Arabian Agricultural Services Company (Arasco) ν. Regnum Trading Ltd και Άλλου
(2016)1 ΑΑΔ 228 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:AD:2016:A43
(2016)1 ΑΑΔ 228 27 Ιανουαρίου, 2016 [ΠΑΝΑΓΗ, ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Δ/στές] ARABIAN AGRICULTURAL SERVICES COMPANY (ARASCO), Εφεσείουσα-Ενάγουσα, v.
- REGNUM TRADING LTD,
- ΣΠΥΡΟΥ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Εφεσιβλήτων-Εναγομένων. (Πολιτική Έφεση Αρ. 230/2010) Συμβάσεις ― Παράβαση σύμβασης και τερματισμός ― Κατά πόσον οι εφεσίβλητοι τερμάτισαν νόμιμα συμφωνία λόγω παράβασης ουσιώδους όρου ― Απόφανση Εφετείου ότι η παράλειψη του πρωτοδίκου Δικαστηρίου να αναφερθεί ρητώς στο κατά πόσον η παράβαση ήταν τέτοια που να δικαιολογούσε τον τερματισμό, δεν επηρέαζε το αποτέλεσμα. Η απαίτηση της εφεσείουσας αφορούσε σε διεκδίκηση αποζημιώσεων συνεπεία παράβασης σύμβασης για την αγορά εκ μέρους της, 35000 μ/τόνων βαμβακόσπορου από τους εφεσίβλητους, που θα παραδίδονταν σε λιμάνι της Σαουδικής Αραβίας μεταξύ των μηνών Ιανουαρίου και Αυγούστου του 2004, έναντι συμφωνηθέντος ανταλλάγματος. Ήταν η εκδοχή της εφεσείουσας, ότι λόγω της αθέτησης της συμφωνίας από τους εφεσίβλητους, αναγκάσθηκε να αγοράσει το προϊόν από άλλο προμηθευτή σε πιο ψηλή τιμή, οπότε και διεκδίκησε τη διαφορά ως αποζημιώσεις. Σύμφωνα με τα πρωτόδικα ευρήματα, όντως είχε συναφθεί σύμβαση, όπως ήταν η θέση της εφεσείουσας. Για το ζήτημα αυτό δεν υπήρξε αντέφεση. Το ίδιο ίσχυε και με το εύρημα ότι λόγω της μη εκτέλεσης της συμφωνίας, η εφεσείουσα υπέστη ζημία ως η απαίτηση. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι για τη μη εκτέλεση δεν ευθυνόταν η εφεσίβλητη 1, που είχε τερματίσει τη σύμβαση και τούτο γιατί είχε δικαίωμα να την τερματίσει λόγω της αντισυμβατικής συμπεριφοράς της εφεσείουσας. Αποδέχθηκε περαιτέρω ότι ο εφεσίβλητος 2 δεν αποτελούσε μέρος της συμφωνίας, αλλά ενεργούσε για λογαριασμό της εφεσίβλητης
- Έκρινε δε, ότι η εφεσίβλητη 1 είχε δικαίωμα να τερματίσει τη σύμβαση ενόψει αντισυμβατικής συμπεριφοράς της εφεσείουσας, δεδομένου ότι ήταν όρος της συμφωνίας ότι η πληρωμή θα γινόταν μέσω συγκεκριμένης τραπεζικής διαδικασίας και έκδοσης irrevocable and transferable Letter of Credit σε «first class bank». Η εφεσίβλητη 1 είχε πληροφορήσει την εφεσείουσα ότι συνεργαζόταν με τις τράπεζες Cyprus Popular Bank και Barclays Λευκωσίας. Το Δικαστήριο, θεωρώντας ότι αυτή η πληροφόρηση είχε δοθεί για τους σκοπούς προφανώς της εγγυητικής και εφόσον δεν υπήρξε διαφωνία εκ μέρους της εφεσείουσας, έκρινε πως το μόνο ασφαλές συμπέρασμα που προέκυπτε ήταν ότι η εφεσείουσα θα άνοιγε την πίστωση σε μία από τις δύο εκείνες τράπεζες. Συνεπακόλουθα, θεώρησε το γεγονός ότι η εφεσείουσα είχε απευθυνθεί στην Arab National Bank για την έκδοση της εγγυητικής ως μονομερή αντισυμβατική ενέργεια, που από μόνη της αποτελούσε βάσιμο λόγο για τερματισμό της σύμβασης από την εφεσίβλητη
- Περαιτέρω, η εφεσείουσα προσέθεσε στην εγγυητική όρους που δεν περιλαμβάνονταν στα συμφωνηθέντα, ήτοι την υποχρέωση να συνοδεύεται το φορτίο από πιστοποιητικό απεντόμωσης, ως επίσης όρο για σφράγισμα ή μαρκάρισμα του φορτίου και όρο για έξοδα επιπρόσθετα του ναύλου. Το Δικαστήριο θεωρώντας ότι τα παραπάνω ήταν εκτός της συμφωνίας κατέληξε ότι η εφεσίβλητη 1 είχε δικαίωμα τερματισμού της συμφωνίας, το οποίο δικαιολογημένα εξάσκησε, οπότε και απέρριψε την αγωγή. Με την έφεση προσβλήθηκαν ως λανθασμένες οι παραπάνω διαπιστώσεις του πρωτοδίκου Δικαστηρίου. Αποφασίστηκε ότι:
- Δεν ήταν αναγκαίο να εξεταστεί ζήτημα όρου απεντόμωσης, εφόσον εν τέλει η εφεσείουσα δηλώνοντας ότι ήταν πρόθυμη να τροποποιήσει την εγγυητική και να αφαιρέσει τον όρο περί πιστοποιητικού απεντόμωσης αναλαμβάνοντας τα έξοδα της απεντόμωσης η ίδια, δήλωσε ρητά και αποδέχθηκε ότι με αυτό τον τρόπο η εγγυητική θα αποκαθίστατο στα συμφωνηθέντα. Συνεπώς, αποτέλεσε κοινό τόπο ότι η αρχική επιδίωξη της εφεσείουσας να συμπεριλάβει τέτοιο όρο στην εγγυητική ήταν εκτός των συμφωνηθέντων και η διαπίστωση αυτή απαντούσε ευθέως στο σχετικό λόγο έφεσης.
- Παρά, όμως, την εκδηλωθείσα πρόθεση της εφεσείουσας να τροποποιήσει τους όρους της εγγυητικής ώστε να συνάδουν με τα συμφωνηθέντα, το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε ότι η μεταστροφή αυτή είχε γίνει όψιμα, ενόψει του ότι η εφεσείουσα είχε απευθυνθεί στην τράπεζά της για τροποποίηση των όρων στις 7.1.2004, την ημέρα δηλαδή που η εφεσίβλητη 1 τερμάτισε τη συμφωνία.
- Κατά τα συμφωνηθέντα, οι πωλητές θα είχαν δικαίωμα τερματισμού της σύμβασης σε περίπτωση που οι αγοραστές θα παρέλειπαν να «ανοίξουν» την τραπεζική εγγύηση εγκαίρως, νοουμένου ότι ο χρόνος παράδοσης της τραπεζικής εγγύησης ορίστηκε το αργότερο ένα μήνα πριν από κάθε φόρτωση.
- Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν προέβη ευθέως σε διαπίστωση ότι η 7.1.2004 ήταν ώριμος χρόνος για τερματισμό. Τούτο προέκυπτε συμπερασματικά από την κατάληξη να δεχθεί ότι ο τερματισμός κατ' εκείνο το χρόνο ήταν έγκυρος. Αυτή η διαπίστωση δεν προσβλήθηκε με την έφεση.
- Παρά τις δηλώσεις ή έστω τις ενέργειες της εφεσείουσας μέχρι τον τερματισμό, αυτή δεν είχε συμμορφωθεί προς το σχετικό όρο που για να εκπληρωθεί θα έπρεπε να ανοιχθεί η πίστωση και να παραδοθεί η εγγυητική, στοιχεία που εν πάση περιπτώσει απουσίαζαν.
- Τα μέρη δε, είχαν ρητώς, ως άνω, συμφωνήσει ότι παράλειψη συμμόρφωσης προς το συγκεκριμένο όρο θα παρείχε δικαίωμα τερματισμού, καθιστώντας έτσι τον όρο, όχι απλώς ουσιώδη, αλλά και καθορίζοντας ρητώς τις συνέπειες που θα μπορούσε να είχε η παράβασή του, κατ' επιλογήν των πωλητών, εφόσον ρητά επιφυλάχθηκε και το δικαίωμα τους για ανάλογη με την καθυστέρηση, παράταση του χρόνου φόρτωσης.
- Άλλωστε το ουσιώδες τέτοιου όρου, θα μπορούσε ενδεχομένως να προκύπτει από τη φύση της τραπεζικής εγγυητικής επιστολής και της συναλλαγής. Συνεπώς, η παράλειψη του πρωτοδίκου Δικαστηρίου να αναφερθεί ρητώς στο κατά πόσο η παράβαση ήταν τέτοια που να δικαιολογούσε τον τερματισμό, όπως κατ' έφεσιν προβλήθηκε, δεν επηρέαζε το αποτέλεσμα. Η έφεση απορρίφθηκε με έξοδα. Αναφερόμενη Υπόθεση: Rodoulli v. Papasavvas a.o.
(1988)1 C.L.R.
- Έφεση. Έφεση από την ενάγουσα εναντίον της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ.), (Αγωγή Αρ. 383/05), ημερομηνίας 11/6/
- Μεν. Κυπριανού για Μιχ. Κυπριανού & Σία ΔΕΠΕ, για την εφεσείουσα. Αντ. Παπαντωνίου για Παπαντωνίου & Παπαντωνίου ΔΕΠΕ, για τους εφεσίβλητους. Cur. adv. vult. ΠΑΝΑΓΗ, Δ.: Την ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δώσει ο Δικαστής Τ.Θ. Οικονόμου. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, Δ.: Η απαίτηση της εφεσείουσας ήταν για αποζημιώσεις συνεπεία παράβασης της σύμβασης για την αγορά εκ μέρους της 35000 μ/τόνων βαμβακόσπορου από τους εφεσίβλητους που θα παρεδίδετο στο λιμάνι Damma στης Σαουδικής Αραβίας σε 4 χύδην φορτία κατά τους μήνες Ιανουάριο/Φεβρουάριο, Απρίλιο, Ιούνιο και Αύγουστο του 2004, έναντι συμφωνηθέντος ανταλλάγματος. Ήταν η εκδοχή της εφεσείουσας ότι λόγω της αθέτησης της συμφωνίας από τους εφεσίβλητους, αναγκάσθηκε να αγοράσει το προϊόν από άλλο προμηθευτή σε πιο ψηλή τιμή, οπότε και διεκδίκησε τη διαφορά ως αποζημιώσεις. Τα επίδικα θέματα που τέθηκαν προς επίλυση πρωτοδίκως ήταν (α) το κατά πόσον είχε συναφθεί τέτοια συμφωνία, (β) εάν ναι, ποια πλευρά την παραβίασε και (γ) το ζήτημα της ζημίας. Ένα επιπρόσθετο ζήτημα αφορούσε το ρόλο του εφεσίβλητου 2, ως προς τον οποίο η εφεσείουσα ισχυριζόταν ότι ήταν μέρος της συμφωνίας, ενώ ο ίδιος προέβαλε τη θέση ότι απλώς είχε μεσολαβήσει σε ρόλο διαπραγματευτή εκ μέρους της εφεσίβλητης
- Ως προς το πρώτο ζήτημα, ήταν η διαπίστωση του πρωτοδίκου Δικαστηρίου ότι όντως είχε συναφθεί σύμβαση, όπως ήταν η θέση της εφεσείουσας. Για το ζήτημα αυτό δεν υπήρξε αντέφεση και κατά συνέπεια η απόφαση επί τούτου είναι δεσμευτική ως τελεσίδικη. Το ίδιο ισχύει και με το εύρημα ότι λόγω της μη εκτέλεσης της συμφωνίας η εφεσείουσα υπέστη ζημία ως η απαίτηση. Όμως, το Δικαστήριο έκρινε ότι για τη μη εκτέλεση δεν ευθυνόταν η εφεσίβλητη 1, που είχε τερματίσει τη σύμβαση και τούτο γιατί είχε δικαίωμα να την τερματίσει λόγω της αντισυμβατικής συμπεριφοράς της εφεσείουσας. Αναφερόμαστε δε, στην εφεσίβλητη 1 διότι το Δικαστήριο αποδέχθηκε ότι ο εφεσίβλητος 2 δεν αποτελούσε μέρος της συμφωνίας, αλλά ενεργούσε για λογαριασμό της εφεσίβλητης
- Αυτά τα δύο τελευταία ζητήματα αποτέλεσαν το αντικείμενο της παρούσας έφεσης. Αρχίζουμε από το καίριο ζήτημα της υπαιτιότητας για το γεγονός ότι η σύμβαση δεν συμπληρώθηκε. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι η εφεσίβλητη 1 είχε δικαίωμα να τερματίσει τη σύμβαση ενόψει της ακόλουθης αντισυμβατικής συμπεριφοράς της εφεσείουσας: α) Ήταν όρος της συμφωνίας (τεκμήριο 9) ότι «payment shall be effected by Irrevocable and Transferable Letter of Credit opened with a first class bank for 100% of the total value .». Η εφεσίβλητη 1 είχε πληροφορήσει την εφεσείουσα ότι συνεργαζόταν με τις τράπεζες Cyprus Popular Bank και Barclays Λευκωσίας. Το Δικαστήριο, θεωρώντας ότι αυτή η πληροφόρηση είχε δοθεί για τους σκοπούς προφανώς της εγγυητικής και εφόσον δεν υπήρξε διαφωνία εκ μέρους της εφεσείουσας, έκρινε πως το μόνο ασφαλές συμπέρασμα που εξάγεται είναι ότι η εφεσείουσα θα άνοιγε την πίστωση σε μία από τις δύο εκείνες τράπεζες. Συνεπακόλουθα, θεώρησε το γεγονός ότι η εφεσείουσα είχε απευθυνθεί στην Arab National Bank για την έκδοση της εγγυητικής ως μονομερή αντισυμβατική ενέργεια, που από μόνη της αποτελούσε βάσιμο λόγο για τερματισμό της σύμβασης από την εφεσίβλητη
- (β) Η εφεσείουσα προσέθεσε στην εγγυητική όρους που δεν περιλαμβάνονταν στα συμφωνηθέντα (τεκμήριο 9), ήτοι την υποχρέωση να συνοδεύεται το φορτίο από πιστοποιητικό απεντόμωσης, ως επίσης όρο για σφράγισμα ή μαρκάρισμα του φορτίου και όρο για έξοδα επιπρόσθετα του ναύλου. Το Δικαστήριο θεωρώντας ότι τα παραπάνω ήταν εκτός της συμφωνίας κατέληξε ότι η εφεσίβλητη 1 είχε δικαίωμα τερματισμού της συμφωνίας, το οποίο δικαιολογημένα εξάσκησε, οπότε και απέρριψε την αγωγή. Με την έφεση προσβάλλονται ως λανθασμένες οι παραπάνω διαπιστώσεις του πρωτοδίκου Δικαστηρίου. Ως προς το ζήτημα της τράπεζας, ο ευπαίδευτος δικηγόρος της εφεσείουσας εισηγήθηκε ότι η συμφωνία, προβλέποντας για «first class bank», δεν έδιδε το δικαίωμα στην εφεσίβλητη 1 να υποδείξει εκείνη την τράπεζα που θα επέλεγε η εφεσείουσα. Άλλωστε, η εφεσίβλητη 1 ουδέποτε προέβαλε τη θέση ότι η προταθείσα τράπεζα δεν πληρούσε τον όρο περί «first class bank», ούτε και κατέστησε σαφές ότι το θέμα αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει λόγο τερματισμού της συμφωνίας. Από την άλλη, ο ευπαίδευτος δικηγόρος της εφεσίβλητης 1 επανέλαβε τα επιχειρήματα που ενσωματώθηκαν στην πρωτόδικη απόφαση. Η δικογραφική θέση των εφεσιβλήτων ήταν πως υπήρχε «ρητός και/ή εξυπακουόμενος και/ή προφορικός όρος της συμφωνίας ότι η ενάγουσα έπρεπε να ανοίξει ενέγγυο πίστωση σε τράπεζα που υπέδειξε η εναγόμενη 1 σ' αυτήν, ήτοι την Barclays Bank του Λονδίνου». Όμως, ρητός και σαφής ήταν ο όρος στη συμφωνία, απλώς περί «letter of credit opened with a first class bank». Σημειώνοντας κατ' αρχάς ότι δεν τέθηκε ποτέ ζήτημα ότι η προταθείσα τράπεζα δεν πληρούσε το σχετικό όρο, θεωρούμε ότι από το σαφή αυτό όρο η εφεσίβλητη 1 δεν είχε δικαίωμα με ειδοποίησή της να καθορίσει την τράπεζα, ούτε, πολύ περισσότερο, να προχωρήσει σε τερματισμό επί αυτής της ειδοποίησης και μάλιστα χωρίς να είχε δώσει καν ένδειξη ότι θα μπορούσε αυτό το ζήτημα να αποτελέσει λόγο τερματισμού. Για το ζήτημα της απεντόμωσης, είναι γεγονός ότι στο τεκμήριο 9 στο οποίο, κατά κοινό τόπο, καταγράφηκαν τα συμφωνηθέντα, δεν γίνεται λόγος, ενώ στην προταθείσα εγγυητική που απέστειλε η εφεσείουσα γινόταν αναφορά σε υποχρέωση όπως το φορτίο συνοδεύεται από πιστοποιητικό απεντόμωσης. Ο ευπαίδευτος δικηγόρος της εφεσείουσας εισηγήθηκε ότι η τέτοια υποχρέωση ήταν εξυπακουόμενη με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 16 του περί Πώλησης Αγαθών Νόμου που επιβάλλει ως σιωπηρό ουσιώδη όρο ότι τα αγαθά πρέπει να είναι αποδεκτής ποιότητας. Δεν χρειάζεται να εξετάσουμε τέτοιο ζήτημα, εφόσον εν τέλει η εφεσείουσα δηλώνοντας ότι ήταν πρόθυμη να τροποποιήσει την εγγυητική και να αφαιρέσει τον όρο περί πιστοποιητικού απεντόμωσης αναλαμβάνοντας τα έξοδα της απεντόμωσης η ίδια, δήλωσε ρητά και αποδέχθηκε ότι με αυτό τον τρόπο η εγγυητική θα αποκαθίστατο στα συμφωνηθέντα (βλ. Τεκμήριο 28, «The L/C is now as per our agreement»). Συνεπώς, αποτέλεσε κοινό τόπο ότι η αρχική επιδίωξη της εφεσείουσας να συμπεριλάβει τέτοιο όρο στην εγγυητική ήταν εκτός των συμφωνηθέντων και η διαπίστωση αυτή απαντά ευθέως στο σχετικό λόγο έφεσης. Παρά, όμως, την εκδηλωθείσα πρόθεση της εφεσείουσας να τροποποιήσει τους όρους της εγγυητικής ώστε να συνάδουν με τα συμφωνηθέντα, το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε ότι η μεταστροφή αυτή είχε γίνει όψιμα, ενόψει του ότι η εφεσείουσα είχε απευθυνθεί στην τράπεζά της για τροποποίηση των όρων στις 7.1.2004, την ημέρα δηλαδή που η εφεσίβλητη 1 τερμάτισε τη συμφωνία. Κατά τα συμφωνηθέντα, οι πωλητές θα είχαν δικαίωμα τερματισμού της σύμβασης σε περίπτωση που οι αγοραστές θα παρέλειπαν να «ανοίξουν» την τραπεζική εγγύηση εγκαίρως, νοουμένου ότι ο χρόνος παράδοσης της τραπεζικής εγγύησης ορίστηκε το αργότερο ένα μήνα πριν από κάθε φόρτωση. Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν προέβη ευθέως σε διαπίστωση ότι η 7.1.2004 ήταν ώριμος χρόνος για τερματισμό. Τούτο προκύπτει συμπερασματικά από την κατάληξη να δεχθεί ότι ο τερματισμός κατ' εκείνο το χρόνο ήταν έγκυρος. Αυτή η διαπίστωση δεν προσβάλλεται με την έφεση. Στο 2ο λόγο έφεσης το αποδιδόμενο στο Δικαστήριο σφάλμα έγκειται στη διαπίστωση του Δικαστηρίου περί του ότι ο όρος ότι το εμπόρευμα θα έπρεπε να συνοδεύεται από πιστοποιητικό απεντόμωσης ήταν αντισυμβατικός. Στην αιτιολογία και μόνο του λόγου αυτού τίθεται θέμα ότι η εφεσείουσα αποδέχθηκε εν τέλει να αφαιρέσει τον εν λόγω όρο, χωρίς όμως να τίθεται ως λόγος έφεσης τυχόν ζήτημα πρόωρου ή άκαιρου τερματισμού. Τούτου δοθέντος, απομένει ως γεγονός ότι παρά τις δηλώσεις ή έστω τις ενέργειες της εφεσείουσας μέχρι τον τερματισμό, αυτή δεν είχε συμμορφωθεί προς το σχετικό όρο που για να εκπληρωθεί θα έπρεπε να ανοιχθεί η πίστωση και να παραδοθεί η εγγυητική, στοιχεία που εν πάση περιπτώσει ελλείπουν. Τα μέρη δε, είχαν ρητώς, ως άνω, συμφωνήσει ότι παράλειψη συμμόρφωσης προς το συγκεκριμένο όρο θα παρείχε δικαίωμα τερματισμού, καθιστώντας έτσι τον όρο, όχι απλώς ουσιώδη, αλλά και καθορίζοντας ρητώς τις συνέπειες που θα μπορούσε να είχε η παράβασή του (Rodoulli v. Papasavvas a.o.
(1988)1 C.L.R. 540), κατ' επιλογήν των πωλητών, εφόσον ρητά επιφυλάχθηκε και το δικαίωμα τους για, ανάλογη με την καθυστέρηση, παράταση του χρόνου φόρτωσης. Άλλωστε το ουσιώδες τέτοιου όρου θα μπορούσε ενδεχομένως να προκύπτει από τη φύση της τραπεζικής εγγυητικής επιστολής και της συναλλαγής. Συνεπώς, η παράλειψη του πρωτοδίκου Δικαστηρίου να αναφερθεί ρητώς στο κατά πόσο η παράβαση ήταν τέτοια που να δικαιολογούσε τον τερματισμό, όπως κατ' έφεσιν προβάλλεται, δεν επηρεάζει το αποτέλεσμα. Ούτε τέθηκε ζήτημα ότι υπήρχαν περιστάσεις τέτοιες ώστε να μπορούσε να θεωρηθεί ότι οι πωλητές παραιτήθηκαν από το δικαίωμα τερματισμού ή επέδειξαν τέτοια συμπεριφορά ώστε να όφειλαν να δώσουν εύλογη ειδοποίηση πριν τερματίσουν. Ως εκ των άνω, δεν θεωρούμε ότι υπάρχουν περιθώρια παρέμβασης σε ότι αφορά τη διαπίστωση του πρωτοδίκου Δικαστηρίου περί δικαιωματικού τερματισμού, διαπίστωση καταλυτική για την αγωγή. Συνεπώς, θεωρούμε αχρείαστο να εξετάσουμε εάν θα είχε ευθύνη ο εφεσίβλητος 2 σε περίπτωση που η διαπίστωση αφορούσε αντισυμβατική συμπεριφορά της πλευράς των πωλητών. Η έφεση απορρίπτεται με έξοδα €2500 πλέον ΦΠΑ υπέρ των εφεσιβλήτων 1 και 2 και εναντίον της εφεσείουσας. Η έφεση απορρίπτεται με έξοδα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο