← Κύπρος

MAΡΙΑ ΞΙΝΑΡΗ, ΤΟ ΓΕΝΟΣ ΜΑΥΡΟΝΙΚΟΛΑ ν. ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΞΑΝΘΟΥ, ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 22/12, 30/10/2017

MAΡΙΑ ΞΙΝΑΡΗ, ΤΟ ΓΕΝΟΣ ΜΑΥΡΟΝΙΚΟΛΑ ν. ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΞΑΝΘΟΥ, ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 22/12, 30/10/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DOD:2017:7 ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΟ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 22/12) 30 Οκτωβρίου, 2017 [ΝΑΘΑΝΑΗΛ, ΠΑΝΑΓΗ, ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ] ΜΑΡΙΑ ΞΙΝΑΡΗ, ΤΟ ΓΕΝΟΣ ΜΑΥΡΟΝΙΚΟΛΑ Εφεσείουσα/Καθ΄ ης η αίτηση ΚΑΙ ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΞΑΝΘΟΥ Εφεσίβλητη/Αιτήτρια 2 --------- Α. Ταμάσιος, για την εφεσείουσα/καθ΄ ης η αίτηση. Αρ. Χατζηπαναγιώτου, για την εφεσίβλητη/αιτήτρια 2. --------- ΝΑΘΑΝΑΗΛ, Δ.: Την ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα απαγγείλει η Μιχαηλίδου, Δ. --------- Α Π Ο Φ Α Σ Η ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ.: Μία ακόμη αίτηση που εκδικάστηκε ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου στρεφόταν εναντίον της εφεσείουσας/καθ΄ ης η αίτηση, μητέρας των ανηλίκων, για παρακοή διατάγματος επικοινωνίας ημερ. 15.7.2010, με το οποίο ρυθμίστηκε η επικοινωνία των παιδιών με τον παππού, αιτητή 1, ο οποίος έχει εν τω μεταξύ αποβιώσει και τη γιαγιά, αιτήτρια 2/εφεσίβλητη, από τη μεριά του πατέρα τους. Όπως διαπιστώνει και το πρωτόδικο Δικαστήριο, οι διαμάχες μεταξύ της ευρύτερης οικογένειας της εφεσίβλητης και του υιού της και πρώην συζύγου της εφεσείουσας (ο πατέρας) ανατρέχουν σε βάθος χρόνου, Μαυρονικόλα ν. Ξάνθου

(2011)1 Α.Α.Δ.
  1. Η ένορκη δήλωση η οποία συνόδευε την αίτηση, απέδιδε στην καθ΄ ης η αίτηση/εφεσείουσα (εφεσείουσα), επανειλημμένη και ηθελημένη παράλειψη συμμόρφωσης με τις πρόνοιες του διατάγματος, ορίζοντας όμως περιοριστικά δύο ημερομηνίες κατά τις οποίες έλαβαν χώρα τα γεγονότα στα οποία η εφεσίβλητη θεμελίωνε τις αιτιάσεις της: 8.9.2010 και 15.9.
  2. Η εφεσείουσα με την ένσταση αρνήθηκε τις αποδιδόμενες σε αυτή κατηγορίες και/ή πρόθεση καταστρατήγησης του διατάγματος, δίνοντας με την ένορκη δήλωση τις δικές της εξηγήσεις και τοποθετήσεις σε σχέση με τις προσαπτόμενες σε αυτήν κατηγορίες. Για μεν την 8.9.2010 ήταν πεποίθηση της, ότι η εν λόγω ημερομηνία είχε ανασταλεί εφόσον εφαρμογής τύγχαναν οι ειδικές ρυθμίσεις επικοινωνίας του πατέρα δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 21.4.2005, το οποίο είχε εκδοθεί στα πλαίσια της αίτησης αρ. 287/04 Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Ενώ αρνήθηκε ηθελημένη παραβίαση του διατάγματος ως προς τη δεύτερη ημερομηνία, 15.9.2010: η ίδια είχε προετοιμάσει καταλλήλως τα παιδιά για να μεταφερθούν στο σπίτι της εφεσίβλητης από τη μητέρα της και νόμιμο αντιπρόσωπο της, για τους σκοπούς του διατάγματος, τη συνοδεία της αδελφής της, επικοινωνία όμως η οποία δεν επετεύχθη λόγω της πεισματικής άρνησης των ανηλίκων, παρά τις προτροπές της εφεσίβλητης να κατέβουν από το αυτοκίνητο, ώστε να επιτευχθεί η «παράδοση». Η ακροαματική διαδικασία προχώρησε με αντεξέταση τόσο της εφεσείουσας, όσο και της εφεσίβλητης, ενώ για αμφότερα τα μέρη κατέθεσαν και άλλοι μάρτυρες. Το Δικαστήριο έκανε δεκτή ως πιο λογική και πιο πειστική την εκδοχή της εφεσίβλητης από αυτή της εφεσείουσας, απορρίπτοντας τις θέσεις και εξηγήσεις που πρόβαλε η τελευταία προς υπεράσπιση της, ικανοποιηθέν ότι στοιχειοθετήθηκε και αποδείχθηκε πρόθεση καταστρατήγησης του διατάγματος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, τόσο ως προς την αντικειμενική όσο και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος και στις δύο ημερομηνίες. Η απόφαση του Δικαστηρίου βάλλεται με πέντε λόγους έφεσης με κυρίαρχο το λανθασμένο, αντινομικό και αντίθετο με τη μαρτυρία εύρημα του Δικαστηρίου ότι ηθελημένα η εφεσείουσα παρέβηκε το διάταγμα κατά την 15.9.2010, ή ηθελημένα παρέλειψε να παραδώσει τα ανήλικα στην εφεσίβλητη την 8.9.2010 (λόγοι έφεσης 2, 4 και 5). Λόγοι άμεσα συνδεδεμένοι με τον 1ο και 3ο που άπτονται της παράλειψης του Δικαστηρίου να αποφασίσει κατά πόσο η 8.9.2010 καλυπτόταν από τις γενικές πρόνοιες του επίδικου διατάγματος ημερ. 15.7.2010, ή από τις ειδικές ρυθμίσεις του εκ συμφώνου εκδοθέντος διατάγματος ημερ. 21.4.2005 (ρύθμιση επικοινωνίας του πατέρα), με αποτέλεσμα το επίμαχο διάταγμα να μην είναι δυνατόν να εφαρμοστεί, χωρίς να παραβιάζονται οι πρόνοιες της ρύθμισης του διατάγματος του πατέρα ημερ. 21.4.2005 (1ος λόγος έφεσης). Τα ανωτέρω συναρτώμενα από τη θέση που και πρωτοδίκως προωθήθηκε, περί ασάφειας των επίμαχων όρων του επίδικου διατάγματος (3ος λόγος έφεσης). Εκκινούμε από τους λόγους έφεσης 2, 4 και 5 που αν επιτύχουν θα κρίνουν και την τύχη της έφεσης. Επί τούτου το Δικαστήριο, εξετάζοντας τα όσα διαδραματίστηκαν κατά την 15.9.2010, προέβη σε σωρεία αναφορών, για να καταλήξει ότι για την αποτυχία επίτευξης επικοινωνίας υπεύθυνη μέσω των πράξεων τρίτου προσώπου, της μητέρας της, ήταν η εφεσείουσα. Το Δικαστήριο εντόπισε και κατέγραψε ως πράξεις ή παραλείψεις της εφεσείουσας για να κρίνει την ένοχη συμπεριφορά της και τα ακόλουθα:
(1)Η ίδια (η εφεσείουσα) δεν συνόδευσε τα παιδιά στο σπίτι της αιτήτριας.
(2)Προτίμησε να στείλει τα παιδιά στον τόπο παράδοσης τους στο σπίτι της εφεσίβλητης με τη μητέρα της.
(3)Το γεγονός ότι η αντιπρόσωπος και μητέρα της εφεσείουσας ως εξουσιοδοτημένο πρόσωπο με βάση το διάταγμα δεν θεώρησε αναγκαίο να αναφερθεί στο τι διαδραματίστηκε στις 15.6.2010, αλλά αρκέστηκε να επιβεβαιώσει την ορθότητα των όσων αναφέρονταν στην ένορκη δήλωση της Χριστίνας Μαυρονικόλα, αδελφής της εφεσείουσας, η οποία τη συνόδευε κατά την επίδικη ημερομηνία, φανέρωνε κατά το Δικαστήριο, ανάμεσα σε άλλα, τη στάση της εφεσείουσας προς το διάταγμα του Δικαστηρίου και τη σημασία που το διάταγμα είχε γι΄ αυτή για να καταλήξει ότι: «.Η ευθύνη της Καθ΄ ης η αίτηση δεν θα κριθεί με το τι έκανε ή δεν έκανε το εξουσιοδοτημένο από αυτήν πρόσωπο, δηλαδή η μητέρα της, σε σχέση με την παράδοση, αλλά από τι θα έκανε ή δεν έκανε η ίδια η Καθ΄ ης η αίτηση αναφορικά με την επίτευξη ή μη πραγματικής και αποτελεσματικής παράδοσης των παιδιών στη γιαγιά τους. Αν κρινόταν η ευθύνη της Καθ΄ ης η αίτηση με βάση τις πράξεις της αντιπροσώπου της, και πάλι θα είχε ευθύνη, γιατί το εξουσιοδοτημένο από αυτή πρόσωπο όχι μόνο δεν παρέδωσε τα παιδιά στη γιαγιά τους, αλλά και δεν εγκατέλειψε τον χώρο όπου θα γινόταν η παράδοση, χωρίς τα παιδιά, όπως ρητά προβλέπεται στο Διάταγμα.» Για να καταλήξει πλέον εξ ορισμού ότι η εφεσείουσα δεν προετοίμασε τα παιδιά καταλλήλως για να έχουν επικοινωνία με τη γιαγιά τους. Το Δικαστήριο προς υποστήριξη της κρίσης του ανέσυρε και τις δεσμευτικές, όπως θεώρησε, παρατηρήσεις του, όπως καταγράφηκαν στην απόφαση του ημερ. 15.7.2010, η οποία επικυρώθηκε κατ΄ έφεση, Ξάνθου (ανωτέρω), ως προς την προηγούμενη συμπεριφορά της εφεσείουσας και στο εύρημα του ότι «η εφεσείουσα προέβη σε πλύση εγκεφάλου των παιδιών της εναντίον της γιαγιάς τους». Το εύρημα του Δικαστηρίου ότι δεν έγινε κατάλληλη προετοιμασία των παιδιών από την εφεσείουσα, στηρίχθηκε κυρίως στο γεγονός της μη επίτευξης επικοινωνίας, ως να αρκούσε αφ΄ εαυτού το αποτέλεσμα της ανυπακοής (Παπαχρυσοστόμου ν. Σιδερά
(1992)1 Α.A.Δ. 379), χωρίς την προσφορά προς τούτο κατάλληλης μαρτυρίας. Η ίδια η εφεσίβλητη δεν πρόσφερε μαρτυρία ώστε να προσδιοριστεί σε τι συνίστατο η επιλήψιμη ενέργεια της εφεσείουσας, παρά μόνο έκανε αναφορά στη συμπεριφορά της «αντιπροσώπου μητέρας της εφεσείουσας» στα διαδραματισθέντα γεγονότα που έλαβαν χώρα στις 15.9.2010 έξω από το σπίτι της. Αγνοεί και παραβλέπει το Δικαστήριο ότι ήταν δικαίωμα της εφεσείουσας να ορίσει αντιπρόσωπο της, όπως και όρισε, όπως άλλωστε ρητώς προβλεπόταν και επιτρεπόταν από το επίδικο διάταγμα και ότι ακριβώς η εφεσείουσα εξήσκησε το δικαίωμα της, δίνοντας τις εξηγήσεις της - για να μην δίνονται αφορμές για προστριβές με την εφεσίβλητη - τις οποίες το Δικαστήριο όχι μόνο απορρίπτει, αλλά και χρησιμοποιεί εναντίον της για να καταστήσει τη νόμιμη, δυνάμει του εκ συμφώνου εκδοθέντος διατάγματος ρύθμιση, ως επιβαρυντικό στοιχείο εναντίον της και ικανό να αποδώσει στην εφεσείουσα πρόθεση παρακοής του διατάγματος. Ομοίως σφάλλει το Δικαστήριο, όταν χρησιμοποιεί προηγούμενες συμπεριφορές της εφεσείουσας ως μανδύα δεδικασμένου, για να τις ανασύρει προς ενίσχυση της κατάληξης του για πλημμελή ή καθόλου προετοιμασία των ανηλίκων, ώστε να επιτευχθεί η επικοινωνία με τη γιαγιά τους, ή τη συμπεριφορά της αντιπροσώπου της, αντί να επικεντρωθεί στα γεγονότα και μόνο της επίδικης ημερομηνίας. Με λανθασμένη αφετηρία λοιπόν το Δικαστήριο οδηγείται σε λανθασμένη κατάληξη, αγνοώντας ότι το επίδικο διάταγμα ρητώς προνοούσε και επέτρεπε την παράδοση των παιδιών στον καθορισμένο χώρο επικοινωνίας, μέσω τρίτου προσώπου και συγκεκριμένα κατονόμαζε ως αντιπρόσωπο της εφεσείουσας τη μητέρα της. Λανθασμένη, αντινομική και αντίθετη με τη ρητή πρόνοια του διατάγματος λοιπόν η θεώρηση του ότι η συμπεριφορά της αιτήτριας «δεν θα κριθεί με το τι έκανε ή δεν έκανε το εξουσιοδοτημένο αυτό πρόσωπο εφόσον εκείνο που προεξάρχει σε τέτοιες περιπτώσεις είναι η ένοχη γνώση, το mens rea και το actus reus του παραβάτη/εφεσείουσας». Επί σαθρού νομικού υποβάθρου χτίστηκε η συλλογιστική που ακολούθησε. Βεβαίως οι ανωτέρω παρατηρήσεις μας δεν ανατρέπουν, ούτε και υποβαθμίζουν την αδιαμφισβήτητη υποχρέωση του υποκειμένου του διατάγματος να προετοιμάσει και ψυχολογικά τα παιδιά, ώστε να αποδεχθούν την επικοινωνία με το άλλο μέρος, τη γιαγιά τους, όπως η περίπτωση και ότι μια τέτοια υποχρέωση, όπως ορθά παρατηρεί το Δικαστήριο, είναι προσωποπαγής και αμεταβίβαστη. Τούτο βεβαίως περιοριζόμενο στην προετοιμασία και ψυχολογική υποστήριξη των παιδιών. Στην απουσία όμως μαρτυρίας εκ μέρους της εφεσίβλητης περί του αντιθέτου, το ανωτέρω επιμέρους εύρημα του κρίνεται αστήρικτο και λανθασμένο. Εν όψει μάλιστα ότι πρόκειται για αίτηση παρακοής και ότι η κατηγορία απαιτείται να αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, το δε αποδεικτικό βάρος το φέρει ο αιτητής και εδώ, η εφεσίβλητη, το οποίο υπό τις περιστάσεις δεν έχει ικανοποιηθεί. Υιοθετούμε όλα όσα αναπτύξαμε στην πρόσφατη απόφαση Νικόλας Γεωργίου Ιακώβου ν. Αντζέλικας Γεωργίου, Έφεση Αρ. 4/14, 2.6.2017, ως προς την ακολουθητέα διαδικασία και το αποδεικτικό βάρος που απαιτείται να ικανοποιηθεί σε αιτήσεις αυτής της φύσης: «Για να στοιχειοθετηθεί η καταφρόνηση σε διάταγμα του Δικαστηρίου, απαιτείται να αποδειχθεί ηθελημένη ανυπακοή (Halin (ανωτέρω) και Sazen Fast Food Ltd v. X. Λειβαδ. & Σία Λτδ κ.α.
(2006)1(Α) Α.Α.Δ. 472). Το ίδιο το αποτέλεσμα της ανυπακοής αφ΄ εαυτού, δεν αρκεί. Θα πρέπει να συνοδεύεται από πρόθεση καταστρατήγησης του διατάγματος του Δικαστηρίου (Antonis Mouzouris & Another v. Xylophaghou Plantations Ltd
(1977)1 C.L.R. 287, Fairclough & Sons v. Manchester Ship Canal Co. (No.2)
(1897)Sol Jo 225 και Borrie & Lowe's Law of Contempt, 2η έκδ., σ. 395. Το αποδεικτικό βάρος το φέρει ο αιτητής, ο οποίος έχει την υποχρέωση να αποδείξει τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση του και να ικανοποιήσει το Δικαστήριο, στον απαιτούμενο βαθμό και στη διαπίστωση της βεβαιότητας της ενοχής του καθ΄ου, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (David Bean Injunctions, 8η έκδοση, σ.90.1, παρ. 6.18 και 6.19 και Μιχαηλίδης (ανωτέρω)). Για να είναι δυνατή κατά συνέπεια, η τιμωρία του καθ΄ ου, το διάταγμα θα πρέπει να διατυπώνεται με τη μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια, ώστε να μην εμφιλοχωρεί οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς το ποιες πράξεις απαγορεύονται και κάτω υπό ποια ιδιότητα. Η έλλειψη μαρτυρίας, που αποδεικνύει τα αμφισβητούμενα γεγονότα, καθιστά την ετυμηγορία του Δικαστηρίου ακροσφαλή και την όποια απόφασή του, υποκείμενη σε ακύρωση. Τι απαιτείται για να αποδειχθεί παρακοή, αναφέρεται ευσύνοπτα στην απόφαση Μιχαηλίδης (ανωτέρω) όπως υιοθετείται στην Youkos Finance BV κ.α. ν. Halebay Holdings Ltd
(2013)1 A.A.Δ. 569.» Η ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία δεν αποδείκνυε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την κατηγορία. Η εφεσείουσα στην ένορκη της δήλωση που συνόδευσε την ένσταση αποδέχεται ότι η μοναδική φορά που δεν διευθέτησε τη μεταφορά των παιδιών στους Εργάτες, στο σπίτι της εφεσίβλητης, ήταν η 8.9.2010, γιατί τελούσε κάτω, όπως ενόρκως κατέθεσε, από την ειλικρινή πεποίθηση ότι η επικοινωνία της εφεσίβλητης με τα παιδιά την ημέρα εκείνη είχε ανασταλεί αφού θα τύγχαναν εφαρμογής οι ειδικές ρυθμίσεις που περιλαμβάνονται στο διάταγμα. Τον Αύγουστο του 2010 είχε διευθετήσει να ταξιδέψει με τα παιδιά στο εξωτερικό από τις 23.8.2010 μέχρι την 1.9.
  1. Έτσι καταχώρισε σχετική αίτηση στο Δικαστήριο για να της δοθεί άδεια να μεταφέρει τα παιδιά εκτός δικαιοδοσίας - βρίσκονταν στο stop list - (αίτηση τεκμήριο 1 στο φάκελο του Δικαστηρίου). Σε περίπτωση δε που το Δικαστήριο έκανε δεκτή την αίτηση για να πραγματοποιηθεί το ταξίδι στο εξωτερικό, αναπόφευκτα θα ματαιωνόταν η επικοινωνία της εφεσίβλητης με τα ανήλικα για τις Τετάρτες, 25.8.2010 και 1.9.
  2. Έτσι, σύμφωνα με τα όσα η ίδια αντιλαμβανόταν οι ώρες που θα χάνονταν για την εφεσίβλητη, θα έπρεπε, με βάση το διάταγμα να αναπληρωθούν. Επιπρόσθετα θα έπρεπε να καθορίσει με βάση το διάταγμα τέσσερις μέρες που θα δικαιούταν να έχει η εφεσίβλητη τα ανήλικα για τις διακοπές του καλοκαιριού. Με βάση το εν λόγω διάταγμα οι ημέρες αυτές θα μπορούσαν κάλλιστα να συμπίπτουν με τις ημέρες επικοινωνίας της εφεσίβλητης. Θεώρησε όμως, εφόσον προηγουμένως συμβουλεύθηκε τους δικηγόρους της, ότι θα ήταν πιο ορθό να διευθετηθεί όπως οι τέσσερις ημέρες επικοινωνίας που δικαιούνταν οι παππούδες ξεκινήσουν από τις 4.9.2010 μέχρι τις 7.9.2010, ώστε η επικοινωνία αυτή να θεωρείται ότι θα συνεχίζεται μετά τη διανυκτέρευση της 3.9.
  3. Επειδή ήταν δύσκολο να επιτευχθεί η επικοινωνία πριν το ταξίδι στο εξωτερικό, έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους της όπως ενημερώσουν σχετικά τον αιτητή 1 και εφεσίβλητη, πράγμα που έπραξαν με επιστολή τους ημερ. 18.8.
  4. Στις 19.8.2010 το Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα με το οποίο επέστρεψε την πραγματοποίηση του ταξιδιού με τα παιδιά (διάταγμα του δικαστηρίου, τεκμήριο Γ στο φάκελο της πρωτόδικης διαδικασίας). Έτσι με αυτά τα δεδομένα αναγκαστικά θα εφαρμοζόταν η ειδική ρύθμιση που με βάση το διάταγμα, ήταν η 15.9.
  5. Το γεγονός αυτό το επιβεβαίωσε με τους δικηγόρους της, από τους οποίους αναζήτησε νομική συμβουλή συμφωνώντας με τη δική της εντύπωση, ότι μέχρι τις 8.9.2010 θα υπήρχε αναστολή του διατάγματος επικοινωνίας λόγω της εφαρμογής της ειδικής ρύθμισης και ότι η κανονική επικοινωνία θα άρχιζε και πάλι στις 15.9.
  6. Στις 3.9.2010, σύμφωνα με το διάταγμα, η μητέρα της και αντιπρόσωπος της μετέφερε τα παιδιά στην κατοικία των παππούδων τους για σκοπούς επικοινωνίας, τα οποία όμως και πάλι παρά τις προτροπές της μητέρας της όσο και των λειτουργών του Γραφείου Ευημερίας, που είχαν μεταβεί προς υποβοήθηση της, αρνήθηκαν να κατεβούν με αποτέλεσμα να μην πραγματοποιηθεί η συνάντηση. Με αυτή την αντίληψη θεώρησε ότι δεν ήταν υπόχρεη με βάση τις ανωτέρω διευθετήσεις να μεταβούν τα παιδιά στο σπίτι της εφεσίβλητης στις 8.9.
  7. Το εύρημα και η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι κατά την 8.9.2010 απεδείχθη τόσο η πράξη όσο και το θεμέλιο αυτής, πλήττεται ως εσφαλμένο: το Δικαστήριο κατά το δικηγόρο της εφεσείουσας, παρέλειψε να καθορίσει αν η συγκεκριμένη ημερομηνία αποτελούσε επικοινωνία γενικής ή ειδικής ρύθμισης, ή να ορίσει το ηθελημένο της πρόθεσης της εφεσείουσας. Απλώς περιορίστηκε να αποδώσει στην εφεσείουσα κατ΄ ουσίαν λεκτικά πρόθεση παρακοής. Έχουμε μελετήσει με προσοχή τόσο την πρωτόδικη απόφαση όσο και τα πρακτικά και τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν αίτηση και ένσταση. Η εφεσείουσα παρουσίασε μαρτυρία, η οποία είναι αδιαμφισβήτητη, ότι ακόμα και πριν την επίδοση του διατάγματος διευθετούσε την παράδοση των ανηλίκων προς την εφεσίβλητη, τις ημέρες που προβλέπονταν με βάση το διάταγμα. Το ίδιο έπραξε και στις 15.9.2010, ημέρα που, κατά την αντίληψη της οποίας, άρχισε και πάλι η γενική ρύθμιση με βάση το διάταγμα και το ίδιο έπραττε κάθε επόμενη ημέρα προβλεπόμενης επικοινωνίας μετά την 15.9.
  8. Παραδέχθηκε άμεσα και ευθαρσώς ότι η μοναδική ημέρα που δεν διευθέτησε τη μετάβαση των ανηλίκων ήταν η 8.9.2010 για τους λόγους που αναφέραμε ανωτέρω. Ο δικηγόρος της εφεσείουσας εισηγείται ότι η εξήγηση που έδωσε η εφεσείουσα, ανεξαρτήτως αν οι υπολογισμοί της ήταν ορθοί ή όχι, το μοναδικό λογικό και φυσιολογικό συμπέρασμα ήταν ότι η μη παράδοση των ανηλίκων στις 8.9.2010 έστω και αν ήταν μαθηματικά εσφαλμένη, δεν αποδείχθηκε ως ηθελημένη. Υπό τας περιστάσεις και το μαρτυρικό υλικό που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, θεωρούμε ότι το συμπέρασμα του Δικαστηρίου ότι παραβιάστηκε ηθελημένα το διάταγμα του Δικαστηρίου δεν δικαιολογείται. Έδωσε η εφεσείουσα ενόρκως τους λόγους που την οδήγησαν στο πεπλανημένο έστω της απόφασης της, να μην μεταφέρει τα παιδιά και να συμμορφωθεί με τους όρους του διατάγματος την 8.9.2010 και συνόδευσε τη θέση και τη στάση της με τις σχετικές επιστολές και τα διατάγματα του Δικαστηρίου. Τούτων δοθέντων και αντικρίζοντας την όλη συμπεριφορά της εφεσείουσας στις παραμέτρους και πρόνοιες των δύο διαταγμάτων, θεωρούμε ότι δεν μπορούσε να εξαχθεί μετά βεβαιότητας η ένοχη πρόθεση. Τα στοιχεία που έθεσε η εφεσείουσα ήταν ικανά να δημιουργήσουν εύλογες αμφιβολίες στο μυαλό του Δικαστηρίου για την πρόθεση της εφεσείουσας και να οδηγήσουν στην απαλλαγή της. Η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου δεν οδηγούσε αναπόφευκτα στο μόνο λογικό συμπέρασμα ενοχής της εφεσείουσας. Τυχόν παράβαση των όρων του διατάγματος χωρίς πρόθεση ή κατά τυχαίο τρόπο, και προσθέτουμε έστω και κατά λανθασμένο υπολογισμό, δεν επιφέρει την καταδίκη του καθ΄ ου εφόσον η όλη συμπεριφορά του δεν καταδεικνύει αδιαφορία προς το διάταγμα είτε εκ προθέσεως καταστρατήγηση των όρων του (Μιχαηλίδης ν. Poliakova
(2011)1 A.A.Δ. 356). Το Δικαστήριο φαίνεται και πάλι ότι κατά την εξέταση των γεγονότων που έλαβαν χώρα κατά την εν λόγω ημερομηνία ενέδυσε την πρόθεση της εφεσείουσας με προηγούμενη ένοχη συμπεριφορά της ως ανωτέρω με λεπτομέρεια αναπτύξαμε, με αποτέλεσμα να παραλείψει να εξετάσει το αποδεικτικό βάρος που έφερε η εφεσίβλητη-αιτήτρια προς απόδειξη της κατηγορίας. Το πρωτόδικο Δικαστήριο μηχανιστικά αντίκρυσε τους όρους των δύο διαταγμάτων και ότι όντως τα δύο διατάγματα του πατέρα και οι επιμέρους ρυθμίσεις του υπό κρίση ήσαν υπό μία έννοια διαπλεκόμενα: υπήρχαν ημέρες που αφορούσαν στο διάταγμα επικοινωνίας του πατέρα που τύγχανε να συμπίπτουν με τις ημέρες επικοινωνίας της εφεσίβλητης ή και άλλες ως ανωτέρω, κατά τη διάρκεια των θερινών διακοπών. Χωρίς να ορίζουμε ότι τα δύο διατάγματα ήσαν αντιφατικά, εφόσον το εγχείρημα τούτο για σκοπούς της απόφανσης μας είναι αχρείαστο, εν όψει της ανωτέρω κατάληξης μας, εν τούτοις δημιουργούσαν πλείστες όσες δυσκολίες και περιπλοκές στην εφαρμογή τους για τα ίδια τα παιδιά τα οποία κατέστησαν μήλο της έριδος μεταξύ του πατέρα, των παππούδων τους και της μητέρας τους από την άλλη. Θα ήταν καλό θεωρούμε τα εν λόγω διατάγματα να επαναθεωρηθούν με κοινή προσπάθεια όλων των μερών και να προκύψει ένας εύλογος και ισόρροπος τρόπος επικοινωνίας, ώστε να εξασφαλίζονται μεν τα δικαιώματα επικοινωνίας των ενηλίκων, αλλά να διασφαλίζονται κατά κύριο λόγο και πρωταρχικά τα δικαιώματα των ανηλίκων. Υπό το φως των ανωτέρω, της νομολογίας και των δεδομένων που καταγράφηκαν στο σκεπτικό μας η πρωτόδικη απόφαση είναι λανθασμένη, τόσο από πλευράς κρίσης επί των γεγονότων της, αλλά και από νομικής άποψης. Εν όψει της κατάληξης μας παρέλκει η εξέταση των λόγων έφεσης ως προς την επιβληθείσα ποινή. Η έφεση επιτυγχάνει. Η καταδικαστική απόφαση και η επιβληθείσα ποινή ακυρώνονται. Τα έξοδα επιδικάζονται σε βάρος της εφεσίβλητης και υπέρ της εφεσείουσας, τόσο κατ΄ έφεση όσο και πρωτοδίκως, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. ΣΤ. ΝΑΘΑΝΑΗΛ, Δ. Π. ΠΑΝΑΓΗ, Δ. Δ. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ. /ΦΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.