PROLIFIC INSURANCE CONSULTANTS LTD ν. ALPHA ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΛΤΔ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 28/2011, 20/12/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:AD:2017:A475 ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (Πολιτική Έφεση Αρ. 28/2011) 20 Δεκεμβρίου 2017 [ΝΑΘΑΝΑΗΛ, ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Δ/στές] PROLIFIC INSURANCE CONSULTANTS LTD, Εφεσείοντες - ΚΑΙ - ALPHA ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΛΤΔ, Εφεσίβλητοι ΚΑΙ ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΜΕ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 18/10/2016: PROLIFIC INSURANCE CONSULTANS AND AGENTS LIMITED, Εφεσείοντες - ΚΑΙ - ALTIUS INSURANCE LTD, Εφεσίβλητοι -------------------------------------------- Μ. Γεωργίου με Γ. Τριλλίδη για Π. Σαρρή και Σια, για τους Εφεσείοντες. Α. Γλυκύς με Α. Πέτρου (κα), για Α. Νεοκλέους και Σια, για τους Εφεσίβλητους. -------------------------------------- ΝΑΘΑΝΑΗΛ, Δ.: Η απόφαση δεν είναι ομόφωνη. Η απόφαση της πλειοψηφίας θα δοθεί από εμένα και με αυτή συμφωνεί και η Μιχαηλίδου, Δ. Απόφαση μειοψηφίας θα δώσει η Σταματίου, Δ. Α Π Ο Φ Α Σ Η ΝΑΘΑΝΑΗΛ, Δ.: Την 1.6.1998, η εφεσείουσα εταιρεία συμφώνησε με την Metropolitan Insurance Ltd, προκάτοχο εταιρεία της Alpha Ασφαλιστικής Λτδ, πριν αυτή αλλάξει και πάλι όνομα, όπως συνεργαστούν μεταξύ τους για σκοπούς διεξαγωγής ασφαλιστικών εργασιών. Η συνεργασία που εν μέρει εκφράστηκε γραπτώς, αφορούσε τη διεξαγωγή ασφαλιστικών εργασιών γενικού κλάδου και στο βαθμό που αφορούσε συνεργασία στον κλάδο ζωής, η συμφωνία ήταν προφορική. Οι συμφωνίες ήταν αορίστου χρόνου και η εφεσείουσα είχε δικαίωμα να λαμβάνει ως αμοιβή συγκεκριμένα ποσοστά προμηθειών που καταγράφησαν στη συμφωνία, τα δε ασφάλιστρα θα εισπράττονταν από την εφεσείουσα για λογαριασμό της προκατόχου των εφεσιβλήτων, οι οποίοι ανέλαβαν τις εργασίες αυτές το Σεπτέμβριο του
- Οι εφεσίβλητοι το Νοέμβριο του 2003 ειδοποίησαν την εφεσείουσα ότι ήθελαν να τερματιστεί η μεταξύ τους συνεργασία και προς τούτο απέστειλαν σχετική επιστολή ημερ. 20.11.2003, επικαλούμενοι τη μη εξόφληση οφειλομένων υπολοίπων προς αυτούς. Η ειδοποίηση διά της επιστολής ανέφερε ότι η συνεργασία θα τερματιζόταν στις 31.12.2003, γεγονός που επιβεβαιώθηκε και εκ των υστέρων με νέα επιστολή ημερ. 19.2.
- Για το χρονικό διάστημα διάρκειας της συμφωνίας, η εφεσείουσα είχε συνεισφέρει κατά πολύ στη συνολική παραγωγή και/ή κερδοφορία των εφεσιβλήτων ως αποτέλεσμα της οποίας συνεισφοράς πιστώθηκαν στην εφεσείουσα και για τους δύο κλάδους, ζωής και γενικής ασφάλειας, ουσιαστικά ποσά τα οποία καταγράφησαν στην παρ. 13 της έκθεσης απαίτησης στην αγωγή που ήγειρε η εφεσείουσα εναντίον των εφεσιβλήτων στις 6.5.
- Με την αγωγή, η εφεσείουσα αξίωσε απόφαση του Δικαστηρίου που να απαγορεύεται στους εφεσίβλητους να αποσύρουν ή να αποξενώσουν περιουσία που ανήκει σε αυτούς μέχρι εκείνου του ποσού που αντιστοιχούσε προς ικανοποίηση των αξιώσεων της εφεσείουσας. Ζητήθηκαν επίσης αποζημιώσεις που η εφεσείουσα υπέστη για τα άμεσα και ή προβλεπτά αποτελέσματα ως συνέπεια της παράβασης της συμφωνίας από τους εφεσίβλητους, καθώς και γενικές αποζημιώσεις. Οι εφεσίβλητοι με την υπεράσπιση τους αρνήθηκαν τις αξιώσεις και ισχυρίστηκαν ότι ο λόγος του τερματισμού ήταν η δόλια και/ή παράνομη συμπεριφορά της εφεσείουσας, η οποία, εν αγνοία των εφεσιβλήτων, κατακράτησε και ή υπεξαίρεσε ή απέκρυψε ποσό ύψους ΛΚ75.580,98 που αφορούσε ασφάλιστρα καταβληθέντα από πελάτες που η εφεσείουσα είχε και όφειλε να αποδώσει στους εφεσίβλητους. Περαιτέρω, ότι η εφεσείουσα παραβίασε το γενικό καθήκον και/ή υποχρέωση ύψιστης καλής πίστης έναντι τους, ισχυριζόμενοι με έτερη επιστολή τους ημερ. 31.3.2004, ότι προέβηκαν σε ακύρωση ή τερματισμό της συμφωνίας δίδοντας προς τούτο τρίμηνη προειδοποίηση κατ΄ επίκληση της παραγράφου 6 αυτής. Οι εφεσίβλητοι ανταπαίτησαν επίσης το συνολικό οφειλόμενο ποσό των ΛΚ42.854,51 ως οφειλόμενο κατά την ημερομηνία τερματισμού της συμφωνίας. Στην απάντηση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση, η εφεσείουσα αρνήθηκε τους ισχυρισμούς περί δόλου και κατάχρησης προσθέτοντας ότι υπήρξε πράγματι καθυστέρηση στην αποπληρωμή διαφόρων ποσών που οφειλόταν όμως στο γεγονός ότι τον Ιούλιο του 2003, ο διευθυντής της εφεσείουσας ενεπλάκη σε ένα ιδιαίτερα σοβαρό τροχαίο ατύχημα που τον καθήλωσε για μεγάλο χρονικό διάστημα σε κωματώδη κατάσταση, γεγονός που γνώριζαν οι εφεσίβλητοι. Εν πάση περιπτώσει τα ποσά που αξιώνονταν από τους εφεσίβλητους καταβλήθηκαν πλήρως με την έκδοση τριών επιταγών. Κατά την έναρξη της ακρόασης πρωτοδίκως, οι εφεσίβλητοι απέσυραν την ανταπαίτηση τους αποσύροντας έτσι στην ουσία και τους ισχυρισμούς περί δόλου και απάτης εκ μέρους της εφεσείουσας που στη βάση του συμβατικού όρου της παραγράφου 6, έδιδε σ΄ αυτούς δικαίωμα ακύρωσης αυτομάτως και χωρίς οποιαδήποτε ειδοποίηση, της συμφωνίας. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή αφού απάντησε στα δύο ερωτήματα που έθεσε προς τον εαυτό του, ότι, δηλαδή, τίθονταν προς εξέταση όσα αφορούσαν τη νομική διάσταση του τερματισμού της συμφωνίας και στα αφορώντα το θέμα των αποζημιώσεων και τον τρόπο προσέγγισης αυτών ως ζήτημα ερμηνείας σχετικής πρόνοιας της συμφωνίας. Παρέθεσε προς τούτο το συγκεκριμένο όρο 6, ο οποίος θα καταγραφεί αυτούσιος στη συνέχεια, κρίνοντας με αναφορά στις συνθήκες τερματισμού, ότι ο τερματισμός από πλευράς των εφεσιβλήτων της επίδικης συμφωνίας δεν απεδείχθη ότι οφειλόταν σε οποιαδήποτε συμπεριφορά της εφεσείουσας που να συνιστούσε απάτη ή να ήταν δόλια ή να προερχόταν από παραπλάνηση ή πτώχευση της. Επομένως, το Δικαστήριο προχώρησε στην ερμηνεία του ουσιώδους όρου για να εξετάσει το θέμα των αποζημιώσεων. Θεωρώντας ότι η ορθή ερμηνεία δεν θα μπορούσε να ήταν διαφορετική από την απόδοση προμηθειών σε σχέση με ασφαλιστικά συμβόλαια που είχε εισάξει η εφεσείουσα στους εφεσίβλητους, έκρινε ότι αυτός ο όρος είχε νόημα μόνο εφόσον τα συμβόλαια βρίσκονταν σε ισχύ και ανανεώνονταν για την περίοδο των 20 ετών που αναφερόταν. Η ύπαρξη κατά συνέπεια σε ισχύ ασφαλιστικών συμβολαίων μετά τον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας ήταν, κατά το Δικαστήριο, απαραίτητη προϋπόθεση για θεμελίωση δικαιώματος αποζημίωσης στη βάση των προβλεπομένων από το σχετικό όρο 6 της συμφωνίας. Σύμφωνα πάντα με το σκεπτικό του Δικαστηρίου, η επιστολή τερματισμού δεν μπορούσε να αποτελεί κατάφωρη παραβίαση του προαναφερθέντος επίδικου συμβατικού όρου ώστε να δικαιολογείται η καταβολή αποζημιώσεων εφόσον ήταν «.. η συνέχιση της ισχύς ασφαλιστικών συμβολαίων που ενεργοποιούσε το δικαίωμα διεκδίκησης αποζημιώσεων». Ήταν περαιτέρω η κρίση του Δικαστηρίου ότι η μαρτυρία που προσήχθηκε από πλευράς της εφεσείουσας μέσω του αναλογιστή Paul Warren, ήταν «επιδερμική, αόριστη και στερούμενη πειστικότητας». Εν πάση περιπτώσει και ανεξαρτήτως της θέσης του αυτής και πάλι η θεμελίωση των αποζημιώσεων θα έπασχε διότι τα στοιχεία που καταγράφησαν στη σχετική έκθεση του Warren προήλθαν από την ίδια την εφεσείουσα και αφορούσαν σε επίπεδα προμηθειών προηγούμενων ετών με μελλοντικές προεκτάσεις που ήσαν απλώς προβλέψεις, από τη φύση τους ρευστές και αβέβαιες. Η έφεση επιδιώκει την εκθεμελίωση της πρωτόδικης απόφασης με πέντε λόγους που συνίστανται στα εξής: Ότι ενώ το Δικαστήριο προέβηκε σε εύρημα ότι έγινε τερματισμός εκ μέρους των εφεσιβλήτων χωρίς να υπάρχει απάτη, δόλια συμπεριφορά ή παραπλάνηση εκ μέρους της εφεσείουσας, εν τούτοις δεν εξέτασε κατά πόσο ο τερματισμός αυτός ήταν αδικαιολογήτως και αντισυμβατικός και επομένως λανθασμένα έκρινε ότι η εφεσείουσα δεν δικαιούτο σε αποζημίωση κατ΄ εφαρμογή του άρθρου 73 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.
- Το Δικαστήριο λανθασμένα επίσης ερμήνευσε τον όρο της συμφωνίας που προνοεί για αποζημιώσεις και εσφαλμένα θεώρησε ότι ο όρος αυτός ενεργοποιείτο μόνο με τη συνέχιση ισχύος των ασφαλιστικών συμβολαίων, παραλείποντας έτσι να κρίνει ότι ο επίδικος όρος αποτελούσε εφάπαξ προϋπολογισμό της ζημιάς, μη εξαρτώμενου από μελλοντική ανανέωση. Πρόσθετα, κακώς το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη επιστολή που απεστάλη από τους εφεσείοντες προς τους πελάτες της εφεσείουσας με την οποία ειδοποιούνταν ότι δεν θα ανανεώνονταν τα συμβόλαια τους, απενεργοποιώντας έτσι στην ουσία τον επίδικο όρο της συμφωνίας ώστε σκόπιμα και τεχνηέντως να αποφεύγετο η καταβολή οποιασδήποτε αποζημίωσης. Λανθασμένα επίσης το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπήρχε ενώπιον του επαρκής μαρτυρία για απόδειξη της ζημιάς. Η αντίθετη θέση από πλευράς των εφεσιβλήτων είναι ότι η απόφαση του πρωτοδίκου Δικαστηρίου ήταν απόλυτα ορθή με εύλογη την κρίση του ότι ο σχετικός συμβατικός όρος δεν θα μπορούσε να σημαίνει την καταβολή προμήθειας και άρα αποζημίωσης χωρίς την ανανέωση των συμβολαίων. Ο χρόνος τερματισμού της συμφωνίας ήταν σαφής από τα έγγραφα που παρουσιάστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και σε καμιά περίπτωση, εφόσον ο τερματισμός έγινε δικαιωματικά, μπορούσε να σήμαινε ταυτόχρονα και εσκεμμένη πρόθεση εκ μέρους των εφεσιβλήτων ότι ήθελαν να παραβιάσουν τη συμφωνία. Εξετάζοντας την έφεση και τους λόγους αυτής, αποκτά ιδιαίτερη σημασία να παρατεθεί αυτούσιο το λεκτικό του όρου 6 της συμφωνίας: «
- ΑΚΥΡΩΣΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ Κάθε μέρος είναι ελεύθερο και δικαιούται να τερματίσει ανά πάσα στιγμή αυτή τη Συμφωνία δίνοντας τουλάχιστον 3 μήνες προειδοποίηση με συστημένη επιστολή προς το άλλος μέρος. Σε περίπτωση απάτης, δόλιας συμπεριφοράς, παραπλάνησης και/ή πτώχευσης του Συνεργάτη η συμφωνία αυτή ακυρώνεται αυτόματα χωρίς άλλη ειδοποίηση και η πιο πάνω πρόνοια για ειδοποίηση τουλάχιστον 1 μήνα δεν θα ισχύει. Σε περίπτωση ακύρωσης, διακοπής ή τερματισμού αυτής της συμφωνίας ο συνεργάτης υποχρεούται να επιστρέψει όλα τα έγγραφα και έντυπα τα οποία ανήκουν στην Εταιρεία, και καταβάλει όλα τα οφειλόμενα ασφάλιστρα ανεξάρτητα από το εάν το είσπραξε ή όχι από τους πελάτες του. Από της ημέρας επίσης της διακοπής ή τερματισμού της συμφωνίας ο συνεργάτης θα υποχρεούται να καταβάλει τόκο προς 9% ετησίως επί παντός ποσού οφειλομένου προς την Εταιρεία κατά την ημέρα αυτή. Σε περίπτωση ακύρωσης, διακοπής ή τερματισμού αυτής της συμφωνίας πλην των περιπτώσεων τερματισμού λόγω απάτης, δόλιας συμπεριφοράς ή παραπλάνησης, ο συνεργάτης θα δικαιούται 100% των προμηθειών ανανέωσης για το πρώτο έτος μετά την ακύρωση διακοπή ή τερματισμό και το 50% για περίοδο είκοσι ετών. Οι προμήθειες ανανέωσης θα καταβάλλονται επί των ασφαλίστρων τα οποία ο συνεργάτης εισήξε στην Εταιρεία και όχι πάνω σε οποιεσδήποτε προσθήκες αυξήσεις ή προσαυξήσεις οι οποίες θα επέλθουν μετά την ακύρωση, διακοπή ή τερματισμό της συμφωνίας αυτής.» Παρά την ομολογουμένως αδόκιμη χρήση του λεκτικού προς απόδοση των συμφωνηθέντων, κρίνεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, με όλη την εκτίμηση, λανθασμένα τοποθετήθηκε ως προς την έννοια του όρου. Ενώ ορθά κατέγραψε τις ερμηνευτικές αρχές εγγράφων, η παρείσφρυση στη σκέψη του ότι ο όρος αποκτούσε νόημα μόνο όταν διαβαζόταν υπό το φως της ανάγκης ύπαρξης ανανεωμένων ασφαλιστικών συμβολαίων, εκθεμελίωσε την, κατά τα άλλα, ρητή συμφωνία των διαδίκων. Η ανάγνωση του όρου στην ολότητα του, δεν άφηνε περιθώρια διαφορετικής ερμηνείας από αυτό που ρητά καταγράφηκε ότι, δηλαδή, ο συνεργάτης (ως τέτοιος οριζόταν στο προοίμιο της συμφωνίας, η εφεσείουσα), σε περίπτωση διακοπής της συμφωνίας θα δικαιούτο το 100% των προμηθειών ανανέωσης για το πρώτο έτος και το 50% για περίοδο 20 ετών. Έχοντας το Δικαστήριο διαπιστώσει, και ορθά, ότι ο τερματισμός δεν οφειλόταν σε δόλο, απάτη ή παραπλάνηση, θα έπρεπε να ήταν δεδομένη πλέον η αναζήτηση αποζημιώσεων, εφόσον μόνο στις προαναφερθείσες περιπτώσεις οι εφεσίβλητοι δικαιούνταν να τερματίσουν τη συμφωνία χωρίς την παροχή της τρίμηνης προβλεπόμενης προθεσμίας οπότε και η συμφωνία θα ακυρωνόταν αυτόματα και χωρίς, εξάγεται, οποιαδήποτε αποζημίωση. Εφόσον η συμφωνία τερματίστηκε χωρίς τη συνύπαρξη μιας των ανωτέρω καταστάσεων, αποτελούσε πλέον δικαίωμα της εφεσείουσας στην αποζημίωση που συμφωνήθηκε, χωρίς να έχει πλέον σημασία το αδικαιολόγητο ή αντισυμβατικό του τερματισμού. Αποζημίωση που άλλωστε επιβεβαιώθηκε και με το γεγονός της απόσυρσης εκ μέρους των εφεσιβλήτων και της ανταπαίτησης ευθύς με την έναρξη της διαδικασίας, η οποία και βασιζόταν στην παράνομη συμπεριφορά της εφεσείουσας. Το πρωτόδικο Δικαστήριο διατύπωσε τη θέση, και πάλι εύλογα ως αποτέλεσμα της μαρτυρίας ενώπιον του, ότι η εφεσείουσα παρέδωσε ολόκληρο το χαρτοφυλάκιο της στους εφεσίβλητους έτσι ώστε από την ημερομηνία της συμφωνίας και μετέπειτα, ολόκληρος ο κύκλος των εργασιών της θα τύγχανε πλέον χειρισμού από τους εφεσίβλητους, με αποτέλεσμα να «παρέμεινε αδιαμφισβήτητο», (ως είναι οι λέξεις που χρησιμοποίησε στο σκεπτικό του), ότι η εφεσείουσα ήθελε να εξασφαλιστεί για την περίπτωση που είτε οι εφεσίβλητοι θα οικειοποιούνταν το πελατολόγιο αυτό, είτε θα τερματιζόταν η συμφωνία με μια απλή προειδοποίηση και άνευ οποιασδήποτε αιτιολογίας, τριών μηνών. Απέτυχε όμως να εκφράσει στην πράξη και στοχευμένα τις συνέπειες των ενεργειών των εφεσιβλήτων. Ακριβώς επειδή δεν θα ήταν εύκολο για την εφεσείουσα να ελέγξει με επάρκεια, ή, και καθόλου, την εκμηδένιση του ασφαλιστικού χαρτοφυλακίου της, συμφωνήθηκε υπό τύπο προκαθορισμένης αποζημίωσης και ως ρήτρα προϋπολογισμού να λάβει, ως αποζημίωση, το 100% των προμηθειών ανανέωσης για το πρώτο έτος και το 50% για περίοδο 20 ετών. Πουθενά δεν τίθεται ως προϋπόθεση η ανανέωση των ασφαλιστικών συμβολαίων. Λόγω του ότι ο τερματισμός της συμφωνίας ήταν δυνατό να επισυμβεί ήδη από το πρώτο έτος, έπρεπε να κατοχυρωθεί η εφεσείουσα. Ενώ σε περίπτωση που η ίδια θα τερμάτιζε τη συμφωνία, δεν προνοείτο αποζημίωση προς τους εφεσίβλητους, προφανώς διότι το χαρτοφυλάκιο θα επέστρεφε ευκολότερα κοντά της, στην αντίθετη περίπτωση ρητά προνοήθηκε η καταβολή αποζημίωσης στην εφεσείουσα, ως συνεργάτη. Προσεκτική ανάγνωση του συμφωνηθέντος όρου αποκαλύπτει ότι ουδέν παράλογο αποτέλεσμα εξάγεται από την επιδίκαση προμηθειών για εικοσαετή περίοδο, ούτε η εφεσείουσα θα χρειαζόταν να επικοινωνεί με τους εφεσίβλητους έκαστο έτος για να εξασφαλίζει το πελατολόγιο που οι εφεσίβλητοι θα διατηρούσαν. Αντίθετα, εξάγεται από την ερμηνεία που έδωσε το Δικαστήριο ότι η προϋπόθεση για ανανέωση των εισαχθέντων κατά τη σύναψη της συμφωνίας συμβολαίου, θα σήμαινε ότι οι διάδικοι δεσμεύονταν σε μια εικοσαετή περίοδο συνεργασίας, ενώ αυτή μπορούσε να τερματιστεί ανά πάσα στιγμή με τρίμηνη προειδοποίηση. Το δικαίωμα της εφεσείουσας συνίστατο στην προς αυτήν καταβολή των προμηθειών ανανέωσης για το πρώτο έτος, μετά τον τερματισμό της συμφωνίας και των αυτών προμηθειών για τα επόμενα είκοσι έτη, μειωμένα στο ήμισυ. Το ότι ήταν μια γνήσια ρήτρα προϋπολογισμού αποζημίωσης, βεβαιώνεται και από το γεγονός ότι τυχόν αυξημένες προμήθειες, υπό τύπο προσθηκών, αυξήσεων ή προσαυξήσεων, που θα επέρχονταν μετά την ακύρωση, δεν θα λαμβάνονταν υπόψη. Η αποζημίωση ως δικαίωμα της εφεσείουσας, ήταν καταβλητέα στη βάση των ασφαλίστρων που η εφεσείουσα εισήξε στους εφεσίβλητους. Έπεται ότι η εφεσείουσα δικαιούτο σε αποζημίωση στη βάση του συμφωνηθέντος όρου, και δεν χρειαζόταν, ούτε χρειάζεται η αναζήτηση αποζημίωσης άλλως πως δυνάμει του άρθρου 73 του Κεφ.
- Οι εφεσίβλητοι όφειλαν να τιμήσουν τα συμφωνηθέντα και έχει δίκαιο η εφεσείουσα επί του λόγου έφεσης ότι οι εφεσίβλητοι με την αποστολή της επιστολής προς τους ασφαλισμένους πελάτες ότι δεν θα ανανέωναν τα ασφαλιστικά τους συμβόλαια, στην ουσία προσπαθούσαν να απενεργοποιήσουν τον όρο περί αποζημίωσης με τη λανθασμένη λογική ότι χρειαζόταν ανανέωση των συμβολαίων. Η ως άνω ερμηνεία του όρου 6, κατά το συμφωνηθέν λεκτικό, επιλύει και το θεωρηθέν πρόβλημα της ασάφειας και επιδερμικότητας της μαρτυρία του Paul Warren. Δεν χρειάζεται να ανατρέξει κάποιος παρά στη στήλη της έκθεσης του που καθορίζει τα υπαρκτά συμβόλαια κλάδου ζωής και γενικής ασφάλειας που είχαν μεταφερθεί στους εφεσίβλητους και την επ΄ αυτών ανάλογη προμήθεια. Σύμφωνα με τον όρο 6, η εφεσείουσα θα δικαιούτο το 100% των προμηθειών ανανέωσης για το πρώτο έτος μετά την ακύρωση διακοπή ή τερματισμό και το 50% για περίοδο 20 ετών. Σύμφωνα με την έκθεση που κατέθεσε ο εμπειρογνώμονας της εφεσείουσας Paul Warren, οι υφιστάμενες προμήθειες το 2003, όταν διακόπηκε η συμφωνία, ήσαν της τάξης των ΛΚ97.037,
- Η συμφωνία προέβλεπε για τις προμήθειες κατά το πρώτο έτος μετά την ακύρωση, αλλά η οποιαδήποτε προεκτίμηση για μελλοντική αύξηση των προμηθειών θα αποτελούσε μια άσκηση αβέβαιου προσδιορισμού, όπως και ο αναλογιστής των εφεσιβλήτων Παναγιώτης Ζαμπέλης κατέθεσε κατά την αντεξέταση του, ότι η συμφωνία υπολόγιζε προμήθειες πάνω στα καταβληθέντα ασφάλιστρα που ήταν, δηλαδή, βεβαιωμένα. Κατά τα άλλα, δεν αμφισβητήθηκαν τα ποσά τα οποία καταγράφησαν στην τελευταία στήλη της έκθεσης του Warren. Συνεπώς, θεωρώντας κατ΄ ελάχιστον λογικό ότι οι προμήθειες επί των ασφαλίστρων για το 2004, το επόμενο δηλαδή έτος του τερματισμού της συμφωνίας, θα παρέμειναν ίδιες όπως και το 2003, εξάγεται ως συμπέρασμα ως προς τον τρόπο υπολογισμού των αποζημιώσεων ότι η εφεσείουσα δικαιούται στο ποσό των ΛΚ97.037,44 ή €165.797, ως το 100% των προμηθειών για το πρώτο έτος. Λαμβάνοντας το ήμισυ αυτού του ποσού, δηλαδή, €82.898 επί 20 έτη, προκύπτει το ποσό των €1.657.
- Προσθέτοντας σ΄ αυτό το ποσό και τις €165.797, η τελική αποζημίωση που η εφεσείουσα δικαιούται είναι €1.823.
- Κατά συνέπεια, ενόψει όλων των ανωτέρω, η πρωτόδικη απόφαση ακυρώνεται μαζί με τα έξοδα και εκδίδεται απόφαση υπέρ της εφεσείουσας και εναντίον των εφεσιβλήτων στο ποσό των €1.823.
- Τα έξοδα τόσο πρωτοδίκως, όσο και κατ΄ έφεση, επιδικάζονται υπέρ της εφεσείουσας και εναντίον των εφεσιβλήτων όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Δ. Δ. ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (Πολιτική Έφεση Αρ. 28/2011) 20 Δεκεμβρίου, 2017 [ΝΑΘΑΝΑΗΛ, ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Δικαστές] PROLIFIC INSURANCE CONSULTANTS LTD, Εφεσείουσα, ΚΑΙ ALPHA ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΛΤΔ, Εφεσίβλητη, ΚΑΙ ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΜΕ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 18.10.2016: PROLIFIC INSURANCE CONSULTANTS AND AGENTS LIMITED, Εφεσείουσα, ΚΑΙ ALPHA INSURANCE LTD, Εφεσίβλητη. ---------- Μ. Γεωργίου με Γ. Τριλλίδη για Π. Σαρρή & Σία, για Εφεσείουσα. Α. Γλυκής με Λ. Πέτρου (κα) για Α. Νεοκλέους & Σία, για την Εφεσίβλητη. ---------- Α Π Ο Φ Α Σ Η ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Δ.: Δυνάμει συμφωνίας, η οποία συνομολογήθηκε την 1.6.1998, η εφεσίβλητη/εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, η οποία έφερε τότε την επωνυμία Metropolitan Insurance Ltd, εξουσιοδότησε την εφεσείουσα/ενάγουσα όπως, έναντι αμοιβής, συστήνει και προωθεί σ΄ αυτήν πελάτες για σκοπούς ασφάλισης γενικού κλάδου και κλάδου ζωής. Η συμφωνία εξελίχθηκε ομαλά για ένα χρονικό διάστημα, όμως στις 20.11.2003 η εφεσίβλητη απέστειλε επιστολή στην εφεσείουσα με την οποία της κοινοποιούσε ότι η συνεργασία τους θα τερματιζόταν άμεσα και/ή την 31.12.
- Με την αγωγή της η εφεσείουσα αξίωσε αποζημιώσεις για ζημιές τις οποίες υπέστη, συνεπεία της ισχυριζόμενης παράβασης της επίδικης συμφωνίας από πλευράς της εφεσίβλητης, κατ΄ επίκληση του όρου 6 αυτής, ο οποίος καθορίζει τα ποσοστά προμήθειας της εφεσίβλητης σε περίπτωση τερματισμού. Η εφεσείουσα ισχυρίστηκε πρωτόδικα ότι ο τερματισμός ήταν αυθαίρετος, παράνομος και χωρίς εύλογη αιτία και ότι η εφεσίβλητη, παρά τον τερματισμό της συμφωνίας, συνέχισε την έκδοση ή και ανανέωση συμβολαίων πελατών, τους οποίους είχε εισάξει σ΄ αυτήν η εφεσείουσα κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους. Η εφεσίβλητη, από την άλλη, υποστήριξε ότι η συμφωνία παραβιάστηκε από την εφεσείουσα, η οποία καταστρατήγησε ουσιώδεις, ρητούς και/ή εξυπακουόμενους όρους αυτής, κατακρατώντας και/ή υπεξαιρώντας σημαντικά χρηματικά ποσά τα οποία αφορούσαν ασφάλιστρα που είχαν καταβληθεί από πελάτες σε σχέση με τους οποίους η εφεσείουσα μεσολάβησε για τη σύναψη ασφαλιστικών συμβολαίων με την εφεσίβλητη. Αποτέλεσε, περαιτέρω, ισχυρισμό της εφεσίβλητης ότι δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό, καθότι τα συμβόλαια των πελατών, που είχαν εισαχθεί κατόπιν μεσολάβησης της εφεσείουσας, δεν ανανεώθηκαν μετά τον τερματισμό της μεταξύ τους συμφωνίας. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έθεσε προς εξέταση, αφενός, το θέμα του τερματισμού της συμφωνίας και της νομικής διάστασής του και, αφετέρου, το θέμα των αποζημιώσεων σε συνάρτηση με την ερμηνεία σχετικής πρόνοιας της συμφωνίας. Αναφορικά με το πρώτο ζήτημα, η κατάληξη του Δικαστηρίου ήταν ότι με βάση τη δοθείσα μαρτυρία δεν στοιχειοθετήθηκε απατηλή, δόλια ή παραπλανητική συμπεριφορά αναφορικά με την παραδεκτή καθυστέρηση της εφεσείουσας να καταβάλει τα οφειλόμενα ασφάλιστρα στην εφεσίβλητη και ότι, κατά συνέπεια, δεν αποδείχθηκε ότι ο τρόπος τερματισμού της συμφωνίας ενέπιπτε στο μέρος εκείνο του όρου 6 της συμφωνίας, σύμφωνα με το οποίο η διεκδίκηση αποζημίωσης αποκλείεται. Προχωρώντας, στη συνέχεια, ερμήνευσε τον επίδικο όρο 6 και κατέληξε ότι η πρόθεση των μερών ήταν η απόδοση προμηθειών σε σχέση με ασφαλιστικά συμβόλαια που εισήξε η εφεσείουσα, νοουμένου ότι τα συμβόλαια αυτά θα βρίσκονταν σε ισχύ και θα ανανεώνονταν για την προβλεπόμενη, σύμφωνα με αυτό τον όρο, εικοσαετή περίοδο. Συνεπώς, κατέληξε ότι η ύπαρξη ασφαλιστικών συμβολαίων σε ισχύ μετά τον τερματισμό της συμφωνίας, ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για θεμελίωση δικαιώματος αποζημίωσης, δυνάμει των προνοιών του όρου
- Αποδεχόμενο στο σημείο αυτό τη μαρτυρία που προσκομίστηκε από την εφεσίβλητη, το Δικαστήριο αποφάσισε ότι κανένα συμβόλαιο που εισήχθη από την εφεσείουσα δεν ανανεώθηκε μετά τον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας. Περαιτέρω, απέρριψε τη θέση της εφεσείουσας ότι η επιστολή ημερομηνίας 21.7.2004, με την οποία η εφεσίβλητη ενημέρωσε για τον τερματισμό της συμφωνίας όλους τους πελάτες που είχαν εισαχθεί από την εφεσείουσα, πληροφορώντας τους ταυτόχρονα ότι τα συμβόλαιά τους δεν θα ανανεώνονταν, συνιστούσε παραβίαση συμβατικού όρου και δικαιολογούσε καταβολή αποζημιώσεων. Το Δικαστήριο υπέδειξε ότι το δικαίωμα διεκδίκησης αποζημιώσεων ενεργοποιείτο από τη συνέχιση της ισχύος των ασφαλιστικών συμβολαίων. Επίσης, κατέληξε ότι ο όρος 6 δεν παρείχε γενικό δικαίωμα αποζημίωσης στην εφεσείουσα, το οποίο θα συναρτάτο με ποσοστά προμήθειας ανανέωσης και θα ήταν ανεξάρτητο της διατήρησης ή όχι της ισχύος των ασφαλιστικών συμβολαίων. Παρά την πιο πάνω κατάληξή του, με την οποία αποφάνθηκε ότι η βάση στήριξης της αξίωσης της εφεσείουσας είχε εκθεμελιωθεί, προχώρησε και εξέτασε κατά πόσο αποδείχθηκε το ύψος των προμηθειών που είχε τεθεί ως μέτρο των αξιούμενων αποζημιώσεων. Αξιολόγησε την εκατέρωθεν μαρτυρία των αναλογιστών, απορρίπτοντας ως μη πειστική και αναξιόπιστη τη μαρτυρία του αναλογιστή που κλήθηκε από την εφεσείουσα με αποτέλεσμα, ακόμη και σε περίπτωση που θα είχε επιτυχή κατάληξη η αγωγή, να μην υπάρχει η απαιτούμενη μαρτυρία απόδειξης του ύψους των ζημιών της. Με πέντε λόγους έφεσης επιδιώκεται ο παραμερισμός της πρωτόδικης απόφασης. Συγκεκριμένα, η εφεσείουσα προβάλλει ότι
(1)το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να καταλήξει σε εύρημα ότι ο τερματισμός της συμφωνίας από την εφεσίβλητη ήταν αυθαίρετος, παράνομος, αντισυμβατικός και άνευ εύλογης αιτίας ή προειδοποιήσεως,
(2)εφόσον η συμφωνία τερματίστηκε εξ υπαιτιότητας της εφεσίβλητης, ο παράνομος αυτός τερματισμός από μόνος του επέσυρε το δικαίωμα αποζημιώσεων για παράβαση της συμφωνίας, χωρίς την ενεργοποίηση του σχετικού όρου της συμφωνίας,
(3)το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα ερμήνευσε τον όρο της συμφωνίας που προνοεί για αποζημιώσεις και εσφαλμένα αποφάσισε πως είναι η συνέχιση της ισχύος των ασφαλιστικών συμβολαίων που ενεργοποιούσε το δικαίωμα διεκδίκησης αποζημιώσεων,
(4)δεν έλαβε υπόψη ή δεν εκτίμησε δεόντως την ενέργεια της εφεσίβλητης να αποστείλει επιστολή προς τους πελάτες της εφεσείουσας, με την οποία αυτοί ειδοποιούνταν ότι τα συμβόλαιά τους δεν θα ανανεώνονταν, και,
(5)εσφαλμένα αποφάσισε ότι δεν υπήρχε ενώπιόν του η απαραίτητη μαρτυρία απόδειξης των ζημιών και του ύψους αυτών τις οποίες υπέστη η εφεσείουσα. Με τον πρώτο λόγο έφεσης η εφεσείουσα ισχυρίζεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, εφόσον έκρινε ότι ο τερματισμός της επίδικης συμφωνίας δεν έγινε λόγω απάτης ή δόλιας συμπεριφοράς ή παραπλάνησης εκ μέρους των εφεσειόντων, όφειλε να εξετάσει κατά πόσο ο τερματισμός ήταν παράνομος, αδικαιολόγητος, αντισυμβατικός, αυθαίρετος και άνευ εύλογης αιτίας ή προειδοποίησης και να διαπιστώσει ότι η εφεσίβλητη παραβίασε τη σύμβαση και πως τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 73 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.
- Ο χρόνος τερματισμού της επίδικης συμφωνίας δεν αναφύεται ως παραδεκτό γεγονός, όπως εξέλαβε το πρωτόδικο Δικαστήριο, παρά μόνο προκύπτει διάσταση θέσεων ως προς το ζήτημα αυτό, το οποίο είναι κρίσιμο και ως προς τον προσδιορισμό του ύψους τυχόν αποζημιώσεων. Η εισήγηση της εφεσείουσας είναι ότι ο τερματισμός ήταν παράνομος και δεν δόθηκε η τρίμηνη προειδοποίηση που προνοείται στη συμφωνία. Ως εκ τούτου, εφαρμόζεται το άρθρο 73 του Κεφ. 149, το οποίο παρέχει στην εφεσείουσα, ως το αθώο μέρος, δικαίωμα αποζημίωσης. Η δε υποχρέωση αποζημίωσης υφίσταται, ανεξάρτητα από το ζήτημα της ενδεχόμενης σύναψης οιωνδήποτε συμφωνιών από την εφεσείουσα μετά τον τερματισμό. Άλλωστε, η θέση της εφεσείουσας είναι ότι η σύναψη τέτοιων συμφωνιών θα πρέπει να ιδωθεί ως συμμόρφωση προς το καθήκον λήψης λογικών μέτρων για περιορισμό της ζημιάς της. Για σκοπούς εξέτασης τόσο αυτού όσο και των υπολοίπων λόγων έφεσης, θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο τον όρο 6 της συμφωνίας: «
- ΑΚΥΡΩΣΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ Κάθε μέρος είναι ελεύθερο και δικαιούται να τερματίσει ανά πάσα στιγμή αυτή τη Συμφωνία δίνοντας τουλάχιστον 3 μήνες προειδοποίηση με συστημένη επιστολή προς το άλλο μέρος. Σε περίπτωση απάτης, δόλιας συμπεριφοράς, παραπλάνησης και/ή πτώχευσης του Συνεργάτη η συμφωνία αυτή ακυρώνεται αυτόματα χωρίς άλλη ειδοποίηση και η πιο πάνω πρόνοια για ειδοποίηση τουλάχιστον 1 μήνα δεν θα ισχύει. Σε περίπτωση ακύρωσης, διακοπής ή τερματισμού αυτής της συμφωνίας ο συνεργάτης υποχρεούται να επιστρέψει όλα τα έγγραφα και έντυπα τα οποία ανήκουν στην Εταιρεία, και καταβάλει όλα τα οφειλόμενα ασφάλιστρα ανεξάρτητα από το εάν τα είσπραξε ή όχι από τους πελάτες του. Από της ημέρας επίσης της διακοπής ή τερματισμού της συμφωνίας ο συνεργάτης θα υποχρεούται να καταβάλει τόκο προς 9% ετησίως επί παντός ποσού οφειλομένου προς την Εταιρεία κατά την ημέρα αυτή. Σε περίπτωση ακύρωσης, διακοπής ή τερματισμού αυτής της συμφωνίας πλην των περιπτώσεων τερματισμού λόγω απάτης, δόλιας συμπεριφοράς ή παραπλάνησης, ο συνεργάτης θα δικαιούται 100% των προμηθειών ανανέωσης για το πρώτο έτος μετά την ακύρωση διακοπή ή τερματισμό και το 50% για περίοδο είκοσι ετών. Οι προμήθειες ανανέωσης θα καταβάλλονται επί των ασφαλίστρων τα οποία ο συνεργάτης εισήξε στην Εταιρεία και όχι πάνω σε οποιεσδήποτε προσθήκες αυξήσεις ή προσαυξήσεις οι οποίες θα επέλθουν μετά την ακύρωση, διακοπή ή τερματισμό της συμφωνίας αυτής.» Όπως ορθά διαπιστώνει και το πρωτόδικο Δικαστήριο, τερματισμός της συμφωνίας ήταν δυνατό να επέλθει, είτε με την παροχή τρίμηνης προειδοποίησης με συστημένη επιστολή, είτε αυτόματα σε περίπτωση απάτης, δόλιας συμπεριφοράς, παραπλάνησης και/ή πτώχευσης του συνεργάτη, ήτοι της εφεσείουσας εταιρείας, όπως καθορίζεται ρητά στη συμφωνία. Εκ των δύο τρόπων τερματισμού, το δικαίωμα αποζημίωσης παρέχεται στην περίπτωση τερματισμού με παροχή τρίμηνης προειδοποίησης. Το γεγονός ότι η συμφωνία τελικά τερματίστηκε, δεν αμφισβητείται. Ούτε η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι δεν επρόκειτο περί τερματισμού λόγω απάτης, δόλιας συμπεριφοράς ή παραπλάνησης, αμφισβητείται. Άλλωστε, η εφεσίβλητη είχε αποσύρει, κατά την προώθηση της διαδικασίας, την αξίωσή της για αποζημιώσεις, η οποία εδραζόταν σ΄ αυτή τη βάση τερματισμού της συμφωνίας. Με την εισαγωγή του όρου 6 στη μεταξύ τους συμφωνία τα μέρη προέβλεψαν ρητώς τον τρόπο τερματισμού της και τις αποζημιώσεις που δικαιούτο να λάβει η εφεσείουσα. Συνεπώς, δεν θεωρώ ότι τύγχανε εφαρμογής το άρθρο 73 του Κεφ. 149 ώστε να ήταν δυνατό για το Δικαστήριο να καταφύγει στις πρόνοιές του. Η ουσία του όρου 6 είναι ότι τα μέρη ήταν ελεύθερα να τερματίσουν τη συμφωνία και, σε περίπτωση που δεν υπήρχε δόλος ή απάτη, τότε υπήρχε δικαίωμα σε αποζημιώσεις, οι οποίες καθορίστηκαν ρητά στη συμφωνία. Από τη μαρτυρία που δόθηκε προκύπτει ότι ο όρος 6 εισήχθη στη συμφωνία γιατί η εφεσείουσα θα μετέφερε στην εφεσίβλητη το σύνολο των εργασιών της. Με αυτό τον όρο θα εξασφαλιζόταν η εφεσείουσα, έτσι ώστε, σε περίπτωση τερματισμού για οποιονδήποτε λόγο, να μπορούσε να αποζημιωθεί για τις προμήθειες που θα λάμβανε η ασφαλιστική εταιρεία από πελάτες που η ίδια είχε μεταφέρει σ΄ αυτήν. Από τη στιγμή, λοιπόν, που επιτρέπετο ο τερματισμός της σύμβασης για οποιονδήποτε λόγο και που μάλιστα προβλέπετο στο συγκεκριμένο όρο ο τρόπος υπολογισμού της αποζημίωσης που θα εδίδετο σε τέτοια περίπτωση, δεν θεωρώ ότι ο πρώτος λόγος έφεσης ευσταθεί. Με το δεύτερο λόγο έφεσης η εφεσείουσα προβάλλει ότι, εφόσον η συμφωνία τερματίστηκε εξ υπαιτιότητας της εφεσίβλητης, ο παράνομος αυτός τερματισμός από μόνος του επέσυρε το δικαίωμα αποζημιώσεων για παράβαση της συμφωνίας χωρίς την ενεργοποίηση του σχετικού όρου αυτής. Η παράλειψη της εφεσίβλητης να δώσει τρίμηνη προειδοποίηση και, με δεδομένο το συμπέρασμα του Δικαστηρίου πως ο τερματισμός δεν οφειλόταν σε απάτη, δόλια συμπεριφορά ή παραπλάνηση εκ μέρους της εφεσείουσας, επέτρεπε στην εφεσείουσα να αξιώσει αποζημίωση ένεκα διάρρηξης της συμφωνίας, η οποία θα έπρεπε να υπολογιστεί στη βάση της έκθεσης του εμπειρογνώμονα που κάλεσε η πλευρά της εφεσείουσας Warren. Από την άλλη η εφεσίβλητη απαντά πως, σύμφωνα με την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η έκθεση του αναλογιστή που κλήθηκε από την πλευρά της εφεσείουσας βρίθει ασαφειών, αοριστιών και ατεκμηρίωτων δεδομένων, δεν καθιστούν την έκθεση μία στέρεη βάση επί της οποίας θα μπορούσε το Δικαστηρίο να οδηγηθεί σε ασφαλή συμπεράσματα. Ο όρος 6 προνοεί σαφώς τις αποζημιώσεις που θα δικαιούτο να διεκδικήσει η εφεσείουσα σε περίπτωση τερματισμού της συμφωνίας. Η ερμηνεία του όρου ως προς το ζήτημα αυτό εμπεριέχεται στον τρίτο λόγο έφεσης, τον οποίο θα εξετάσω αμέσως μετά. Η έκθεση του εμπειρογνώμονα που κλήθηκε εκ μέρους της εφεσείουσας θα εξεταστεί στα πλαίσια του πέμπτου λόγου έφεσης. Με δεδομένη την ύπαρξη όρου στη συμφωνία, ο οποίος προνοεί για αποζημιώσεις σε περίπτωση τερματισμού, μόνο με βάση το συγκεκριμένο όρο θα μπορούσαν να υπολογιστούν οι αποζημιώσεις. Συνακόλουθα, ούτε αυτός ο λόγος έφεσης ευσταθεί. Η ερμηνεία του όρου 6 της συμφωνίας στην οποία προέβη το Δικαστήριο, αποτελεί το αντικείμενο του τρίτου λόγου έφεσης. Παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση: «Οι ενάγοντες, όπως παρέμεινε αδιαμφισβήτητο, ήθελαν να εξασφαλιστεί η πλευρά τους σε περίπτωση που θα μετέφεραν το σύνολο του κύκλου εργασιών τους στους εναγόμενους, με βάση τη συμφωνία, Τεκμ.
- Έτσι συζητήθηκε μεταξύ των μερών και συμφωνήθηκε ο επίδικος όρος 6 του Τεκμηρίου αυτού. Η ορθή ερμηνεία του οποίου δεν μπορεί να είναι διαφορετική από την απόδοση προμηθειών σε σχέση με τα ασφαλιστικά συμβόλαια που εισήξαν στους εναγόμενους οι ενάγοντες. Νοουμένου, βέβαια, ότι τα συμβόλαια αυτά βρίσκονται σε ισχύ και ανανεώνονται για την περίοδο των είκοσι ετών που καταγράφεται. Καθότι, δεν νοείται καταβολή προμήθειας χωρίς ανανέωση του ασφαλιστηρίου. Αυτή ήταν και η πρόθεση των μερών η οποία συνάγεται και από την ίδια την αναφορά του όρου 6: «Οι προμήθειες ανανέωσης θα καταβάλλονται επί των ασφαλίστρων τα οποία ο Συνεργάτης εισήξε στην Εταιρεία και όχι πάνω σε οποιεσδήποτε προσθήκες αυξήσεις ή προσαυξήσεις οι οποίες θα επέλθουν μετά την ακύρωση, διακοπή ή τερματισμό της συμφωνίας αυτής». Ο αποκλεισμός προμήθειας επί προσθηκών, αυξήσεων ή προσαυξήσεων που θα επέλθουν μετά την ακύρωση ή τερματισμό της συμφωνίας, παραπέμπει σε ύπαρξη ανανεωμένων συμβολαίων. Γι΄ αυτό άλλωστε καθορίζονται ως προμήθειες ανανέωσης.» Το παράπονο της εφεσείουσας εδράζεται στο γεγονός ότι δεν μπορεί να αναμένεται από αυτήν για τα επόμενα 21 χρόνια να επικοινωνεί με την ασφαλιστική εταιρεία και να ζητά κατάλογο με τις ανανεώσεις πελατών που είχε εισαγάγει η ίδια. Αποτελεί θέση της εφεσείουσας ότι ο επίμαχος όρος λειτουργεί, με βάση τη μαρτυρία, ως ρήτρα προϋπολογισμού κατά το πρότυπο που προνοείται στο άρθρο 74 του Κεφ.
- Το γεγονός δε ότι είναι δύσκολο να αποδειχθεί με επιστημονικό τρόπο η «σαφής και βέβαιη» ζημιά της εφεσείουσας, ενδυναμώνει τη θέση της πως επρόκειτο για ρήτρα προϋπολογισμού. Παραπονείται, επίσης, η εφεσείουσα με τον τέταρτο λόγο έφεσης ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα δεν εντόπισε τις μεθοδεύσεις της εφεσίβλητης για να μην υπάρχει ανανέωση των συμβολαίων που είχε εισαγάγει η εφεσείουσα. Η επιστολή Τεκμ. 36, που απέστειλε η εφεσίβλητη προς όλους τους πελάτες στους οποίους ανέφερε ότι δεν επρόκειτο να ανανεώσει τα συμβόλαιά τους, αποτελεί παράβαση της συμφωνίας και στόχευε στο να μην ενεργοποιηθεί ο όρος 6 της συμφωνίας. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, επιχειρώντας να ερμηνεύσει τον όρο 6, καθοδηγήθηκε ορθά από τις καθιερωμένες αρχές ερμηνείας, όπως άλλωστε έγινε αποδεκτό και από την εφεσείουσα. Με τη συμφωνία που έγινε, ολόκληρος ο κύκλος εργασιών της εφεσείουσας θα γινόταν μέσω της ασφαλιστικής εταιρείας, γι΄ αυτό προσετέθη ο όρος 6, με στόχο την εξασφάλιση ουσιαστικά της εφεσείουσας, προκειμένου, σε περίπτωση τερματισμού, να λαμβάνει προμήθεια για περίοδο 20 ετών. Με αυτό τον τρόπο, η εφεσίβλητη δεν θα μπορούσε να οικειοποιηθεί το πελατολόγιο της εφεσείουσας προς ίδιον όφελος με τον τερματισμό της συμφωνίας. Από τη μαρτυρία των ιδίων των μαρτύρων της εφεσείουσας, προκύπτει ότι, για να δικαιούται σε προμήθειες, έπρεπε να υπάρχει ανανέωση των συμβολαίων. Στη βάση των πιο πάνω, θεωρώ ότι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι «η ύπαρξη σε ισχύ ασφαλιστικών συμβολαίων μετά τον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας, είναι απαραίτητη προϋπόθεση για θεμελίωση δικαιώματος αποζημίωσης, δυνάμει των προβλεπομένων από τον όρο 6 του Τεκμ. 1», είναι ορθή. Διαφορετική ερμηνεία θα οδηγούσε, κατά την κρίση μου, σε παράδοξα αποτελέσματα, δηλαδή, η ασφαλιστική εταιρεία να έχει την υποχρέωση να συνεχίσει για 21 χρόνια να καταβάλλει προμήθειες για πελάτες που σύστησε σ΄ αυτήν η εφεσείουσα, ενώ οι πελάτες θα συναλλάσσοντο με άλλη ασφαλιστική εταιρεία. Ως προς το κατά πόσο υπήρχαν ασφαλιστικά συμβόλαια εν ισχύ μετά τον τερματισμό της συμφωνίας, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ως ακολούθως: «Αξιολογώντας τη μαρτυρία που προσφέρθηκε από την πλευρά των εναγόντων, ως προς το ζήτημα της ισχύς ασφαλιστικών συμβολαίων μετά τη ρήξη της συμφωνίας μεταξύ των δύο μερών, εύκολα καταλήγει το Δικαστήριο ότι η μαρτυρία αυτή είναι επιδερμική, αόριστη και στερείται πειστικότητας. Αντίθετα, οι εναγόμενοι τεκμηρίωσαν, μέσα από τη χωρίς αντίκρουση σχετική μαρτυρία του ΜΥ1 και των Τεκμηρίων 29-33 που παρουσίασαν, ότι μετά τον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας κανένα συμβόλαιο που εισήξαν οι ενάγοντες ανανεώθηκε.» Η πιο πάνω αξιολόγηση, καθώς και η κατάληξη του Δικαστηρίου ως προς αυτό το ζήτημα, δεν αμφισβητείται με την παρούσα έφεση. Έχοντας, λοιπόν, καταλήξει ότι για να τεθεί σε εφαρμογή ο όρος 6 ως προς την παροχή αποζημίωσης θα έπρεπε να είχαν ανανεωθεί τα συμβόλαια των πελατών που σύστησε η εφεσείουσα, η απουσία ανανεωμένων συμβολαίων της στερεί τη δυνατότητα διεκδίκησης αποζημιώσεως, όπως ορθά κατέληξε το πρωτόδικο Δικαστήριο, χωρίς να απαιτείται να εξεταστεί ο τελευταίος λόγος έφεσης, ο οποίος άπτεται της αξιολόγησης της έκθεσης του αναλογιστή. Η αποστολή εκ μέρους της εφεσίβλητης επιστολής προς τους πελάτες που είχε συστήσει η εφεσείουσα με την οποία τους πληροφορούσε ότι δεν επρόκειτο να προχωρήσει σε ανανέωση των συμβολαίων τους, εξουδετέρωνε ουσιαστικά την υποχρέωσή της για καταβολή αποζημιώσεων με βάση τον όρο 6 του συμβολαίου. Αυτό ενδεχόμενα να αποτελούσε παράβαση της σύμβασης με ό,τι αυτό θα επέφερε. Όμως, το θέμα δεν μπορεί να απασχολήσει περαιτέρω, καθότι δεν καλύπτεται από το δικόγραφο της εφεσείουσας. Για τους πιο πάνω λόγους, θα απέρριπτα την έφεση. ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Δ. /ΧΤΘ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο