτερο ζήτημα ανωτέρω, δηλαδή στην κατ' ισχυρισμό εσφαλμένη θέση του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι η απόφαση του Διευθυντή για μεταβίβαση μεριδίων του επίδικου κτήματος στους καθ' ων η αίτηση-εφεσίβλητους θα έπρεπε να είχε προσβληθεί στα πλαίσια του Άρθρου 80 του Κεφ. 224, ως ανεξάρτητη απόφαση. Ο 7ος λόγος έφεσης αφορά στην κατ' ισχυρισμό εσφαλμένη παράλειψη του πρωτόδικου δικαστηρίου να εξετάσει του υπόλοιπους λόγους ακύρωσης της απόφασης του Διευθυντή, τους οποίους πρόβαλε ο αιτητής-εφεσείων, όπως είναι η κατ' ισχυρισμόν παράλειψη του Διευθυντή να διεξάγει δέουσα έρευνα πριν αποφασίσει να θέσει το ακίνητο σε πώληση διά πλειστηριασμού. Εξετάσαμε με προσοχή όλα τα ενώπιον μας στοιχεία και δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε με οποιοδήποτε από τους λόγους έφεσης. Είναι προφανές ότι η απόφαση του Διευθυντή να πωληθεί το επίδικο κτήμα σε δημόσιο πλειστηριασμό ήταν αποτέλεσμα των δύο προγενέστερων αποφάσεων του, (α) ότι οι καθ' ων η αίτηση-εφεσίβλητοι ήταν νόμιμοι συνιδιοκτήτες του κτήματος, μαζί με τον αιτητή-εφεσείοντα και επομένως είχαν δικαίωμα να υποβάλουν αίτηση πώλησης του σε δημόσιο πλειστηριασμό και (β) ότι το κτήμα ήταν αδιανέμητο-αδιαίρετο, δεν μπορούσε, δηλαδή, να διαιρεθεί και να πάρουν οι συνιδιοκτήτες το μερίδιο τους, όπως ισχυριζόταν ο αιτητής-εφεσείων. Από την υπό εξέταση αίτηση του αιτητή-εφεσείοντα διαφαίνεται σαφώς ότι αυτές τις δύο αποφάσεις είναι, ουσιαστικά, που προσβάλλει με την αίτησή του. Ο αιτητής-εφεσείων, σύμφωνα με δική του παραδοχή, γνώριζε για τις δύο προαναφερόμενες αποφάσεις του Διευθυντή και δεν έπραξε οτιδήποτε για να τις προσβάλει σύμφωνα με το Νόμο, δηλαδή δεν έκαμε χρήση του Άρθρου 80 του Κεφ. 224 εντός της προθεσμίας των 30 ημερών από την οποίαν έλαβε γνώση των αποφάσεων του Διευθυντή. Αυτός, όμως, ήταν ο μοναδικός και ο ενδεδειγμένος τρόπος αμφισβήτησης των προαναφερόμενων δύο αποφάσεων του Διευθυντή. Από τη στιγμή που ο αιτητής-εφεσείων δεν προσέβαλε τις δύο προαναφερόμενες αποφάσεις του Διευθυντή, η αίτησή του για ακύρωση της πώλησης του κτήματος σε δημόσιο πλειστηριασμό ήταν καταδικασμένη σε αποτυχία, δεδομένου ότι οι δύο προϋποθέσεις, για την πώληση του κτήματος σε δημόσιο πλειστηριασμό, είχε ήδη κριθεί ότι πληρούνταν. Οι προϋποθέσεις αυτές ήταν: (α) ότι το κτήμα ήταν αδιανέμητο ή αδιαίρετο και (β) ότι εκείνοι που ζήτησαν την πώληση του κτήματος σε πλειστηριασμό ήταν νόμιμοι συνιδιοκτήτες. Οι προαναφερόμενες αποφάσεις του Διευθυντή ήταν ανεξάρτητες αποφάσεις, στον τομέα του ιδιωτικού δικαίου, οι οποίες θα έπρεπε να είχαν προσβληθεί δεόντως και εμπροθέσμως. Η μή προσβολή τους ήταν μοιραία για την απόφαση πώλησης του κτήματος σε δημόσιο πλειστηριασμό. Αναφορικά με το ζήτημα των επιστολών που έστελλε ο αιτητής-εφεσείων στο Διευθυντή διαμαρτυρόμενος για τις αποφάσεις του, συμφωνούμε με το πρωτόδικο δικαστήριο και την απόφαση Φελλά (ανωτέρω) ότι τέτοιες επιστολές δεν ανανεώνουν ούτε και παρατείνουν την προθεσμία υποβολής αίτησης-έφεσης εναντίον απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου, δυνάμει του Άρθρου 80 του Κεφ. 224. Για τους προαναφερόμενους λόγους θεωρούμε την έφεση ως αβάσιμη και την απορρίπτουμε, με έξοδα εις βάρος του αιτητή-εφεσείοντα, τα οποία να υπολογιστούν από τον αρμόδιο Πρωτοκολλητή και να υποβληθούν για έγκριση από το Δικαστήριο. Η έφεση απορρίπτεται με έξοδα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο