← Κύπρος

CHR. PETRIDES TRADELINKS LTD ν. ΠΑΝΤΕΛΙΤΣΑ ΠΕΤΡΙΔΟΥ, Πολιτική Έφεση Αρ. 201/2012, 7/2/2018

CHR. PETRIDES TRADELINKS LTD ν. ΠΑΝΤΕΛΙΤΣΑ ΠΕΤΡΙΔΟΥ, Πολιτική Έφεση Αρ. 201/2012, 7/2/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:AD:2018:A66 ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (Πολιτική Έφεση Αρ. 201/2012) 7 Φεβρουαρίου 2018 [Μ.Μ. ΝΙΚΟΛΑΤΟΣ, Π., Τ.Θ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, Τ. ΨΑΡΑ ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Δ.Δ.] CHR. PETRIDES TRADELINKS LTD Εφεσείουσας/Καθ΄ης η Αίτηση ν. ΠΑΝΤΕΛΙΤΣΑ ΠΕΤΡΙΔΟΥ Εφεσίβλητης/Αιτήτριας ------------- Βασιλ. Κλεόπα (κα) και Κ. Δημητριάδης για την εφεσείουσα. Μ. Ραφαήλ (κα) για Φράγκου & Συνεργάτες, για την εφεσίβλητη. Δημ. Παπαστεφάνου (κα) για Γενικό Εισαγγελέα. ---------- ΝΙΚΟΛΑΤΟΣ, Π.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον Τ.Θ. Οικονόμου, Δ. ---------- ΑΠΟΦΑΣΗ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, Δ: Η εφεσείουσα εταιρεία Chr. Petrides Tradelinks Ltd (εν τοις εφεξής «η Εταιρεία») είναι ιδιωτική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με μετοχές. Χαρακτηρίζεται ως οικογενειακή εφόσον από το 1984 μέτοχοι της ήταν πάντοτε ο εκ των ιδρυτών της Χρίστος Πετρίδης και η σύζυγός του Παντελίτσα (αιτήτρια/εφεσίβλητη) και αργότερα τα τρία παιδιά τους. Ένας εκ των τριών διοικητικών συμβούλων ήταν πάντοτε ο εφεσείοντας, ενώ σύμβουλοι διατέλεσαν η αιτήτρια (22.8.1984-23.6.2003) και δύο από τα παιδιά τους. Ο γάμος της εφεσίβλητης με τον Χ. Πετρίδη λύθηκε το 2005, αλλά παρέμεινε η εφεσίβλητη μέτοχος της Εταιρείας κατά 20%. Υπ΄αυτή της την ιδιότητα, επικαλούμενη ανάρμοστη, δόλια και παράνομη συμπεριφορά του Χ. Πετρίδη ως διευθυντή της Εταιρείας, αιτήθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας διάταγμα με το οποίο να δηλώνεται «ότι οι υποθέσεις της [Εταιρείας] πρέπει να ερευνηθούν από επιθεωρητή διορισμένο από το Υπουργικό Συμβούλιο», κατά τα προβλεπόμενα από το άρθρο 159(α)(
  2. ii)του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 που έχει ως ακολούθως: «159. Χωρίς βλάβη των εξουσιών του με βάση το άρθρο 158, το Υπουργικό Συμβούλιο- (α) διορίζει ένα ή περισσότερους ικανούς επιθεωρητές να ερευνήσουν τις υποθέσεις εταιρείας και υποβάλουν έκθεση πάνω σε αυτές με τρόπο που το Υπουργικό Συμβούλιο ήθελε διατάξει, αν- (
  3. i)η εταιρεία με ειδική απόφαση ή (
  4. ii)το Δικαστήριο με διάταγμα, δηλώνει ότι οι υποθέσεις της πρέπει να ερευνηθούν από επιθεωρητή διορισμένο από το Υπουργικό Συμβούλιο και (β) δύναται να ενεργήσει με τον τρόπο αυτό αν φανεί στο Υπουργικό Συμβούλιο ότι υφίστανται περιστάσεις που υποδεικνύουν- (
  5. i)ότι οι εργασίες της διεξάγονται με πρόθεση καταδολίευσης των πιστωτών της ή των πιστωτών οποιουδήποτε άλλου προσώπου ή διαφορετικά με δόλιο ή παράνομο σκοπό ή με τρόπο που να καταπιέζει οποιοδήποτε μέρος των μελών της ή ότι αυτή συστάθηκε με δόλιο ή παράνομο σκοπό (
  6. ii)ότι τα πρόσωπα που ασχολούνται με τη σύσταση της ή τη διαχείριση των υποθέσεων της είναι σχετικά με αυτές ένοχα απάτης, πλημμελούς εκτέλεσης ή άλλης κακής διαγωγής προς αυτή ή τα μέλη της ή (iii) ότι δεν δόθηκαν όλες οι πληροφορίες στα μέλη της, σχετικά με τις υποθέσεις της που εύλογα ανέμεναν.» Οι πρόνοιες του εν λόγω άρθρου αντιστοιχούν στις πρόνοιες του άρθρου 165 του αγγλικού Companies Act 1948 και, μεταγενέστερα, του άρθρου 432 του Companies Act 1985. Αντιστοιχούν επίσης στις πρόνοιες του άρθρου 237 του Companies Act, 1956 της Ινδίας. Ό,τι διαφέρει είναι το όργανο που διορίζει τον Επιθεωρητή. Συνεπώς, παρέχεται η ευχέρεια ευθείας αναφοράς στη νομολογία των δύο χωρών και στη βιβλιογραφία που επί της νομολογίας παράλληλα αναπτύχθηκε, με την οποία ερμηνεύθηκαν οι εν λόγω πρόνοιες και, γενικά, εξηγήθηκε η έννοια και ο μηχανισμός του προνοούμενου ελέγχου. Κατ΄αρχάς θα πρέπει να λεχθεί πως η δυνατότητα διενέργειας τέτοιου ελέγχου αναγνωρίζεται ως μια των περιπτώσεων της, εκ του νόμου, προνοούμενης προστασίας της μειοψηφίας των μετόχων μιας εταιρείας. Αναφέρονται σχετικώς τα εξής στο Pennington's Company Law, 5th Ed., σελ. 666: «The Companies Act 1985 (as amended), supplements a minority shareholder's power to protect his interests by bringing personal, representative and derivative actions in three ways. It first gives minority shareholders a special remedy in situations where they are treated unfairly and harmfully; secondly, it permits them to enforce certain claims of the company free from the restrictions imposed by the rule in Foss v Harbottle when the company is wound up; and finally, it enables them to obtain remedies indirectly through an investigation of the company's affairs by inspectors appointed by the Secretary of State for Trade and Industry, who may follow up the inspectors' report by taking remedial action.» Όπως αναφέρεται στο Σύγγραμμα Remedies of English Law, F. H. Laoson, 2nd Ed., 1980, σελ. 271, η έρευνα των υποθέσεων της εταιρείας υπό την παραπάνω έννοια έχει το χαρακτήρα διοικητικής θεραπείας ενώ στην πραγματικότητα δεν αποτελεί θεραπεία καν, αλλά μηχανισμό που μπορεί να εξασφαλίσει χρήσιμες ή αναγκαίες πληροφορίες σ΄αυτούς που επιδιώκουν θεραπεία. Από δικονομικής δε πλευράς, η δυνατότητα που παρέχεται με το άρθρο 159 στους μετόχους μειοψηφίας ασκείται με αίτηση δια κλήσεως η οποία επιδίδεται στην εταιρεία και το Γενικό Εισαγγελέα, κατά τα προβλεπόμενα στον Καν. 6(
  7. d)των Companies Rules, Subsidiary Legislation of Cyprus, Vol. II.[1] Στο Annual Practice 1970, σελ. 133, με αναφορά στο σχετικό αντίστοιχο άρθρο του αγγλικού νόμου του 1948 (άρθρο 165) σημειώνεται ότι η αίτηση μπορεί να γίνει από οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο. Τα παραπάνω ήδη απαντούν στον 7ο Λόγο Έφεσης με τον οποίο προβάλλεται ότι οι κατ΄ισχυρισμόν πράξεις του Χ. Πετρίδη στρέφονταν σε βάρος της ίδιας της εταιρείας και συνεπώς μόνο η εταιρεία είχε δικαίωμα να λάβει νομικά μέτρα. Το άρθρο 159(α)(
  8. ii)δημιουργεί δικαίωμα σε μέτοχο της μειοψηφίας και τον νομιμοποιεί να ζητήσει την ενεργοποίηση του προβλεπόμενου μηχανισμού. Η αίτηση δεν υποβάλλεται από την εταιρεία, αλλά επιδίδεται στην εταιρεία. Συνεπώς, ο 7ος Λόγος Έφεσης απορρίπτεται. Ευθέως δε, προκύπτει από απλή ανάγνωση του Νόμου πως ο διορισμός επιθεωρητή είναι για το Υπουργικό Συμβούλιο υποχρεωτικός αφ΄ης στιγμής το Δικαστήριο προβεί σε δήλωση περί της αναγκαιότητας έρευνας. Τούτο υποδηλώνει η φράση «το Υπουργικό Συμβούλιο διορίζει» (βλ. ιδιαιτέρως το αγγλικό, αυθεντικό, κείμενο της νομοθεσίας: «shall appoint»), σε αντιδιαστολή, μάλιστα, με την προνοούμενη ευχέρεια («δύναται») που παρέχει το εδάφιο (β) του άρθρου 159. Όπως ευχέρεια παρέχει στο Υπουργικό Συμβούλιο και το άρθρο 158 που προβλέπει για τη δυνατότητα («μπορεί») διορισμού επιθεωρητή μετά από αίτηση μελών της εταιρείας προς το Υπουργικό Συμβούλιο.[2] Ως εκ των άνω, ο 1ος Λόγος Έφεσης, με τον οποίο προβάλλεται ότι κακώς το Δικαστήριο «διέταξε» το Υπουργικό Συμβούλιο να διορίσει επιθεωρητή, εφόσον εναπόκειτο στο Υπουργικό Συμβούλιο να ασκήσει τη δική του προς τούτο ευχέρεια, απορρίπτεται. Ο 2ος Λόγος Έφεσης αναφέρεται στην ενέργεια του πρωτοδίκου Δικαστηρίου να διατηρήσει σε ισχύ, τροποποιώντας το, μετά την έκδοση της τελικής του απόφασης και μέχρι την ολοκλήρωση της έρευνας, διάταγμα, που είχε δοθεί ως ενδιάμεσο, «έτσι ώστε η οποιαδήποτε ενέργεια των Διευθυντών να είναι υπό την έγκριση του Επιθεωρητή που θα διοριστεί από το Υπουργικό Συμβούλιο μέχρι και την ολοκλήρωση της έρευνας». Το ζήτημα, στην Ειδοποίηση Έφεσης, δεν τέθηκε σε σχέση με την εξουσία που είχε, ή δεν είχε, το Δικαστήριο να παρατείνει την ισχύ του διατάγματος, αλλά ευθέως διασυνδέθηκε με τα προβληθέντα, ως άνω, στον 1ο Λόγο Έφεσης. Το σφάλμα δηλαδή που αποδόθηκε, στα πλαίσια του 2ου Λόγου Έφεσης, στο πρωτόδικο Δικαστήριο είναι ότι «λειτούργησε υπό την εσφαλμένη αντίληψη ότι ο διορισμός Επιθεωρητή από το Υπουργικό Συμβούλιο είναι ένα βέβαιο γεγονός» και υπό αυτή την «εσφαλμένη αντίληψη» προσέδωσε ακαθόριστη ή επ΄αόριστο χρονική διάρκεια στο διάταγμα. Με τον τρόπο που τέθηκε το ζήτημα, δεν μπορεί παρά να συμπαρασυρθεί από την απόρριψη ήδη του υποβάθρου του, στα πλαίσια του 1ου Λόγου Έφεσης. Θα μπορούσαμε περιπλέον να παρατηρήσουμε ότι έχει στο μεταξύ περατωθεί η έρευνα και εκδόθηκε τελική έκθεση στις 13.11.2017, με αποτέλεσμα το εν λόγω διάταγμα όπως και περαιτέρω διάταγμα παγοποίησης σε σχέση με την περιουσία της εταιρείας να έχουν έκτοτε τερματιστεί. Δεν έχει δοθεί οποιαδήποτε εξήγηση για το κατά πόσο, υπό αυτές τις περιστάσεις, ο σχετικός λόγος έφεσης διατηρεί το αντικείμενό του. Συνεπώς, ο 2ος Λόγος Έφεσης απορρίπτεται. Περαιτέρω, με σειρά λόγων έφεσης (Λόγοι 4, 5, 8) εγείρονται ζητήματα ως προς τις προϋποθέσεις και περιστάσεις που κατά τις εισηγήσεις της εφεσείουσας θα έπρεπε να ληφθούν υπόψιν και να καθορίσουν την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Τέθηκε ειδικότερα ότι το Δικαστήριο θα έπρεπε να λάβει υπόψιν κατά πόσο υπήρχε οποιαδήποτε άλλη εναλλακτική θεραπεία στα πλαίσια της αρχής ότι τα δικαστήρια δεν παρεμβαίνουν κατά κανόνα στην εσωτερική διακυβέρνηση μιας εταιρείας αναφορικά με πράξεις που μπορούσαν να επικυρωθούν σε γενική συνέλευση. Επίσης, θα έπρεπε να ληφθεί υπόψιν ότι ο διορισμός επιθεωρητή, λόγω των συνεπειών που έχει στην εταιρεία, αρμόζει σε πιο σοβαρές περιπτώσεις και παράλληλα να ληφθεί υπόψιν ο χαρακτήρας και η φύση της Εταιρείας και η ουσία της διαφοράς των διαδίκων. Τέλος, εσφαλμένα απέρριψε το πρωτόδικο Δικαστήριο την εισήγηση ότι οι πρόνοιες του άρθρου 159 θα έπρεπε να τυγχάνουν εφαρμογής μόνο στις περιπτώσεις που θίγεται το δημόσιο συμφέρον. Εξετάζοντας τις παραπάνω εισηγήσεις θα πρέπει κατ΄αρχάς να λεχθεί ότι η μόνη περιοριστική αναφορά στο άρθρο 159(α)(
  9. ii)είναι η αναφορά στον όρο «υποθέσεις της εταιρείας». Ως προς την έννοια του όρου αυτού, στην R. v. Board of Trade Ex p. St. Martin Preserving Co Ltd [1965] 1 QB 603, ο Phillimore, J. θεώρησε ότι περιλαμβάνει «its goodwill, its profits or losses, its contracts and assets including its shareholding in and ability to control the affairs of a subsidiary, or perhaps in the latter regard a sub-subsidiary.» (βλ. Palmer's Company Law, 21st Ed., σελ. 683). Πέραν τούτου, ο νομοθέτης δεν περιόρισε την ευχέρεια που παρέχεται στο Δικαστήριο με βάση το άρθρο 159(α)(
  10. ii)θέτοντας οποιαδήποτε προϋπόθεση, όπως εξ αντιδιαστολής έπραξε προκειμένου για την ευχέρεια που απέδωσε στο Υπουργικό Συμβούλιο δια των άρθρων 158 και 159(β), όπου ρητά έθεσε προϋποθέσεις. Ασφαλώς όμως πρόκειται για ευχέρεια που δεν ασκείται αυθαίρετα και ανέλεγκτα, αλλά δικαστικά. Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει σχετικά η πειστική ινδική νομολογία στην οποία μας παρέπεμψε με την ικανή και εμπεριστατωμένη αγόρευση της η κα Ραφαήλ. Στην υπόθεση Mrs U. A. Sumathy v. Dig Vijay Chit Fund (P.) Ltd [1983] 53 COMP. CAS. 493 (KER), λέχθηκαν τα ακόλουθα:- «NO doubt, cl. (a)(
  11. ii)of s. 237 [αντίστοιχο με το άρθρο 159(α)(ii)] does not lay down what circumstances are to be proved before the court and on what materials the court could act. But that does not mean that mere allegations are sufficient. A court can act only on the materials placed before it; and those materials should at least be such as to satisfy the court that a deeper probe into the company's affairs is desirable in the interests of the company itself.» Ειδικότερα στην υπόθεση P. Sreenivasan v. Yoosuf Abdulla & Sons (P.) Ltd. [1983] 53 Comp Cas 485 (KΕR), το θέμα τέθηκε επί της αρχής που παραθέσαμε ανωτέρω παραπέμποντας στο απόσπασμα από το σύγγραμμα Pennington's Company Law, ως ακολούθως:- «Investigation of the company's affairs by the Department of Trade in England has always been understood as a statutory exception to the rule in Foss v. Harbottle [1843] 2 Hare 461, that the internal affairs of a company is a matter for the majority, and a dissatisfied minority cannot seek outside interference. The Companies Act provides for the protection of minorities in three ways: (
  12. i)by giving them a right to complain against oppression, (
  13. ii)by permitting them to act on behalf of the company when it is would up, as in the case of misfeasance proceedings, and (iii) by enabling them to obtain remedies indirectly through investigation. The court's discretion under section 237 is, therefore, to be exercised only when it is satisfied that the minority has made out at least a prima facie case that the rule in Foss v. Harbottle [1843] 2 Hare 461, requires relaxation in the interests of the company.» Σ΄αυτά τα πλαίσια υπεισέρχονται, αναφέρεται περαιτέρω, οι προϋποθέσεις του εδαφίου (β) του άρθρου 237 που ορίζει τις αναγκαίες προϋποθέσεις άσκησης από το CLB (Company Law Board) της αντίστοιχης ευχέρειας που στην Κύπρο ασκεί το Υπουργικό Συμβούλιο με βάση το άρθρο 159(β), υπό την έννοια ότι «the circumstances enumerated in clause (
  14. b)are material for the exercise of the Court's discretion also». Η ίδια προσέγγιση ακολουθήθηκε στην Premier Plantations Ltd v. M. Ebrahimkutty [2002] 37 SCL 804 (KER), όπου υποδείχθηκαν περαιτέρω τα ακόλουθα:- «But it is not always mandatory that Court can pass a declaration only if the conditions under section 237(
  15. b)exist. No such restrictions are placed by the Legislature even though Court will exercise its judicial discretion only on sufficient materials and only after the Court is convinced that situation warrants an investigation in the interest of the company as a whole. [...] Unless any one of the circumstances as mentioned in section 237(
  16. b)exist, the CLB cannot order an investigation, but no such restriction is placed on the Court.» Πρόδηλο δε είναι ότι η άσκηση της ευχέρειας του Δικαστηρίου πρέπει να γίνεται με γνώμονα τα κατά νόμο ενδεχόμενα αποτελέσματα της έρευνας ως προς τα οποία μας διαφωτίζει το άρθρο 163[3] (βλ. York International Securities Ltd v. The Republic

(1987)3 CLR 834). Στο άρθρο 163 ορίζεται ότι εάν από την έρευνα διαφανούν ποινικές ευθύνες, τότε το Υπουργικό Συμβούλιο παραπέμπει το θέμα στο Γενικό Εισαγγελέα. Δύναται επίσης το Υπουργικό Συμβούλιο να μεριμνήσει ώστε να υποβληθεί αίτηση για την εκκαθάριση της εταιρείας εάν φανεί σκόπιμο εξαιτίας τέτοιων καταστάσεων που αναφέρονται στο άρθρο 159(β) ή δύναται, προς το δημόσιο συμφέρον, να μεριμνήσει για την έγερση διαδικασίας για ανάκτηση αποζημιώσεων σχετικά με δόλο, πλημμελή εκτέλεση ή άλλη κακή διαγωγή αναφορικά με την ίδρυση του νομικού προσώπου ή τη διαχείριση των υποθέσεων του κ.τ.λ. Αυτά ως τελικά ενδεχόμενα είναι λογικό να βρίσκονται στη σκέψη του δικαστή κατά την άσκηση της ευχέρειας του ως προς το κατά πόσο είναι κατάλληλη περίπτωση να προβεί στη δήλωση του άρθρου 159(α)(ii). Κατά τ΄άλλα δεν έχουμε παραπεμφθεί, ούτε εντοπίσαμε, αρχή δικαίου που να επιβάλλει ως προϋπόθεση την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, όπως ήταν η εισήγηση του εφεσείοντα. Άλλωστε, όπως ορθά υπέδειξε η κα Ραφαήλ με αναφορά στην York International Securities (ανωτ.), το στοιχείο του δημοσίου συμφέροντος, αν και πρωτίστως η έρευνα έχει ως σκοπό την προστασία ιδιωτικών συμφερόντων, υπεισέρχεται στο βαθμό που με την έρευνα μπορεί να συλλεγεί μαρτυρία η οποία είναι δυνατό να οδηγήσει σε ποινική δίωξη. Τέλος, παρατηρούμε ότι η έννοια του δημοσίου συμφέροντος ρητώς τίθεται στο εδάφιο
(4)του άρθρου 163 ως προϋπόθεση για λήψη νομικών μέτρων από το Υπουργικό Συμβούλιο προς ανάκτηση αποζημιώσεων. Προκύπτει εξ αυτού ότι όπου ήθελε ο νομοθέτης να θέσει ζήτημα δημοσίου συμφέροντος υπό την έννοια της αυστηρής προϋπόθεσης, το έπραξε ρητά. Ούτε η στοιχειοθέτηση ότι δεν υπάρχει εναλλακτική θεραπεία τίθεται ως επιτακτικός κανόνας. Στην Premier Plantations Ltd (ανωτ.), όπου ως εναλλακτική θεραπεία τέθηκε η δυνατότητα που παρέχει το άρθρο 237(
  1. b)(ήτοι 159(β), Κεφ. 113), λέχθηκαν σχετικώς τα ακόλουθα: «Existence of alternate remedy also can be taken as a condition for refusing to exercise the discretionary jurisdiction in appropriate cases, but it cannot operate as an absolute bar.» Δεν παραβλέπουμε από την άλλη την ορθή εισήγηση της εφεσείουσας ότι η εξουσία που παρέχει το άρθρο 159(α)(
  2. ii)θα πρέπει να ασκείται γενικώς με περίσκεψη. Η δραστικότητα του μέτρου, εφόσον οδηγεί άνευ ετέρου το Υπουργικό Συμβούλιο στο διορισμό επιθεωρητή, αλλά και εφόσον συνιστά εκτροπή από θεμελιακές αρχές του εταιρικού δικαίου (όπως τον κανόνα στην Foss v. Harbottle) και προκαλεί αντίκτυπο στην εταιρεία που επηρεάζεται, θα πρέπει να δημιουργεί περίσκεψη και η σχετική ευχέρεια αναμένεται να ασκείται με φειδώ. Είναι χαρακτηριστική η διαπίστωση που καταγράφεται στο σύγγραμμα Smith & Keenan, Company Law, 5th Ed., σελ. 310, ότι η χρήση του άρθρου 165
(1)(α) είναι σπάνια. Όμως, όπως πάντοτε, όταν τίθεται προς εξέταση η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας πρωτοδίκου δικαστηρίου, το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Ζητούμενο δεν είναι η αναθεώρηση της με γνώμονα την υποκειμενική κρίση του Εφετείου, αλλά η επέμβαση μόνο εάν κι εφόσον, εξ αντικειμένου, διαπιστώνεται άσκηση της διακριτικής ευχέρειας έξω από το πλαίσιο που παρέχει ο νόμος, όπως συμβαίνει όταν υπεισέρχονται εξωγενείς παράγοντες ή όπου η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας οδηγεί σε πασιφανή αδικία, όπως είναι η περίπτωση απόφασης στην οποία δεν θα μπορούσε να καταλήξει κανένα δικαστήριο (Αρέστη ν Ηλία
(1991)1 ΑΑΔ 984). Η γενική αυτή αρχή, ουσιώδους σημασίας ως προσδιοριστική του αυτεξούσιου της δικαστικής κρίσης, εκφράστηκε ως εξής με αναφορά τη συγκεκριμένη εξουσία του άρθρου 237(α)(
  1. ii)(159(α)(ii), Κεφ. 113) στην προαναφερθείσα Premier Plantations Ltd:- «But when a discretionary order under section 237(a)(
  2. ii)is passed by the proper court with jurisdiction, unless there is compelling ground appellate court will not interfere. In other words, if there is no prima facie material at all before the Court and Court ordered investigation under section 237(a)(
  3. ii)as a fishing expedition, appellate court will interfere. But it is settled law that if order is passed after considering the materials available, normally appellate court will not interfere with the discretionary order passed by a competent court with jurisdiction.» Σημειώνουμε περαιτέρω ότι στα παραπάνω πλαίσια δεν απαιτείται από το Δικαστήριο να πειστεί ότι διαπράχθηκε δόλος ή άλλη ανάρμοστη, υπό την έννοια που εξηγήθηκε ανωτέρω, συμπεριφορά. Δεν θα μπορούσε αντικείμενο της διαδικασίας να είναι η απόδειξη αυτής τούτης της ανάρμοστης συμπεριφοράς σε σχέση με τις «υποθέσεις της εταιρείας», εφόσον το ζητούμενο της διαδικασίας είναι ακριβώς εάν θα πρέπει να γίνει διερεύνηση για να διαφανεί, στο τέλος, κατά πόσον υπήρξε τέτοια ανάρμοστη συμπεριφορά. Από την άλλη, το δικαστήριο δεν θα ενεργήσει επί απλής υποψίας, αλλά θα πρέπει να στηριχθεί σε μια στέρεη και ουσιαστική βάση. Όπως τέθηκε στην Irvin & Johnson Ltd v. Gelcer & Co (PTY) Ltd [1958] All SA 27 (C):- «If the Court is entitled to act on a "suspicion of some grave impropriety", it should be satisfied that the suspicion is well founded." Η διαδικασία αυτή, εν κατακλείδι, δεν μπορεί να χρησιμοποιείται, όπως ελέχθη ως άνω στην Premier Plantation Ltd, αλλά και υποδείχθηκε στην Peristiany v. R. J. Archontides Ltd
(1967)1 CLR 66, ως εγχείρημα απόσπασης μαρτυρίας αν δεν υπάρχει ήδη επαρκής μαρτυρία ικανή να εγείρει βάσιμες υπόνοιες για δόλο ή άλλη ανάρμοστη συμπεριφορά ώστε να δικαιολογείται η περαιτέρω έρευνα προς το συμφέρον της εταιρείας ως σύνολο. Αν η μαρτυρία είναι υπ΄αυτή την έννοια ανεπαρκής, τότε η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί, όπως στην περίπτωση της Peristiany, όπου ο εφεσείοντας, όχι μόνο παρουσίασε ανεπαρκή μαρτυρία, αλλά η μαρτυρία που προσκόμισε απεδείκνυε κατά τρόπο θετικό ότι δεν υπήρχε δόλος ή άλλη ανάρμοστη συμπεριφορά από τους διευθυντές της εταιρείας. Διευκρινίζουμε δε, ότι αυτή είναι η έννοια της απόφασης εκείνης και όχι, ως εξηγήσαμε ανωτέρω, ότι απαιτείται μαρτυρία που να αποδεικνύει, θετικά, δόλο ή ανάρμοστη συμπεριφορά. Εν προκειμένω, η μαρτυρία που παρουσίασε η εφεσίβλητη, υποστηριζόμενη από έγγραφα έπεισε το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι υπήρχε ανάγκη διερεύνησης των υποθέσεων της Εταιρείας σε σχέση με τη διαγωγή του Χ. Πετρίδη ως διευθυντή της και ειδικότερα σε σχέση με θέματα που αφορούσαν κακή διοίκηση της Εταιρείας (μη σύγκλιση γενικών συνελεύσεων, διορισμοί και παύσεις διευθυντών), παράλειψη ετοιμασίας και υποβολής οικονομικών καταστάσεων, παράλειψη πληρωμής μερισμάτων, δανειοδοτήσεις προς και από την Εταιρεία με υποθηκεύσεις περιουσιακών στοιχείων της Εταιρείας χωρίς την απαραίτητη έγκριση των μετόχων και αύξηση της προσωπικής περιουσίας του Χ. Πετρίδη. Προκύπτει ότι το Δικαστήριο άσκησε την ευχέρειά του έχοντας κατ΄ουσία κατά νου τα αναφερόμενα στο άρθρο 159(β)(
  1. ii)για περιστάσεις που υποδεικνύουν απάτη, πλημμελή εκτέλεση ή άλλη κακή διαγωγή προς την εταιρεία ή τα μέλη της και στο άρθρο 159(β)(iii) για περιστάσεις που υποδεικνύουν ότι δεν δόθηκαν στα μέλη της εταιρείας οι εύλογα αναμενόμενες πληροφορίες σχετικά με τις υποθέσεις της εταιρείας. Προσβλήθηκε, σημειώνουμε, με την παρούσα έφεση ως εσφαλμένη η αξιολόγηση της μαρτυρίας (Λόγος Έφεσης αρ. 6). Τούτο όμως έγινε κατά τρόπο ως εάν το ζητούμενο να ήταν η απόδειξη των ισχυρισμών περί δόλου ή άλλης ανάρμοστης συμπεριφοράς, παραγνωρίζοντας το ζητούμενο της διαδικασίας που ήταν η στοιχειοθέτηση της ανάγκης για περαιτέρω διερεύνηση. Γενικά, δεν βρίσκουμε βάσιμο λόγο να παρέμβουμε στις διαπιστώσεις στις οποίες κατέληξε, υπό την απαιτούμενη περιορισμένη έννοια το πρωτόδικο Δικαστήριο, ούτε βάσιμο και εξ αντικειμένου λόγο να επέμβουμε στον τρόπο που άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια. Ως εκ των άνω, οι Λόγοι Έφεσης 4, 5, 6 και 8 απορρίπτονται. Ο Λόγος Έφεσης 3 απορρίπτεται ως αποσυρθείς. Η Δημοκρατία, η οποία δεν εφεσίβαλε την πρωτόδικη απόφαση, κλήθηκε για να τοποθετηθεί ως προς τα έξοδα, σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης, η οποία όμως θα απορριφθεί. Η έφεση απορρίπτεται με έξοδα €2.500 πλέον ΦΠΑ αν υπάρχει υπέρ της εφεσίβλητης και εναντίον της εφεσείουσας. Μ.Μ. Νικολάτος, Π. Τ.Θ. Οικονόμου, Δ. Τ. Ψαρά-Μιλτιάδου, Δ. /ΚΧ»Π [1] Διευκρινίζεται ότι στον Καν. 6(
  2. d)γίνεται μνεία στο άρθρο 158 του Νόμου με αναφορά στον προϊσχύσαντα περί Εταιρειών Νόμο (Companies Act, 1951), το οποίο αντιστοιχεί στο υπό εξέταση άρθρο 159. [2] «158.-
(1)Το Υπουργικό Συμβούλιο μπορεί να διορίσει ένα ή περισσότερους επιθεωρητές να ερευνήσουν τις υποθέσεις εταιρείας και υποβάλουν αναφορά για αυτές με τον τρόπο που το Υπουργικό Συμβούλιο ήθελε καθορίσει- (α) σε περίπτωση εταιρείας που έχει μετοχικό κεφάλαιο, μετά από αίτηση είτε τουλάχιστο διακοσίων μελών είτε μελών που κατέχουν τουλάχιστο το ένα δέκατο των εκδομένων μετοχών (β) σε περίπτωση εταιρείας που δεν έχει μετοχικό κεφάλαιο, μετά από αίτηση τουλάχιστο του ενός πέμπτου του αριθμού των προσώπων των εγγεγραμμένων στο μητρώο μελών της εταιρείας.
(2)Η αίτηση πρέπει να υποστηρίζεται από τέτοια αποδεικτικά στοιχεία που το Υπουργικό Συμβούλιο δυνατό να απαιτήσει για να δείξει ότι οι αιτητές έχουν βάσιμο λόγο να απαιτούν την έρευνα, και το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται, πριν από το διορισμό επιθεωρητή, να απαιτήσει την παροχή ασφάλειας από τους αιτητές για τέτοιο ποσό που το Υπουργικό Συμβούλιο ήθελε καθορίσει, για την πληρωμή των εξόδων της έρευνας.» [3] Διαδικασία μετά την έκθεση επιθεώρησης 163.-
(1)Αν από οποιαδήποτε έκθεση που καταρτίστηκε σύμφωνα με το εδάφιο 162, ήθελε φανεί στο Υπουργικό Συμβούλιο ότι πρόσωπο είναι ένοχο αδικήματος για το οποίο είναι ποινικά υπεύθυνο σε σχέση με την εταιρεία ή άλλο νομικό πρόσωπο οι υποθέσεις του οποίου έχουν ερευνηθεί δυνάμει του εδαφίου 160, το Υπουργικό Συμβούλιο παραπέμπει το θέμα στο Γενικό Εισαγγελέα.
(2)Αν, όταν οποιοδήποτε θέμα αποστέλλεται στο Γενικό Εισαγγελέα δυνάμει του άρθρου αυτού, αυτός θεωρήσει ότι η υπόθεση είναι από αυτές που πρέπει να ασκηθεί ποινική δίωξη, αυτός εγείρει διαδικασία κατά ακολουθία, και αποτελεί καθήκον όλων των αξιωματούχων και αντιπροσώπων της εταιρείας ή άλλου νομικού προσώπου όπως προαναφέρθηκε, ανάλογα με την περίπτωση, άλλου ή του κατηγορουμένου στη διαδικασία, να δώσουν σε αυτόν κάθε βοήθεια σχετικά με την ποινική δίωξη, που εύλογα δύνανται να δώσουν. Το εδάφιο
(5)του άρθρου 161 εφαρμόζεται για τους σκοπούς του εδαφίου αυτού όπως αυτό εφαρμόζεται για τους σκοπούς του άρθρου εκείνου.
(3)Αν, στην περίπτωση νομικού προσώπου που υπόκειται σε εκκαθάριση με βάση το Νόμο αυτό, φανεί στο Υπουργικό Συμβούλιο από οποιαδήποτε τέτοια έκθεση όπως προαναφέρθηκε ότι είναι σκόπιμο να πράξει με τον τρόπο αυτό εξαιτίας τέτοιων καταστάσεων όπως αναφέρονται στην υποπαράγραφο (ι) ή (ιι) της παραγράφου (β) του άρθρου 159, το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται, εκτός αν το νομικό πρόσωπο βρίσκεται υπό εκκαθάριση από το Δικαστήριο, να μεριμνήσει να υποβληθεί αίτηση για την εκκαθάριση της με τον τρόπο αυτό αν το Δικαστήριο το θεωρήσει ορθό και δίκαιο ότι πρέπει να εκκαθαριστεί ή αίτηση για διάταγμα με βάση το άρθρο 202 ή και τα δύο.
(4)Αν από οποιαδήποτε τέτοια έκθεση όπως προαναφέρθηκε φανεί στο Υπουργικό Συμβούλιο ότι πρέπει για το δημόσιο συμφέρον να ελαμβάνετο διαδικασία από οποιοδήποτε νομικό πρόσωπο που αναφέρεται στην έκθεση, για την ανάκτηση αποζημιώσεων σχετικά με δόλο, πλημμελή εκτέλεση ή άλλη κακή διαγωγή αναφορικά με την ίδρυση ή σύσταση εκείνου του νομικού προσώπου ή τη διαχείριση των υποθέσεων του, ή για την ανάκτηση οποιασδήποτε ιδιοκτησίας του νομικού προσώπου που κακώς διατέθηκε ή κατακρατείται άδικα, δύναται να μεριμνήσει να εγερθεί διαδικασία στο όνομα του νομικού προσώπου.
(5)Το Υπουργικό Συμβούλιο αποζημιώνει το νομικό πρόσωπο για όλα τα έξοδα ή δαπάνες που υπέστηκε κατά ή σε σχέση με οποιαδήποτε διαδικασία που λήφθηκε σύμφωνα με το εδάφιο
(4). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.