← Κύπρος

AURUM CAPITAL HOLDINGS INC ν. FORTIS BANK SA,, Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 457/2011, 22/6/2018

AURUM CAPITAL HOLDINGS INC ν. FORTIS BANK SA,, Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 457/2011, 22/6/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:AD:2018:A303 ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 457/2011) 22 Ιουνίου, 2018 [ΠΑΝΑΓΗ, ΓΙΑΣΕΜΗΣ, ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, Δ/στές] AURUM CAPITAL HOLDINGS INC, Εφεσείουσα-Εναγομένη, ν. FORTIS BANK SA, Εφεσίβλητης-Ενάγουσας. ________________________ Αντώνης Γεωργίου, για Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για την Εφεσείουσα. Μαρίνα Τζιουτ, για Ανδρέας Νεοκλέους & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για την Εφεσίβλητη. ________________________ ΠΑΝΑΓΗ, Δ.: Την ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δώσει ο Δικαστής Γ.Ν. Γιασεμής. ________________________ Α Π Ο Φ Α Σ Η Γ.Ν. ΓΙΑΣΕΜΗΣ, Δ.: Οι διάδικοι στην παρούσα έφεση είναι εταιρείες, οι οποίες έχουν την έδρα τους, η κάθε μια, στη χώρα στην οποία αυτή έχει, προφανώς, συσταθεί. Φαίνεται δε ότι είχαν την πρώτη μεταξύ τους επαφή στο πλαίσιο της αγωγής αρ. 7064/2010, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας? η εφεσίβλητη ως ενάγουσα και η εφεσείουσα ως εναγομένη. Η πρώτη αποτελεί τραπεζικό οργανισμό και έχει την έδρα της στο Βέλγιο, ενώ η δεύτερη αποτελεί οικονομική οντότητα και ασχολείται με την παροχή υπηρεσιών στον τομέα της ηλεκτρονικής επιστήμης, με έδρα της τη Δομινικανή Δημοκρατία. Η εφεσίβλητη κίνησε την πιο πάνω αγωγή, αξιώνοντας από την εφεσείουσα την καταβολή του ποσού των €50.000,00, το οποίο η τελευταία, κατ' ισχυρισμό, απέσπασε από λογαριασμό πελάτη της, με δόλιο τρόπο. Συγκεκριμένα, αυτή, ενεργώντας χωρίς οποιαδήποτε εξουσιοδότηση, φέρεται να προκάλεσε τη μεταφορά, ηλεκτρονικά, του πιο πάνω ποσού σε λογαριασμό της, τον οποίο διατηρεί σε τραπεζικό οργανισμό που έχει την έδρα του στην Κύπρο. Η νομιμοποίηση της εφεσίβλητης για έγερση της πιο πάνω αγωγής βασίζεται στην εκχώρηση, προς αυτήν από τον εν λόγω πελάτη της, του δικαιώματός του για έγερση από τον ίδιο της αγωγής. Σύμφωνα με το υλικό που βρίσκεται στο σχετικό φάκελο του Δικαστηρίου, παρά την, κατ' ισχυρισμό, διενεργηθείσα προς την εφεσείουσα επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος και κάποιων άλλων σχετικών εγγράφων, αυτή παρέλειψε να καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης εντός της καθορισμένης προθεσμίας. Ως εκ τούτου, η εφεσίβλητη, κινώντας την ενδεδειγμένη, υπό τις περιστάσεις, διαδικασία, στις 7.12.2010, πέτυχε, ερήμην, την έκδοση απόφασης εναντίον της, η οποία απεστάλη στην εφεσείουσα, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, στις 11.4.2011. Στις 27.4.2011, η εφεσείουσα καταχώρισε αίτηση, αιτούμενη τον παραμερισμό της πιο πάνω απόφασης, κατ' επίκληση, βασικά, της Δ.17, Κ. 10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Στο πλαίσιο αυτής, πρόβαλε ότι δεν της είχαν επιδοθεί τα έγγραφα της αγωγής στο εγγεγραμμένο γραφείο της στη Δομινικανή Δημοκρατία, ούτε, ποτέ, ο διευθυντής της ενημερώθηκε, ο ίδιος, για την ύπαρξή της. Επιπρόσθετα, εισηγήθηκε ότι έχει καλή υπεράσπιση στην απαίτηση της εφεσίβλητης και πρόβαλε κάποιους ισχυρισμούς, σχετικά, στην υποστηρικτική της υπό αναφορά αίτησης ένορκη δήλωση. Η εφεσίβλητη υπέβαλε ένσταση, την οποία το εκδικάσαν Δικαστήριο έκαμε δεκτή. Ως αποτέλεσμα, αυτό, μη αποδεχόμενο τους πιο πάνω δύο προβληθέντες λόγους για παραμερισμό της εν λόγω απόφασης, απέρριψε την, ως άνω, αίτηση της εφεσείουσας. Επιπρόσθετα, δέχτηκε την εισήγηση της εφεσίβλητης ότι η εφεσείουσα επέδειξε μεγάλη καθυστέρηση στην καταχώριση σημειώματος εμφάνισης, η οποία ισοδυναμούσε με περιφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας. Η εφεσείουσα, με την παρούσα έφεση, προσβάλλει, ως λανθασμένη, την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου σε σχέση και με τα τρία θέματα, ανωτέρω. Οι αντίστοιχες θέσεις, σχετικά, των συνηγόρων των μερών αντανακλώνται στη συζήτηση η οποία ακολουθεί. Το διάταγμα με το οποίο δόθηκε άδεια για επίδοση στη Δομινικανή Δημοκρατία δεν προσβλήθηκε. Προέβλεπε δε επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος και των υπολοίπων σχετικών δικαστικών εγγράφων, με υποκατάστατο τρόπο και, συγκεκριμένα, μέσω της ταχυδρομικής υπηρεσίας DHL, στο εγγεγραμμένο γραφείο της εφεσείουσας στην προαναφερθείσα χώρα. Σύμφωνα με το δικονομικό δίκαιο της Κύπρου και, δη, τον Κ. 7 της Δ. 5 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, "In the absence of any statutory provision regulating service of process upon a corporate body, service of an office copy of a writ of summons or other process on the president or other head officer, or on the treasurer or secretary of such body, or delivery of such copy at the office of such body, shall be deemed good service;". Η πιο πάνω πρόνοια αναφέρεται, ειδικά, στην επίδοση δικαστικών εγγράφων, περιλαμβανομένου κλητηρίου εντάλματος, σε νομικό πρόσωπο, όπως είναι η εταιρεία περιορισμένης ευθύνης. Από τα έγγραφα που η ίδια η εφεσείουσα καταχώρισε μαζί με την αίτησή της, προκύπτει ότι η διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της στη Δομινικανή Δημοκρατία είναι αυτή που αναφέρεται στο εν λόγω διάταγμα του Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, σε ένα από αυτά, επιβεβαιώνεται ότι η εφεσείουσα, πράγματι, έχει την έδρα της στην πιο πάνω διεύθυνση, η οποία ανήκει σε εταιρεία παροχής υπηρεσιών, που είναι επιφορτισμένη με το χειρισμό όλης της αλληλογραφίας της που της αποστέλλεται στη συγκεκριμένη διεύθυνση. Η εφεσείουσα, ωστόσο, επικαλούμενη σχετική βεβαίωση της προαναφερθείσας εταιρείας παροχής υπηρεσιών, ισχυρίζεται ότι ουδέποτε της επιδόθηκε η υπό αναφορά αγωγή. Η εφεσίβλητη δε, από την πλευρά της, καταδεικνύει, με έγγραφα, με τα οποία την είχε εφοδιάσει η προαναφερθείσα ταχυδρομική υπηρεσία, ότι η επίδοση των εγγράφων της αγωγής διενεργήθηκε με την παράδοσή τους σε κατονομαζόμενο πρόσωπο, έναντι της υπογραφής του, το οποίο βρίσκεται στην υπηρεσία της, ως άνω, εταιρείας παροχής υπηρεσιών, στην εν λόγω διεύθυνσή της. Το γεγονός αυτό επιβεβαίωσε, με σχετική ένορκη μαρτυρία, η συνήγορος που χειρίζεται την παρούσα υπόθεση εκ μέρους της εφεσίβλητης, η οποία έλαβε την πληροφορία αυτή στη διάρκεια τηλεφωνικής επικοινωνίας που είχε με υπάλληλο της υπό αναφορά εταιρείας. Η υπόθεση J. Z. Classic Music Pro Ltd v. Alkadia Music Land Ltd

(2002)1 Α.Α.Δ. 1151, κατ' αντιδιαστολή προς την υπόθεση Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού ν. Chr. P. Michaelides (Estates) Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 43, όπου το κλητήριο ένταλμα είχε αφεθεί, απλώς, στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας, χωρίς καμιά ένδειξη για την παραλαβή του, αφορούσε, σε σχέση με το υπό συζήτηση θέμα, γεγονότα, εντελώς όμοια με αυτά στην παρούσα υπόθεση. Το κλητήριο ένταλμα είχε, και εκεί, όπως και εν προκειμένω, επιδοθεί στο εγγεγραμμένο γραφείο της εναγομένης εταιρείας, έναντι της υπογραφής κάποιου προσώπου που βρισκόταν σε αυτό. Η επίδοση κρίθηκε ότι ήταν κανονική, συνάδουσα με τον πιο πάνω δικονομικό Κανονισμό. Σε συμφωνία, λοιπόν, με το εκδικάσαν Δικαστήριο, κρίνεται ότι η επίδοση της αγωγής έγινε κατά το δέοντα τρόπο, η δε εφεσείουσα απέτυχε να καταδείξει ότι η ίδια δεν έλαβε γνώση αυτής. Το επόμενο θέμα αφορά στον ισχυρισμό της εφεσείουσας ότι αυτή είχε καλή υπεράσπιση στην αγωγή την οποία είχε κινήσει εναντίον της η εφεσίβλητη. ΄Οπως έχει, ήδη, αναφερθεί, η αιτία αγωγής που επικαλέστηκε η τελευταία συνίστατο σε απόσπαση χρημάτων με δόλιο τρόπο και συνοδευόταν από αξίωση για καταβολή, ως αποζημίωση, ποσού ίσου με αυτό που φέρεται να είχε αποσπαστεί. Η εφεσείουσα, για να έπειθε το Δικαστήριο να ασκούσε υπέρ της την διακριτική του εξουσία, δυνάμει της Δ.17, Κ. 10, έπρεπε να καταδείκνυε, διά ενόρκου δηλώσεως, ότι είχε να προβάλει καλή, εκ πρώτης όψεως, υπεράσπιση έναντι της πιο πάνω αιτίας. ΄Επρεπε, δηλαδή, να πρόσφερε μαρτυρία, η οποία να ικανοποιούσε το πιο πάνω κριτήριο. Στην υπόθεση Πατούρης ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 2118, στη σελίδα 2124, λέχθηκε, σχετικά, ότι: «Ενέχει δυνητικά το στοιχείο της πειστικότητας υπεράσπιση η οποία είναι λογικοφανής βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστούν συζητήσιμη.» Η εφεσείουσα, προς ικανοποίηση της πιο πάνω αποδεικτικής απαίτησης, ισχυρίστηκε ότι η μεταφορά του, ως άνω, ποσού αφορούσε πληρωμή του μεγαλύτερου μέρους του τιμήματος για την πώληση συγκεκριμένου λογισμικού στον προαναφερθέντα πελάτη της εφεσίβλητης, τον οποίο η ίδια χαρακτήριζε ως «νέο πελάτη» της. Κατατέθηκε, προς τούτο, δέσμη τριάντα εγγράφων, ως τεκμήριο 10, τα οποία, κατά το πλείστον, αφορούσαν σε μεταγενέστερη επικοινωνία που είχε ο διευθυντής της εφεσείουσας με την τράπεζά της στην Κύπρο, καθώς, επίσης, με το δικηγόρο της. Σε αυτά, περιλαμβανόταν και ένα τιμολόγιο, ημερομηνίας 16.7.2010, το οποίο η εφεσείουσα είχε, κατ' ισχυρισμό, εκδώσει σε σχέση με την πιο πάνω συναλλαγή. Αυτή, όμως, παρέλειψε να καταθέσει το πολύ σημαντικό έγγραφο της παραγγελίας, με ημερομηνία ίδια ως η ανωτέρω, που, όπως, επίσης, υπήρχε ισχυρισμός από μέρους της, είχε θέσει προς αυτήν ο «νέος πελάτης» της και πελάτης της εφεσίβλητης, για την αγορά του εν λόγω λογισμικού. Η υπό αναφορά παραγγελία αποτελούσε μαρτυρία, η οποία προερχόταν από τον ίδιο το «νέο πελάτη», και η οποία, κατ' ισχυρισμό της εφεσείουσας, βρισκόταν στην κατοχή της. Με αυτή, θα μπορούσε, εκ πρώτης όψεως, να καταδειχθεί η σύναψη της συμφωνίας, την οποία, ουσιαστικά, η εφεσείουσα πρόβαλε, ως υπεράσπιση, στην αξίωση της εφεσίβλητης. Η εν λόγω παράλειψη οδήγησε το πρωτόδικο Δικαστήριο στην παρατήρηση ότι η εφεσείουσα δεν κατέθεσε ενώπιόν του οποιαδήποτε συμφωνία σε σχέση με την προαναφερθείσα συναλλαγή. Η παρατήρηση αυτή είναι, βέβαια, ορθή, δεδομένου ότι η κατάθεση της παραγγελίας, την οποία η ίδια η εφεσείουσα επικαλέστηκε, ήταν απαραίτητο στοιχείο μαρτυρίας, προκειμένου να καταδεικνυόταν, στο βαθμό που αναφέρεται πιο πάνω, η συνομολόγηση της ισχυρισθείσας συμβατικής συναλλαγής. Υπό τις περιστάσεις, λοιπόν, αυτές, κρίνεται πως το Δικαστήριο, απορρίπτοντας την αίτηση, ορθώς άσκησε τη διακριτική του εξουσία και δε χρειάζεται να εξεταστεί, πλέον, το θέμα της μη έγκαιρης καταχώρισης, από την εφεσείουσα, σημειώματος εμφάνισης. Υπάρχει, όμως, ένα τελευταίο θέμα, το οποίο ηγέρθη από την πλευρά της εφεσείουσας στο στάδιο των αγορεύσεων και αφορά στο κατά πόσο το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, ενώπιον του οποίου ετέθη η αγωγή, είχε κατά τόπο δικαιοδοσία να της επιληφθεί. Το πιο πάνω θέμα ηγέρθη στη βάση της εισήγησης ότι καμιά από τις διαδίκους δεν έχει την έδρα της στην Κύπρο, ο δε δόλος, τον οποίο επικαλέστηκε η εφεσίβλητη, διαπράχθηκε στην αλλοδαπή? δε διευκρινίστηκε σε ποια, συγκεκριμένα, χώρα. Αυτό, όμως, δεν είναι αναγκαίο να αποφασιστεί. Ως προς το θέμα της δικαιοδοσίας του ημεδαπού δικαστηρίου, σημειώνεται πως, με δεδομένο ότι το προϊόν του δόλου μεταφέρθηκε, ως ο σχετικός ισχυρισμός, σε λογαριασμό της εφεσείουσας σε τράπεζα που έχει την έδρα της στη Λευκωσία, εμφανώς, η δόλια πράξη συντελέστηκε, μερικώς, εντός της δικαιοδοσίας του προαναφερθέντος Επαρχιακού Δικαστηρίου. Το γεγονός αυτό, σύμφωνα με το άρθρο 21
(1)(α)[1] του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, (Ν. 14/1960), σαφώς, παρέχει δικαιοδοσία στο εν λόγω Δικαστήριο, (βλ., επίσης, Siddhant Industries Private Ltd ν. NS-Bulgaria Ltd κ.ά. Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 113/2011, 9.7.2014, ECLI:CY:AD:2014:A497). Επομένως, ούτε και ο λόγος αυτός γίνεται δεκτός. Για τους πιο πάνω λόγους, η έφεση απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ της εφεσίβλητης και εναντίον της εφεσείουσας, τα οποία καθορίζονται στο ποσό των €2.500,00, συν Φ.Π.Α. Π. Παναγή, Δ. Γ.Ν. Γιασεμής, Δ. Τ.Θ. Οικονόμου, Δ. /ΜΠ [1] «21. -
(1)Το Επαρχιακόν Δικαστήριον, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 19, θα έχη πρωτόδικον δικαιοδοσίαν ίνα ακούη και αποφασίζη οιανδήποτε αγωγήν συμφώνως προς τα διατάξεις του άρθρου 22 οσάκις - (α) η βάσις της αγωγής έχη προκύψει είτε καθ' ολοκληρίαν είτε εν μέρει εντός των ορίων της επαρχίας δι' ην το δικαστήριον καθιδρύθη?» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.