ΔΗΜΗΤΡΑΚΗ ΤΣΙΟΥΠΠΑ ν. ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΟΥΤΣΙΑΣ ΛΤΔ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 20/2012, 15/9/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:AD:2017:A297 ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 20/2012 15 Σεπτεμβρίου, 2017 [Π. ΠΑΝΑΓΗ, Γ. Ν. ΓΙΑΣΕΜΗΣ, Τ. Θ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, Δ/Δ] ΜΕΤΑΞΥ: ΔΗΜΗΤΡΑΚΗ ΤΣΙΟΥΠΠΑ, Εφεσείοντα/Αιτητή. - ΚΑΙ - ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΟΥΤΣΙΑΣ ΛΤΔ, Εφεσίβλητου/Καθ΄ ου η Αίτηση. ---------------------- Αντώνης Κεφάλας, για τον Εφεσείοντα. Χριστόφορος Χατζηστερκώτης, για τον Εφεσίβλητο. ---------------------- ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ: Την ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δώσει η Δικαστής Π. Παναγή. ---------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Π. ΠΑΝΑΓΗ, Δ.: Ο εφεσείων εργοδοτείτο από τους εφεσίβλητους ως οδηγός φορτηγού από 9.3.2001 μέχρι 20.7.2009. Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες λύθηκε η εργασιακή τους σχέση, αποτέλεσε το κυρίαρχο θέμα, που απασχόλησε το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, στο οποίο προσέφυγε ο εφεσείων διεκδικώντας αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό της απασχόλησης του. Σύμφωνα με τους γενικούς λόγους της Αίτησης Εργατικής Διαφοράς και τη μαρτυρία που προσκόμισε στο πρωτόδικο Δικαστήριο, ο εφεσείων εργάστηκε ανελλιπώς στους εφεσίβλητους μέχρι και την 20.7.2009 όταν, λόγω βαριάς μορφής ασθενείας του δέρματος του και ψωρίασης, ιδιαίτερα στα χέρια, η οποία εξελίχθηκε σε μόλυνση, αναγκάστηκε να μην πηγαίνει στην εργασία του. Ειδοποίησε σχετικά τους εργοδότες του, ενημερώνοντας τους ότι με την αποθεραπεία του, θα επέστρεφε στην εργασία του, αν τον ήθελαν. Προς τούτο, προσκόμισε ιατρικό πιστοποιητικό του θεράποντα ιατρού του, Δρα Στυλιανού, ημερομηνίας 14.1.2010, σύμφωνα με το οποίο ο εφεσείων από 21.7.2009 μέχρι 27.12.2009 αδυνατούσε να εργαστεί λόγω των προβλημάτων υγείας που αναφέρονται στο πιστοποιητικό. Μια βδομάδα αργότερα, όταν ο εφεσείων ζήτησε από το διευθυντή των εφεσιβλήτων βεβαίωση για τις απολαβές που έλαβε το 2008, αυτός αρνήθηκε γιατί είχε δηλώσει ήδη στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις ότι ο εφεσείων εγκατέλειψε την εργασία του. Σύμφωνα με τη δικογραφημένη θέση του εφεσείοντα, οι εφεσίβλητοι δήλωσαν ψευδώς στο Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων και Εργασίας, ότι έπαψε να εργάζεται κοντά τους «με αποτέλεσμα την απόλυση του». Από την άλλη, οι εφεσίβλητοι, αρνήθηκαν τους ισχυρισμούς του εφεσείοντα και αντέτειναν, παραθέτοντας σχετικές λεπτομέρειες στο δικόγραφό τους, ότι ο εφεσείων στις 21.7.2009 αρνήθηκε να εργαστεί και εγκατέλειψε οικειοθελώς την υπηρεσία τους. Σύμφωνα με τη δικογραφημένη τους θέση, ο εφεσείων την 21.7.2009 πήρε εντολή από το διευθυντή τους, Μιχάλη Μιχαήλ, μέσω του υπαλλήλου Ανδρέα Χαραλάμπους, να μεταβεί μαζί με τον τελευταίο για εργασία στην Αγία Νάπα. Ο εφεσείων, όμως, αρνήθηκε, λέγοντας στον Α. Χαραλάμπους να μεταφέρει στον M. Μιχαήλ τη φράση «Πες του να πάει εκείνος μαζί σου». Στη συνέχεια αποχώρησε από την εργασία του χωρίς να επανέλθει. Παρά τις προσπάθειες του διευθυντή των εφεσιβλήτων να μιλήσει τηλεφωνικά με τον εφεσείοντα, αυτός δεν απαντούσε στο τηλέφωνο. Σύμφωνα με πληροφορία του, ο εφεσείων ήθελε να εκδιωχθεί ο Ανδρέας Χαραλάμπους από την υπηρεσία των εφεσιβλήτων, με τον οποίο ο εφεσείων δεν ήθελε να εργαστεί. Περί τα τέλη Σεπτεμβρίου 2009, ο εφεσείων ζήτησε από τους εφεσίβλητους να υπογράψουν έγγραφο στο οποίο να αναφέρεται ότι απολύθηκε λόγω ασθένειας, για να μπορέσει να επωφεληθεί σχετικού επιδόματος, στο οποίο να αναγραφεί ως ημερομηνία η 20.7.2009, γεγονός που ήταν εντελώς ψευδές, γι' αυτό οι εφεσίβλητοι αρνήθηκαν να το υπογράψουν. Μετά το γεγονός τούτο, ο εφεσείων υπέβαλε την αίτηση που απασχόλησε πρωτόδικα. Αξιολογώντας την εκατέρωθεν προσαχθείσα μαρτυρία, το δικάσαν Δικαστήριο δέχτηκε ως αληθινή τη μαρτυρία των μαρτύρων των εφεσιβλήτων, ενώ έκρινε πως η μαρτυρία του εφεσείοντα περιείχε ουσιαστικές αντιφάσεις που έθεταν «σοβαρές αμφιβολίες στην αξιοπιστία του». Η μαρτυρία του μοναδικού άλλου μάρτυρα για την πλευρά του εφεσείοντα, Δρα Στυλιανού, ο οποίος κατάθεσε για το πρόβλημα υγείας του εφεσείοντα, παρέμεινε διατρητή, κατά το Δικαστήριο, σε σχέση με το χρόνο που αυτό εμφανίστηκε, «λαμβανομένου υπόψη ότι η ημερομηνία 14.1.2010 που φέρει το ιατρικό πιστοποιητικό.είναι κατά πολύ μεταγενέστερη του επίδικου χρόνου, ως επίσης και η βεβαίωση από το Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων.όπου φαίνεται ότι ο Αιτητής [εφεσείων] έλαβε επίδομα ασθενείας από τις 29.9.2009 μέχρι 27.12.2009 και όχι από την επίδικη περίοδο.» Κατά το Δικαστήριο, το γεγονός αυτό έτεινε να επιβεβαιώσει τη θέση του ΜΥ3, Α. Οικονόμου, ότι το πρόβλημα του εφεσείοντα κατέστη εμφανές τον Σεπτέμβριο ή τον Οκτώβριο. Ως αποτέλεσμα της αξιολόγησης, το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την εκδοχή του εφεσείοντα και αποδέχτηκε την εκδοχή των εφεσιβλήτων, καταλήγοντας ότι ο εφεσείων δεν απολύθηκε αλλά εγκατέλειψε οικειοθελώς την απασχόλησή του. Συνακόλουθα, απέρριψε τις αξιώσεις του εφεσείοντα για αποζημίωση λόγω παράνομης και αδικαιολόγητης απόλυσης. Αποδεχόμενο όμως τη θέση του εφεσείοντα ότι εδικαιούτο σε αναλογία 13ου μισθού για το έτος 2009, του επιδίκασε το ποσό των €810 με νόμιμο τόκο από 19.1.2010 μέχρι τελικής εξόφλησης. Με την έφεση προσβάλλεται το μέρος της απόφασης με το οποίο απορρίφθηκαν οι αξιώσεις του εφεσείοντα για αποζημίωση λόγω παράνομης και αδικαιολόγητης απόλυσης. Προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο «εσφαλμένα απέρριψε την αίτηση καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι ο αιτητής τσακώθηκε και εγκατέλειψε οικειοθελώς την εργασία του.». Ακολουθούν διάφοροι λόγοι έφεσης, οι οποίοι κατά τη συζήτηση της έφεσης ενώπιον μας περιορίστηκαν σε πέντε. Ο διαχωρισμός δε μεταξύ του κάθε λόγου έφεσης και της αιτιολογίας του δεν είναι απόλυτα σαφής, αφήνοντας, έτσι, στο Εφετείο να διακρίνει πού σταματά ο λόγος έφεσης και πού αρχίζει η αιτιολογία του, παρά την υποβολή νέας ειδοποίησης έφεσης, ως συμπληρωματικής της αρχικής, κατόπιν σχετικών υποδείξεων του Εφετείου με διαφορετική σύνθεση. Με αυτή την επισήμανση, προχωρούμε στην εξέταση των λόγων έφεσης. Σύμφωνα με τον πρώτο λόγο έφεσης, το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχθηκε μαρτυρία και ισχυρισμούς που δεν ήταν δικογραφημένοι. Το παράπονο έχει δύο σκέλη. Το πρώτο παραπέμπει στην αναφορά του Δικαστηρίου, κατά την ανάλυση της μαρτυρίας, στην εκκαλούμενη απόφαση, ότι συγκεκριμένη μαρτυρία «συνάδει περισσότερο με την θέση των Εργοδοτών ότι ο Αιτητής [εφεσείων] τσακώθηκε και εγκατέλειψε την εργασία του». Υποδεικνύει ο εφεσείων πως δεν υπάρχει δικογραφημένη θέση των εφεσιβλήτων ότι ο εφεσείων τσακώθηκε και εγκατέλειψε την εργασία του, ούτε προσάχθηκε τέτοια μαρτυρία. Το δεύτερο αναφέρεται σε «αντίφαση» μεταξύ της μαρτυρίας του Α. Χαραλάμπους (ΜΥ2) αφενός, και της δικογραφημένης φράσης και μαρτυρίας του Μ. Μιχαήλ (ΜΥ1), αφετέρου, ως προς την απάντηση που έδωσε ο εφεσείων στον πρώτο, όταν αυτός του ανέφερε, με οδηγίες των εργοδοτών τους, να μεταβούν στην Αγία Νάπα για εργασία. Ως προς το πρώτο σκέλος, η θέση του εφεσείοντα περί «λανθασμένου» ευρήματος του Δικαστηρίου για τσακωμό και εγκατάλειψη της εργασίας του, δεν ευσταθεί. Τα ευρήματα του Δικαστηρίου συνάδουν πλήρως με την αποδεχθείσα από αυτό μαρτυρία, όπως δηλώνεται με τη φράση, αποδεχόμενο τη μαρτυρία που προσήγαγαν οι εφεσίβλητοι, ότι «ανάλογα είναι τα ευρήματα του Δικαστηρίου». Η αναφορά του Δικαστηρίου σε τσακωμό δεν αποτελούσε εύρημα, αλλά χαρακτηρισμό της δικής του αντίληψης για τη στάση και συμπεριφορά του εφεσείοντα κατά τον ουσιώδη χρόνο, όπως παρουσιάστηκε από τους μάρτυρες υπεράσπισης, με αποκορύφωμα την αποχώρηση του εφεσείοντα από την απασχόλησή του. Εν πάση περιπτώσει, το γεγονός αυτό δεν ήταν ουσιώδες, ώστε να απαιτείται η δικογράφησή του, (βλ. Eurogal Surveys Ltd v. D. Trade International Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 348/2009, ημερ. 17.10.2014 για το ζήτημα της δικογράφησης γενικά). Τα ανωτέρω, απαντούν και στο μέρος του τρίτου λόγου έφεσης, με το οποίο επαναλαμβάνεται η θέση ότι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι ο εφεσείων τσακώθηκε «δεν ήταν τεκμηριωμένη ούτε δικογραφημένη». Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος, δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε αντίφαση ή παρέκκλιση από τη δικογραφημένη θέση των εφεσιβλήτων. Η δικογραφημένη φράση «πες του να πάει εκείνος μαζί σου», και η κατ' ισχυρισμό, αντιφατική, «να πας στα ανάθεμα και πες του να έρθει εκείνος μαζί σου», δεν διαφέρουν στην ουσία τους. Ούτε αυτό αφορά σε ουσιώδες γεγονός, του οποίου απαιτείται η δικογράφηση, παρά μόνο μαρτυρία. Στις γραπτές προτάσεις περιέχονται ουσιώδη γεγονότα και όχι η μαρτυρία που θα προσαχθεί προς απόδειξή τους, (βλ. Κασπαρή ν Αχιλλέως
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.