ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ «ΖΑΒΡΑΝΤΩΝΑ» ν. ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ κ.α., ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΙΤΗΣΗ ΑΡ. 106/2017, 13/10/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:AD:2017:D356 ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΙΤΗΣΗ ΑΡ. 106/2017 13 Οκτωβρίου, 2017 [Π. ΠΑΝΑΓΗ, Δ/ΣΤΗΣ] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 3 ΚΑΙ 9 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1964 ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 11, 12 ΚΑΙ 30 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΑ ΑΡΘΡΑ 5, 6, 7, 13 ΚΑΙ 14 ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΑΣΠΙΣΗ ΤΩΝ ΘΕΜΕΛΙΩΔΩΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΩΝ ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΕΦΕΣΕΩΣ ΣΕ ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΟΠΩΣ ΚΑΤΟΧΥΡΩΝΕΤΑΙ ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ 2 ΤΟΥ 7ου ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟΥ ΤΗΣ ΕΣΔΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΚΥΡΩΤΙΚΟ ΚΥΠΡΙΑΚΟ ΝΟΜΟ 18(ΙΙΙ)/2000 ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ «ΖΑΒΡΑΝΤΩΝΑ» ΚΑΙ ΤΩΡΑ ΣΤΙΣ ΚΕΝΤΡΙΚΕΣ ΦΥΛΑΚΕΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΓΙΑ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ ΤΥΠΟΥ ΗΑΒEAS CORPUS AD SUBJICIENDUM AITHTH ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΡΑΝΟΜΗ ΚΡΑΤΗΣΗ ΤΟΥ ΑΙΤΗΤΗ ΚΑΙ
- ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
- ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΚΕΝΤΡΙΚΕΣ ΦΥΛΑΚΕΣ
- ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΓΕΝΙΚΟ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ, ΚΑΘ΄ ΩΝ Η ΑΙΤΗΣΗ ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΠΑΡΑ ΤΗΝ ΠΑΡΕΛΕΥΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΚΑΘΟΡΙΣΜΕΝΗΣ Η/ΚΑΙ ΥΠΕΥΘΥΝΩΣ ΔΗΛΩΘΕΙΣΑΣ Η/ΚΑΙ ΣΥΜΦΩΝΗΜΕΝΗΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ ΑΠΟΦΥΛΑΚΙΣΗΣ ΤΟΥ ΑΙΤΗΤΗ ΑΠΟ ΤΙΣ ΚΕΝΤΡΙΚΕΣ ΦΥΛΑΚΕΣ ΠΑΡΑΝΟΜΑ ΣΥΝΕΧΙΖΟΥΝ ΝΑ ΕΧΟΥΝ ΥΠΟ ΚΡΑΤΗΣΗ ΣΤΙΣ ΚΕΝΤΡΙΚΕΣ ΦΥΛΑΚΕΣ ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ ΤΟΝ ΑΙΤΗΤΗ ΕΠ΄ ΑΟΡΙΣΤΟ. ----------------------------------- Κώστας Παρασκευάς με Γιάννη Πολυχρόνη, για τον Αιτητή. Μαρία Δρυμιώτου (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους Καθ΄ ων η αίτηση. ----------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Π. ΠΑΝΑΓΗ, Δ.:- Στις 22.7.2014 ο αιτητής κρίθηκε ένοχος κατόπιν παραδοχής του και καταδικάστηκε από το Κακουργιοδικείο Λευκωσίας στην υπόθεση με αριθμό 796/2014, σε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, με μέγιστη ποινή φυλάκισης αυτή των 7 ετών, για τα αδικήματα της παράνομης κατοχής φυσιγγίων, της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης και της παράνομης μεταφοράς όπλου. Το Κακουργιοδικείο διέταξε όπως οι ποινές αυτές συντρέχουν από τις 27.3.2014 με τις ποινές που είχαν επιβληθεί στον αιτητή στην ποινική υπόθεση 427/05 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και στην υπόθεση 8061/2010 του Κακουργιοδικείου Λευκωσίας, αντίστοιχα, στο πλαίσιο των οποίων αυτός βρισκόταν υπό κράτηση, ως υπόδικος, στις Κεντρικές Φυλακές. Κατά την παράθεση των γεγονότων και των προηγούμενων καταδικών του αιτητή, σημειώθηκε από το Κακουργιοδικείο ότι: « . η ημερομηνία αποφυλάκισης του Κατηγορουμένου 1 [αιτητή] είναι η 31η Ιουλίου 2017 βάσει των προηγουμένων καταδικών του.» Αναφέρει ο αιτητής στην αρχική ένορκη δήλωση του η οποία συνοδεύει την παρούσα αίτηση - καταχώρησε και συμπληρωματική - ότι ύστερα από την πιο πάνω καταδίκη του, οι Αρχές των Φυλακών του ανέφεραν ως πιθανή ημερομηνία αποφυλάκισης του «το έτος 2019». Ο αιτητής άσκησε έφεση κατά της πιο πάνω καταδικαστικής απόφασης του Κακουργιοδικείου. Κατά την 27.5.2016, που η έφεση ήταν ορισμένη για ακρόαση, ζητήθηκε αναβολή από το δικηγόρο του, με σκοπό να καταχωρηθούν πρόσθετοι λόγοι έφεσης. Ακολούθησε συζήτηση και προβληματισμός αναφορικά με την ημερομηνία αποφυλάκισης του αιτητή, στο πλαίσιο της οποίας η εκπρόσωπος της Δημοκρατίας, καθ' ης η αίτηση, δήλωσε ότι: «Η πιθανή ημερομηνία αποφυλάκισης του . είναι η 31.7.2017, έχω γνωμοδότηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας». Μετά το διάλειμμα που ακολούθησε, ο δικηγόρος του αιτητή ζήτησε άδεια να αποσύρει την έφεση, προβαίνοντας στις ακόλουθες δηλώσεις, όπως καταγράφονται στα τηρηθέντα πρακτικά: «κ. Πολυχρόνης: Περιήλθε εις γνώση του εφεσείοντα και η πιθανή ημερομηνία αποφυλάκισης του, κάτι το οποίο έπαιξε μεγάλη σημασία στην απόφαση του να ζητήσει άδεια να αποσύρει την παρούσα έφεση. Μας εδόθη ως πιθανή ημερομηνία αποφυλάκισης η 31.7.
- Δικαστήριο: Αυτή είναι οριστικώς για κάθε καταδίκη κ. Πολυχρόνης: Μάλιστα, οριστικώς για κάθε καταδίκη. Τώρα που ήρθε εις γνώση του, ζητά την άδεια του Δικαστηρίου να αποσύρει την έφεση. Απολογούμαστε για την αναστάτωση. [..] » Στη συνέχεια, η έφεση απορρίφθηκε. Ο αιτητής δεν αποφυλακίστηκε την 31.7.2017 και στις 3.8.2017 καταχώρησε την παρούσα αίτηση, διεκδικώντας την έκδοση προνομιακού εντάλματος habeas corpus ad subjiciendum, το οποίο να απευθύνεται προς τον Διευθυντή των Κεντρικών Φυλακών ή/και στους καθ΄ ων η αίτηση για να τον παρουσιάσουν ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου «αμέσως μετά τη λήψη του παρόντος εντάλματος για να αφεθεί ελεύθερος ή/και αποφυλακισθεί λόγω της παρανομίας ή/και αυθαιρεσίας που υφίσταται πλέον στην αποστέρηση της ελευθερίας του». Άλλο αίτημα για ενδιάμεσο διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η απόλυση του με εγγύηση μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας αίτησης δεν προωθήθηκε και θεωρείται, επομένως, ως εγκαταλειφθέν. Δεν αμφισβητείται από τον αιτητή η νομιμότητα της κράτησης του στις Κεντρικές Φυλακές μέχρι την 30.7.2017 η οποία, όπως δηλώνει, ερείδεται στην καταδίκη του από αρμόδιο δικαστήριο υπό την έννοια του Άρθρου 11.2(α)[1] του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και του Άρθρου 5.1(α)[2] της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (στο εξής «η ΕΣΔΑ»). Ό,τι αμφισβητείται είναι η νομιμότητα της κράτησης του από την 31.7.2017 και εντεύθεν για λόγους που αφορούν, κυρίως, δικαιώματα συναρτώμενα προς το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ και έχουν ως πυρήνα τη δήλωση της συνηγόρου της Δημοκρατίας στις 27.5.2016 ενώπιον του Εφετείου ότι ο αιτητής θα αποφυλακιζόταν στις 31.7.
- Κεντρική θέση των ευπαίδευτων συνηγόρων του αιτητή στη γραπτή τους αγόρευση, όπως αναπτύχθηκε περαιτέρω από τον κ. Παρασκευά κατά τη συζήτηση της αίτησης, είναι ότι παρόλο που ο δικαστικός έλεγχος της στέρησης της ελευθερίας που επιβάλλεται από το Άρθρο 5.4 της ΕΣΔΑ θεωρείται από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (στο εξής «το ΕΔΑΔ») ότι ενσωματώνεται στην αρχική καταδίκη και ποινή, όταν η κράτηση ερείδεται σε δικαστική απόφαση, εντούτοις το Άρθρο 5.4 επανέρχεται στο προσκήνιο εάν εγερθούν, όπως στην προκειμένη περίπτωση, «καινούργια ζητήματα» (fresh issues) τα οποία επηρεάζουν τη νομιμότητα της σχετικής κράτησης. Έρεισμα για τη θέση αυτή παρέχει, κατά την εισήγηση τους, η απόφαση του ΕΔΑΔ στη Stoichkov v. Bulgaria, 9808/02 [2005] ECHR 186 (24 Μαρτίου 2005). Τα καινούργια γεγονότα, κατά τους ευπαίδευτους συνηγόρους, συνίστανται στη δήλωση της δικηγόρου για τη Δημοκρατία ενώπιον του Εφετείου αναφορικά με την ημερομηνία αποφυλάκισης του αιτητή, τα οποία επηρεάζουν τη νομιμότητα της κράτησης του - από τη στιγμή που έχει παρέλθει η υπευθύνως και συνειδητά δηλωθείσα ημερομηνία αποφυλάκισης του - καθιστώντας την παράνομη. Εν προκειμένω, εισηγούνται, με αναφορά σε νομολογία[3], η κακή πίστη ή/και παραπλάνηση εκ μέρους των εθνικών αρχών αναφορικά με την ημερομηνία αποφυλάκισης του αιτητή έχουν καταστήσει την κράτηση του αιτητή αυθαίρετη και παράνομη, ενώ παραβιάζονται τα Άρθρα 11 του Συντάγματος και 5 της ΕΣΔΑ. Ταυτοχρόνως, εισηγούνται, παραβιάζεται το Άρθρο 11 του Συντάγματος καθώς και η «αρχή της νομιμότητας», σύμφωνα με την οποία η ΕΣΔΑ απαιτεί όπως το σύνολο του εθνικού δικαίου είναι αρκούντως ακριβές ώστε να επιτρέπεται η προβλεψιμότητα των συνεπειών που μπορεί να έχει μια ενέργεια, σε βαθμό εύλογο υπό τις περιστάσεις. Υποστηρίζουν, επίσης, ότι η άρνηση των αρχών να αφήσουν ελεύθερο τον αιτητή την 31.7.2017, υπό το φως των συγκεκριμένων περιστάσεων της υπόθεσης παραβιάζει το Άρθρο 12 του Συντάγματος και το Άρθρο 7 της ΕΣΔΑ αφού «κατά τη δεδομένη στιγμή της καταδίκης του αλλά και τη στιγμή που του δόθηκε επίσημα ημερομηνία αποφυλάκισης (31 Ιουλίου 2017) δεν υπήρχαν ενδείξεις για οποιαδήποτε αλλαγή της ημερομηνίας αυτής». Αντίθετα, το γεγονός ότι η δήλωση αυτή έγινε ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, προσέδιδε σε αυτήν αξιοπιστία και βεβαιότητα, «πτυχές άρρηκτα συνυφασμένες με την ασφάλεια δικαίου», ενώ ο αιτητής δεν είχε λόγο να υποπτευθεί ότι η ημερομηνία αποφυλάκισης που του δόθηκε δεν θα ίσχυε τελικά. Προωθείται, ακόμη, με αναφορά στις περιστάσεις απόσυρσης της έφεσης του αιτητή, πως «το ίδιο το Ανώτατο Δικαστήριο έχει επικυρώσει ως ημερομηνία αποφυλάκισης του .τις 31/07/2017 και ρητώς αναφέρεται στα πρακτικά ότι η διάρκεια αυτή είναι οριστικώς για κάθε καταδίκη». Η δε Δημοκρατία κωλύεται να επικαλείται τα όσα αναφέρονται στην ένσταση της, τα οποία είναι αντίθετα με τα όσα δήλωσε υπευθύνως, και να αρνείται να αποφυλακιστεί ο αιτητής. Οι καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι ενίστανται στην αίτηση, προβάλλουν, προδικαστικώς, ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί, χωρίς να εξεταστούν επί της ουσίας οι προβαλλόμενοι από τον αιτητή λόγοι έκδοσης της αιτούμενης θεραπείας. Εν προκειμένω, εισηγούνται, ισχύει η νομολογημένη αρχή σύμφωνα με την οποία δεν παρέχεται η δυνατότητα έκδοσης προνομιακού εντάλματος habeas corpus, όπου ο αιτητής κρατείται, όπως εδώ, δυνάμει νομίμως εκδοθέντος διατάγματος κράτησης ή απόφασης Δικαστηρίου, ή όπου αμφισβητείται η ορθότητα απόφασης αρμοδίου Δικαστηρίου. Η κατάλληλη δε διαδικασία για την αναθεώρηση της ορθότητας της απόφασης πρωτόδικου Δικαστηρίου, είναι η έφεση, δικαίωμα που ο αιτητής έχει ασκήσει. Η απόσυρση της έφεσης στη βάση μιας λανθασμένης τοποθέτησης της Δημοκρατίας θα μπορούσε να παρέχει το υπόβαθρο για σχετικό αίτημα επαναφοράς της, γεγονός που αποστερεί από τον αιτητή τη δυνατότητα παραχώρησης σε αυτόν της αιτούμενης θεραπείας. Απαντώντας στους λόγους, ανωτέρω, του αιτητή, επί της ουσίας, οι καθ' ων η αίτηση εισηγούνται ότι καμία δήλωση ή συμφωνία δεν μπορεί να μεταβάλει την επιβληθείσα στον αιτητή ποινή. Η προκαθορισμένη ημερομηνία αποφυλάκισης του δεν μπορεί παρά να είναι «η ημερομηνία που αντλείται ως εύρημα στη βάση της ορθής επιμέτρησης της ποινής, όπως έχει επιβληθεί από το αρμόδιο Δικαστήριο σε συνάρτηση με τους σχετικούς Νόμους και Κανονισμούς των Φυλακών». Το παρόν Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να επέμβει στην κράτηση του αιτητή και να εκδώσει διάταγμα απελευθέρωσής του πριν την ολοκλήρωση της έκτισης της ποινής του και η παρούσα αίτηση αποτελεί λανθασμένο ένδικο βοήθημα προς το σκοπό της αποκατάστασης της όποιας βλάβης και/ή απώλειας των δικαιωμάτων του. Στρεφόμενη αρχικά στην προδικαστική ένσταση των καθ΄ ων η αίτηση, μπορούν να σημειωθούν ως προκαταρτικές παρατηρήσεις ότι η δικαιοδοσία για την έκδοση εντάλματος habeas corpus ασκείται μόνο στις περιπτώσεις που στοιχειοθετείται παράνομη κράτηση ή φυλάκιση, ενώ η εμβέλεια και το δικαιοδοτικό πεδίο του εντάλματος δεν είναι απεριόριστο. Αποτελεί δε, πάγια νομολογιακή αρχή ότι ένταλμα habeas corpus δεν εκδίδεται προς έλεγχο της νομιμότητας δικαστικής απόφασης είτε του Κακουργιοδικείου είτε του Εφετείου[4]. Όπως έχει ήδη σημειωθεί, με την παρούσα αίτηση δεν αμφισβητείται η νομιμότητα της κράτησης του αιτητή μέχρι την 30.7.2017, στη βάση απόφασης αρμοδίου Δικαστηρίου. Γίνεται δε αντιληπτό από όσα προβάλλονται προς αμφισβήτηση της νομιμότητας της κράτησης από την 31.7.2017 και εντεύθεν, όπως έχουν εκτεθεί ανωτέρω, ότι δεν μπορεί να εξεταστεί και να κριθεί η προδικαστική ένσταση στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο, αλλά θα πρέπει να απασχολήσει στα πλαίσια εξέτασης των υπόλοιπων θεμάτων που εγείρονται με την αίτηση. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η κράτηση του αιτητή συνεπεία της απόφασης του Κακουργιοδικείου ημερομηνίας 22.7.2014, ενέπιπτε στην εμβέλεια του Άρθρου 11.1 του Συντάγματος και Άρθρου 5.1 της ΕΣΔΑ και ήταν καθ' όλα νόμιμη. Επρόκειτο για ποινή καθορισμένου χρόνου φυλάκισης, η οποία θα συνέτρεχε από το χρόνο της επιβολής της με τις ήδη εκτιόμενες ποινές βάσει των οποίων, ως έχει αναφερθεί, ο αιτητής θα αποφυλακιζόταν την 31.7.2017, αλλά η έκτιση της θα συμπληρωνόταν μετά την ημερομηνία αυτή λόγω της έκτασης της. Εξηγούν οι καθ' ων η αίτηση με την ένορκη δήλωση του Παναγιώτη Τσολιά, αρχιδεσμοφύλακα και Υπευθύνου του Αρχείου των Κεντρικών Φυλακών, η οποία συνοδεύει την ένσταση τους, και δεν αμφισβητείται από τον αιτητή, ότι προτού ο αιτητής καταδικαστεί από το Κακουργιοδικείο στην υπόθεση 796/14, δόθηκε γνωμάτευση στις Αρχές των Φυλακών από τη Νομική Υπηρεσία στην οποία αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ως πιθανή ημερομηνία αποφυλάκισης του αιτητή η 31.7.2017 και επεξηγείται ο τρόπος υπολογισμού. Με τα δεδομένα που προέκυψαν μετά την καταδίκη του αιτητή στην υπόθεση 796/14, η πιθανή ημερομηνία αποφυλάκισης του είναι η 24.5.
- Στις 6.7.2016 οι Αρχές των Φυλακών έλαβαν επιστολή από τη Νομική Υπηρεσία ζητώντας όπως ο αιτητής ενημερωθεί πως η πιθανή ημερομηνία αποφυλάκισης του είναι η 24.5.
- Κατά τη συζήτηση της παρούσας αίτησης, ο κ. Πολυχρόνης βεβαίωσε ότι ο αιτητής ενημερώθηκε σχετικά «την ημερομηνία που αναγράφει η επιστολή», στις 7.7.
- Σύμφωνα με την εν λόγω επιστολή, συγγραφέας της οποίας είναι η δικηγόρος που προέβη στην υπό αναφορά δήλωση ενώπιον του Εφετείου, «από λάθος» αναφέρθηκε στο Εφετείο ότι πιθανή ημερομηνία αποφυλάκισης του αιτητή ήταν η 31.7.2017, ενώ η γνωμάτευση του Γενικού Εισαγγελέα δόθηκε πριν την επιβολή της ποινής και όχι μετά, όπως αυτή νόμιζε. Στη δήλωση της δικηγόρου της Δημοκρατίας δεν διαπιστώνεται κακή πίστη, όπως εισηγείται ο αιτητής. Προφανώς, όμως, ήταν λανθασμένη. Σε περιπτώσεις που η κράτηση διενεργείται ως συνέπεια ποινής φυλάκισης που επιβάλλεται από Δικαστήριο, σύμφωνα με το Άρθρο 11.2(α) του Συντάγματος (Άρθρο 5.1(α) της ΕΣΔΑ), η νομιμότητα της τερματίζεται με τη λήξη της περιόδου φυλάκισης[5]. Η έκταση δε ποινής φυλάκισης δεν μπορεί να προσβληθεί με βάση το Άρθρο 5.1 της ΕΣΔΑ. Κράτηση, όμως, που είναι αυθαίρετη, παραβιάζει το Άρθρο 5 της ΕΣΔΑ έστω και αν είναι νόμιμη σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο. Όπως τέθηκε το θέμα από το ΕΔΑΔ στη Stoichkov (ανωτέρω), στην οποία ο κ. Παρασκευά έκανε ιδιαίτερη αναφορά, εάν η δικαστική διαδικασία στα πλαίσια της οποίας ο εκεί αιτητής κρίθηκε ένοχος in absentia για τη διάπραξη αδικημάτων χωρίς να του παρέχεται το δικαίωμα επανακρόασης, παραβίαζε το Άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, η επακόλουθη στέρηση της ελευθερίας του για να εκτίσει την ποινή που του είχε επιβληθεί στη διαδικασία εκείνη, δεν θα μπορούσε να δικαιολογηθεί δυνάμει του Άρθρου 5.
- Κρίθηκε, τελικά, ότι η ποινική διαδικασία εναντίον του Stoichkov (in absentia) σε συνάρτηση με την αδυναμία επανακρόασης της εναντίον του υπόθεσης συνιστούσε έκδηλη παραβίαση των αρχών που ενσωματώνονται στο Άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, ώστε η στέρηση της ελευθερίας του η οποία αρχικά ήταν δικαιολογημένη για σκοπούς εκτέλεσης της ποινής που του είχε επιβληθεί, με την άρνηση του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Supreme Court of Cassation) να επανανοίξει την υπόθεση, κατέστη παράνομη. Σε σχέση με την υπόθεση αυτή παρατηρείται στο σύγγραμμα Jacobs, White and Ovey, «Τhe European Convention on Human Rights» (7η έκδοση) (σελ.254): «.the Court found that there was a lack of a 'competent' court due to the fact that his conviction by a domestic court with the proper judicial character was unfair as he was tried 'in absentia'. He was not allowed to go before the Court for a fresh determination.» Η παρούσα, δεν είναι περίπτωση στέρησης ελευθερίας ως επακόλουθο της δήλωσης της δικηγόρου της Δημοκρατίας ενώπιον του Εφετείου ή οποιασδήποτε αυθαίρετης ενέργειας εκ μέρους των αρχών του κράτους, όπως ήταν οι περιπτώσεις Stoichkov, Bozano και ?onka (ανωτέρω). Κατά το χρόνο της δήλωσης αλλά και μεταγενέστερα, ο αιτητής τελούσε υπό νόμιμη κράτηση βάσει καταδικαστικών αποφάσεων αρμοδίων Δικαστηρίων της Δημοκρατίας, σε ποινικές υποθέσεις, οι οποίες καθόριζαν την έκταση της φυλάκισής του. Η δήλωση της δικηγόρου της Δημοκρατίας δεν επιδρά στην αρμοδιότητα των δικαστηρίων αυτών. Καμία δε αιτιώδης συνάφεια δεν υπάρχει μεταξύ της δήλωσης της δικηγόρου της Δημοκρατίας και της κράτησης του αιτητή, ούτε μεταξύ της δήλωσης και της έκτασης της κράτησης, όπως ουσιαστικά εισηγείται ο αιτητής με τη θέση ότι συνεπεία της δήλωσης η κράτηση του από την 31.7.2017 κατέστη αυθαίρετη και παράνομη. Η εν λόγω δήλωση δεν είχε τέτοια δυναμική. Ούτε, βέβαια, οι αναφορές του Εφετείου με βάση τη δήλωση της δικηγόρου, στις οποίες παραπέμπει ο αιτητής, παρέχουν έρεισμα για αποφυλάκιση του. Στην Κύπρο το θέμα της αποφυλάκισης ενός καταδικασθέντος ρυθμίζεται με το άρθρο 53.4 του Συντάγματος και τον περί Φυλακών Νόμο 62(Ι)/
- Η δήλωση της δικηγόρου της Δημοκρατίας δεν μπορούσε να επιφέρει και δεν επέφερε τη μεταβολή της νομικής βάσης της κράτησης του αιτητή από την 31.7.2017 και εντεύθεν, η οποία έχει σαν έρεισμα την ποινή φυλάκισης που του επιβλήθηκε από το Κακουργιοδικείο και η οποία εξακολουθεί να υφίσταται και να είναι ισχυρή. Για τους ίδιους, πιο πάνω λόγους, και αφήνοντας κατά μέρος κατά πόσο η αρχή του κωλύματος όπως προωθείται από τους συνηγόρους του αιτητή μπορεί να έχει εφαρμογή στο ποινικό δίκαιο προς την κατεύθυνση που εισηγούνται, θεωρώ ότι η δήλωση δεν μπορεί να επενεργήσει υπέρ της αποφυλάκισης του αιτητή. Ό,τι προκάλεσε η υπό αναφορά δήλωση ήταν την απόσυρση της έφεσης. Επισημαίνεται επίσης, αναφορικά με την ποιότητα της σχετικής ποινικής νομοθεσίας, ότι είναι επαρκώς προσβάσιμη, ακριβής και προβλέψιμη στην εφαρμογή της, ώστε να μπορεί να γνωρίζει ο αιτητής από τη διατύπωση των σχετικών διατάξεων και, αν χρειαζόταν και με τη συνδρομή νομικής συμβουλής, ποιες πράξεις ή παραλείψεις τον καθιστούσαν ποινικά υπόλογο και τα έννομα αποτελέσματα που θα μπορούσε να έχει η καταδίκη του. Επομένως, δεν τίθεται θέμα παραβίασης του Άρθρο 7 της ΕΣΔΑ και του Άρθρου 12 του Συντάγματος. Η περί του αντιθέτου θέση του αιτητή στερείται οποιουδήποτε ερείσματος. Ενόψει των πιο πάνω, θεωρώ ότι η συνεχιζόμενη κράτηση του αιτητή δεν είναι παράνομη, και επομένως η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει. Παρά την κατάληξη μου, θα ήθελα να ασχοληθώ με τη θέση των καθ' ων η αίτηση ότι η αίτηση πρέπει να απορριφθεί και για το λόγο ότι υπάρχει στη διάθεση του αιτητή άλλη εναλλακτική θεραπεία. Ως τέτοια θεωρούν την επαναφορά της απορριφθείσας έφεσης του. Η αίτηση για habeas corpus δεν μπορεί γενικά να απορριφθεί απλώς και μόνο επειδή υπάρχει άλλη εναλλακτική διαδικασία με την οποία να αμφισβητηθεί η εγκυρότητα της κράτησης, (βλ. Re Φενερίδη
(1998)1 ΑΑΔ 2101 η οποία αναφέρθηκε με επιδοκιμασία από την Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Αναφορικά με την Αίτηση του Δώρου Γεωργιάδη (αρ.3)
(2002)1 ΑΑΔ 1455). Εν πάση περιπτώσει, ο αιτητής δεν έχει αποκρυσταλλωμένο δικαίωμα επαναφοράς της έφεσης του, ώστε να μπορεί να προβληθεί βάσιμα η θέση περί ύπαρξης «εναλλακτικού ένδικου μέσου». Σημειώνεται, προσέτι, ότι σύμφωνα με αγγλική νομολογία, παρέχεται η δυνατότητα επαναφοράς αποσυρθείσας (abandoned) ποινικής έφεσης όταν η απόσυρση της μπορεί να θεωρηθεί ως άκυρη (nullity). Δέστε την R v Deegan (Michael) [2008] EWCA 62, τα γεγονότα της οποίας προσομοιάζουν σε μεγάλο βαθμό με αυτά της παρούσας. Ενόψει της κατάληξης μου ότι η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει, για τους λόγους που έχουν αναφερθεί ανωτέρω, δεν θεωρώ σκόπιμο να επεκταθώ περαιτέρω στο ζήτημα αυτό. Η αίτηση απορρίπτεται. Υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης δεν εκδίδεται διαταγή για έξοδα. Π. ΠΑΝΑΓΗ, Δ. /ΣΓεωργίου [1] «
- Ουδείς στερείται της ελευθερίας αυτού, είµη ότε και όπως ο νόµος ορίζη εις τας περιπτώσεις: (α) κρατήσεως ατόμου μετά την καταδίκην αυτού υπό αρµοδίου δικαστηρίου, [..]» [2] «
- Everyone has the right to liberty and security of person. No one shall be deprived of his liberty save in the following cases and in accordance with a procedure prescribed by law: (a) the lawful detention of a person after conviction by a competent court; [..]» [3] Bozano v France - 9990/82 [1986] ECHR 16 (18 Δεκεμβρίου 1986), Saadi v United Kingdom - 13229/03 [2008] ECHR 79 (29 Ιανουαρίου 2008) και Conka v Belgium - 51564/99 [2002] ECHR 14 (5 Φεβρουαρίου 2002). [4] Βλ. Αναφορικά με την Αίτηση του Δώρου Γεωργιάδη (Αρ.3)
(2002)1 ΑΑΔ 1455, Αναφορικά με την Αίτηση του Παναγή Καυκαρή (Αρ. 3)
(2004)1 ΑΑΔ 1425 και Αναφορικά με την Αίτηση του Χρίστου Συμιανού
(2005)1 ΑΑΔ 932. [5] Βλ. Jacobs, White and Ovey: the European Convention on Human Rights, (7η έκδοση) σελ. 253: 'The lawfulness of the detention ends when the term of imprisonment to which the person has been sentenced finishes'. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο