ΑΓΓΕΛΑ ΛΑΜΠΡΟΥ, ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΥ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΟΥ ΤΗΣ ΚΩΣΤΑ ΛΑΜΠΡΟΥ ν. ΠΑΝΤΕΛΙΔΗΣ ΠΑΠΑΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΛΤΔ, Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 316/2011, 7/3/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:AD:2018:A101 ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 316/2011) 7 Μαρτίου, 2018 [ΠΑΝΑΓΗ, ΓΙΑΣΕΜΗΣ, ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, Δ/στές] ΑΓΓΕΛΑ ΛΑΜΠΡΟΥ, ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΥ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΟΥ ΤΗΣ ΚΩΣΤΑ ΛΑΜΠΡΟΥ, Εφεσείουσα-Αιτήτρια, ν. ΠΑΝΤΕΛΙΔΗΣ ΠΑΠΑΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΛΤΔ, Εφεσίβλητης-Καθ' ης η Αίτηση. ________________________ Αλέκος Μαρκίδης και Αντώνης Δράκος, για την Εφεσείουσα. Μιχάλης Κλεόπας και Μιλτιάδης Βιολάρης, για Κλεόπας & Κλεόπας Δ.Ε.Π.Ε., για την Εφεσίβλητη. ________________________ ΠΑΝΑΓΗ, Δ.: Την ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δώσει ο Δικαστής Γ.Ν. Γιασεμής. ________________________ Α Π Ο Φ Α Σ Η Γ.Ν. ΓΙΑΣΕΜΗΣ, Δ.: Εισαγωγή Η εφεσίβλητη εταιρεία, (η εφεσίβλητη), υπήρξε θέσμια ενοικιάστρια δύο υποστατικών στην οδό Στασικράτους, 39Β και 39Δ, αντίστοιχα. Τα χρησιμοποιούσε, το πρώτο, ως κατάστημα δώρων και, το δεύτερο, ως αποθήκη, (εφεξής, και τα δύο μαζί, το υποστατικό). Αποτελούσαν μέρος της οικοδομής που βρισκόταν εντός του κτήματος, τεμάχιο 908, (Φ/Σχ. ΧΧΙ/54.3.1), τμήμα 25, ενορία Τρυπιώτης, στη Λευκωσία, ιδιοκτησία της εφεσείουσας Αγγέλας Λάμπρου, (το κτήμα). Στις 21.3.2005, στο πλαίσιο της αίτησης αρ. Ε245/2003, την οποία είχε καταχωρίσει η εφεσείουσα ενώπιον του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων Λευκωσίας, εκδόθηκε απόφαση, εκ συμφώνου, (η απόφαση), η οποία περιλάμβανε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα δύο διατάγματα:- «(α) ΄Οπως οι Καθ' ων η Αίτησις, οι υπάλληλοι και/ή οι αντιπρόσωποι των εκκενώσουν και παραδώσουν εις την Αιτήτρια, κενή και ελευθέρα την κατοχή του καταστήματος επί της οδού Στασικράτους 39Β και της αποθήκης 39Δ στη Λευκωσία.» «(δ) ΄Οπως η Αιτήτρια παραχωρήσει στους Καθ' ων η Αίτησις νέα ενοικίαση του καταστήματος αρ. 1 στο ισόγειο με εμβαδό 60 τ.μ. με συνήθεις όρους ενοικίασης ...» Προκύπτει, από το περιεχόμενό τους, ότι αυτά αφορούσαν: το (α), διάταγμα έξωσης της εφεσίβλητης από το υποστατικό και, το (δ), διάταγμα παραχώρησης προς αυτήν, από την εφεσείουσα, νέου καταστήματος. Ως αποτέλεσμα, η εφεσείουσα έπρεπε να προβεί στην ανέγερση νέας οικοδομής στη θέση της παλαιάς, με ό,τι άλλο συνεπαγόταν η υλοποίηση του εν λόγω έργου. Σε σχέση με επί μέρους πτυχές της όλης διευθέτησης, η απόφαση περιείχε και άλλα διατάγματα, στα οποία, όμως, δε χρειάζεται να γίνει οποιαδήποτε αναφορά. Τα γεγονότα και ο Νόμος Η πιο πάνω αίτηση είχε βασιστεί στο άρθρο 11
(1)[1] του περί Ενοικιοστασίου Νόμου του 1983, (Ν. 23/1983), όπως αυτός έχει τροποποιηθεί, (ο «Νόμος»), και, ειδικά, στην πρόνοια της παραγράφου (η)(ιι) αυτού. Η τελευταία, κατ' εξαίρεση της περί του αντιθέτου προβλεπόμενης στο εν λόγω άρθρο γενικής αρχής, επιτρέπει την έξωση από ακίνητο θέσμιου ενοικιαστή «εις περίπτωσιν καθ' ην το ακίνητον απαιτείται λογικώς υπό του ιδιοκτήτου - διά την κατεδάφισιν και επανοικοδόμησιν νέου ακινήτου». Αναμφίβολα, το Δικαστήριο, για την έκδοση της απόφασης, βασίστηκε στην πρόνοια αυτή, καθώς, επίσης, στις πρόνοιες του άρθρου 14
(1)
(2)του Νόμου, όπου προβλέπεται, σε τέτοια περίπτωση, η δυνατότητα παραχώρησης νέας ενοικίασης. Τέλος, σημειώνεται πως, στις 21.3.2005, είχαν εκδοθεί αποφάσεις, εκ συμφώνου, περιέχουσες διατάγματα έξωσης εναντίον και άλλων ενοικιαστών στην προαναφερθείσα οικοδομή. Μια από αυτές είχε εκδοθεί στην αίτηση αρ. Ε233/2003 και αφορούσε το υποστατικό που βρισκόταν δίπλα από το υποστατικό που ενοικίαζε η εφεσίβλητη. ΄Οπως αναντίλεκτα λέχθηκε στη μαρτυρία, επρόκειτο για υποστατικά ιδίου μεγέθους. Το σχετικό διάταγμα έξωσης περιλάμβανε όρο για καταβολή στον κάτοχο του υπό αναφορά υποστατικού, θέσμιο ενοικιαστή, ποσού ΛΚ100.000,00, ως συμφωνηθείσα αποζημίωση για την εγκατάλειψη από αυτόν, προς όφελος της εφεσείουσας, του δικαιώματός του, ήτοι της θέσμιας κατοχής επί του εν λόγω υποστατικού. Στην πορεία, η εφεσίβλητη, κατά το Φεβρουάριο του 2006, συμμορφούμενη με το μέρος της απόφασης που την αφορούσε, εκκένωσε το υποστατικό. Μετά από αυτό, ανέμενε την ανέγερση της νέας οικοδομής, προκειμένου να λάμβανε κατοχή του καταστήματος που πρόβλεπε η απόφαση. Η εφεσείουσα, όμως, μέχρι και σήμερα, δεν έχει συμμορφωθεί με το μέρος της απόφασης σε σχέση με την υποχρέωση που της αναλογούσε, αφού δεν έχει προβεί στην ανέγερση οποιασδήποτε οικοδομής, εντός του κτήματος. Το κενό οικόπεδο δε, το οποίο προέκυψε μετά την κατεδάφιση της παλαιάς οικοδομής, χρησιμοποιείται ως χώρος στάθμευσης αυτοκινήτων, έναντι αμοιβής, από εταιρεία η οποία ανήκει στον υιό της. Η εφεσίβλητη, η οποία θεώρησε πως η εφεσείουσα την παραπλάνησε για να εξασφαλίσει τη συγκατάθεσή της στην έκδοση της απόφασης, καταχώρισε εναντίον της την αίτηση αρ. Κ117/2007, για την παροχή προς αυτήν αποζημιώσεων, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 15 του Νόμου. Μετά από ακρόαση, το εκδικάσαν Δικαστήριο, στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας, κατέληξε ότι η απόφαση εκδόθηκε ως αποτέλεσμα ψευδών παραστάσεων, αυτών προερχομένων από την εφεσείουσα, διά του αντιπροσώπου και υιού της Κώστα Λάμπρου. Διαπίστωσε, επίσης, ότι η εφεσίβλητη, εκλαμβάνοντας το περιεχόμενό τους ως αληθές, συναίνεσε, προς ζημιά της, στην έκδοση της απόφασης. Συνακόλουθα, επιδίκασε υπέρ της και εναντίον της εφεσείουσας το συνολικό ποσό των €645.675,35, ως αποζημιώσεις, πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα. Η εφεσείουσα άσκησε έφεση εναντίον της πιο πάνω απόφασης. Με δεκαπέντε, συνολικά, λόγους, επιδιώκει την ανατροπή της. Στο επίκεντρο των λόγων 3, 4 και 5, είναι, βασικά, η θέση πως το εκδικάσαν Δικαστήριο απέτυχε να διαπιστώσει ποια, ακριβώς, μορφή είχαν λάβει οι ψευδείς παραστάσεις από μέρους της εφεσείουσας, ώστε η απόφαση να καθίσταται, για το λόγο αυτό, επισφαλής. Οι υπόλοιποι λόγοι έφεσης αφορούν στις διάφορες αποζημιώσεις που το Δικαστήριο επιδίκασε προς όφελος της εφεσίβλητης? θα εξεταστούν στο κατάλληλο σημείο. Κατ' αρχάς, διαπιστώνεται πως, από τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα τα οποία διακρίβωσε το Δικαστήριο, προκύπτει ότι η απόφαση ήταν αποτέλεσμα συμφωνίας, στην οποία είχαν καταλήξει οι διάδικοι στην αίτηση Ε245/2003, προς διευθέτηση της διαφοράς τους σε αυτή. Η εν λόγω συμφωνία, ως εκ της εμπλοκής του Δικαστηρίου, με την άσκηση από αυτό συγκεκριμένων εξουσιών, μετουσιώθηκε σε δικαστική πράξη, ήτοι στην απόφαση, η οποία, εκ των πραγμάτων, εκδόθηκε εκ συμφώνου (by consent). Παραμένει δε αυτή σε ισχύ, δεσμεύοντας, έτσι, τους διαδίκους, μέχρις ότου αναθεωρηθεί, τροποποιηθεί ή ακυρωθεί από το Δικαστήριο, στο πλαίσιο σχετικής αίτησης. Αυτό μπορεί να επιδιωχθεί στη βάση διαφόρων λόγων, ανεξαρτήτων μεταξύ τους, οι οποίοι προβλέπονται στο άρθρο 6 του Νόμου. Συμφώνως της παραγράφου (β) του εν λόγω άρθρου, ένας από αυτούς είναι και οι ψευδείς παραστάσεις. Οποιαδήποτε από τις πιο πάνω θεραπείες μπορεί να επιδιωχθεί, σε σχέση και με απόφαση ή διάταγμα που έχουν εκδοθεί εκ συμφώνου, αν διαπιστωθεί ότι η έκδοσή τους είναι αποτέλεσμα ψευδών παραστάσεων. Ψευδείς παραστάσεις Ο νομοθέτης περιέλαβε, ειδικά, στο άρθρο 15[2] του Νόμου την πιο πάνω αιτία, προς το σκοπό αποζημίωσης θέσμιου ενοικιαστή, όταν διαπιστώνεται ότι απόφαση ή διάταγμα έξωσης έχουν εκδοθεί συνεπεία αυτής. Η άλλη αιτία, που, επίσης, περιέλαβε στο εν λόγω άρθρο, είναι η απόκρυψη ουσιαστικών γεγονότων, η οποία, όμως, δεν προβλήθηκε στην υπό εξέταση υπόθεση και, έτσι, δεν απασχόλησε πρωτοδίκως. Επιπρόσθετα, σημειώνεται ότι, όπως στο άρθρο 6 του Νόμου, έτσι και στο άρθρο 15 αυτού δε γίνεται διάκριση μεταξύ απόφασης ή διατάγματος που εκδίδονται μετά από δίκη και απόφασης ή διατάγματος που εκδίδονται εκ συμφώνου, δυνάμει της άσκησης από το Δικαστήριο των ιδίων συγκεκριμένων εξουσιών? τυγχάνουν και οι δύο περιπτώσεις της ίδιας, ουσιαστικά, μεταχείρισης. Τέλος, όσον αφορά τον όρο «ψευδείς παραστάσεις», αν και η σημασία του δεν ερμηνεύεται από τον ίδιο το Νόμο, εντούτοις μπορεί να θεωρηθεί ότι αυτός είναι ταυτόσημος, ειδικά, με την πρώτη περίπτωση που αναφέρεται στο άρθρο 18 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149. Πρόκειται για αναγνωρισμένη από το κοινοδίκαιο περίπτωση ψευδών παραστάσεων στο συγκεκριμένο τομέα, στην οποία, εύλογα, μπορεί να γίνει υπαγωγή των σχετικών δεδομένων μιας υπόθεσης, προς το σκοπό εξέτασης της συγκεκριμένης πτυχής, δυνάμει του άρθρου 15 του Νόμου, (βλ. Sizinos v. Massouris
(1982)1 C.L.R. 752)? πόσο μάλλον όταν, όπως στην προκειμένη περίπτωση, η απόφαση διατυπώνει τη συμφωνία, σχετικά, των μερών. Σύμφωνα, λοιπόν, με την παράγραφο (α) του άρθρου 18 του Κεφ. 149, «'Ψευδής παράσταση' περιλαμβάνει- (α) τη θετική βεβαίωση κατά τρόπο που δεν δικαιολογείται από τις πληροφορίες του προσώπου που βεβαιώνει, γεγονότος αναληθούς παρόλο ότι το πρόσωπο που βεβαιώνει πιστεύει ότι είναι αληθές?». Επομένως, η παράσταση, για να είναι ψευδής, πρέπει να αφορά σε θετική βεβαίωση περί της αλήθειας γεγονότος, το οποίο, όμως, δεν είναι αληθές. Ωστόσο, αυτή, για να αποτελεί αιτία αγωγής, πρέπει να έχει ως αποτέλεσμα την εξασφάλιση της συγκατάθεσης της πλευράς προς την οποία απευθύνεται, εν τέλει, προς ζημιά της. Πιο εξειδικευμένη είναι η περίπτωση στην οποία η παράσταση αφορά σε πρόθεση. Κατά κανόνα, αυτή, αν δεν επιβεβαιώνει την αλήθεια κάποιου υφιστάμενου ή παρελθοντικού γεγονότος, δε συνιστά ψευδή παράσταση. Ο κανόνας, όμως, αυτός υποχωρεί, όταν η εν λόγω παράσταση δεν μπορεί εύλογα να δικαιολογηθεί, υπό το φως της επικρατούσας κατάστασης πραγμάτων κατά τον ουσιώδη χρόνο. Η έκφραση πρόθεσης, σε τέτοια περίπτωση, αποτελεί, η ίδια, παράσταση υφιστάμενου αναληθούς γεγονότος, (βλ. Brown v. Raphael [1958] 2 All E.R. 79 και Spice Girls Ltd v. Aprilia World Service Bv [2002] EWCA Civ 15). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως ορθά διαπίστωσε το εκδικάσαν Δικαστήριο, ο ουσιώδης χρόνος, προς διακρίβωση των γεγονότων, είναι η περίοδος μεταξύ της καταχώρισης της αίτησης Ε245/2003 και της έκδοσης, εκ συμφώνου, του διατάγματος έξωσης στις 21.3.
- Κατά το χρόνο εκείνο, η εφεσείουσα είχε στη διάθεσή της μελέτη βιωσιμότητας για ανάπτυξη του κτήματος, την οποία είχε ετοιμάσει, για λογαριασμό της, από τον Ιούνιο του 2000, συγκεκριμένος οίκος. Σύμφωνα με την εν λόγω έκθεση, η ολική δαπάνη για την πλήρη ανάπτυξη του κτήματος θα ανερχόταν στις ΛΚ2.000.000,
- Στην ίδια μελέτη, υπήρχε εισήγηση για μερική ανάπτυξη του κτήματος, έναντι δαπάνης ΛΚ1.700.000,
- Κατά το 2002, η εφεσείουσα προέβη και στο διορισμό αρχιτέκτονος, η οποία ετοίμασε μελέτη για ανέγερση στο κτήμα εξαώροφης οικοδομής, αποτελούμενης από δύο υπόγεια, καταστήματα στο ισόγειο και στον πρώτο όροφο και γραφεία στους λοιπούς ορόφους. Στη βάση αυτής, εκδόθηκαν: το Μάιο του 2003, πολεοδομική άδεια και, το Δεκέμβριο του 2004, άδεια οικοδομής. Το Δικαστήριο, σε σχέση με την οικονομική ικανότητα της εφεσείουσας και των δύο παιδιών της, προς το σκοπό υλοποίησης του εν λόγω οικοδομικού έργου, διαπίστωσε ότι, το Νοέμβριο του 2003, αυτοί, όλοι μαζί, κατείχαν ποσό ΛΚ123.330,00 σε μετρητά και, επίσης, ήταν ιδιοκτήτες έξι οικοπέδων, συνολικής αξίας ΛΚ223.700,00, ενός δευτέρου μεριδίου σε οικοπεδοποιήσιμη γη και ενός χωραφιού, όλα στην περιοχή Αθηαίνου. Η κατάσταση όσον αφορά τα διάφορα θέματα, όπως αυτή περιγράφεται πιο πάνω, δεν είχε μεταβληθεί, μέχρι και την έκδοση της απόφασης, 21.3.
- Στη βάση των πιο πάνω γεγονότων, το εκδικάσαν Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η εφεσίβλητη συγκατατέθηκε στην έκδοση της απόφασης, αφού η εφεσείουσα της είχε, ουσιαστικά, παραστήσει ότι αυτή είχε πρόθεση να προβεί στην ανέγερση νέας οικοδομής εντός του κτήματος. Επιπρόσθετα, της είχε παραστήσει ότι η ίδια είχε την οικονομική ευχέρεια προς τούτο, όπως παρατηρεί, «κατά τρόπο μη δικαιολογημένο», υπό το φως των οικονομικών δεδομένων, ανωτέρω, τα οποία αυτή και ο αντιπρόσωπός της γνώριζαν. Διαφορετικά τεθέντος του θέματος, η εφεσείουσα, στο πλαίσιο της υπό αναφορά διευθέτησης, διατυπώνοντας, ουσιαστικά, ευθέως την πρόθεσή της για ανέγερση νέας οικοδομής, συγχρόνως, παρέστησε εμμέσως ότι η ίδια θα είχε την οικονομική ικανότητα προς τούτο, ενώ κάτι τέτοιο δεν μπορούσε, εύλογα, να δικαιολογηθεί, υπό τις δοσμένες περιστάσεις, σε σχέση με την οικονομική ικανότητά της κατά τον εν λόγω ουσιώδη χρόνο. Αυτή είναι και η ουσία της απόφασης του εκδικάσαντος Δικαστηρίου, όσον αφορά την πιο πάνω πτυχή, η οποία κρίνεται ορθή. Αποζημιώσεις Αποδεικνυομένης της αιτίας που προβλέπεται στο άρθρο 15 του Νόμου, το επόμενο θέμα που χρήζει εξέτασης είναι αυτό της αποζημίωσης. Πρωταρχική πηγή αναζήτησης του περιεχομένου της θεραπείας αυτής αποτελεί το ίδιο το υπό αναφορά άρθρο. Η σχετική πρόνοια, η οποία είναι διατυπωμένη με γενικούς όρους, παρέχοντας, έτσι, ευρεία διακριτική εξουσία στο Δικαστήριο, αναφέρεται σε «τοιούτο ποσόν οίον φαίνεται ότι είναι επαρκές ως αποζημίωσις διά ζημίαν ή απώλειαν ην υπέστη ο ενοικιαστής συνεπεία της αποφάσεως ή του διατάγματος». Στη μοναδική αυθεντία Sizinos v. Massouris, ανωτέρω, στην οποία εξετάστηκε το εν λόγω θέμα, με αναφορά στο πανομοιότυπο άρθρο 19 του καταργηθέντος περί Ενοικιοστασίου Νόμου του 1975, (Ν. 36/1975), παρατηρείται, συναφώς, στη σελίδα 759, ότι: "The damage recoverable under s.19 must naturally arise and be attributable to the ill-founded dispossession." Πιο κάτω, στην ίδια σελίδα, προσδιορίζεται ό,τι θεωρείται ως κύρια απώλεια, σε τέτοιες περιπτώσεις, ήτοι "Damage naturally arising in a claim under s.19, would be the difference in value between the rental of the premises in the open market and the rental actually paid. That appears to us to be the principal loss that may be recovered in an action under s.19." Το είδος της ζημιάς που προσδιορίζεται στο τελευταίο, πιο πάνω, απόσπασμα, ουσιαστικά, απαντά στο βασικό στοιχείο αποζημίωσης που αξίωσε η εφεσίβλητη, ήτοι τον «αέρα». Το εκδικάσαν Δικαστήριο επιδίκασε, προς όφελός της, το ποσό των ΛΚ175.000,00, ικανοποιώντας, έτσι, πλήρως τη σχετική απαίτησή της. Η εφεσείουσα, στη βάση διαφόρων αιτιάσεων, που αναπτύσσονται στους σχετικούς λόγους έφεσης και εξετάζονται πιο κάτω, αμφισβητεί την ορθότητα της απόφασης του Δικαστηρίου επί του προκειμένου. ΄Οσον αφορά το υπό εξέταση θέμα, η εφεσίβλητη ισχυρίστηκε στην αίτησή της ότι αυτή, λόγω των ψευδών παραστάσεων της εφεσείουσας, απώλεσε «τον αέρα του καταστήματος», απώλεια, η οποία, κατ' ισχυρισμό, υπερέβαινε τις ΛΚ175.000,00? εννοούσε του καταστήματος που η ίδια κατείχε ως θέσμια ενοικιάστρια και παρέδωσε στην εφεσείουσα το Φεβρουάριο του 2006, συμμορφούμενη με την απόφαση. Η μαρτυρία του ειδικού εκτιμητή, κ. Κίκη Αθηνοδώρου, (Μ.Α.4), την οποία η εφεσίβλητη πρόσφερε προς απόδειξη της εν λόγω απώλειάς της, αναφέρει, συγκεκριμένα, τη σημασία με την οποία αυτή χρησιμοποίησε τον όρο «αέρα» στην αίτησή της. Πρόκειται για την «κεφαλοποιημένη αξία του δικαιώματος του υφιστάμενου ενοικιαστή να καρπούται το ακίνητο (πλήρες αγοραίο ενοίκιο) έναντι της καταβολής του πληρωτέου ενοικίου». ΄Οπως εξηγήθηκε, περαιτέρω, η διαφορά χαρακτηρίζεται ως το «κέρδος ενοικίου», το οποίο, κεφαλοποιημένο, αποδίδει την αξία του προαναφερθέντος δικαιώματος του ενοικιαστή. Διαπιστώνεται δε ότι είναι το είδος της βασικής απώλειας που αναφέρεται στη Sizinos v. Massouris. Δεν παρίσταται ανάγκη να γίνει συγκεκριμένη αναφορά στους υπολογισμούς, στους οποίους ο κ. Αθηνοδώρου προέβη για εκτίμηση της αξίας του εν λόγω δικαιώματος, οι οποίοι καταγράφονται στην έκθεσή του, τεκμήριο 7, όπου καταγράφονται και πλείστες των αναφορών του που παρατίθενται πιο πάνω. Αυτό που είναι σημαντικό να σημειωθεί από την πιο πάνω έκθεση είναι ότι ο κ. Αθηνοδώρου, χρησιμοποιώντας πολλαπλασιαστή 15 ετών, ήτοι ως τον περαιτέρω χρόνο, κατά τον οποίο η εφεσίβλητη θα μπορούσε να είχε τη χρήση του υποστατικού, υπολόγισε την αξία του συγκεκριμένου δικαιώματος στο ποσό των €380.000,00? που αντιστοιχεί σε ΛΚ222.400,
- Επίσης, ανέφερε ότι ο χρόνος των 15 ετών είναι η περίοδος που υιοθετείται ως μέσος όρος για τον πιο πάνω υπολογισμό. Δεν εξήγησε, όμως, γιατί ίσχυε και στην προκειμένη περίπτωση η πιο πάνω χρονική περίοδος. Η παράλειψή του αυτή, πασιφανώς, παραγνωρίζει εντελώς την κατάσταση στην οποία βρισκόταν η συγκεκριμένη οικοδομή κατά τον ουσιώδη χρόνο, αν και, μιλώντας γενικά, δέχτηκε ότι αυτό είναι ένα στοιχείο που λαμβάνεται, κατά κανόνα, υπόψη στον υπολογισμό της αξίας του συγκεκριμένου δικαιώματος. Αναντίλεκτη δε μαρτυρία αναφέρει ότι η εν λόγω οικοδομή ήταν σε άθλια κατάσταση? το σκυρόδεμα είχε αποσαθρωθεί και ήταν εμφανής, σε αρκετά σημεία, ο οπλισμός του σκελετού, των κολονών και των δοκών, ο οποίος ήταν οξειδωμένος. Μάλιστα, όπως ανέφερε ο μάρτυρας της εφεσείουσας, κ. Λουκάς Βαρνάβα, (Μ.Κ.6), Πολιτικός Μηχανικός, αυτή δεν άξιζε να επιδιορθωθεί. Επομένως, στην προκειμένη περίπτωση, οι υπολογισμοί του κ. Αθηνοδώρου ήταν, μάλλον, λανθασμένοι. Εν πάση περιπτώσει, το Δικαστήριο δεν επιδίκασε προς όφελος της εφεσίβλητης το ποσό των €380.000,00, στο οποίο κατέληγαν οι προαναφερθέντες υπολογισμοί. Αντ' αυτού, της επιδίκασε το ποσό των ΛΚ175.000,00, €299,005.25, ως η απαίτηση στην αίτησή της, θεωρώντας, ορθώς, ότι μεγαλύτερο ποσό δεν καλυπτόταν δικογραφικώς. Ωστόσο, η λανθασμένη προσέγγιση στον υπολογισμό της αξίας του εν λόγω δικαιώματος της εφεσίβλητης καθιστά, ακριβώς, ανέφικτο οποιοδήποτε υπολογισμό. Συνεπώς, ούτε και η απόδοση του ποσού των ΛΚ175.000,00 είναι ορθή. Αναμφίβολα, όμως, υπό τις δοσμένες περιστάσεις, η εφεσίβλητη απώλεσε το δικαίωμά της, ως θέσμια ενοικιάστρια, στην κατοχή του υποστατικού, έχοντας, κατά τον τρόπο αυτό, υποστεί οικονομική ζημιά. Επομένως, δικαιούται να τύχει της δέουσας αποζημίωσης. Υπάρχει δε ικανοποιητική αναντίλεκτη μαρτυρία, στη βάση της οποίας μπορεί να της αποδοθεί, προς τον πιο πάνω σκοπό, συγκεκριμένο ποσό. Πρόκειται για το ποσό των ΛΚ100.000,00, που επιδικάστηκε, εκ συμφώνου, στην αίτηση Ε233/2003, στον εκεί θέσμιο ενοικιαστή, προς αποζημίωσή του, για εγκατάλειψη του ιδίου δικαιώματος που είχε και η εφεσίβλητη. Το άρθρο 15 του Νόμου αναφέρεται, ειδικά, σε «τοιούτο ποσόν οίον φαίνεται ότι είναι επαρκές», προς αποζημίωση του ενοικιαστή. Υπό το φως των ανωτέρω, τέτοια αποζημίωση μπορεί να προσφέρει στην εφεσίβλητη, υπό τις περιστάσεις, το ποσό των ΛΚ100.000,00 ή των €170.860,14, την πληρωμή του οποίου, εν πάση περιπτώσει, η ίδια αξίωσε, διαζευκτικά, στην αίτησή της. Βέβαια, το ποσό αυτό, ως η απόφαση, σχετικά, του Δικαστηρίου, πρέπει να επιστραφεί στην εφεσείουσα, εφόσον υλοποιηθεί, ειδικά, το διάταγμα για παραχώρηση νέας ενοικίασης στην εφεσίβλητη. Επιπρόσθετα, η εφεσείουσα, με αριθμό λόγων έφεσης, προσβάλλει το μέρος της απόφασης του Δικαστηρίου με το οποίο επιδικάστηκαν στην εφεσίβλητη, ως αποζημίωση, δύο άλλα ποσά: Το πρώτο, ΛΚ48.457,00, αφορούσε δαπάνη για ανακαίνιση, στην οποία η τελευταία φέρεται να προέβη στο υποστατικό. Το δεύτερο, ΛΚ154.440,00, αφορούσε απώλεια κερδών για περίοδο πέντε ετών από την παράδοση του υποστατικού το Φεβρουάριο του 2006, προς ΛΚ30.888,00 ανά έτος. Η εφεσείουσα, ουσιαστικά, εισηγείται ότι κανένα από τα πιο πάνω ποσά δε δικογραφείται επαρκώς, ενώ η μαρτυρία που προσφέρθηκε, σχετικά, και προέρχεται από το λογιστή της εφεσίβλητης, κ. Δημήτρη Παπαχριστοδούλου (Μ.Α.3), είναι, εν πάση περιπτώσει, ανεπαρκής προς απόδειξη των εν λόγω επιδικασθέντων ποσών. Είναι γεγονός ότι, στην αίτηση της εφεσίβλητης, αναφέρεται ότι το ποσό των ΛΚ48.457,00 αφορούσε ανακαίνιση και εργασίες που είχαν γίνει στο υποστατικό και, συνεπεία της παράδοσής του στην εφεσείουσα, υπό τις περιστάσεις που έχουν προαναφερθεί, αυτό απωλέσθηκε. Στην κατάσταση, τεκμήριο 6, την οποία ετοίμασε και κατέθεσε ο κ. Παπαχριστοδούλου, το πιο πάνω ποσό αναφέρεται ως το σύνολο διαφόρων δαπανών, από τις οποίες μόνο μία, για ποσό ΛΚ13.979,00, φέρεται να αφορούσε ανακαίνιση του υποστατικού. Ο κ. Παπαχριστοδούλου, σε κανένα στάδιο της μαρτυρίας του, δεν αναφέρθηκε στη δαπάνη αυτή. Επομένως, δε δόθηκε οποιαδήποτε εξήγηση σε τι ακριβώς η ανακαίνιση αφορούσε, πότε έγινε αυτή και ποια ήταν η κατάστασή της κατά το χρόνο παράδοσης του υποστατικού στην εφεσείουσα. Ως εκ τούτου, παρέλκει η εξέταση του κατά πόσο η εφεσίβλητη δικαιούτο να απαιτήσει να αποζημιωθεί για την εν λόγω δαπάνη. ΄Οπως δε εύλογα μπορεί να διαπιστωθεί, ό,τι έγινε με την, κατ' ισχυρισμό, ανακαίνιση πρέπει να ενσωματώθηκε στην κατασκευή, ώστε αυτή αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος της και, σε τέτοια περίπτωση, δεν υπάρχει μαρτυρία ότι η εφεσίβλητη μπορούσε να αποζημιωθεί και με ποιον τρόπο. Επιπρόσθετα, η απαίτηση της εφεσίβλητης, στην αίτησή της, για απώλεια κερδών περιορίζεται για δύο έτη μόνο, προς ΛΚ30.888,00 το κάθε ένα, συμποσούμενη, έτσι, στο συνολικό ποσό των ΛΚ61.776,
- Ο μοναδικός άλλος ισχυρισμός της είναι ότι η ίδια θα συνέχιζε να έχει απώλειες κερδών. Δεν αναφέρεται, όμως, σε ποιο ποσό αυτές θα ανέρχονταν, ούτε προβλήθηκε οποιαδήποτε απαίτηση, σχετικά. Επομένως, σαφώς, παρατηρείται έλλειψη δικογράφησης για το επιπρόσθετο ποσό που το Δικαστήριο επιδίκασε για τα τρία έτη, προς όφελος της εφεσίβλητης, λανθασμένα, βεβαίως, ως αποζημίωση για απώλεια κερδών. Η μαρτυρία σε σχέση με την απαίτηση αυτή, όπως περιορίζεται, πλέον, στα δύο έτη, προήλθε, επίσης, από τον κ. Παπαχριστοδούλου. Περιέχεται, κυρίως, στην κατάσταση, την οποία αυτός ετοίμασε, τεκμήριο
- Συγκεκριμένα, σε αυτήν, παρατίθεται η οικονομική απόδοση του υποστατικού για την περίοδο από το 2001 μέχρι το
- ΄Οπως προκύπτει από τους αριθμούς, είναι εντυπωσιακή η πτωτική πορεία που αυτό παρουσίασε. Για το 2001, αναφέρεται ποσό ΛΚ90.716,00, το οποίο, σταδιακά, μειώθηκε, ώστε, για το 2005, να αναφέρεται το ποσό των ΛΚ30.888,
- Ο κ. Παπαχριστοδούλου εξήγησε πως αυτό οφειλόταν στο γεγονός ότι η εφεσίβλητη, εξαιτίας των συζητήσεων που αυτή είχε με την εφεσείουσα για εκκένωση του υποστατικού, υποδείκνυε στους πελάτες που το επισκέπτονταν να πηγαίνουν στο πολύ μεγαλύτερο κατάστημά της στη λεωφόρο Μακαρίου. Ο μάρτυρας ανέφερε, επίσης, ότι αυτό ήταν «δίπλα», εννοώντας, προφανώς, σε πολύ μικρή απόσταση από το υπό αναφορά, γεγονός που καθιστούσε ευχερή τη μετάβαση των πελατών της εφεσίβλητης σε αυτό. Δεδομένων των πιο πάνω παρατηρήσεων, σημειώνεται πως δεν προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία ως προς το ποια μπορούσε να ήταν η απώλεια της εφεσίβλητης μετά το Φεβρουάριο του 2006, που αυτή παράδωσε την κατοχή του υποστατικού στην εφεσείουσα. Σίγουρα, η πρακτική που εφαρμόστηκε να κατευθύνονται οι πελάτες στο μεγαλύτερο κατάστημα θα συνέχισε να αποδίδει και μετά το χρόνο αυτό. Δεν αναφέρθηκε, όμως, σε ποιο βαθμό αυτή δυνατό να μην απέδωσε και, επομένως, ποια ήταν η απώλεια κερδών, την οποία η εφεσίβλητη δυνατό να υπέστη, έστω με κάποιο υπολογισμό, στη βάση της, κατά μέσο όρο, μείωσης που είχε σημειωθεί στην πραγματικότητα. Τέλος, σημειώνεται, συναφώς, πως και το ποσό των ΛΚ30.888,00 στην κατάσταση, τεκμήριο 6, δεν περιγράφεται ως απώλεια κερδών, αλλά ως ετήσια συνεισφορά του υποστατικού έναντι των άλλων λειτουργικών εξόδων της εφεσίβλητης. ΄Εστω και έτσι, δεν προσφέρθηκε, τελικώς, μαρτυρία σε ποιο βαθμό μειώθηκε η συγκεκριμένη συνεισφορά. Επομένως, λανθασμένα το εκδικάσαν Δικαστήριο επιδίκασε στην εφεσίβλητη τα ποσά των ΛΚ48.457,00 και των ΛΚ154.440,
- Καταλήγοντας, υπό το φως αυτών που έχουν εξεταστεί πιο πάνω, η έφεση αποτυγχάνει όσον αφορά την πτυχή των ψευδών παραστάσεων. Επιτυγχάνει, όμως, όσον αφορά τις αποζημιώσεις, κατά τον τρόπο που έχει εξηγηθεί ανωτέρω, ώστε το επιδικασθέν ποσό να μειωθεί σε ΛΚ100.000,00, ή σε €170.860,14, προς αποζημίωση της εφεσίβλητης, περιοριζόμενης στην απώλεια του δικαιώματός της στην κατοχή του υποστατικού, ως θέσμια ενοικιάστρια. ΄Οσον αφορά τα έξοδα, δεδομένης της κατάληξης, ανωτέρω, αυτά, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται, κατά ένα δεύτερο, πλέον Φ.Π.Α., υπέρ της εφεσείουσας. Π. Παναγή, Δ. Γ.Ν. Γιασεμής, Δ. Τ.Θ. Οικονόμου, Δ. /ΜΠ [1] «
- -
(1)Ουδεμία απόφασις και ουδέν διάταγμα εκδίδεται διά την ανάκτησιν της κατοχής οιασδήποτε κατοικίας ή καταστήματος, διά το οποίον ισχύει ο παρών Νόμος, ή διά την εκ τούτου έξωσιν θεσμίου ενοικιαστού, πλην των ακολούθων περιπτώσεων:» [2] «15. Εάν μετά την υπό του ιδιοκτήτου λήψιν αποφάσεως ή διατάγματος διά κατοχήν ή έξωσιν, δυνάμει του παρόντος Μέρους, το Δικαστήριον θεωρήση ότι η απόφασις ή το διάταγμα ελήφθη διά ψευδών παραστάσεων ή διά της αποκρύψεως ουσιαστικών γεγονότων, το Δικαστήριον δύναται να διατάξη τον ιδιοκτήτην να πληρώση εις τον προηγούμενον ενοικιαστήν τοιούτο ποσόν οίον φαίνεται ότι είναι επαρκές ως αποζημίωσις διά ζημίαν ή απώλειαν ην υπέστη ο ενοικιαστής συνεπεία της αποφάσεως ή του διατάγματος.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο