← Κύπρος

ΑΡΧΗ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ ν. CALLSAT TELECOM LTD, Πολιτική Έφεση Αρ. 423/2011, 20/7/2018

ΑΡΧΗ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ ν. CALLSAT TELECOM LTD, Πολιτική Έφεση Αρ. 423/2011, 20/7/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:AD:2018:A375 ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (Πολιτική Έφεση Αρ. 423/2011) 20 Ιουλίου, 2018 [ΝΑΘΑΝΑΗΛ, ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, ΠΟΥΓΙΟΥΡΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ] ΑΡΧΗ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ, Εφεσείουσα/Εναγόμενη, ΚΑΙ CALLSAT TELECOM LTD, Εφεσίβλητη/Ενάγουσα. _ _ _ _ _ _ Κ. Χατζηιωάννου, για την Εφεσείουσα. Τ. Κουκούνης για Α. Κουκούνης & Σία ΔΕΠΕ, για την Εφεσίβλητη. _ _ _ _ _ _ ΝΑΘΑΝΑΗΛ, Δ.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από την Σταματίου, Δ. ­­­ _ _ _ _ _ _ Α Π Ο Φ Α Σ Η ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Δ.: Με την παρούσα έφεση αμφισβητείται η ορθότητα της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, με την οποία απορρίφθηκε η ανταπαίτηση της εφεσείουσας/εναγομένης, λόγω έλλειψης μαρτυρίας. Η εφεσίβλητη/ενάγουσα καταχώρησε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας την Αγωγή Υπ΄αρ. 8197/2006, με την οποία ζητούσε αποζημιώσεις στη βάση απόφασης της Επιτροπής Προστασίας Ανταγωνισμού που λήφθηκε μετά από καταγγελία της ίδιας. Καταχωρήθηκε εκ μέρους της εφεσείουσας/εναγομένης υπεράσπιση και ανταπαίτηση. Σημειώνεται ότι, μετά την έγερση της αγωγής, υπήρξε ακύρωση της απόφασης της ΕΠΑ, ως αποτέλεσμα απόφασης σε Αναθεωρητική Έφεση. Την ημέρα που η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση, αφού δόθηκε μαρτυρία από ένα μάρτυρα εκ μέρους της εφεσίβλητης, ζητήθηκε αναβολή με στόχο να κληθεί ο επόμενος μάρτυρας. Το αίτημα για αναβολή απορρίφθηκε από το Δικαστήριο. Παραθέτουμε το τι ακολούθησε από το πρακτικό του Δικαστηρίου: «Δικαστήριο: Το αίτημα απορρίπτεται. Η ώρα είναι 1:00 μ.μ. κα Χ"Ιωάννου; Χ"Ιωάννου: Δεν έχω καμία ένσταση να αναβληθεί η υπόθεση σε άλλη ημερομηνία. Δικαστήριο: Το αίτημα έχει απορριφθεί κα Χ"Ιωάννου. Έχετε ανταπαίτηση. Η θέση σας; Χ"Ιωάννου: Μάλιστα, υπάρχει ανταπαίτηση. Λόγω των γεγονότων και των όσων έγιναν σήμερα δεν είμαστε έτοιμοι. Αντιλαμβάνομαι ότι το Δικαστήριο θέλει να προχωρήσει το συντομότερο λόγω του ότι είναι αρκετά παλιά υπόθεση. Λόγω όμως των όσων έγιναν σήμερα δεν είμαστε έτοιμοι αυτή τη στιγμή να προχωρήσουμε με την ανταπαίτησή μας, επειδή περιμέναμε ότι θα προχωρούσε ο κ. Κουκούνης με κάποιο τρόπο. Ζητούμε χρόνο για να παρουσιάσουμε μαρτυρία για την ανταπαίτηση. Δικαστήριο: Οι εναγόμενοι δεν βρίσκονται ενώπιον εκπλήξεως. Η υπόθεση χρονολογείται, είναι του

  1. Από το πρωί σήμερα γνώριζαν ότι η διαδικασία θα προχωρήσει. Γνώριζαν επίσης τη φύση της υπόθεσης εδώ και πολλά χρόνια και θα έπρεπε να ήταν έτοιμοι να προχωρήσουν με την απόδειξη της ανταπαίτησής τους. Αντί αυτού, δεν έχουν προετοιμαστεί και ως εκ τούτου δεν βλέπω και πώς δικαιολογείται περαιτέρω αναβολή της υπόθεσης σε αυτό το στάδιο. Το αίτημα λοιπόν για αναβολή και εκ μέρους των εναγομένων επίσης απορρίπτεται. Οι συνήγοροι θα ακουστούν ως προς το αποτέλεσμα της υπόθεσης.» Στη συνέχεια, αγόρευσαν οι συνήγοροι των δύο πλευρών και το Δικαστήριο εξέδωσε ex tempore απόφαση, με την οποία απέρριψε την αγωγή και την ανταπαίτηση. Παραθέτουμε αυτούσιο το σκεπτικό του Δικαστηρίου: «Η απαίτηση των εναγόντων στηριζόταν σε απόφαση της Επιτροπής Προστασίας Ανταγωνισμού, του Τεκμ. 2, η οποία, όπως παραμένει παραδεκτό, ακυρώθηκε μέσω της Αναθεωρητικής Έφεσης 48/2007 στις 12.5.
  2. Ως εκ τούτου, η βάση της αγωγής έχει καταρρεύσει. Το άρθρο 82, στο οποίο αναφέρθηκε ο κ. Κουκούνης, τίποτε δεν προσθέτει, ούτε και υπό τις συνθήκες παρείχε οποιαδήποτε αγώγιμα δικαιώματα στους ενάγοντες. Πέραν τούτου, η έλλειψη μαρτυρίας δεν μπορεί να οδηγήσει σε κανένα άλλο αποτέλεσμα, παρά στην απόφαση ότι δεν αποδείχθηκαν με οποιοδήποτε τρόπο οι αξιώσεις των εναγόντων. Συνεπώς, είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί και απορρίπτεται. Ως προς την ανταπαίτηση, η έλλειψη μαρτυρίας, για τους λόγους που φαίνονται στα πρακτικά, την καθιστά επίσης θνησιγενή και έκθετη σε απόρριψη. Επίσης απορρίπτεται.» Η πρωτόδικη απόφαση αμφισβητείται με τέσσερις λόγους έφεσης. Κατά το στάδιο της συζήτησης της έφεσης αποσύρθηκε ο ένας και παρέμειναν προς εξέταση οι υπόλοιποι τρεις, με τους οποίους προβάλλονται τα ακόλουθα: (α) «Το Πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα δεν εδέχθη το αίτημα αναβολής της ακρόασης της Ανταπαίτησης σε άλλη ημερομηνία και κατ΄ επέκταση εσφαλμένα απέρριψε την ανταπαίτηση λόγω έλλειψης μαρτυρίας.» (1ος λόγος έφεσης) (β) «Το Πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα και κατά παράβαση των Δικονομικών Θεσμών ζήτησε από τους εναγόμενους να παρουσιάσουν μαρτυρία για την ανταπαίτηση του χωρίς να κλείσουν την υπόθεση τους οι ενάγοντες.» (2ος λόγος έφεσης) (γ) «Το πρωτόδικο Δικαστήριο καθ΄ όλη τη διάρκεια της δίκης τήρησε αρνητική στάση έναντι της υπόθεσης των εναγόντων γεγονός που οδήγησε σε επηρεασμό της κρίσης του.» (4ος λόγος έφεσης) Ζητήθηκε από πλευράς της εφεσίβλητης όπως προσκομιστεί μαρτυρία ενώπιον του Εφετείου αναφορικά με το πινάκιο των υποθέσεων που βρίσκονταν ενώπιον του Δικαστηρίου στις 29.9.2011, ημερομηνία που έλαβε χώρα η ακρόαση της υπόθεσης, καθώς και της πρακτικής που ακολουθείτο για τις υποθέσεις που εκτάκτως τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, μεταξύ άλλων και της υπό έφεση υπόθεσης, λόγω συμμετοχής του Δικαστού που όρισε την υπόθεση σε Κακουργιοδικείο. Με τη σύμφωνο γνώμη της άλλης πλευράς, κατατέθηκε το πινάκιο της συγκεκριμένης ημερομηνίας και δόθηκε μαρτυρία από την κα Νίτσα Χατζηιωάννου, δικηγόρο, η οποία κατά τον επίδικο χρόνο χειριζόταν την υπόθεση ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου εκ μέρους του δικηγορικού γραφείου που εμφανιζόταν για την εφεσίβλητη. Κατά την αντεξέτασή της η κα Χατζηιωάννου ανέφερε ότι τα όσα ανέφερε περί του πινακίου και τον τρόπο χειρισμού των υποθέσεων αποτελούσε άγραφη πρακτική και δεν υπήρχε οποιαδήποτε εγκύκλιος, είτε του Ανωτάτου Δικαστηρίου, είτε του Πρωτοκολλητείου του Επαρχιακού Δικαστηρίου, που να υποδηλοί ότι οι υποθέσεις που βρίσκονταν στο πινάκιο πέραν της διπλής κάθετου γραμμής δεν ετίθεντο ενώπιον του Δικαστή για ακρόαση της υπόθεσης. Αποτελεί πάγια νομολογία ότι η απόφαση για αναβολή ακρόασης εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του εκδικάζοντος την υπόθεση Δικαστηρίου, η οποία ασκείται δικαστικά με βάση τα δεδομένα που υπάρχουν κατά την ημέρα υποβολής του αιτήματος. Το Δικαστήριο σε τέτοιου είδους υποθέσεις πρέπει να εξισορροπεί το δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί και τη συνταγματική επιταγή για εκδίκαση και συμπλήρωση των υποθέσεων εντός ευλόγου χρόνου. Η διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου Δικαστηρίου ελέγχεται από το Ανώτατο Δικαστήριο σε περίπτωση αμφισβήτησης της πρωτόδικης κρίσης (βλ. Παρίσση ν. Στυλιανού κ.ά.

(2011)1 ΑΑΔ 1936). Επέμβαση του Εφετείου είναι δυνατή μόνο όταν το αποτέλεσμα της απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου απολήγει σε εξουδετέρωση των δικαιωμάτων των μερών ή προκαλεί αδικία στο ένα ή στο άλλο από τα μέρη. Το αίτημα αναβολής εξετάζεται στη βάση των δεδομένων που υπάρχουν την ημέρα που υποβάλλεται το αίτημα. Ο κ. Χατζηιωάννου αναγνώρισε ότι η αναβολή της ακρόασης μίας υπόθεσης εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία ασκείται με βάση τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Υποδεικνύει, όμως, ότι στην παρούσα υπόθεση καμία αδικία δεν θα προξενείτο στην εφεσίβλητη εάν αναβάλλετο η υπόθεση για συνέχιση σε άλλη ημερομηνία, αφού και η ίδια επιδίωκε αναβολή. Η άρνηση, όμως, αναβολής προκαλούσε αδικία στους εφεσείοντες, αφού τους στερούσε την ευκαιρία να παρουσιάσουν τους μάρτυρές τους και επίσης είχε ως αποτέλεσμα την επιβράβευση της εφεσίβλητης, ενόψει των επιπτώσεων που είχε η απόρριψη της ανταπαίτησης. Περαιτέρω, παρέπεμψε στο ιστορικό της υπόθεσης, όπου φαίνεται ότι οι εφεσείοντες ήταν οι τελευταίοι που ευθύνοντο για την καθυστέρηση της αγωγής. Ο ευπαίδευτος συνήγορος παρέπεμψε, μεταξύ άλλων, στο ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Marla Bridget Theocharides v. Χάρη Θεοχαρίδη, Πολ. Έφεση. Αρ. 13/2014, ημερομηνίας 12.5.2016, ECLI:CY:DOD:2016:2: «Αν και ευρεία η ευχέρεια του Δικαστηρίου να αρνηθεί την αναβολή εκ των πραγμάτων, λόγω της αδικίας που προκλήθηκε στην εφεσείουσα, θεωρούμε ότι είμαστε υποχρεωμένοι να αναθεωρήσουμε τον τρόπο άσκησης της, Παρίσση ν. Στυλιανού κ.α.
(2011)1 Α.Α.Δ. 1936: «Όπως έχει λεχθεί χαρακτηριστικά στην υπόθεση Walker v. Walker [1967] 1 All E.R. 411 με αναφορά στην υπόθεση Maxwell v. Keun [1928] 1 Κ.Β. 645, εάν η άρνηση της αναβολής θα προκαλέσει σοβαρή αδικία στο διάδικο που την επιδιώκει, τότε το Δικαστήριο θα πρέπει να αρνηθεί την αναβολή, μόνο εάν αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να αποδοθεί δικαιοσύνη στον αντίδικο. Και περαιτέρω, ότι αν και η χορήγηση ή η άρνηση της αναβολής αποτελεί θέμα ευχέρειας, ένα Εφετείο έχει τη δυνατότητα και την υποχρέωση να αναθεωρήσει τον τρόπο άσκησης αυτής της ευχέρειας εάν ικανοποιηθεί ότι η ευχέρεια ασκήθηκε κατά τρόπο που απέληξε σε αδικία για ένα από τους διαδίκους.»» Ο κ. Χατζηιωάννου εισηγήθηκε ότι στην παρούσα περίπτωση προκλήθηκε αδικία στους εφεσείοντες, στηριζόμενος στο περιεχόμενο της ανταπαίτησής του και στη θέση του ότι με την απόρριψη του αιτήματος για αναβολή και του γεγονότος ότι δεν είχε η πλευρά του διαθέσιμο μάρτυρα, η ανταπαίτηση απορρίφθηκε, με αποτέλεσμα να επωφεληθεί η εφεσίβλητη, καθότι αποφεύγει την πληρωμή υπηρεσιών που έλαβε. Με όλο το σεβασμό, η εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Για να μπορούν να εξεταστούν οι εισηγήσεις του κ. Χατζηιωάννου θα έπρεπε να είχαν τεθεί ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου όταν αποφάσιζε το αίτημα για αναβολή. Τίποτα δεν τέθηκε πρωτοδίκως ως προς τις επιπτώσεις που θα είχε η απόρριψη του αιτήματος, ούτε βέβαια θα μπορούσε από μόνο του το Δικαστήριο να οδηγηθεί στο συμπέρασμα που εισηγείται ο ευπαίδευτος συνήγορος, έτσι ώστε να μπορεί να επέμβει το Εφετείο στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου. Ακριβώς επειδή το αίτημα για αναβολή ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του εκδικάσαντος Δικαστηρίου, το Ανώτατο Δικαστήριο επεμβαίνει μόνο σε περιπτώσεις όπου δεν λήφθηκαν υπόψη σχετικοί παράγοντες ή λήφθηκαν υπόψη παράγοντες άσχετοι με την υπόθεση, έτσι ώστε να κριθεί ότι η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου ασκήθηκε αντινομικά και λανθασμένα. Στην παρούσα περίπτωση, τίποτε από αυτά που επικαλείται ο ευπαίδευτος συνήγορος δεν τέθηκαν ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Το αίτημα ουσιαστικά περιοριζόταν στη βάση του ότι η πλευρά των εφεσειόντων δεν ανέμενε να αρχίσει η ακρόαση της υπόθεσης, ούτε ότι θα συμπλήρωνε τη μαρτυρία της η εφεσίβλητη και θα παρέμενε χρόνος για προσκόμιση της δικής της μαρτυρίας και δεν είχε διαθέσιμο μάρτυρα. Τα όσα ανέφερε η κα Χατζηιωάννου στη μαρτυρία της περί πρακτικής που ακολουθείτο σε τέτοιες περιπτώσεις παρέμειναν ατεκμηρίωτα και στη σφαίρα της γενικότητας. Από τη στιγμή που η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση και δεν υπήρξε οποιαδήποτε ειδοποίηση από το Πρωτοκολλητείο ότι αυτή θα αναβάλλετο σε άλλη ημερομηνία ούτε βέβαια και ζητήθηκε εκ των προτέρων τέτοια πληροφόρηση από τους συνηγόρους, η παράλειψη των εφεσειόντων να είναι έτοιμοι για την ακρόαση και να έχουν τους μάρτυρες τους τουλάχιστον σε αναμονή, δεν μπορεί να δικαιολογήσει αναβολή της ακρόασης. Ειδικότερα στην παρούσα περίπτωση όπου το Δικαστήριο αρνήθηκε αμέσως προηγουμένως αίτημα αναβολής εκ μέρους της εφεσιβλήτης. Ως εκ των ανωτέρω ο πρώτος λόγος έφεσης απορρίπτεται. Αποτελεί θέση των εφεσειόντων σε συνάρτηση με τον δεύτερο λόγο έφεσης ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο παρά το ότι κατέγραψε τη διαδικασία που θα ακολουθούσε σχετικά με την απαίτηση και την ανταπαίτηση ως αυτή που διαλαμβάνεται στην Δ.33 Θ.9 (c)(ιι)(α) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, δεν την εφάρμοσε, καθότι δεν άφησε τους εναγόμενους να παρουσιάσουν μαρτυρία τους για υπεράσπιση και χωρίς να κλείσει την υπόθεσή του ο ενάγοντας, τους κάλεσε να παρουσιάσουν τη μαρτυρία για την ανταπαίτηση. Ουσιαστικά ακολουθήθηκε διαδικασία που προβλέπεται από τη Δ.33 Θ.9(c)(ii)(b).[1] Ούτε αυτός ο λόγος ευσταθεί. Το πρωτόδικο Δικαστήριο καθόρισε τη διαδικασία που θα ακολουθούσε στην υπόθεση, εν όψει της ύπαρξης ανταπαίτησης, αφού άκουσε τις θέσεις των συνηγόρων των δύο πλευρών ως ακολούθως: «Δικαστήριο: Έχοντας κατά νου την εκφρασθείσα πρόθεση των μερών να παρουσιάσουν μαρτυρία, αλλά και την αμφισβήτηση που υπάρχει από την πλευρά των εναγομένων - εξ ανταπαιτήσεως εναγόντων ως προς την κοινή βάση των απαιτήσεων των δύο πλευρών, δεν υπάρχει άλλο πεδίο εφαρμογής, παρά μόνο τα όσα καλύπτονται από τη Δ.33, θ.9(c)(ii)(b). Ως εκ τούτου οι οδηγίες είναι οι ακόλουθες: Θα ξεκινήσει με την παρουσίαση μαρτυρίας ως προς απόδειξη της απαίτησής της η πλευρά των εναγόντων, θα παρουσιάσει μετά τη μαρτυρία της προς υπεράσπιση η πλευρά των εναγομένων και συνάμα τη μαρτυρία της προς απόδειξη της ανταπαίτησής της, και, τέλος, η πλευρά των εναγόντων-εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων θα παρουσιάσει τη μαρτυρία της σε σχέση με την υπεράσπισή της στην ανταπαίτηση. Ως προς το θέμα βεβαίως των τελικών αγορεύσεων θα επανέλθει το Δικαστήριο σε κατοπινό στάδιο.» Ως προς τον ως άνω καθορισμό της πορεία της υπόθεσης, δεν υπήρξε οποιαδήποτε αντίδραση ή αμφισβήτηση. Στη πορεία της υπόθεσης προέκυψε η αδυναμία των εναγόντων να καλέσουν άλλους μάρτυρες και η απόρριψη αιτήματος για αναβολή. Το γεγονός ότι δε δηλώθηκε στο πρακτικό ότι έκλεισαν την υπόθεση τους είναι άνευ σημασίας και, εν πάση περιπτώσει, δεν υπάρχει επ΄ αυτού παράπονο από τους ίδιους τους ενάγοντες-εφεσίβλητους. Η απουσία άλλου μάρτυρα και η απόρριψη αιτήματος για αναβολή με στόχο την κλήτευση μαρτύρων σήμαινε εκ των πραγμάτων ότι έκλεισαν την υπόθεσή τους. Τότε κλήθηκε η πλευρά των εφεσειόντων ως προς την ανταπαίτηση να παρουσιάσουν τη δική τους υπόθεση. Δεν κρίνουμε ότι υπήρξε οποιαδήποτε εκτροπή από την προδιαγραφείσα πορεία της υπόθεσης. Το παράπονο των εφεσειόντων θα είχε ενδεχομένως έρεισμα σε περίπτωση που η αξίωση της εφεσίβλητης επετύγχανε χωρίς να δοθεί η ευκαιρία στους εφεσείοντες να παρουσιάσουν μαρτυρία προς υπεράσπιση. Ούτε και ο τέταρτος λόγος έφεσης ευσταθεί. Το πρωτόδικο Δικαστήριο αντιμετώπισε ισότιμα τις δύο πλευρές απορρίπτοντας και στους δύο αντίστοιχα αιτήματα αναβολής. Η έφεση απορρίπτεται με έξοδα εναντίον των εφεσειόντων, τα οποία καθορίζονται σε €1.000, πλέον ΦΠΑ. ΝΑΘΑΝΑΗΛ, Δ. ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Δ. /ΧΤΘ ΠΟΥΓΙΟΥΡΟΥ, Δ. [1] «9. On the hearing of any action involving a counter-claim or of any action and cross-action directed to be heard together, the order of proceedings shall be as follows ;-( "The first party" in this rule means the party on whom the burden of proof lies in respect of the claim in the action, and "the second party" means the other party; and "counter-claim" includes a cross-claim in a cross-action.) .. (c) Where the parties state that evidence is being adduced both on the claim and on the counter-claim, then- .. (ii) If the burden of proof as regards the counter-claim does not lie on the first party, this party may open his case and adduce his evidence on the claim. After he has done so, the second party shall be asked whether he intends to call evidence on the claim. Then- (b) If the second party states that he intends to call evidence in regard to the claim, this party may open his case both on the claim and the counter-claim and adduce his evidence in regard to both. Then if the first party states that he is not calling evidence in regard to the counter-claim, the second party may address the Court for the purpose of summing up the evidence; and finally the first party may reply. If, on the other hand, the first party states that he intends calling evidence in regard to the counter-claim, then the second party shall address the Court on the claim, and the first party may open his case on the counter-claim and adduce his evidence thereon and thereafter address the Court for the purpose of summing up the evidence and of replying on the claim; and finally the second party may reply on the counter-claim only. (But the first party's reply on the claim may, if the Court so thinks fit, follow immediately after the second party's address thereon.)» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.