ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ ΛΟΙΖΟΥ , Πολιτική Έφεση Αρ. 138/2018, 20/7/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:AD:2018:A373 ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (Πολιτική Έφεση Αρ. 138/2018) [ΠΑΜΠΑΛΛΗΣ, ΠΑΝΑΓΗ, ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, ΓΙΑΣΕΜΗ Δ/στές] 20 Ιουλίου, 2018 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 3 ΚΑΙ 9 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ 33/1964 ΟΠΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ KAI ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ ΛΟΙΖΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΛΕΥΚΩΣΙΑ, ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΗ ΑΔΕΙΑΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ MANDAMUS KAI ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΚΑΙ/Ή ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΥΓΕΙΑΣ ΚΑΙ/Ή ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ (ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ), ΩΣ ΑΡΜΟΔΙΩΝ ΑΡΧΩΝ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΝΑ ΕΠΙΤΡΕΨΟΥΝ ΣΤΗΝ ΛΟΙΖΟΥ ΕΚ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ, ΝΑ ΑΠΟΛΑΥΣΕΙ ΤΟ ΘΕΜΕΛΙΩΔΕΣ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΓΙΑ ΑΞΙΟΠΡΕΠΗ ΙΑΤΡΙΚΗ ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΚΑΙ ΠΑΡΟΧΗ ΣΥΝΤΑΞΗΣ ΑΝΙΚΑΝΟΤΗΤΑΣ ΩΣ ΚΑΤΟΧΥΡΩΜΕΝΟ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΟ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΣΤΗΝ ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 1 ΤΟΥ ΠΠΠ ΤΗΣ ΕΣΔΑ ΩΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΗ ΜΕ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΜΕΝΗ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗ ΑΣΘΕΝΕΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΚΑΙ ΣΠΑΝΙΑ ΝΟΣΟ ΩΣ ΠΡΟΣΚΛΗΘΕΙΣΑ ΑΠΟ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΕΞΑΙΤΙΑΣ ΠΑΡΑΛΕΙΨΕΩΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΕΘΕΙΜΕΝΩΝ ΕΥΡΩΠΑΙΚΩΝ ΚΑΝΟΝΙΣΜΩΝ ΚΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΟΠΩΣ ΠΡΟΚΥΠΤΕΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΤΗΣ ΑΙΤΗΤΡΙΑΣ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ. - - - - - - Χρ. Σκουλιά (κα) με Ρ. Διογένους (κα) για Σκουλιά και Διογένους, με κ. Ν. Σιαπέρα, για την Εφεσείουσα. Εφεσείουσα παρούσα. - - - - - - Α Π Ο Φ Α Σ Η ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Δ.: Με την παρούσα έφεση αμφισβητείται η ορθότητα της απόφασης αδελφής μας Δικαστού, με την οποία απέρριψε αίτηση της εφεσείουσας για άδεια καταχώρησης αίτησης με σκοπό την έκδοση εντάλματος mandamus. Η αίτηση της εφεσείουσας διελάμβανε ως ακολούθως: «Α. Την παραχώρηση άδειας για καταχώρηση αίτησης για έκδοση εντάλματος Mandamus με το οποίο να διατάσσεται το Υπουργείο Υγείας:
(2008)1 ΑΑΔ 43, αναφέρεται: «Συνήθως η θεραπεία με το προνομιακό ένταλμα Mandamus, χρησιμοποιείται για να διαταχθεί κατώτερο Δικαστήριο να ασκήσει συγκεκριμένη εξουσία, μέσα στα πλαίσια της αρμοδιότητάς του. Όμως η θεραπεία μπορεί να εξασφαλιστεί για να εξαναγκάσει και άλλες αρχές ή όργανα ή πρόσωπα τα οποία ασκούν δημόσια εξουσία, για να εκτελέσουν δημόσιο καθήκον το οποίο επιβάλλει ο Νόμος. Όπως είναι γνωστό, προνομιακά εντάλματα εκδίδονται με βάση την αποκλειστική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου δυνάμει του Άρθρου 155.4 του Συντάγματος. Όπως έχει νομολογηθεί, δεν χωρεί η έκδοση προνομιακού εντάλματος για αναθεώρηση διοικητικής απόφασης, εφόσον η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου δυνάμει του Άρθρου 146.1 του Συντάγματος είναι διαφορετική. Ο διαχωρισμός των δύο, δεν είναι πάντα εύκολος, αλλά η φύση της απόφασης είναι συνήθως πιο καθοριστική της πράξης, παρά το όργανο που την εξέδωσε. Προϋπόθεση για την παραχώρηση της θεραπείας, είναι ο Αιτητής να έχει δικαίωμα να ζητήσει την εκτέλεση του συγκεκριμένου καθήκοντος. Επίσης, ο Αιτητής θα πρέπει προτού αποταθεί στο Δικαστήριο για άδεια, να έχει αιτηθεί από το δημόσιο όργανο την εκτέλεση του καθήκοντός του, αλλά αυτό να έχει αρνηθεί να συμμορφωθεί.» Αποτελεί προϋπόθεση για την παραχώρηση του εντάλματος mandamus η υποβολή διακριτής απαίτησης (distinct demand) προς την αρμόδια Αρχή για εκτέλεση του καθήκοντός της σε σχέση με το οποίο υποβάλλεται ακολούθως το αίτημα, εφόσον δεν υπάρχει συμμόρφωση στο μεταξύ (βλ. Halsbury's Laws of England, 3η Έκδοση, Τόμος 11, σελ.106 και Basu «Commentary on the Constitution of India», Τόμος 3, σελ. 479[1]). Στην υπόθεση R. v. The Bristol and Exeter Railway Company 12 L.J.Q.B. λέχθηκε ότι «It is necessary, before a rule is applied for, that a distinct demand should be made upon those who are required to do an act, and that it should be distinctly pointed out to them what it is that they are required to do.». Δεν πρόκειται για τυπικό ζήτημα, αλλά για ζήτημα ουσίας (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση της Palm-Mount Holdings Ltd, Πολιτική Έφεση αρ. 413/2016, ημερομηνίας 3.4.2018, ECLI:CY:AD:2018:A154). Αποτελεί περαιτέρω προϋπόθεση για την απόδοση προνομιακού εντάλματος mandamus h ύπαρξη νομικού δικαιώματος ή υποχρέωσης. Όπως παρατηρείται στον Basu, πιο πάνω, σελ. 478, «The foundation of mandamus is the existence of the right. It is not intended to create a right but to restore a party who has been denied his right to the enjoyment of such right.». Η υποχρέωση πρέπει να είναι συγκεκριμένη και να προκύπτει από το Σύνταγμα, το νόμο, το Κοινοδίκαιο ή από κανονισμούς ή οδηγίες που έχουν νομοθετική υπόσταση. Δεν υπάρχει δικαιοδοσία για έκδοση εντάλματος mandamus για διοικητικές πράξεις που εμπίπτουν με βάση το Άρθρο 146.1 του Συντάγματος στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Διοικητικού Δικαστηρίου. Δεν μπορεί να εκδοθεί ένταλμα mandamus, εκτός εαν ο αιτητής έχει δικαίωμα να αξιώσει την άσκηση συγκεκριμένης νομικής υποχρέωσης του διοικητικού οργάνου, σε αντιπαραβολή με την άσκηση διακριτικής ευχέρειας. Όμως, προνομιακό ένταλμα μπορεί να εκδοθεί αν το καθήκον δημόσιας Αρχής αφορά σε θέμα ιδιωτικού και όχι δημόσιου δικαίου. Ξεκινώντας από το δεύτερο λόγο έφεσης, η εφεσείουσα παρέπεμψε στην έκθεση γεγονότων, καθώς και στα Τεκμ. 5(α) και 5(β), που αφορούν καταγγελίες στις οποίες προέβη στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, προς υποστήριξη της θέσης της ότι σ΄ αυτά αναφέρονται οι λεπτομέρειες του τρόπου αντιμετώπισής της από τα διοικητικά όργανα. Η καταγγελία στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποδεικνύει, σύμφωνα με την εισήγηση, πως η εφεσείουσα αποτάθηκε τόσο στο Υπουργείο Υγείας όσο και στις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων για τα δικαιώματά της ως άτομο με αναγνωρισμένη από το κράτος επαγγελματική ασθένεια. Κατά τη συζήτηση της έφεσης, ερωτήθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος της εφεσείουσας κατά πόσο έχει τηρηθεί η προϋπόθεση που τίθεται για την έκδοση εντάλματος τύπου mandamus, όπως δηλαδή να απαιτήσει ο πολίτης την εκπλήρωση του καθήκοντος, το οποίο στη συνέχεια το κράτος αρνείται να πληρώσει και παρέπεμψε στο Τεκμ.
- Το εν λόγω τεκμήριο αποτελεί έντυπο αίτησης για επιστροφή εξόδων/αποζημίωση και απευθύνεται προς το Υπουργείο Υγείας, το οποίο όμως δεν είναι συμπληρωμένο. Όπως διευκρίνισε ο ευπαίδευτος συνήγορος, το εν λόγω τεκμήριο τέθηκε για να αποδειχθεί ότι το αίτημα για επιστροφή εξόδων αποτελεί ένα τυπικό έντυπο του Υπουργείου Υγείας. Η απαίτηση που υπέβαλε η εφεσείουσα, ανέφερε, περιγράφεται στις καταγγελίες που έγιναν προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Έχουμε διεξέλθει τόσο την έκθεση, όσο και την ένορκη δήλωση της εφεσείουσας, και τα Τεκμ. 5(α) και 5(β), που αποτελούν τα έντυπα των καταγγελών στις οποίες προέβη η εφεσείουσα προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Το Τεκμ. 5(α) αφορά καταγγελία εναντίον των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Υπουργείο Εργασίας και το Τεκμ. 5(β), την καταγγελία εναντίον του Υπουργείου Υγείας. Έχουμε εξετάσει το περιεχόμενο των δύο τεκμηρίων και διαπιστώνουμε ότι δεν προκύπτει από αυτά συγκεκριμένη απαίτηση για επιστροφή του ποσού που απαιτείται με το μέρος Α της αίτησης. Υπάρχει μία γενική αναφορά στο Τεκμ. 5(β) ότι η εφεσείουσα υπέβαλε δύο αιτήματα τον Απρίλιο του 2017, χωρίς όμως να προκύπτει σαφώς περί τίνος επρόκειτο ούτε κατά πόσο αφορούσε το αίτημα επιστροφής δαπανών που κατέβαλε η εφεσείουσα, ύψους €186.310, όπως διαλαμβάνεται στην παρ. Α της αίτησής της. Σημειώνεται, περαιτέρω, ότι, όπως προκύπτει από το ίδιο τεκμήριο, σε ερώτηση που υποβάλλεται με το έντυπο κατά πόσο έχει προβεί σε ενέργειες για να επιλύσει το πρόβλημα για το οποίο υπέβαλε καταγγελία, η απάντηση που συμπλήρωσε η εφεσείουσα στο έντυπο παραπέμπει σε απόφαση της Επιτρόπου Διοικήσεως. Η μόνη απόφαση της Επιτρόπου που τέθηκε στο Δικαστήριο είναι το Τεκμ. 9, απόφαση ημερομηνίας 22.12.2017 σχετικά με τον τερματισμό της σύνταξης ανικανότητας που λάμβανε. Στην εν λόγω απόφαση γίνεται αναφορά και σε άλλο παράπονο που υπεβλήθη από την εφεσείουσα το οποίο αφορούσε σε αίτημα που υπέβαλε στο Υπουργείο Υγείας για κάλυψη εξόδων θεραπείας σε εξειδικευμένο νευρολογικό ιατρικό κέντρο στο Λονδίνο, χωρίς όμως να δίνονται οποιεσδήποτε λεπτομέρειες. Έχοντας διεξέλθη την έκθεση και τα επισυναπτόμενα στην ένορκη δήλωση τεκμήρια δεν προκύπτει διακριτή απαίτηση (distinct demand) προς το Υπουργείο Υγείας για συμμόρφωση προς συγκεκριμένη νομική υποχρέωση έτσι ώστε να δικαιολογείται η ανατροπή της πρωτόδικης κρίσης επί του προκειμένου. Σημειώνουμε, περαιτέρω, ότι, σύμφωνα με την παρ. 2.1 της καταγγελίας που υπέβαλε η εφεσείουσα στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή με το Τεκμ. 5(β), προβάλλεται ότι το Υπουργείο Υγείας δεν εφαρμόζει ορθά την Οδηγία 2011/24/ΕΕ, παραπέμποντας στο Ν.149(Ι)/
- Πρόκειται για ένα νομοθέτημα που θεσπίστηκε με στόχο την εναρμόνιση με τις πράξεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπου, μεταξύ άλλων, αναφέρεται και η Οδηγία 2011/24/ΕΕ, την οποία επικαλείται η εφεσείουσα προς υποστήριξη των θέσεών της. Ο Νόμος ο οποίος τιτλοφορείται περί Εφαρμογής των Δικαιωμάτων των Ασθενών στο πλαίσιο της Διασυνοριακής Υγειονομικής Περίθαλψης Νόμος του 2013 (Ν. 149(Ι)/2013), όπως τροποποιήθηκε, προβλέπει, μεταξύ άλλων, για τις ευθύνες του κράτους προς πρόσωπα ασφαλισμένα στην Κυπριακή Δημοκρατία που έχουν λάβει διασυνοριακή υγειονομική περίθαλψη σε άλλο κράτος μέλος. Στο εν λόγω νομοθέτημα προνοούνται τόσο οι διαδικασίες που ακολουθούνται για την υποβολή αιτημάτων σε συνάρτηση με διασυνοριακή υγειονομική περίθαλψη και τα κριτήρια παραχώρησής τους καθώς επίσης και ο τρόπος με τον οποίο μπορούν να αμφισβητηθούν οι αποφάσεις της Αρμόδιας Αρχής που είναι το Υπουργείο Υγείας, από τον αιτητή. Στην παρούσα περίπτωση, δεν έχει τεθεί ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου ούτε ενώπιον μας οτιδήποτε που να υποδηλοί έστω ότι η εφεσείουσα υπέβαλε οποιοδήποτε αίτημα δυνάμει του εν λόγω Νόμου. Όμως από τη στιγμή που υπάρχει νομοθέτημα το οποίο δημιουργεί υποχρεώσεις στο κράτος και προνοεί τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να τύχει εφαρμογής, τότε ο επηρεαζόμενος πολίτης θα πρέπει να απαιτήσει θεραπεία δυνάμει του εν λόγω νομοθετήματος. Η εφεσείουσα ενώ επικαλείται τον συγκεκριμένο Νόμο, στο παράπονο που υπέβαλε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν ακολούθησε τις διαδικασίες που προβλέπονται από αυτόν. Ούτε συμπλήρωσε το έντυπο του Υπουργείου Υγείας, Τεκμ. 27 στη δική της ένορκη δήλωση. Παραπέμπουμε σχετικά στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η Έκδοση, Τόμος 11, σελ. 108 όπου αναφέρεται: «In accordance with the general rule that where a statute creates an obligation and enforces its performance in a specified manner, the remedy by mandamus will not be available when a specific remedy is given by the Act imposing the duty it is sought to enforce.» Αναφορικά με το αιτητικό Β, σε συνάρτηση με την αξίωση της εφεσείουσας για σύνταξη ανικανότητας, θεωρούμε ότι δεν παρέχεται πεδίο εξέτασης στα πλαίσια της διαδικασίας εντάλματος mandamus. Σύμφωνα με την επιστολή του Υπουργείου Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ημερομηνίας 30.4.2018, η ιεραρχική προσφυγή την οποία είχε υποβάλει εγκρίθηκε και κρίθηκε ανίκανη για εργασία σε ποσοστό 85%. Περαιτέρω, την πληροφορούσε ότι θα μπορούσε να προσβάλει την απόφαση με προσφυγή στο Διοικητικό Δικαστήριο. Στην Αγγλία το ένταλμα τύπου mandamus εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου σε όλες τις περιπτώσεις. Στην Κύπρο, παρά το ότι ακολουθούνται γενικά οι αρχές του Αγγλικού δικαίου που εφαρμόζονται σε τέτοιες περιπτώσεις, στις περιπτώσεις όπου εφαρμόζεται κατ΄αποκλειστικότητα το Άρθρο 146.1 του Συντάγματος δεν μπορούν να ακολουθηθούν. Η προσβολή απόφασης διοικητικού οργάνου η οποία λαμβάνεται, αφού το εν λόγω διοικητικό όργανο ασκήσει διακριτική ευχέρεια, δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο εντάλματος mandamus. Υπάγεται, με βάση το Άρθρο 146.1 του Συντάγματος, στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Διοικητικού Δικαστηρίου. Εν πάση περιπτώσει, όπως ανέφερε ο ευπαίδευτος συνήγορος της εφεσείουσας κατά τη συζήτηση της έφεσης, μετά την καταχώρηση της αίτησης, ενημερώθηκε η εφεσείουσα ότι θα αποκαθίστατο η πληρωμή της σύνταξης ανικανότητας από την ημέρα που διεκόπη. Βεβαίως, ο συνήγορος διευκρίνισε πως η εν λόγω σύνταξη ανικανότητας δεν είναι αυτή στην οποία αφορά το ένταλμα mandamus. Δεν υπάρχει όμως οτιδήποτε ενώπιόν μας που να τεκμηριώνει είτε καθήκον είτε διακριτή απαίτηση από το Υπουργείο Εργασίας για σύνταξη ανικανότητας διαφορετική από αυτή που έχει ήδη εγκριθεί. Ούτε η άρνηση παροχής τέτοιας σύνταξης, ως εισηγείται ο συνήγορος, εμπίπτει στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Διοικητικού Δικαστηρίου. Ενόψει της κατάληξής μας ότι δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση ουσιαστικές προϋποθέσεις για την επιδιωκόμενη θεραπεία, η έφεση είναι έκθετη σε απόρριψη, χωρίς να απαιτείται η εξέταση των υπολοίπων λόγων έφεσης, οι οποίοι άπτονται επί μέρους ζητημάτων. Προτού τελειώσουμε, θεωρούμε ορθό να ξεκαθαρίσουμε ένα θέμα που εγέρθηκε από τον συνήγορο της εφεσείουσας κατά τη συζήτηση της έφεσης. Ότι δηλαδή η εφεσείουσα προσήλθε στο Ανώτατο Δικαστήριο ως το θεματοφύλακα της σωστής τήρησης των υπερεθνικών Ευρωπαϊκών διατάξεων λόγω της σοβαρότητας της κατάστασης και των εξαιρετικών περιστάσεων της εφεσείουσας. Η συμπάθειά μας προς την εφεσείουσα, όπως και σε οποιονδήποτε πάσχοντα ο οποίος διεκδικεί από το κράτος ιατρική περίθαλψη ή σύνταξη ανικανότητας, είναι δεδομένη. Όμως το Δικαστήριο οφείλει να ενεργήσει σύμφωνα με το νόμο και ειδικά σε περιπτώσεις όπως στην παρούσα, όπου αξιώνεται προνομιακή θεραπεία, να εφαρμόσει τους κανόνες οι οποίοι έχουν καθιερωθεί για τέτοιες περιπτώσεις. Ενόψει των πιο πάνω, η έφεση απορρίπτεται. ΠΑΜΠΑΛΛΗΣ, Δ. ΠΑΝΑΓΗ, Δ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Δ. ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Δ. ΓΙΑΣΕΜΗ, Δ. /ΧΤΘ [1] «The application must be preceded by a distinct demand for performance of the duty, in order to give the party an opportunity to consider whether he should comply or not, and such demand must be shown to have been met by a refusal either by words or conduct, so that the Court may be satisfied that the party complained of is determined not to do what is demanded.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο