ΚΟΚΚΙΝΟΥ ν. DISCOVERY ADVERTISING LIMITED, ΄Εφεση Αρ. 23/2015, 26/9/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DOD:2018:8 ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΟ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (΄Εφεση Αρ. 23/2015) 26 Σεπτεμβρίου, 2018 [ΠΑΜΠΑΛΛΗΣ, ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΓΙΑΣΕΜΗΣ, Δ/στές] XXXXX ΚΟΚΚΙΝΟΥ, Εφεσείουσα-Καθ' ης η Αίτηση- Εξ Ανταπαιτήσεως Αιτήτρια, ν. DISCOVERY ADVERTISING LIMITED, Εφεσίβλητης-Εξ Ανταπαιτήσεως Καθ' ης η Αίτηση
- ________________________ Δημήτρης Παπαχρυσοστόμου, για Δημήτρη Παπαχρυσοστόμου Δ.Ε.Π.Ε., για την Εφεσείουσα. Λάρης Βραχίμης, για Ελένη Βραχίμη & Σία, για την Εφεσίβλητη. ________________________ ΠΑΜΠΑΛΛΗΣ, Δ.: Την ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δώσει ο Δικαστής Γ.Ν. Γιασεμής. _________________________ Α Π Ο Φ Α Σ Η Γ.Ν. ΓΙΑΣΕΜΗΣ, Δ.: Η εφεσείουσα στην παρούσα έφεση τελούσε σε διάσταση με το σύζυγό της, όταν ο τελευταίος καταχώρισε στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λευκωσίας την αγωγή αρ. 86/
- Με αυτήν, αξιώνει την, κατ' ισχυρισμό, συνεισφορά του στην αύξηση της περιουσίας της, η οποία φέρεται να επήλθε κατά τη διάρκεια του έγγαμου βίου τους. Η εφεσείουσα αντέδρασε, με την καταχώριση ανταπαίτησης, διά της οποίας προβάλλει ανάλογη αξίωση εναντίον του, ως εξ ανταπαιτήσεως καθ' ου η αίτηση 1, για συνεισφορά, την οποία καθόρισε στο ένα δεύτερο της αύξησης της περιουσίας του. Η πιο πάνω ανταπαίτηση στρέφεται, επίσης, εναντίον δύο νομικών προσώπων, ήτοι εταιρειών περιορισμένης ευθύνης, διά μετοχών, ως εξ ανταπαιτήσεως καθ' ων η αίτηση 2 και
- Τέτοια αξίωση μεταξύ συζύγων εγείρεται δυνάμει του άρθρου 14
(1)του περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμου του 1991, (Ν. 232/1991), όπως αυτός έχει τροποποιηθεί, (ο «Νόμος»), και αφορά, αποκλειστικά, σε περιουσία, στην οποία αυτοί δικαιούνται κατά τον ουσιώδη χρόνο, (βλ. Ανδρέου ν. Κυριάκου κ.ά.
(2002)1 Α.Α.Δ. 896). Η εφεσείουσα, στο πλαίσιο της πιο πάνω ανταπαίτησής της, καταχώρισε μονομερή αίτηση, διά της οποίας πέτυχε την έκδοση εναντίον της εφεσίβλητης, Discovery Advertising Limited, εξ ανταπαιτήσεως καθ' ης η αίτηση 2, προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος. Με αυτό, εμποδιζόταν η τελευταία να προβεί στην αποξένωση ή επιβάρυνση, κατά οποιοδήποτε τρόπο, του ενός δευτέρου μεριδίου σε δύο συγκεκριμένα ακίνητά της, τα οποία βρίσκονται εντός των ορίων του Δήμου Λευκωσίας και χρησιμοποιούνται ως γραφεία. Ο σύζυγος της εφεσείουσας και η εφεσίβλητη, ενεργώντας, προφανώς, δι' αυτού, υπό την ιδιότητα του διευθυντή της, καταχώρισαν ένσταση, υποστηριζόμενη από ένορκη δήλωση του πρώτου. Στο πλαίσιο αυτής, προβλήθηκαν, μεταξύ άλλων, οι θέσεις ότι η εφεσείουσα, ουσιαστικά, κατέχει μεγαλύτερο ποσοστό στην κοινή περιουσία των συζύγων από αυτό που ανταπαιτεί και, επίσης, ότι δεν κατέδειξε με μαρτυρία πώς συμβαίνει η εφεσίβλητη να κατέχει τα εν λόγω ακίνητα ως καταπιστευματοδόχος, στη βάση καταπιστεύματος, εννοείται. Ο ευπαίδευτος Πρόεδρος, ο οποίος επιλήφθηκε της ενδιάμεσης αίτησης, κατά το στάδιο της αναθεώρησης του προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος, έκρινε ότι οι πιο πάνω δύο λόγοι ένστασης ήταν αρκούντως σοβαροί και, ως εκ τούτου, έπρεπε να τύγχαναν αντίκρουσης από την εφεσείουσα, είτε με καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, είτε με αντεξέταση του συζύγου της. Παρέπεμψε δε, προς υποστήριξη της άποψής του αυτής, σε συγκεκριμένο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Κώστα ν. Κώστα
(2003)1 Α.Α.Δ. 269[1], όπου επισημαίνεται η ύπαρξη τέτοιου βάρους από μέρους αιτητή, προκειμένου αυτός να αποδείξει την αντικρουσθείσα, από την αντίδικη πλευρά, εκδοχή του. Η κρίση, ανωτέρω, του Προέδρου, με όλο το δέοντα σεβασμό, είναι, προδήλως, λανθασμένη. Αυτός απέτυχε, βασικά, να διαπιστώσει ότι η πιο πάνω υπόθεση αφορούσε σε αίτηση, όπως αναφέρεται στη σελίδα 271 της απόφασης: «με την οποία εζητείτο η τιμωρία της Εφεσίβλητης για παρακοή διατάγματος καθορίζοντος την επικοινωνία του Εφεσείοντα με την ανήλικη θυγατέρα των.» Η σημασία της πιο πάνω παρατήρησης συναρτάται με το απόσπασμα, που ακολουθεί, από την ίδια απόφαση, στη σελίδα 273, στο οποίο αναφέρεται ότι:- «Το κρινόμενο δεν ήταν μόνο τούτο, που ήταν όντως δεδομένο μεταξύ των μερών, αλλά η ευθύνη της Εφεσίβλητης μέσω ηθελημένης ανυπακοής ώστε να άρμοζε να τιμωρηθεί. Και, ο απαιτούμενος βαθμός απόδειξης του κρινομένου συναρτάτο ευθέως προς την ίδια τη φύση της διαδικασίας ως οιονεί ποινικής, ώστε να ήταν τονισμένη η ανάγκη αυστηρής απόδειξης των καταλογιζομένων.» Εμφανώς, στην προαναφερθείσα υπόθεση, υπό συζήτηση ήταν το βάρος απόδειξης σε σχέση με την ποινικής φύσεως ευθύνη της εφεσίβλητης, το οποίο έφερε ο εφεσείων. Διαπιστώθηκε, ουσιαστικά, ότι αυτό ήταν ανάλογο με εκείνο που εφαρμόζεται σε ποινική δίκη, το οποίο, οπωσδήποτε, δεν εφαρμόζεται σε ενδιάμεση αστική διαδικασία. Σε αίτηση για έκδοση προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος, δυνάμει του άρθρου 32
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, (Ν. 14/1960), αυτό που πρέπει, κατ' αρχάς, να καταδεικνύεται από τον αιτητή, προς ικανοποίηση του δικαστηρίου, είναι ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στο εν λόγω άρθρο. Ο απαιτούμενος δε προς τούτο βαθμός απόδειξης έχει προσδιοριστεί στην κλασσική επί του θέματος υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, στη σελίδα 569, ως εξής:- "There is no reason in principle or on authority to interpret 'a serious question to be tried at the hearing' in the context of the proviso to s.32
(1)- Law 14/60, as requiring anything beyond the disclosure of an arguable case on the strength of the pleadings, as the House of Lords suggested in Ethicon[2], supra. On the other hand, it is fair to assume that the second requirement laid down by the legislature as a pre-condition for the grant of an interlocutory injunction - 'a probability that the plaintiff is entitled to relief' - relates to something other than the complexion of the pleaded case of the applicant, and that could not be, in the context of this statutory provision, anything other than the evidential strength of the case of the plaintiff. ... The Court must purport to make some evaluation, what this should be we shall explain below, of the evidential strength of the case for the party applying for an injunction. ... The standard required for the plaintiff to overcome the evidential hurdle is not very high; he is only required to establish 'a probability' of success. The concept of 'a probability' imports something more than a mere possibility but something much less than the 'balance of probabilities', the standard required for proof of a civil action. A legal probability is something different from a mathematical probability as the Court explained in Re J. S. (a minor) [1980] 1 All E.R. 1061 (C.A.)" Επομένως, στη βάση της πιο πάνω νομολογίας, το Δικαστήριο έσφαλε ως προς την κρίση του σε σχέση με την υπό συζήτηση πτυχή, με αποτέλεσμα να απορρίψει τη σχετική μονομερή αίτηση και να ακυρώσει το εκδοθέν προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα, χωρίς να ασκήσει, προς τούτο, τη διακριτική του εξουσία. Αν δε αυτός ήταν ο μόνος λόγος για την τελική απόφασή του, αυτή θα υπόκειτο σε ακύρωση και θα εκδίδετο διαταγή για επανεκδίκαση, ως η μόνη ορθή επιλογή. Υπήρχε, όμως, και συνέχεια στην υπόθεση, όπως εξηγείται πιο κάτω. Το Δικαστήριο, κατά τη συζήτηση του προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος, εξέφρασε, επίσης, άποψη σε σχέση με μια από τις ενστάσεις στην υπό εξέταση αίτηση, η οποία αφορούσε σε θέμα ουσίας. Για την ακρίβεια, υιοθέτησε τη θέση περί ανυπαρξίας αναφορών, στην ένορκη δήλωση της εφεσείουσας, οι οποίες να καταδείκνυαν τη σχέση της εφεσίβλητης ως καταπιστευματοδόχου, αναφορικά με τα εν λόγω δύο γραφεία. Η ορθότητα της πιο πάνω διαπίστωσης αμφισβητήθηκε με σχετικό λόγο έφεσης, ο οποίος υποστηρίζεται με παραπομπή σε διάφορες παραγράφους της ένορκης δήλωσης της εφεσείουσας, περιλαμβανομένης της παραγράφου 11(ζ). Οι ισχυρισμοί της εφεσείουσας στην πιο πάνω παράγραφο είναι, όντως, σχετικοί. Διατυπώνουν τη θέση της ως προς τη διεκδίκησή της, σε σχέση με τα εν λόγω δύο γραφεία της εφεσίβλητης. Συγκεκριμένα, σε αυτή, αναφέρονται τα εξής: «Η εξ ανταπαιτήσεως καθ' ης η αίτηση 2 έχει εγγεγραμμένα στο όνομά της δύο γραφεία .... Τα γραφεία αυτά αποτελούν περιουσία που αποκτήθηκε τόσο από εμένα, όσο και από τον αιτητή σύζυγό μου με κοινή ίση συνεισφορά. ... η περιουσία αυτή και γενικά οποιαδήποτε άλλη περιουσία κατέχεται από τους εξ ανταπαιτήσεως καθ' ων η αίτηση 2 και 3 την κατέχουν ως καταπιστευματοδόχοι μου δυνάμει εμπιστεύματος κατά το 1/2 μερίδιο.» Αναμφίβολα, αξίωση εναντίον συζύγου για συνεισφορά, δυνάμει του άρθρου 14
(1)του Νόμου, μπορεί να αφορά και σε περιουσία του η οποία κατέχεται προς όφελός του από τρίτο πρόσωπο, είτε φυσικό είτε νομικό, στη βάση καταπιστεύματος, οπότε, κατά κανόνα, αναγκαίος διάδικος είναι, επίσης, ο καταπιστευματοδόχος, (βλ. Περικλέους ν. Εγγλέζου κ.ά.
(2011)1 Α.Α.Δ. 1015 και Prest v. Petrodel Resources Limited and others [2013] UKSC 34). Οι πιο πάνω, γενικές, ως έχουν, αναφορές της εφεσείουσας, για το 1/2 μερίδιο στα καταστήματα, αφορούν μεν σε περιουσία η οποία φέρεται να κατέχεται υπό τέτοιο καθεστώς, ως ανωτέρω, από την εφεσίβλητη, ευθέως, όμως, προς όφελος της ιδίας και όχι προς όφελος του συζύγου της. Είναι δε το μερίδιο αυτό που η εφεσίβλητη φέρεται να διεκδικεί στο πλαίσιο της υπό αναφορά ενδιάμεσης διαδικασίας, για το οποίο αιτήθηκε και το υπό εξέταση προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα, και όχι το αντίστοιχο 1/2 μερίδιο, το οποίο, σύμφωνα με τον ίδιο ισχυρισμό, αναλογεί, στην ίδια βάση, στο σύζυγό της. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις γίνονται στο πλαίσιο εξέτασης, κατ' έφεση, ανάλογου θέματος, το οποίο ηγέρθη με την αίτηση για έκδοση προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος. Η σημασία τους δε αφορά στο ότι αυτές δεν καταδεικνύουν στο πλαίσιο, πάντοτε, της εν λόγω ενδιάμεσης διαδικασίας, την ύπαρξη συζητήσιμης (εξ ανταπαιτήσεως) υπόθεσης εναντίον της εφεσίβλητης, στο συγκεκριμένο τομέα που οι εν λόγω διαπιστώσεις αφορούν, δυνάμει των προνοιών του άρθρου 14
(1)του Νόμου. ΄Ετι περισσότερο, αυτές, δεδομένης της τόσο γενικόλογης αναφοράς της εφεσείουσας περί ύπαρξης καταπιστεύματος, το οποίο κατέχεται από την εφεσίβλητη, χωρίς να παρατίθεται οποιαδήποτε μαρτυρία περί της δημιουργίας του, δεν είναι δυνατό να καταδεικνύουν και οποιαδήποτε πιθανότητα επιτυχίας της ανταπαίτησης. Επομένως, ο σχετικός λόγος έφεσης δεν μπορεί να επιτύχει. Η επιτυχία του λόγου έφεσης που εξετάστηκε πρώτα, δεδομένου του θέματος στο οποίο αυτός αφορά, δεν μπορεί να οδηγήσει σε επιτυχία την έφεση, η οποία κρίνεται, οριστικά, ως εκ του αποτελέσματος του λόγου έφεσης που εξετάστηκε στη συνέχεια, ο οποίος αφορά σε θέμα ουσίας σε σχέση με την εγκυρότητα του υπό εξέταση προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος. Στη βάση του τελευταίου λόγου, λοιπόν, η έφεση αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ της εφεσίβλητης και εναντίον της εφεσείουσας, τα οποία, λαμβανομένης υπόψη της επιτυχίας του πρώτου λόγου έφεσης, καθορίζονται στο 1/2 αυτών, το οποίο ισούται με το ποσό των €1.500,00, συν Φ.Π.Α. Κ. Παμπαλλής, Δ. Μ. Χριστοδούλου, Δ. Γ.Ν. Γιασεμής, Δ. /ΜΠ [1] «Τούτο ο εφεσείων απέτυχε εντελώς να κάνει εφ' όσον ούτε αντεξέτασε την Εφεσίβλητη για να υποσκάψει ενδεχομένως τους δικούς της ισχυρισμούς ούτε επεδίωξε να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση για να τους αντικρούσει και να θέσει τη δική του εκδοχή ενώπιον του Δικαστηρίου.» - (σελίδες 272 έως 273) [2] American Cyanamid Co. v. Ethicon Ltd. [1975] 1 All E.R. 504 (H.L.) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο