HAIG TERZIAN κ.α. ν. ΑΜΕRICAN LIFE INSURANCE COMPANY, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 161/10, 3/3/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:AD:2017:A69 ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 161/10) 3 Μαρτίου, 2017 [ΝΑΘΑΝΑΗΛ, ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
- HAIG TERZIAN
- MONIKA TERZIAN Εφεσείοντες ΚΑΙ ΑΜΕRICAN LIFE INSURANCE COMPANY Εφεσίβλητοι ---------------- Η εφεσείουσα 2 εμφανίζεται αυτοπροσώπως. Κ. Δημητριάδης με Ρ. Ιάσωνος (κα) για Χρ. Δημητριάδης & Σία, για τους εφεσίβλητους. -------- ΝΑΘΑΝΑΗΛ, Δ.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από τη Μιχαηλίδου, Δ. --------- Α Π Ο Φ Α Σ Η ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ.: Η διαφορά των διαδίκων που ξεκίνησε πριν 15 ½ χρόνια, δεν έμελλε να περατωθεί με την έκδοση της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερ. 21.4.
- Άλλα 6 χρόνια διέρρευσαν άκαρπα μέχρι την εκδίκαση της υπό κρίση έφεσης, εξαιτίας των επανειλημμένων αιτημάτων των εφεσειόντων για αναβολή της ακρόασης, λόγω παύσης και αντικατάστασης των από καιρού εις καιρόν δικηγόρων τους, γεγονός που αντικατοπτρίζεται τόσο στην καταχώριση της έφεσης, όσο και στη διεξαγωγή της ενώπιον μας ακροαματικής διαδικασίας, χωρίς τη συνδρομή δικηγόρου. Με το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο οι ενάγοντες-εφεσείοντες, αδέλφια του αποβιώσαντος Βαχάν Τερζιάν, αξιώνουν εναντίον της ασφαλιστικής εταιρείας, εναγομένων-εφεσιβλήτων, ανάμεσα σε άλλα, σειρά δηλωτικών αποφάσεων ως προς την εγκυρότητα και το δεσμευτικό του ασφαλιστηρίου εγγράφου για ασφάλεια ζωής πενταετούς διάρκειας, το οποίο κατά τους ισχυρισμούς τους εξεδόθη από τους εφεσίβλητους επ΄ ονόματι του αποβιώσαντος, ύψους £500.000, και ότι οι ίδιοι, «ως δικαιούχοι του εν λόγω ασφαλιστηρίου εγγράφου δικαιούνται όπως εισπράξουν κάθε οφειλόμενο από το εν λόγω ασφαλιστήριον έγγραφον ποσόν (Instrument of Trust) ημερ. 17.9.1998 στο οποίο ορίζονται ως οι δικαιούχοι στο ποσό του ασφαλιστηρίου εγγράφου ως ανωτέρω ως δικαιούχοι δυνάμει καταπιστεύματος.» Οι εφεσίβλητοι με την υπεράσπιση και ανταξίωση τους αρνήθηκαν την έκδοση του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, προβάλλοντας ανάμεσα σε άλλα, πλαστότητα: το έγγραφο καταρτίστηκε από τον αποβιώσαντα κατόπιν συνωμοσίας με τον τότε αντιπρόσωπο τους (τριτοδιάδικο) στα πλαίσια σχεδίου καταδολίευσης τους. Η νομιμοποίηση των εφεσειόντων, η έκδοση και η εγκυρότητα-γνησιότητα του ασφαλιστηρίου εγγράφου, απετέλεσαν τους δύο άξονες πάνω στους οποίους κινήθηκε η δίκη. Το γεγονός ότι οι εφεσείοντες ήσαν δικαιούχοι δυνάμει του εμπιστεύματος και ότι σε τέτοια περίπτωση τα πρόσωπα που νομιμοποιούνται να εγείρουν αξιώσεις, είναι οι επίτροποι, εκτελεστές και διαχειριστές περιουσίας αποβιώσαντος (trustees, executors and administrators), Δ.9 θ.8 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, με δεδομένο ότι το εμπίστευμα, στερούμενο νομικής προσωπικότητας δεν ενάγει ή ενάγεται ιδίω ονόματι, συνιστούν κοινό παρονομαστή. Εκείνο που αμφισβητήθηκε έντονα ήταν η νομιμοποίηση των εφεσειόντων να εγείρουν την αγωγή ιδίω ονόματι. Ο τότε δικηγόρος των εφεσειόντων, με αναφορά στην Αγγλική Διάταξη O.16 r.8 του Annual Practice του 1950, θεμελιώνει τη νομιμοποίηση των εφεσειόντων στην άρνηση των επιτρόπων να προχωρήσουν με αγωγή εναντίον των εφεσιβλήτων και να διεκδικήσουν το προϊόν της ασφαλιστικής κάλυψης, άρνηση που παρείχε, θεωρούσε, το δικαίωμα στους εφεσείοντες, ως δικαιούχους, να καταχωρίσουν την αγωγή ιδίω ονόματι. Το Δικαστήριο με δεδομένο ότι δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία ενώπιον του κατά τη δίκη, ότι οι αναφερόμενοι στο εμπίστευμα επίτροποι κλήθηκαν και αρνήθηκαν να καταχωρίσουν αγωγή εναντίον των εφεσιβλήτων, οι δε διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος διορίστηκαν σε μεταγενέστερο της καταχώρισης της αγωγής χρόνο, μόλις το 2004, ενώ η αγωγή καταχωρίστηκε στις 26.5.2000, κατέληξε με παραπομπή στην Αγγλική νομολογία (Wicks v. Firth
(1983)Α.C. 214 και Cullen v. Knowles & Birks
(1998)2 Q. B. 380) και στις σχετικές πρόνοιες των άρθρων 40 και 55
(1), ΚΕΦ. 193, ο περί Επιτρόπων Εμπιστευμάτων Νόμος, ότι οι εφεσείοντες δεν νομιμοποιούνταν στην έγερση της αγωγής, εφόσον, ως ήταν η κατάληξη του, το έγγραφο καταπιστεύματος όριζε απερίφραστα και περιοριστικά ποιοι είχαν δικαίωμα να αξιώσουν καταβολή του προϊόντος της ασφάλειας, στους οποίους δεν συμπεριλαμβάνονται οι εφεσείοντες (Harmer v. Armstrong
(1934)1 Ch. 65). Παρά την ανωτέρω κατάληξη του, η οποία μοιραία έκρινε και την τύχη της αγωγής, το Δικαστήριο προχώρησε να εξετάσει την ουσία της διαφοράς όπως μορφοποιήθηκε δια των δικογράφων. Ανατρέχοντας δε στην ενώπιον του αποδεκτή μαρτυρία και τα ενώπιον του τεκμήρια κατέληξε με παραπομπή στις Cypromix Concetrates Co Ltd v. Vitafor N.V.
(2001)1 A.A.Δ 676, Ελληνική Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Ε.Τ. Autospares Enterprises Ltd κλπ
(1998)1 Α.Α.Δ. 843, ότι οι εφεσείοντες απέτυχαν να αποσείσουν το αποδεικτικό βάρος που φέρουν ως προς τη γνησιότητα του ασφαλιστηρίου εγγράφου ως «ασφαλιστικού συμβολαίου» εκδοθέντος υπό των εναγομένων-εφεσιβλήτων: Το «κατ΄ ισχυρισμό των εφεσειόντων ασφαλιστήριο συμβόλαιο δεν είναι γνήσιο ασφαλιστικό συμβόλαιο εκδοθέν υπό της εφεσίβλητης αλλά προϊόν πλαστογραφίας». Οι εφεσείοντες οι οποίοι σημειώνουμε καταχώρισαν και προώθησαν, κατά την ακρόαση, ως προείπαμε, την υπό κρίση έφεση προσωπικώς, πρόβαλαν δύο και μόνο λόγους έφεσης: «
- Εσφαλμένα το Δικαστήριο εφάρμοσε και/ή ερμήνευσε το Νόμο αναφορικά με την ιδιότητα των εναγόντων, εάν νομιμοποιούντο να ήταν ενάγοντες στην παρούσα αγωγή.
- Εσφαλμένα το Πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε ότι δεν υπήρχε εν ισχύ ασφαλιστήριο έγγραφο.» Οι εφεσείοντες αιτιολογούν τον πρώτο λόγο έφεσης προβάλλοντας ότι η ορθή νομική ερμηνεία του τεκμηρίου 3 (Instrument of Trust), τους καθιστά αυτομάτως ως δικαιούχους του ασφαλιστηρίου συμβολαίου: η περιουσία δεν ανήκε πλέον στον αποβιώσαντα αλλά στους ιδίους και ως εκ τούτου, είχαν άμεσο αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των εφεσιβλήτων. Ο δεύτερος λόγος, αιτιολογείται ως προς το ότι η πληρωμή του ασφαλίστρου και η έκδοση σχετικής απόδειξης λήψης προκαταβολής, (τεκμήριο 59) «.δημιουργούν έγκυρη σύμβαση μεταξύ του αποβιώσαντος και της εναγομένης» και ότι σύμφωνα με τη νομολογία «.είναι δυνατή η σύναψη προφορικής ασφάλισης και δεν είναι απαραίτητη η έκδοση ασφαλιστικού συμβολαίου». Μετά την αποχώρηση του τελευταίου δικηγόρου των εφεσειόντων ό,τι παρέμεινε προς υποστήριξη των λόγων έφεσης είναι το περίγραμμα αγόρευσης τους, το οποίο και λάβαμε υπόψη. Οι εφεσίβλητοι υποστηρίζουν την απόφαση του Δικαστηρίου σε όλες τις επιμέρους πτυχές της, προβάλλοντας ότι τα πλείστα όσα προωθούνται με τη γραπτή αγόρευση των εφεσειόντων δεν έχουν αποτελέσει αυτοτελή λόγο έφεσης και ούτε είναι δυνατόν να εξεταστούν από το Εφετείο στα πλαίσια των δικογραφημένων λόγων έφεσης. Εύλογες και βάσιμες είναι οι παρατηρήσεις των εφεσιβλήτων. Θεωρούμε υπό τις περιστάσεις ότι είναι αδύνατον να προχωρήσουμε σε εξέταση ισχυρισμού ότι υπήρξε σύναψη προφορικής ασφάλισης, όπως την χαρακτηρίζουν οι εφεσείοντες, χωρίς να είναι απαραίτητη η έκδοση ασφαλιστικού συμβολαίου. Η προώθηση του προσκρούει στον σκόπελο των δικογραφημένων θέσεων των εφεσειόντων και τη βάση της αξίωσης τους: συνομολόγηση εγκύρου και δεσμευτικού ασφαλιστηρίου εγγράφου υπ΄ αρ. 9894327, μεταξύ αποβιώσαντος και εφεσειόντων. Ούτε καν ως διαζευκτική βάση αγωγής εισήχθη είτε με τη γενική οπισθογράφηση, είτε με την έκθεση απαιτήσεως η σύναψη προφορικής ασφάλισης. Οι αρχές του δικονομικού δικαίου περιορίζουν τα επίδικα θέματα όπως προσδιορίζονται από τη δικογραφία, Παπαγεωργίου ν. Λ. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ. 24: «.Ο επακριβής προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων συναρτάται άμεσα με το αντιπαραθετικό σύστημα δίκης που ισχύει στο δικαιϊκό μας σύστημα και απόρροια της φυσικής δικαιοσύνης που επιβάλλει τη διασφάλιση του δικαιώματος διαδίκου για ουσιαστική ευκαιρία απάντησης στις θέσεις και ισχυρισμούς του αντιδίκου του. Η δίκη δρομολογείται, όπως επιγραμματικά ανάφερε ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Βασιλειάδης στην υπόθεση Homeros Th. Courtis and Others v. Panos K. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180, (βλέπε επίσης Christakis Loucaides v. CD. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R. 134) κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία και η δίκη διατρέχει την ίδια πορεία όπως και το τραίνο κατά μήκος των προκαθορισμένων γραμμών της διαδρομής. .» Τα όσα εξέτασε και σχολίασε το Δικαστήριο και στα οποία παραπέμπει η αγόρευση των εφεσειόντων όπως εισήχθησαν με τη μαρτυρία του ΜΕ1: καταβολή προς τους εφεσίβλητους από τον αποβιώσαντα συγκεκριμένου ποσού ως προκαταβολή, εισήχθησαν ακριβώς προς υποστήριξη της μόνης δικογραφημένης θέσης των εφεσειόντων, περί υπογραφής έγκυρου ασφαλιστικού εγγράφου υπ΄ αρ. 9894327 για ασφάλεια ζωής πενταετούς διάρκειας στο όνομα του αποβιώσαντος ύψους £500.000. Ορθά λοιπόν το Δικαστήριο κινούμενο εντός των δικογραφημένων θέσεων κατέληξε στη βάση της ενώπιον του αποδεκτής μαρτυρίας, αυτής των εφεσιβλήτων, ότι δεν υφίστατο έγκυρο ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Το ζήτημα όμως έχει και άλλες προεκτάσεις. Το τελικό εύρημα του Δικαστηρίου ότι το εν λόγω έγγραφο (τεκμήριο 2) ήταν προϊόν πλαστογραφίας δεν προσβάλλεται με αυτοτελή λόγο έφεσης και παραμένει αλώβητο και δεσμευτικό για τους διαδίκους. Όπως και δεν προσβάλλεται με αυτοτελή λόγο έφεσης η αξιολόγηση της μαρτυρίας: η απόρριψη της μαρτυρίας του τριτοδιαδίκου την οποία το Δικαστήριο χαρακτήρισε ως ανειλικρινή, ή η αποδοχή της μαρτυρίας του ΜΥ3 Ανδρέα Παναγιώτου, γραφολόγου, ο οποίος κατέθεσε ως πραγματογνώμονας για τη γνησιότητα του φερόμενου, κατά τους εφεσείοντες, γνήσιου ασφαλιστηρίου συμβολαίου, και εν τέλει η κατάληξη του ότι οι εφεσείοντες, μέσω της μαρτυρίας του ΜΕ1, εφεσείοντος 1, δεν απέσεισαν το αποδεικτικό βάρος που έφεραν ως προς τη γνησιότητα του εν λόγω εγγράφου (Αντωνίου ν. Γεστάμη & Σία Λτδ κ.α.
(2002)1(Β) Α.Α.Δ. 1070, Χατζηπαύλου ν. Κυριάκου κ.α.
(2006)1 Α.Α.Δ. 173). Τα ανωτέρω συνιστούν αυτοτελή λόγο ή λόγους έφεσης και επομένως θα έπρεπε να είχαν εφεσιβληθεί (βλ. Δ.35 των περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμών και Μιχαλάκης Λοϊζιάς ν. LOIZIAS & SONS CONTRACTING BUILDING (OVERSEAS) LTD κ.α., Πολ. Έφ. Αρ. 13/2010, 17.7.2014). Τούτων δοθέντων καθίσταται αλυσιτελής ο πρώτος λόγος έφεσης: Ακόμα και αν απαντηθεί καταφατικά το ερώτημα ότι οι εφεσείοντες είχαν ως εκ του καταπιστεύματος ως δικαιούχοι, άμεσο αγώγιμο δικαίωμα, τούτο δεν ανατρέπει την κατάληξη του Δικαστηρίου. Το δεδικασμένο που παρήχθη από την απόφαση του Δικαστηρίου ως προς τα επιμέρους ζητήματα, ως ανωτέρω απομονώσαμε, δεν είναι δυνατόν να ανατραπεί. Τα ερωτήματα που εγείρονται με τον πρώτο λόγο έφεσης απολήγουν κατ΄ ουσία θεωρητικά και ακαδημαϊκού ενδιαφέροντος, πλην όμως τα Δικαστήρια δεν αποφαίνονται επί ματαίω (Polytropo Advertising Ltd v. Adboard Ltd
(2003)1 Α.Α.Δ. 1484, 1486, Ανδρέας Δημητρίου κ.α. ν. Alyona (Alena) Sidorenko
(2011)1 Α.Α.Δ. 1095, Γεωργία Παναγιώτου κ.α. ν. Westside Engineering Ltd
(2012)1 Α.Α.Δ. 2222, Olympic Building and Metal Construction Ltd v. Παπαϊωάννου, Πολ. Έφ. Αρ. 3/10, 11.9.2014, ECLI:CY:AD:2014:A671). Οι ανωτέρω παρατηρήσεις και κατάληξη μας ισχύουν κατ΄ αναλογία και για το δεύτερο λόγο έφεσης. Η έφεση αποτυγχάνει και απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος των εφεσειόντων, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ΣΤ. ΝΑΘΑΝΑΗΛ, Δ. Δ. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ. Κ. ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Δ. /ΦΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο