ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΙΤΗΣΗ ΑΡ. 25/2018, 24/4/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:AD:2018:D188 ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΙΤΗΣΗ ΑΡ. 25/2018 24 Απριλίου, 2018 [Π. ΠΑΝΑΓΗ, Δ/ΣΤΗΣ] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 3, 4, 9 ΚΑΙ 11 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1964, ΩΣ ΕΧΕΙ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΕΙ ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΚΑΙ Α. C. CHRISTODOULOU CONSULTANTS, ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΩΝ ΑΡ. 1 ΚΑΙ 6, ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΩΣ, ΣΤΗΝ ΠΟΙΝΙΚΗ ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΟΥ ΜΟΝΙΜΟΥ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΜΕ ΑΡ. 15161/16, ΜΕ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΖΗΤΕΙΤΑΙ ΑΔΕΙΑ ΓΙΑ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI KAI/Ή PROHIBITION ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 12/2/2018 ΤΟΥ ΜΟΝΙΜΟΥ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΤΗΝ ΥΠΟΘΕΣΗ ΥΠ΄ ΑΡ. 15161/16 ΔΙΑ ΤΗΣ ΟΠΟΙΑΣ ΑΠΕΡΡΙΨΕ ΑΙΤΗΜΑ ΤΩΝ ΑΙΤΗΤΩΝ ΣΤΗ ΒΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 69
(1)(Β) ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΝΟΜΟΥ ΚΕΦ. 155 ΚΑΙ ΣΤΗ ΒΑΣΗ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΤΗΣ ΚΑΤΑΧΡΗΣΗΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ (ABUSE OF PROCESS) ------------------------------ Ευστάθιος Ευσταθίου με Διονύση Νικολετόπουλο και Θεοδώρα Παπαχαραλάμπους (κα), για τους Αιτητές. ------------------------------ Α Π Ο Φ Α Σ Η Π. ΠΑΝΑΓΗ, Δ.:- Με την παρούσα αίτηση ζητείται η παραχώρηση άδειας, για την καταχώρηση, στη συνέχεια, αίτησης για την έκδοση προνομιακού εντάλματος certiorari. Ο σκοπός του εντάλματος θα είναι η ακύρωση της ενδιάμεσης απόφασης του Κακουργιοδικείου Λευκωσίας ημερομηνίας 12.2.2018 στην υπόθεση αρ. 15161/16, με την οποία απορρίφθηκε η ειδική απολογία των αιτητών, κατηγορουμένων 1 και 6. Όπως συγκεκριμένα αναφέρεται αυτή ηγέρθη: «.κατ' επίκληση του Άρθρου 69
(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.155 ότι έχουν προηγουμένως καταδικαστεί και υποστεί τιμωρία σύμφωνα με προηγούμενη απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερομηνίας 27/10/2014 στη βάση κοινών και/ή άρρηκτα συνδεδεμένων γεγονότων με τα γεγονότα της υπόθεσης υπ' αρ. 15161/16, με αποτέλεσμα η συνέχιση της εκκρεμούσας ποινικής διαδικασίας εναντίον τους να συνιστά , κατ' εφαρμογή του δόγματος autrefois convict , παραβίαση του Άρθρου 12.2. του Συντάγματος και του Άρθρου 4 του 7ου Πρωτόκολλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών («ΕΣΔΑ»), καθώς επίσης και το επιπρόσθετο και/ή διαζευκτικό αίτημα των Αιτητών για αναστολή και/ή διακοπή της ποινικής διαδικασίας του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λευκωσίας εναντίον τους καθότι η εν λόγω δίωξή τους συνιστά κατάχρηση της ποινικής διαδικασίας (abuse of process) αφού παραβιάζει την αρχή ότι ουδείς τιμωρείται δύο φορές για αδίκημα που προκύπτει από το ίδιο ή ουσιωδώς το ίδιο πλαίσιο γεγονότων καθώς επίσης συνιστά κατάχρηση της ποινικής διαδικασίας (abuse of process) λόγω της συμπεριφοράς της Κατηγορούσας Αρχής η οποία έχει προωθήσει κατηγορίες έκδηλα αντίθετες και/ή ασυμβίβαστες με τα γεγονότα της προηγούμενης καταδίκης.». Η παράθεση του ιστορικού είναι επιβεβλημένη. Το παίρνω από την έκθεση και την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση. Η «προηγούμενη απόφαση» που αναφέρεται στο αιτητικό της αίτησης, ανωτέρω, είχε εκδοθεί στην ποινική υπόθεση αρ. 793/14 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Σε αυτήν, οι αιτητές, αντιμετώπιζαν διάφορες κατηγορίες, μεταξύ άλλων, τις κατηγορίες 8-13, στις οποίες παραδέχτηκαν ενοχή. Επρόκειτο για κατηγορίες οι οποίες, όπως προκύπτει από την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου, αφορούσαν στην υποβολή φορολογικής δήλωσης κατά ή περί την 25.11.2008, στην οποία οι αιτητές παρέλειψαν να καταχωρήσουν ως εισόδημα της αιτήτριας εταιρείας (κατηγορουμένης 6 στην υπόθεση 15161/16) το ποσό των €1.000.000 που αυτή είσπραξε από την εταιρεία Focus Maritime Corp στις 27.7.2007 (κατηγορία 8), καθώς επίσης στην υποβολή φορολογικών δηλώσεων με ψευδή στοιχεία όσον αφορά το εισόδημα της αιτήτριας εταιρείας από εισπρακτέους τόκους (κατηγορίες 9, 10 και 12), την καταβολή μερίσματος προς τους μετόχους (κατηγορία 11) και το υπόλοιπο του τραπεζικού λογαριασμού της αιτήτριας εταιρείας (κατηγορία 13), κατά παράβαση του άρθρου 49
(1)(α) του περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων Νόμου του
- Τα αδικήματα των κατηγοριών 9, 10 και 12 διαπράχθηκαν κατά ή περί την 18.11.2009, 19.11.2010 και 25.11.2008 αντίστοιχα, ενώ τα αδικήματα των κατηγοριών 11 και 13 διαπράχθηκαν κατά ή περί την 19.11.2010 και 25.11.2008 αντίστοιχα. Στον αιτητή (κατηγορούμενο 1 στην υπόθεση 15161/16) επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, με ανώτερη αυτή των 5 μηνών, και στην αιτήτρια εταιρεία ποινές προστίμου, ενώ οι υπόλοιπες κατηγορίες αναστάληκαν σε προηγούμενο στάδιο. Οι αιτητές βρισκόμενοι αργότερα ως κατηγορούμενοι ενώπιον του Κακουργιοδικείου στην υπόθεση 15161/16, πρόβαλαν, μέσω του δικηγόρου τους, την ειδική απολογία δυνάμει του άρθρου 69(ι)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, ότι έχουν προηγουμένως καταδικασθεί βάσει των ίδιων ή άρρηκτα συνδεδεμένων γεγονότων, ενώ ήγειραν επίσης θέμα κατάχρησης της διαδικασίας (abuse of process). Το Κακουργιοδικείο, αφού άκουσε την επιχειρηματολογία των συνηγόρων των μερών στο χρόνο εκείνο, εξέδωσε την απόφαση του στις 18.9.
- Με αυτή, έκρινε ότι δεν στοιχειοθετείτο η ειδική απολογία, ενώ απέρριψε και τη θέση των αιτητών περί κατάχρησης της διαδικασίας θεωρώντας, ουσιαστικά, πως ήταν αβάσιμη. Μονομερής αίτηση που καταχώρησαν οι αιτητές στο Ανώτατο Δικαστήριο για την παραχώρηση άδειας προς το σκοπό προώθησης αίτησης για την έκδοση εντάλματος certiorari με απώτερο σκοπό την ακύρωση της παραπάνω ενδιάμεσης απόφασης του Κακουργιοδικείου, απορρίφθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο με απόφαση του ημερομηνίας 10.1.2018 στη βάση ότι είχε εμφιλοχωρήσει μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση από την ημερομηνία έκδοσης της εν λόγω απόφασης του Κακουργιοδικείου μέχρι και την καταχώρηση της αίτησης. Ακολούθησε η τροποποίηση του κατηγορητηρίου ενώπιον του Κακουργιοδικείου. Γίνεται αναφορά στην απόφαση του Κακουργιοδικείου ημερομηνίας 12.2.2018, αντικείμενο της παρούσας αίτησης, για «συναινετική μεταβολή του κατηγορητηρίου στις 11.1.2018, δια της τροποποίησης των λεπτομερειών πολλών κατηγοριών και της προσθήκης δύο νέων κατηγοριών (κατηγορίες 25 και 26).». Από το τροποποιημένο κατηγορητήριο το οποίο επισυνάπτεται ως τεκμήριο στην ένορκη δήλωση του αιτητή, προκύπτει ότι οι αιτητές καθώς και άλλα έξι πρόσωπα, φυσικά και νομικά, αντιμετωπίζουν, είτε μόνοι είτε σε ομάδες, κατηγορίες που αφορούν σε αδικήματα διαφθοράς, δεκασμού δημόσιου λειτουργού, δωροληψία από οικείους δημόσιους αξιωματούχους και νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Ο φερόμενος χρόνος διάπραξης πλείστων αδικημάτων είναι το έτος 2006, καθ' ον χρόνο ο αιτητής ήταν Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου. Κληθέντες δε οι αιτητές να απαντήσουν στο τροποποιημένο κατηγορητήριο, επικαλέστηκαν εκ νέου την ειδική απολογία του άρθρου 69
(1)(β) του Κεφ.155, εγείροντας πανομοιότυπα ζητήματα με αυτά που είχαν εγείρει με την προηγούμενη εισήγησή τους και η οποία απορρίφθηκε με την ενδιάμεση απόφαση του Κακουργιοδικείου ημερομηνίας 18.9.
- Το θέμα, κατά τον τότε συνήγορο των αιτητών, είχε δύο άξονες. Ο πρώτος αφορούσε την καταδίκη των αιτητών στην Ποινική Υπόθεση αρ. 793/14 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, βάσει των ίδιων ή ουσιαστικά όμοιων γεγονότων με αυτά που προβάλλονται με τις κατηγορίες της ποινικής υπόθεσης 15161/
- Ο δεύτερος άξονας ήταν ότι η υπόθεση 15161/16 ενώπιον του Κακουργιοδικείου συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of process) λόγω της συμπεριφοράς της κατηγορούσας αρχής στον τρόπο προώθησης των κατηγοριών που οι αιτητές αντιμετωπίζουν. Το Κακουργιοδικείο, με την απόφαση του ημερομηνίας 12.2.2018, αντιμετώπισε το ζήτημα ως ακολούθως: «Από πλευράς Δικαστηρίου και ξεκινώντας από την ένσταση/αίτημα των κατηγορουμένων 1 και 6 που υιοθετήθηκε και από τους κατηγορουμένους 4 και 7, επισημαίνουμε κατ' αρχάς, αυτό που φαίνεται να είναι καθολικά αποδεκτό απ' όλους. Δηλαδή, ότι, δεν έχει αλλάξει οτιδήποτε το ουσιαστικό από την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 18.9.2017, αφού η μεταβολή του κατηγορητηρίου που ακολούθησε στις 11.1.2018, δεν άλλαξε οτιδήποτε σε σχέση με τη φύση, τον τύπο και το ουσιαστικό περιεχόμενο των κατηγοριών. Συνεπώς, θεωρούμε ότι η επαναφορά του ζητήματος για τους λόγους που εξήγησε ο κ. Αγγελίδης στο Δικαστήριο μας - χωρίς να παίρνουμε θέση επί της ορθότητας αυτών των λόγων - είναι όντως τυπική, παρά ουσιαστική. Όπως και να έχει, υιοθετούμε πλήρως και επαναλαμβάνουμε την ενδιάμεση απόφαση μας ημερ. 18.9.2017, απορρίπτοντας συναφώς την εν λόγω ένσταση/αίτημα.» Ουσιαστικά το παράπονο των αιτητών αφορά στην ενδιάμεση απόφαση του Κακουργιοδικείου ημερομηνίας 18.9.
- Από το αμέσως πιο πάνω απόσπασμα, γίνεται αντιληπτό ότι το Κακουργιοδικείο χειρίστηκε την επαναφορά από το συνήγορο των αιτητών των ζητημάτων τα οποία το απασχόλησαν στην απόφαση του ημερομηνίας 18.9.2017, πάνω σε τυπική και όχι πάνω σε ουσιαστική βάση. Ο λόγος είναι επειδή αυτά είχαν ήδη εξεταστεί και κριθεί με την προαναφερθείσα αρχική απόφαση του, ενώ η τροποποίηση που ακολούθησε του κατηγορητηρίου, δεν επέφερε οποιαδήποτε ουσιαστική διαφοροποίηση σε αυτό. Ούτε προωθήθηκε οτιδήποτε το νέο ενώπιον του Κακουργιοδικείου, το οποίο θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο νέας εξέτασης και απόφασης. Η παραπομπή, λοιπόν, από το Κακουργιοδικείο στην απόφαση του ημερομηνίας 18.9.2017, ήταν προς επιβεβαίωση αυτής της κατάστασης πραγμάτων. Δεν συνιστούσε νέα απόφαση επί της ουσίας των ζητημάτων που απασχόλησαν στην απόφαση του Σεπτεμβρίου 2017 αλλά τυπική απόφαση, ώστε να υπάρχει η δυνατότητα άσκησης έφεσης μελλοντικά, υπό το φως της τροποποίησης του κατηγορητηρίου. Και αυτό, βέβαια, σε περίπτωση, που ήθελε φανεί ότι η επαναφορά τους ήταν αναγκαία, για τους λόγους που εξήγησε ο ευπαίδευτος συνήγορος, θέμα στο οποίο το Κακουργιοδικείο δεν τοποθετήθηκε, όπως το ίδιο επεσήμανε. Υπό το πρίσμα της προσέγγισης, ανωτέρω, του Κακουργιοδικείου, η απόφαση του ημερομηνίας 12.2.2018 δεν ήταν καθοριστική των δικαιωμάτων των αιτητών. Σύμφωνα με τη νομολογία, μόνο απόφαση καθοριστική για τα δικαιώματα διαδίκου μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αναθεώρησης μέσω της εξαιρετικής φύσεως διαδικασίας προνομιακού εντάλματος certiorari, (βλ. Καρατζαφέρης
(1993)1 ΑΑΔ 611). Με δεδομένο δε ότι η απόφαση του Κακουργιοδικείου ημερομηνίας 18.9.2017 επί της ουσίας των ζητημάτων δεν αποτελεί αντικείμενο αναθεώρησης μέσω εντάλματος certiorari, έπεται η απόρριψη της αίτησης. Υπάρχει όμως και άλλος πρόσθετος λόγος γιατί η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει. Εγκύπτοντας στα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου έχω επισημάνει ότι το Τεκμήριο 1Α στην ένορκη δήλωση του αιτητή, το οποίο παρουσιάζεται ως η ενδιάμεση απόφαση του Κακουργιοδικείου ημερομηνίας 12.2.2018, αντικείμενο της παρούσας αίτησης, δεν πρόκειται για κεκυρωμένο αντίγραφο της, αλλά φωτοστατικό αντίγραφο. Επειδή στην Κύπρο δεν έγιναν κανονισμοί που να διέπουν την άσκηση της αρμοδιότητας του Ανωτάτου Δικαστηρίου προς έκδοση προνομιακών ενταλμάτων, τα Κυπριακά Δικαστήρια ακολουθούν και εφαρμόζουν διαδικασία ανάλογη με εκείνη που εφαρμοζόταν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Αγγλία πριν την ανεξαρτησία, (βλ. In re Aeroporos and Others
(1988)1 C.L.R 302 και Ellinas v Republic
(1989)1 C.L.R 17). Σύμφωνα με τη νομολογία, η παράλειψη συμμόρφωσης με τα διαδικαστικά προαπαιτούμενα για την έγερση της διαδικασίας καθιστά το αίτημα προς το Δικαστήριο άνευ αντικειμένου, (βλ. Angeo & Co. Ltd (Αρ. 1)
(1992)1 Α.Α.Δ 374 και Γερολέμου κ.ά
(2002)1 Α.Α.Δ. 491). Στην In re Aeroporos & Others (ανωτέρω), αποφασίστηκε με αναφορά στην υπόθεση R v Newington Licensing Justices
(1948)1 KB 681, πως η επισύναψη πιστοποιημένων αντιγράφων των ενταλμάτων έρευνας αποτελούσε απαραίτητη προϋπόθεση για την ενάσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου δυνάμει του Άρθρου 155.4 του Συντάγματος για την έκδοση προνομιακού διατάγματος. Η αρχή ωστόσο είναι ευρύτερης εφαρμογής και περιλαμβάνει, όπως αποφασίστηκε και σε άλλες περιπτώσεις, απόφαση ή διάταγμα του Δικαστηρίου. (Βλ. επίσης το σύγγραμμα του Π. Αρτέμη Προνομιακά Εντάλματα, σελ. 45 κ.ε. και τις υποθέσεις Τσιβίκος
(2003)1 Α.Α.Δ. 15, Σαρρής κ.ά
(2010)1 Α.Α.Δ 801 και Χαραλάμπους
(2011)1 Α.Α.Δ. 743). Εν προκειμένω, η μη επισύναψη πιστοποιημένου αντιγράφου της απόφασης του Κακουργιοδικείου ημερομηνίας 12.2.2018, αντικείμενο της αίτησης, όπως επιτάσσει η νομολογία, επενεργεί καταλυτικά για την τύχη της αίτησης. Για τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση απορρίπτεται. Π. ΠΑΝΑΓΗ, Δ. /ΣΓεωργίου cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο