OPEN JOINT STOCK COMPANY "SUMY MACHINE-BUILDING SCIENCE & PRODUCTION ASSOCIATION, μετονομασθείσα σε M. v. FRUNZE κ.α. ν. PROSCENO TRADING LIMITED, Πολιτική Έφεση Αρ. 253/2012, 29/3/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:AD:2018:A138 ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ Πολιτική Έφεση Αρ. 253/2012 29 Μαρτίου, 2018 [ΠΑΝΑΓΗ, ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΓΙΑΣΕΜΗ, Δ/ΣΤΕΣ] ΜΕΤΑΞΥ:
- OPEN JOINT STOCK COMPANY "SUMY MACHINE-BUILDING SCIENCE & PRODUCTION ASSOCIATION, μετονομασθείσα σε M. v. FRUNZE, από την Ουκρανία
- STREMVOL HOLDINGS LIMITED, εκ Λεμεσού
- INTER CROWTH INVESTMENTS LIMITED, εκ Λεμεσού
- TORBERT BETEILIGUNGEN AG, εξ Ελβετίας
- ENERGY STANDARD GROUP S.A., εξ Ελβετίας
- MAXIM MARKOV εκ Ρωσίας 7 LUKYANENKO VOLODYMYR VOLODYMYROVYCH εκ Ρωσίας
- DASTIME GROUP LIMITED
- PALPON TRADING LIMITED, εκ Λεμεσού
- ALVERON HOLDING LIMITED, εκ Λεμεσού
- ENERGY STANDARD FUND LIMITED, εκ Λεμεσού
- ENERGY STANDARD FUND MANAGEMENT LIMITED, εκ Λεμεσού
- ENERGY STANDARD INDUSTRIES LIMITED, εκ Λεμεσού
- UMS HOLDING LIMITED, εκ Λεμεσού
- KONSTANTINE GRIGORISHIN, εκ Ρωσίας
- LUKYANENKO ΤΑΤΎΑΝΑ εκ Ρωσίας
- DP "HEAVY DRILLING PIPES PLANT" εξ Ουκρανίας
- OOO "FRUNZE-FLORA" εξ Ουκρανίας
- OOO "SUMY MACHINE-BUILDING SCIENTIFIC AND PRODUCTION ASSOCIATION" (formerly known as OOO "FRUNZE-KISLOROD"), εξ Ουκρανίας
- ΜΑΡΙΝΟΣ ΜΙΧΑΗΛ, εκ Λεμεσού
- ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΠΑΠΑΣ, εκ Λεμεσού
- CP. PALEMA SERVICES LIMITED, εκ Λεμεσού
- ΣΟΦΙΑ ΧΑΡΑΛΑΜΒΟΥΣ, εκ Λεμεσού
- ΧΡΙΣΤΙΑΝΑ ΧΡΙΣΤΟΥ, εκ Λεμεσού
- ΓΙΑΝΟΥΛΛΑ ΑΝΤΩΝΙΟΥ, εκ Λεμεσού
- ΜΑΡΙΑ ΑΓΙΝΗ, εκ Λεμεσού
- ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΜΑΥΡΕΛΛΗΣ, εκ Λεμεσού
- ΜΙΚΑΕΛΑ ΧΑΤΖΗΛΑΜΠΗ, εκ Λεμεσού
- CYPROSERVUS CO LIMITED, εκ Λεμεσού
- ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, εκ Λεμεσού
- ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΥΛΑΚΤΟΥ, εκ Λεμεσού
- FABIO LIBERO DECCO, εξ Ελβετίας
- LUKYANENKO VOLODYMYR MATVIYOVYCH εκ Ρωσίας
- HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD, εκ Λευκωσίας
- ΧΡΙΣΤΙΑΝΑ ΚΛΕΑΝΘΟΥΣ, εκ Λεμεσού Εφεσειόντων/Εναγομένων ΚΑΙ PROSCENO TRADING LIMITED, Εφεσίβλητης/Ενάγουσας ........ Για Εφεσείοντες/Αντεφεσίβλητους 2, 9-14, 20-26, 30, 31 και 35: Κ. Βελάρης και Ε. Κονναρή (κα) Για Εφεσείοντες/Αντεφεσίβλητους 3, 4, 16 27-29 και 32: Β. Χαραλάμπους για Χρύσης Δημητριάδης & Σία ΔΕΠΕ Για Εφεσίβλητους/Αντεφεσείοντες: Τ. Παντελής ......... ΠΑΝΑΓΗ Δ.: Την ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δώσει ο Χριστοδούλου, Δ. Α Π Ο Φ Α Σ Η ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Δ.: Με ενδιάμεση απόφαση ημερ. 18.5.12 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού απορρίφθηκαν δύο
(2)αιτήσεις ημερ. 23 και 26.9.11 των εφεσειόντων/εναγομένων, με τις οποίες επεδίωξαν παραμερισμό του κλητηρίου εντάλματος και της επίδοσης της αγωγής 6273/10, την οποία καταχώρισε εναντίον τους η εφεσίβλητη-ενάγουσα, στη βάση ότι δυνάμει του άρθρου 22.2 του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής ο Κανονισμός) αποκλειστική δικαιοδοσία για εκδίκαση της υπόθεσης έχει το Ουκρανικό Δικαστήριο, όπου και η έδρα της εφεσείουσας 1. Οι εφεσείοντες θεωρούν εσφαλμένη την πρωτόδικη απόφαση την οποία και πρόσβαλαν με την παρούσα με τρεις λόγους έφεσης, ενώ για τους δικούς της λόγους και η εφεσίβλητη καταχώρισε αντέφεση προβάλλοντας ότι οι επίδικες αιτήσεις θα έπρεπε να απορριφθούν και στη βάση τριών
(3)επιπρόσθετων λόγων. Προτού όμως εξετάσουμε την έφεση και την αντέφεση προέχει η παράθεση, κατά τρόπο επιγραμματικό, της ουσίας των ισχυρισμών που πρόβαλε ως γεγονότα η εφεσίβλητη στην έκθεση απαίτησης της, οι οποίοι, όπως ορθώς παρατήρησε το πρωτόδικο Δικαστήριο με αναφορά στη Μούρτζινος ν. Global Princes S.A.
(1992)1(B) A.A.Δ. 1160, αποτελούν τον οδηγό για στοιχειοθέτηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της εφεσίβλητης - εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κύπρο και μέτοχο του 13,5124% του συνολικού εκδοθέντος μετοχικού κεφαλαίου της εφεσείουσας 1 - οι εφεσείοντες με επιλήψιμες πράξεις - δόλο, απάτη, καταχρηστικές διαθέσεις περιουσιακών στοιχείων της εφεσείουσας 1 μέσω πλαστών και παράνομων συναλλαγών - κακόβουλα προκάλεσαν στον ιδιοκτήτη και δικαιούχο της, Igor Sarkis, ζημιά ύψους $115.000.000 (Δολάρια Αμερικής) που αντιπροσωπεύει τη μείωση της αξίας του μεριδίου της (της εφεσίβλητης) στην εφεσείουσα
- Και αυτό μέσω παράνομων και αντικανονικών εταιρικών αποφάσεων της εφεσείουσας 1, η οποία είναι νομική οντότητα (Οpen Joint Stock Company) δεόντως συσταθείσα σύμφωνα με τους νόμους της Ουκρανίας, όπου και η έδρα της. Προς τούτο καταλογίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στους εφεσείοντες 15 και 33 οι οποίοι είναι Ρώσοι επιχειρηματίες και ο εξ αυτών εφεσείων 15 είναι ο τελικός δικαιούχος των εφεσειόντων 2, 9, 10, 12, 13 και 14 - οι οποίες είναι εταιρείες που συστάθηκαν σύμφωνα με τον Κυπριακό Νόμο - ο δε εφεσείων 33 μέτοχος του 0.000007% του μετοχικού κεφαλαίου της εφεσείουσας 1 και επικεφαλής του Εποπτικού της Συμβουλίου (Supervisory Bard). Μέλη του ίδιου Συμβουλίου είναι και οι ελβετικές εταιρείες εφεσείουσες 4 και 5, η ρωσική εταιρεία εφεσείουσα 6 και η εγγεγραμμένη στα BV1 εφεσείουσα 8, ενώ μέτοχοι της εφεσείουσας 1 είναι και οι κυπριακές εταιρείες εφεσείουσες 2 και
- Αναφορά στους υπόλοιπους εφεσείοντες δεν χρειάζεται να γίνει, αφενός καθότι αυτοί ανήκουν κατ΄ ισχυρισμό σε κάποιους από τους προαναφερθέντες εφεσείοντες και αφετέρου, όπως προβάλλεται, χρησιμοποιήθηκαν ως μέσο για υλοποίηση του παράνομου σχεδιασμού πρόκλησης ζημίας στον Igor Sarkis μέσω των παράνομων και αντικανονικών εταιρικών αποφάσεων της εφεσείουσας
- Στη βάση των πιο πάνω ισχυρισμών, οι οποίοι παρατίθενται στην έκθεση απαίτησης σε 66 πυκνογραφημένες σελίδες, η εφεσίβλητη αξιώνει σειρά θεραπειών που καταλαμβάνουν 11 πυκνογραφημένες σελίδες. Μεταξύ αυτών και η διεκδίκηση του ποσού των $115.000.000 ως αποζημιώσεις για όλες τις ζημιές που κατ΄ ισχυρισμό υπέστη η εφεσίβλητη από τις επιλήψιμες πράξεις των εφεσειόντων, Δηλωτικές Αποφάσεις ότι σειρά συναλλαγών είναι πλαστές κατά παράβαση του άρθρου 13 του Αστικού Κώδικα της Ουκρανίας και Διατάγματα αποκάλυψης διαφόρων εγγράφων στους Κύπριους δικηγόρους της που σχετίζονται με τις κατ΄ ισχυρισμό πλαστές συναλλαγές. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού εξέτασε το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης της εφεσίβλητης και όσα οι διάδικοι πρόβαλαν με τις ενώπιον του αιτήσεις και ενστάσεις και τις ενόρκους δηλώσεις επί των οποίων βασίστηκαν, κατέγραψε τις κατ΄ ισχυρισμό παράνομες και αντικανονικές εταιρικές αποφάσεις της εφεσείουσας 1 επί των οποίων η εφεσίβλητη βασίζει τα παράπονα και τις θεραπείες που αξιώνει με την αγωγή της. Πρόκειται βασικά για πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων της, όπως του Εποπτικού Συμβουλίου και της Συνέλευσης των Μετόχων της, οι οποίες αφορούσαν μη έγκριση και διανομή μερίσματος στους μετόχους παρά την ύπαρξη κερδών, καθώς επίσης και για διάθεση περιουσιακών της στοιχείων προς όφελος νομικών οντοτήτων και δομών των εφεσειόντων 15 και 33, όπως αναλυτικά περιγράφονται στην εκκαλούμενη απόφαση. Παρά ταύτα όμως κατέληξε πως, παρόλο που φαινομενικά οι επίδικες αποφάσεις της εφεσείουσας 1 θα μπορούσαν να υπαχθούν δυνάμει του άρθρου 22.2 του Κανονισμού στα ουκρανικά δικαστήρια, όπου έχει την έδρα της, εντούτοις αντικείμενο της ενώπιον του διαδικασίας δεν ήταν αυτές καθ΄ αυτές οι αποφάσεις, αλλά το περιεχόμενο των συναλλαγών. Στη βάση αυτή έκρινε, αντλώντας προς τούτο (κυρίως) καθοδήγηση από την Grupo Torras SA v. Al Sabah (No1) 1995 CCL 1025, πως δεν είχε εφαρμογή το άρθρο 22.2 του Κανονισμού. Παραθέτουμε επί του προκειμένου αυτούσιο το επί του θέματος σκεπτικό του πρωτόδικου Δικαστηρίου:- «Όπως είναι διατυπωμένη η έκθεση απαίτησης εκείνο που παρουσιάζεται αξιούμενο είναι αποζημιώσεις συνεπεία των «απατηλών» συναλλαγών και της μη καταβολής μερίσματος. Δεν επιδιώκεται η ανατροπή των αποφάσεων ή η ακυρότητα της παράλειψης των οργάνων της εναγόμενης 1, αλλά τα ζημιογόνα αποτελέσματα, από τις άνω πράξεις, ενέργειες και παραλείψεις. Ζημιές οι οποίες προκλήθηκαν από αδικοπραξίες κατά παράβαση άρθρων του Αστικού Ουκρανικού Κώδικα. Στην κρινόμενη περίπτωση, αναδεικνύονται συναλλαγές οι οποίες οδήγησαν σε αποξένωση περιουσίας της Εναγομένης 1 ήτοι διάθεση μετοχών και παροχή δανείου χωρίς εμφανές αντάλλαγμα. Περιουσία, η οποία περιήλθε εμμέσως στην κατοχή του Εναγομένου 15 με τη συμβολή και βοήθεια του Εναγομένου 33 ως μέλος του εποπτικού συμβουλίου της Εναγομένης
- Κρίνεται πως οι συναλλαγές αυτές και τα γεγονότα που τις περιβάλλουν όπως ανωτέρω περιγράφησαν και εκτέθηκαν δεν είναι δυνατό να υπαχθούν στις περιπτώσεις που ρυθμίζει το άρθρο 22.2 του κανονισμού. Κρίνεται πως η αποξένωση και διάθεση αυτή μετοχών και χρημάτων και η περιέλευση τους στην κατοχή τρίτων, εκφεύγει της εφαρμογής του άρθρου τούτου αφού η κύρια διαφορά άπτεται των θεμάτων των συναλλαγών και όχι των αποφάσεων που οδήγησαν στη συνομολόγηση τους. Βέβαια οι επίδικες συναλλαγές και συμφωνίες φαίνεται να έγιναν μέσω διαδικασιών και αποφάσεων οργάνων της Εναγομένης
- Άλλες κανονικές και νομότυπες και άλλες όχι, όπως εισηγούνται οι Ενάγοντες. Σε κάθε όμως περίπτωση συναλλαγής εταιρείας είτε αυτή είναι σύμβαση συνεργασίας είτε σύμβαση δανείου προηγείται πάντοτε απόφαση κάποιων οργάνων της, αφού η εταιρεία ως νομικό πρόσωπο με αυτό τον τρόπο λειτουργεί. Εάν ερμηνεύονταν οι συναλλαγές και οι συμφωνίες αυτές ως αποφάσεις οργάνων, τότε θα έπρεπε όλες οι αγωγές που αφορούν εταιρείες να υπάγονται στη ρύθμιση του άρθρου 22.
- Όμως δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο, αφού όπως ανωτέρω επεξηγήθηκε μέσω της νομολογίας, σημασία έχει το αντικείμενο της διαφοράς που αναφύεται και το κύριο θέμα της δικαστικής διαδικασίας. Στην κρινόμενη περίπτωση όπου οι διαφορές δεν παρουσιάζονται να ανάγονται σε εσωτερική διαχείριση των θεμάτων της εταιρείας και η κύρια διαφορά είναι η ανωτέρω αναφερθείσα, κρίνεται πως δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 22.2 του κανονισμού και δεν τίθεται θέμα αποκλειστικής δικαιοδοσίας.» Όπως ήδη έχει σημειωθεί στην αρχή της παρούσας, η εν τέλει κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν ικανοποίησε τους διαδίκους. Για διαφορετικούς βεβαίως λόγους, με τους εφεσείοντες να προβάλλουν πως το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι (α) δεν ετύγχανε εφαρμογής το άρθρο 22.2 του Κανονισμού δεν είναι ορθό, (β) οι αξιώσεις της εφεσίβλητης δεν υπάγονται στις ρυθμίσεις του εν λόγω άρθρου, βρίσκεται σε αντίθεση με τα ευρήματα και/ή συμπεράσματα του ότι οι παρανομίες που τους καταλογίζονται είναι προϊόν εταιρικών πράξεων και αποφάσεων και (γ) για ύπαρξη αιτιών αγωγής πέραν του άρθρου 22.2 του Κανονισμού είναι ανεδαφικό και/ή αυθαίρετο (Λόγοι έφεσης 1, 2 και 3 αντιστοίχως), και με την εφεσίβλητη να παραπονείται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο θα έπρεπε να απορρίψει τις επίδικες αιτήσεις των εφεσειόντων και για τρεις
(3)επιπρόσθετους λόγους. Ο πρώτος, στη βάση ότι οι εφεσείοντες είχαν υπαχθεί εκούσια στη δικαιοδοσία του κυπριακού Δικαστηρίου, ο δεύτερος ότι είχε δικαιοδοσία δυνάμει του άρθρου 21
(1)(α) του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/1960) γιατί η βάση της αγωγής της εναντίον των ημεδαπών εναγομένων (εφεσειόντων) έλαβε χώρα εν όλω ή εν μέρει στην Κύπρο και, ο τρίτος, ότι πλείστοι των εναγομένων (εφεσειόντων) έχουν τη μόνιμη διαμονή τους στην Κύπρο, η οποία ήταν μεταξύ των χωρών όπου διαδραματίστηκαν τα γεγονότα της υπό εξέταση υπόθεσης (Λόγοι Αντέφεσης 1, 2 και 3 αντίστοιχα). Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων αντέπτυξαν τους λόγους έφεσης και αντέφεσης με εμπεριστατωμένα περιγράμματα αγόρευσης, αλλά και δια ζώσης κατά την επ΄ ακροατηρίω συζήτηση της υπόθεσης. Προς τούτο έγινε εκατέρωθεν εκτεταμένη επίκληση αυθεντιών και συγγραμμάτων για τεκμηρίωση των λόγων έφεσης και αντέφεσης, στην οποία θα γίνει αναφορά, στο βαθμό και κατά την έκταση που κριθεί αναγκαίο, στο κατάλληλο στάδιο. Επί του παρόντος όμως να επαναλάβουμε τις επισημάνσεις που έγιναν στην Alain Mangion κ.α. ν. Αναστασιάδη κ.α., Πολ. Εφ. 61/11 ημερ. 3.7.14, ECLI:CY:AD:2014:A459, για το θεμέλιο επί του οποίου στηρίζεται το σύστημα διεθνούς δικαιοδοσίας που υιοθετήθηκε από τον Κανονισμό. Επισημάνθηκε συναφώς ότι ο Κανονισμός στηρίζεται σε ένα γενικό κριτήριο και σε ορισμένα κριτήρια που είναι εναλλακτικά προς το γενικό (παρ. 11 και 12 του προοιμίου του Κανονισμού). Το γενικό κριτήριο, η θεμελιώδης αρχή, είναι ότι δικαιοδοσία έχει το Δικαστήριο του κράτους μέλους στο οποίο έχει την κατοικία του ο εναγόμενος. Σε ορισμένες περιπτώσεις όμως, ο εναγόμενος μπορεί να εναχθεί και ενώπιον Δικαστηρίου άλλου κράτους μέλους και σχετικά ο Κανονισμός απαριθμεί τους τομείς της δικαιοδοσίας όπου συμβαίνει αυτό. Ωστόσο στις διαφορές εκ συμβάσεων ο εναγόμενος μπορεί να εναχθεί είτε στα δικαστήρια του κράτους μέλους όπου έχει την κατοικία του, είτε στα δικαστήρια του κράτους μέλους όπου εκπληρώθηκε ή οφείλει να εκπληρωθεί η παροχή. Σ΄ ό,τι όμως αφορά εταιρικά θέματα, τα πράγματα είναι διαφορετικά εφόσον το άρθρο 22.2 καθορίζει ότι για τα θέματα αυτά αποκλειστική δικαιοδοσία έχουν τα δικαστήρια του κράτους όπου έχει την έδρα της η εταιρεία. Παραθέτουμε συναφώς αυτούσια τα άρθρα 22 και 24 του Κανονισμού, τα οποία βρίσκονται στο επίκεντρο τόσο των λόγων έφεσης όσο και των λόγων αντέφεσης. Άρθρο 22 Αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η κατοικία, έχουν:
- .............
- σε θέματα κύρους, ακυρότητας ή λύσης εταιρειών ή άλλων νομικών προσώπων ή ενώσεων φυσικών ή νομικών προσώπων ή κύρους αποφάσεων των οργάνων τους, τα δικαστήρια του κράτους στο οποίο η εταιρεία, το νομικό πρόσωπο ή η ένωση έχουν την έδρα τους. Προκειμένου να καθορισθεί η έδρα το δικαστήριο εφαρμόζει τους ιδιωτικού διεθνούς δικαίου κανόνες του Άρθρο 24 Πέραν των περιπτώσεων όπου η διεθνής δικαιοδοσία απορρέει από άλλες διατάξεις του παρόντος κανονισμού, το δικαστήριο κράτους μέλους ενώπιον του οποίου ο εναγόμενος παρίσταται αποκτά διεθνή δικαιοδοσία. Ο κανόνας αυτός δεν εφαρμόζεται, αν η παράσταση έχει ως σκοπό την αμφισβήτηση της διεθνούς δικαιοδοσίας, ή αν υπάρχει άλλο δικαστήριο με αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία σύμφωνα με το άρθρο
- Είναι πρόδηλο από τις πιο πάνω σαφείς πρόνοιες των δύο άρθρων του Κανονισμού ότι για τα εταιρικά θέματα που αναφέρονται στο άρθρο 22.2 αποκλειστική αρμοδιότητα έχουν τα δικαστήρια όπου και η έδρα της εταιρείας. Σε τέτοιες δε περιπτώσεις, ακόμη και στην περίπτωση που ένας διάδικος εκούσια υπαχθεί στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου, το άλλο δικαστήριο δεν αποκτά δικαιοδοσία εκδίκασης της υπόθεσης. Παραθέτουμε επί του προκειμένου το πιο κάτω απόσπασμα από τις σελ. 382-383 του συγγράμματος του Σπυρίδωνα Βρέλλη «Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο», Γ΄ Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, το οποίο υιοθετείται πλήρως για τους σκοπούς της παρούσας. «Β. Σιωπηρά παρέκταση. Αν ο εναγόμενος παραστεί σε δικαστήριο Κράτους μέλους, χωρίς να αμφισβητήσει εγκαίρως τη διεθνή δικαιοδοσία του, το δικαστήριο αυτό αποκτά (και μόνον εξ αυτού του λόγου) διεθνή δικαιοδοσία. Εξαίρεση υπάρχει, δηλ. δεν χωρεί παρέκταση σε μια τέτοια περίπτωση, όταν κάποιο άλλο δικαστήριο έχει αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία σύμφωνα με το άρθρο 22 Καν. ή με το άρθρο 16 Σύμβ. (άρθρο 25 Καν., άρθρο 18 Συμβ.). Χωρεί όμως σιωπηρά παρέκταση, ακόμη και αν οι διάδικοι είχαν προηγουμένως προσδιορίσει συμβατικώς το αρμόδιο δικαστήριο (με ρητή δηλ. συμφωνία παρεκτάσεως). Γεννήθηκε το ζήτημα, κατά πόσον η επικουρική προβολή ισχυρισμών επί της ουσίας της υποθέσεως μετά την κύρια προβολή ενστάσεως ελλείψεως διεθνούς δικαιοδοσίας εξουδετερώνει την ένσταση και επάγεται σιωπηρά παρέκταση. Ορθότερη είναι η αρνητική απάντηση» Οι διατάξεις του άρθρου 22.2 του Κανονισμού εξετάστηκαν ακόμη μια φορά και στην πρόσφατη απόφαση του ΔΕΕ στην Ε.Ο.Ν. Czech Holding AG v. Dedouch k.α., υπόθεση C-560/16 ημερ. 7.3.18, η οποία αφορούσε αίτηση για προδικαστική απόφαση αναφορικά με την ερμηνεία του άρθρου 5 και του άρθρου
- 2 του Κανονισμού. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο της Δημοκρατίας της Τσεχίας με τρία ερωτήματα, αλλά ό,τι ενδιαφέρει την παρούσα είναι το πρώτο ερώτημα. Αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 22.2 του Κανονισμού και κατά πόσο αυτό εφαρμόζεται και σε διαδικασία δικαστικού ελέγχου του εύλογου χαρακτήρα του ανταλλάγματος, το οποίο ο κύριος μέτοχος οφείλει να καταβάλει στους μετόχους μειοψηφίας από τους οποίους απέκτησε τις μετοχές τους με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης που καθόρισε και το ύψος του εύλογου ανταλλάγματος. Προς κατανόηση όμως του ερωτήματος και τι επί του προκειμένου αποφάσισε το ΔΕΕ θα πρέπει να γίνει μια σύντομη αναφορά στο ζήτημα που είχε να αποφασίσει το Ανώτατο Δικαστήριο της Τσεχίας. Σε συντομία, με απόφαση της γενικής συνέλευσης της (τσέχικης) εταιρείας Jihoceska Plynarenska αποφασίστηκε η μεταβίβαση των μετοχών της μειοψηφίας των μετόχων της εταιρείας στον κύριο μέτοχο της που ήταν η Ε.Ο.Ν. Holdings Ltd. Η απόφαση της γενικής συνέλευσης καθόρισε και το ύψος του ποσού του ανταλλάγματος που θα έπρεπε η Ε.Ο.Ν. να καταβάλει στους μετόχους μειοψηφίας, οι οποίοι δεν ικανοποιήθηκαν και προσέφυγαν σε τσέχικο Δικαστήριο προκειμένου να ελεγχθεί το εύλογο του χαρακτήρα του ανταλλάγματος. Στο πλαίσιο της πιο πάνω δικαστικής διαδικασίας η Ε.Ο.Ν. πρόβαλε ένσταση έλλειψης δικαιοδοσίας, στη βάση ότι μόνο τα γερμανικά δικαστήρια είχαν διεθνή δικαιοδοσία εφόσον εκεί είχε την έδρα της. Η ένσταση απερρίφθη, πλην όμως η Ε.Ο.Ν. άσκησε έφεση στο Ανώτατο Δικαστήριο της Τσεχίας, το οποίο προέβη σε προδικαστική παραπομπή προς το ΔΕΕ του ερωτήματος που αναφέραμε πιο πάνω. Επί του προκειμένου το ΔΕΕ αποφάσισε ότι αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία έχει το κράτος στο οποίο έχει την έδρα της η εταιρεία, δηλαδή η Τσεχία, στη βάση κυρίως 4 σκέψεων που η ουσία τους έχει ως ακολούθως:
- Οι προβλεπόμενοι στις διατάξεις του άρθρου 22 του Κανονισμού κανόνες αποκλειστικής διεθνούς δικαιοδοσίας έχουν ως σκοπό την υπαγωγή των διαλαμβανομένων στις διατάξεις αυτές διαφορών αποκλειστικώς στη διεθνή δικαιοδοσία των δικαστηρίων που τελούν σε σχέση ουσιαστικής και νομικής εγγύτητας με τις διαφορές αυτές (σκέψη 30).
- Ο κύριος σκοπός του άρθρου 22.2 του κανονισμού είναι να συγκεντρώσει τη διεθνή δικαιοδοσία ώστε να αποφευχθούν οι αντιφατικές δικαστικές αποφάσεις ως προς την ύπαρξη των εταιρειών και το κύρος των αποφάσεων των οργάνων τους (σκέψη 31).
- Τα δικαστήρια του κράτους μέλους όπου εδρεύει η εταιρία φαίνονται ως τα πλέον ενδεδειγμένα για να κρίνουν τέτοιες διαφορές, ιδίως λόγω του ότι οι διατυπώσεις δημοσιότητας της εταιρίας λαμβάνουν χώρα στο ίδιο αυτό κράτος. Μια τέτοια αποκλειστική διεθνής δικαιοδοσία απονέμεται επομένως στα δικαστήρια αυτά προς το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης (σκέψη 32) και
- Υπό το πρίσμα του άρθρου 22.2, του Κανονισμού, μια δικαστική διαδικασία, όπως η επίμαχη, αφορά τον έλεγχο της μερικής εγκυρότητας αποφάσεως οργάνου της εταιρείας και λόγω αυτού ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 22.2 (σκέψη 36). Υπό τα περιστατικά της υπό εξέταση περίπτωσης είναι δεδομένο ότι η εφεσείουσα 1 είναι δημόσια εταιρεία εγγεγραμμένη στην Ουκρανία, όπου και η έδρα της. Δεδομένο επίσης είναι ότι οι θεραπείες που αξιώνει η εφεσίβλητη βασίζονται σε υλοποίηση (κατ΄ ισχυρισμό) παράνομων και αντικανονικών αποφάσεων οργάνων της εφεσείουσας
- Συγκεκριμένα, διατείνεται πως (α) ενώ το 2009 η εφεσείουσα 1 είχε καθαρό κέρδος UAH 403.254.000, το Εποπτικό της Συμβούλιο που ελέγχεται από τους εφεσείοντες 15 και 33 ενήργησε επιλήψιμα να μην εγκριθεί ψήφισμα για διανομή στους μετόχους και στην ίδια μερίσματος και (β) με αντικανονικές και παράνομες αποφάσεις συνελεύσεων των μετόχων της διατέθηκε το 100% του εκδοθέντος μετοχικού κεφαλαίου των εφεσειουσών 17 και 18 και του 78,32% της εφεσείουσας 19, που είναι εξ ολοκλήρου θυγατρικές (ουκρανικές) εταιρείες της εφεσείουσας
- Ενόψει των πιο πάνω δικογραφημένων ισχυρισμών, το ερώτημα για το πρωτόδικο Δικαστήριο, ανεξάρτητα από την πολυπλοκότητα που προσδόθηκε στο ζήτημα, ήταν κατά πόσο οι εν λόγω αξιώσεις της εφεσίβλητης βασίζονταν σε αμφισβήτηση του κύρους αποφάσεων των οργάνων της εφεσείουσας
- Όπως δε γίνεται αντιληπτό, καταφατική απάντηση στο ερώτημα θα συνεπαγόταν επιτυχία των δύο αιτήσεων των εφεσειόντων με ανάλογη απόφαση ως προς το ζήτημα της δικαιοδοσίας του κυπριακού Δικαστηρίου, ενώ αρνητική θα είχε αντίθετο αποτέλεσμα. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, ο ρόλος του οποίου κατά το στάδιο εξέτασης των επίδικων αιτήσεων ήταν η διάγνωση της βάσης της αγωγής που συνιστούσε τον οδηγό για διάγνωση της δικαιοδοσίας του (Μούρτζινος, ανωτέρω), κατέληξε στο (μη εφεσιβληθέν) εύρημα ότι «. οι αιτιάσεις, παράπονα και αξιώσεις των εναγόντων έχουν έρεισμα συγκεκριμένες αποφάσεις ή παραλείψεις της εναγομένης 1» (σελ. 21 και 25 της πρωτόδικης απόφασης), εύρημα που προδιέγραφε και την τύχη των επίδικων αιτήσεων. Αντ΄ αυτού, με αναφορά στην Grupo Torras (ανωτέρω), αποφάνθηκε πως «Όπως είναι διατυπωμένη η έκθεση απαίτησης εκείνο που παρουσιάζεται αξιούμενο είναι αποζημιώσεις συνεπεία των «απατηλών» συναλλαγών και της μη καταβολής μερίσματος. Δεν επιδιώκεται η ανατροπή των αποφάσεων ή η ακυρότητα της παράλειψης των οργάνων της εναγόμενης 1, αλλά τα ζημιογόνα αποτελέσματα, από τις άνω πράξεις, ενέργειες και παραλείψεις. Ζημιές οι οποίες προκλήθηκαν από αδικοπραξίες κατά παράβαση άρθρων του Αστικού Ουκρανικού Κώδικα». Δεν μας βρίσκει σύμφωνους η προσέγγιση αυτή. Οι κατ΄ ισχυρισμό ζημιές της εφεσίβλητης, ως «ζημιογόνα αποτελέσματα», δεν θα μπορούσαν να εξεταστούν αυτοτελώς χωρίς να προηγηθεί η εξέταση της αιτίας πρόκλησής τους, που δεν ήταν άλλη από αποφάσεις των οργάνων της εφεσείουσας 1 που σύμφωνα με την εφεσίβλητη ήταν αντικανονικές και παράνομες. Προβάλλει επομένως θέμα ελέγχου - έστω εν μέρει - της εγκυρότητας αποφάσεων οργάνων της εταιρείας που σύμφωνα με τη σκέψη 36 (ανωτέρω) εμπίπτει στο πεδίο του άρθρου 22.2 του Κανονισμού. Για το ζήτημα δε αυτό διεθνή αποκλειστική δικαιοδοσία έχουν μόνο τα Ουκρανικά Δικαστήρια λόγω και της ουσιαστικής και νομικής εγγύτητας των διαφορών των διαδίκων με τα ουκρανικά δικαστήρια (σκέψη 30, ανωτέρω). Ως εκ τούτου οι δύο επίδικες αιτήσεις των εφεσειόντων θα έπρεπε να επιτύχουν, διαφορετικά ελλοχεύει ο προφανής κίνδυνος έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων ως προς την εγκυρότητα των υπό αναφορά αποφάσεων στην περίπτωση που εφεσείοντες προσφύγουν στα Ουκρανικά Δικαστήρια για το ζήτημα αυτό (σκέψη 31, ανωτέρω), κάτι που δεν είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης (σκέψη 32, ανωτέρω). Η Grupo Torras (ανωτέρω), επομένως, δεν ετύγχαναν εφαρμογής στα περιστατικά της ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου υπόθεσης εφόσον - σε αντίθεση με την εν λόγω υπόθεση - στο επίκεντρο της διαφοράς που είχε ενώπιον του το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν κατ΄ ισχυρισμό αντικανονικές και παράνομες αποφάσεις οργάνων της εφεσείουσας 1, οι οποίες επέφεραν και τα κατ΄ ισχυρισμό ζημιογόνα αποτελέσματα στην εφεσίβλητη. Εσφαλμένα λοιπόν το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι με την αγωγή της η εφεσίβλητη δεν επεδίωκε «. ανατροπή των αποφάσεων ή ακυρότητα της παράλειψης των οργάνων της εναγόμενης 1», για τον απλό λόγο ότι τα αποτελέσματα δεν θα μπορούσαν να κριθούν χωρίς να προηγηθεί κρίση κατά πόσο η αιτία πρόκλησής τους - δηλαδή οι προηγηθείσες αποφάσεις, εν μέρει έστω, οργάνων της Εταιρείας - ήταν νόμιμες ή παράνομες. Όπως δεν τυγχάνουν εφαρμογής και οι άλλες αυθεντίες που επικαλέστηκε η εφεσίβλητη (οι Hasset v. South Eastern Health Board (C-372/07), Fly LAL-Lithuanian Airlines AS, in liquidation v. Starptautiska Lidosta Riga VAS, Air Baltic Corporation AS (C-302/13) και Berliner Verkehrsbetriebe (BVG) v. JP Morgan Chase Bank NA (C-144/10) όπου, στην πρώτη, δεν αμφισβητείτο ο τρόπος λήψης και η νομιμότητα της απόφασης αλλά ο τρόπος με τον οποίο εκτελέστηκε, στη δεύτερη, ετίθετο ζήτημα παραβίασης κοινοτικής νομοθεσίας (προστασία ανταγωνισμού) και, στην τρίτη, συμβατικές σχέσεις των διαδίκων ενώ η παρούσα παράπονα και αιτιάσεις μετόχου μειοψηφίας εταιρείας για αποφάσεις οργάνων της εταιρείας. Απομένουν προς εξέταση τα παράπονα της εφεσίβλητης ότι οι επίδικες αιτήσεις θα έπρεπε να απορριφθούν στη βάση ότι οι εφεσείοντες έχουν υπαχθεί εκούσια στην δικαιοδοσία κυπριακού Δικαστηρίου και ότι στην αγωγή συμπεριλήφθησαν και ημεδαποί εναγόμενοι εφόσον διαδραματισθέντα γεγονότα διαδραματίστηκαν και στην Κύπρο. Δεν μας βρίσκουν σύμφωνους οι υπό αναφορά αιτιάσεις. Πρώτο γιατί, όπως ήδη έχει σημειωθεί, ο κανόνας της εκούσιας υπαγωγής στη δικαιοδοσία ενός Δικαστηρίου δεν εφαρμόζεται όπου υπάρχει άλλο Δικαστήριο - εδώ Ουκρανικό - με αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία (άρθρο 24 του Κανονισμού). Επιπρόσθετα 17 από τους εφεσείοντες (οι υπ΄ αρ. 2, 9-14, 20-26, 30, 31 και 35) μόλις τους επιδόθηκε η αγωγή καταχώρισαν σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία και οι δύο επίδικες αιτήσεις καταχωρίστηκαν στο αρχικό στάδιο της διαδικασίας, στοιχείο που αποκαλύπτει πως οι εφεσείοντες εμφανίστηκαν στη διαδικασία με σκοπό την αμφισβήτηση της διεθνούς δικαιοδοσίας του κυπριακού Δικαστηρίου. Δεύτερο, το ότι υπάρχουν ημεδαποί εναγόμενοι δεν διαφοροποιεί τα πράγματα εφόσον η βάση της αγωγής είναι οι κατ΄ ισχυρισμό παράνομες και αντικανονικές αποφάσεις οργάνων της εφεσείουσας 1 και, τέλος, η τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης της εφεσίβλητης η οποία έγινε το Δεκέμβριο του 2016 δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη καθότι αντικείμενο της παρούσας έφεσης είναι η ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης ημερ. 18.5.12 και όχι του τι επεσυνέβη 4½ και πλέον χρόνια μετά. Για όλους τους πιο πάνω λόγους το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν είχε δικαιοδοσία εκδίκασης της υπόθεσης και ως εκ τούτου η έφεση εγκρίνεται, η δε πρωτόδικη απόφαση παραμερίζεται ενώ η αντέφεση απορρίπτεται. Και αυτό με έξοδα, πρωτοδίκως και κατ΄ έφεση, προς όφελος των εφεσειόντων και εναντίον της εφεσίβλητης. Τα έξοδα να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου προς έγκριση. Π. ΠΑΝΑΓΗ, Δ. Μ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Δ. Γ.Ν. ΓΙΑΣΕΜΗ, Δ. /κβπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο