SPROGIS ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Πολιτική Έφεση Αρ. 251/2018, 10/12/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:AD:2018:A532 ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (Πολιτική Έφεση Αρ. 251/2018) 10 Δεκεμβρίου 2018 [ΝΑΘΑΝΑΗΛ, ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, ΠΟΥΓΙΟΥΡΟΥ, Δ/στές] xxx SPROGIS, Εφεσείων ΚΑΙ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Εφεσίβλητου ------------------------------------------- Α. Καρεκλάς, για τον Εφεσείοντα. Ε. Παπαλοΐζου (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τον Εφεσίβλητο. Εφεσείων παρών. Η κα Μπ. Μέσσιου είναι παρούσα για σκοπούς μετάφρασης από τα Ελληνικά στα Ρωσικά και αντίστροφα. ---------------------------------------------- ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από τον Δικαστή Ναθαναήλ. Α Π Ο Φ Α Σ Η ΝΑΘΑΝΑΗΛ, Δ.: Η έφεση επιδιώκει την ανατροπή της πρωτόδικης κρίσης με την οποία διατάχθηκε η έκδοση του εφεσείοντα στη Λετονία με σκοπό να εκδικαστεί εκεί για αδίκημα που αφορά στην παράνομη κατοχή, φύλαξη και προώθηση ναρκωτικών ουσιών για το οποίο και εκδόθηκε ανάλογο ένταλμα σύλληψης από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας της Λετονίας. Αφορμή για την έκδοση του εντάλματος ήταν σχετική απόφαση του Περιφερειακού Δικαστηρίου της Ρήγας ημερ. 13.2.2017, για τη σύλληψη του εφεσείοντος λόγω του ότι δεν παρουσιάστηκε σε δίκη αναφορικά με αξιόποινη πράξη σύμφωνα με το άρθρο 253
(2)του Λετονικού Ποινικού Κώδικα με προβλεπόμενη ποινή φυλάκισης κυμαινόμενη από τρία έως δέκα έτη. Το ένταλμα σύλληψης, σύμφωνα με τη μαρτυρία ενώπιον του πρωτοδίκου Δικαστηρίου, μετατράπηκε σε Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης και ο εφεσείων συνελήφθη στη Δημοκρατία στις 7.6.2018, αφού προηγουμένως είχε αποσταλεί στις αρχές της Δημοκρατίας επιστολή αναφορικά με την ποινική του δίωξη για αδικήματα που συναρτώνται με ψυχοτρόπους ουσίες. Το ένταλμα εκτελέστηκε δυνάμει του άρθρου 5 του περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και των Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητουμένων Μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης Νόμο αρ. 133(Ι)/2004, (εφεξής «ο Νόμος»). Δυνάμει του άρθρου αυτού, το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως της Δημοκρατίας είναι η κεντρική αρχή επιφορτισμένη με την παροχή επικουρικής βοήθειας προς τις αρμόδιες αρχές έκδοσης και εκτέλεσης των Ευρωπαϊκών Ενταλμάτων Σύλληψης. Ο εφεσείων οδηγήθηκε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας όπου διεξήχθη η νενομισμένη ταυτοποίηση του προσώπου του με το πρόσωπο που κατονομαζόταν στο Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης και στη συνέχεια διεξήχθη η διαδικασία προς έκδοση του, αν αυτό κρινόταν ορθό, στην παρουσία μεταφράστριας και αφού προηγουμένως εξηγήθηκαν σε αυτόν τα δικαιώματα του. Στις 18.6.2018, το Επαρχιακό Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση με την οποία έκρινε ότι όλες οι προϋποθέσεις του Νόμου ικανοποιούνταν και ότι το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης ήταν καθόλα σύμφωνο με το άρθρο 12 και επομένως μπορούσε να εκτελεστεί χωρίς να προέκυπτε οποιοσδήποτε βάσιμος λόγος για την απόρριψη του αιτήματος έκδοσης δυνάμει των προνοιών των άρθρων 13, 14 και 15 του Νόμου. Κατά συνέπεια, εγκρίθηκε η εκτέλεση του εντάλματος με οδηγίες όπως ακολουθηθούν οι πρόνοιες του άρθρου 29
(1)για την έκδοση του εκζητούμενου, ο οποίος στο μεταξύ διατάχθηκε να παραμείνει υπό κράτηση. Ο εφεσείων με δύο λόγους, βοηθούμενος από δικηγόρο που διορίστηκε στη βάση του συστήματος Νομικής Αρωγής, αμφισβητεί την κατάληξη του πρωτοδίκου Δικαστηρίου για την έκδοση του. Διατείνεται ότι εσφαλμένως το Δικαστήριο δεν αποδέχθηκε την εισήγηση ότι στη Λετονία δεν θα έχει δίκαιη δίκη γιατί το ένταλμα σύλληψης εναντίον του εκδόθηκε για εκδικητικούς σκοπούς. Κατά δεύτερο λόγο, εσφαλμένα το Δικαστήριο αποδέχθηκε ότι διαπράχθηκε αδίκημα στη βάση του οποίου εκδόθηκε το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης, το οποίο συνιστά ταυτόχρονα και αξιόποινη πράξη στην Κυπριακή έννομη τάξη. Οι θέσεις που προβάλλει ο εφεσείων καταλήγουν στο ότι η έκδοση του στη Λετονία συνιστά απάνθρωπη μεταχείριση που παραβιάζει τις αρχές δικαίου και το Άρθρο 6 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αυτό διότι με το εκδοθέν ένταλμα σύλληψης από το περιφερειακό Δικαστήριο Ρήγας διεκόπη ή έγινε προσπάθεια να διακοπεί η ιατρική περίθαλψη που προσφερόταν στον εφεσείοντα στην Αγγλία στην οποία ο ίδιος μετέβη για αποτοξίνωση ώστε να θεραπευθεί από την xxx που του δημιουργήθηκε λόγω πολυετούς χρήσης ναρκωτικών ουσιών με αποτέλεσμα να κινδυνεύει σοβαρά η υγεία του. Ήταν η θέση του εφεσείοντα κατά τη μαρτυρία του πρωτοδίκως ότι το Δικαστήριο στη Λετονία θα είναι προκατειλημμένο εναντίον του διότι ενώ είχε ζητήσει αναβολή της ακρόασης της υπόθεσης του λόγω του γεγονότος ότι έπασχε από xxx και του δόθηκαν δύο φορές σχετικές άδειες να μεταβεί στην Αγγλία για θεραπεία, την τρίτη φορά δεν εγκρίθηκε περαιτέρω άδεια με αποτέλεσμα να εκδοθεί εναντίον του τον Φεβρουάριο του 2017 ένταλμα σύλληψης παρά το ότι οι αρχές της Δημοκρατίας της Λετονίας πολύ καλά γνώριζαν ότι δεν θα είχε επαρκή θεραπεία στις εκεί φυλακές οι οποίες δεν «ασχολούνται» με τη συγκεκριμένη ασθένεια. Επομένως αναγκάστηκε να κρύβεται για να μπορέσει να θεραπευθεί πράγμα το οποίο πέτυχε με αποτέλεσμα να μην είναι πλέον χρήστης ναρκωτικών, ούτε και καταναλώνει, εδώ και μια τετραετία, οινοπνευματώδη. Η θέση του ήταν ότι εάν συλλαμβανόταν τον προηγούμενο χρόνο, πριν ακόμη αποθεραπευτεί, θα ήταν ωσάν να είχε καταδικαστεί σε θάνατο. Η θέση που προώθησε ο συνήγορος κατά τη συζήτηση της έφεσης είναι ότι η άρνηση των Λετονικών αρχών να παραχωρήσουν την περαιτέρω άδεια για σκοπούς θεραπείας, αποτελεί απάνθρωπη μεταχείριση δεδομένου ότι η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, δυνάμει του Άρθρου 3 αυτής, απαγορεύει την εξευτελιστική μεταχείριση που ως τέτοια ορίζεται να είναι εκείνη που δημιουργεί αισθήματα φόβου, αγωνίας και κατωτερότητας ικανά να ταπεινώσουν, να εξευτελίσουν και να κάμψουν τελικά τη φυσική ή ηθική αντίσταση του θύματος ή να το οδηγήσουν να δράσει αντίθετα στη θέληση ή στη συνείδηση του. Κάθε κράτος μέλος έχει την υποχρέωση να λαμβάνει μέτρα που να διασφαλίζουν ότι πρόσωπα που βρίσκονται εντός της δικαιοδοσίας του δεν θα υποστούν βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση όχι μόνο από τις κρατικές, αρχές, αλλά και από ιδιώτες. Το Δικαστήριο συνεπώς δεν έλαβε υπόψη επαρκώς ή και καθόλου τη συμπεριφορά των Λετονικών αρχών ώστε να ενεργοποιήσει, όπως λέχθηκε, το άρθρο 13(ε) του Νόμου που εμπίπτει στους λόγους υποχρεωτικής μη εκτέλεσης του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης. Το δικαίωμα του κράτους μέλους να επαναπροωθήσει αλλοδαπό υπόκειται στον περιορισμό ότι ο εκζητούμενος δεν θα πρέπει να τύχει εξευτελιστικής και απάνθρωπης μεταχείρισης και η αρχή αυτή εφαρμόζεται ακόμη και στις περιπτώσεις εκείνες όπου ο αλλοδαπός έχει υποπέσει σε παραβατική συμπεριφορά. Ταυτόχρονα, οι Λετονικές αρχές με τη συμπεριφορά τους να μην δώσουν ευκαιρία να τύχει ο εφεσείων πλήρους θεραπείας έδειξαν ότι δεν ενδιαφέρονται για την ευημερία των πολιτών τους και γι΄ αυτό το Δικαστήριο δεν έπρεπε να εγκρίνει την έκδοση του εφεσείοντος. Η αντίθετη άποψη του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, τονίζοντας τη βασική φιλοσοφία και επιδίωξη του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, είναι ότι η πρωτόδικη κρίση είναι απόλυτα ορθή και οι εισηγήσεις που προωθήθηκαν κατ΄ έφεση δεν τέθηκαν καν ενώπιον του Δικαστηρίου, εφόσον ό,τι τέθηκε ήταν σε συνάρτηση με το καταχρηστικό της έκδοσης του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και αυτό με γενικότητα και αοριστία. Περαιτέρω, είναι λανθασμένη η θέση που καταγράφεται στο δεύτερο λόγο έφεσης ότι ο εφεσείων δικάστηκε και καταδικάστηκε ερήμην διότι εκείνο που προέκυψε από τη μαρτυρία και το περιεχόμενο το Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης είναι ότι εναντίον του εφεσείοντος εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης για να προσαχθεί ενώπιον του Λετονικού Δικαστηρίου για να δικαστεί για το αδίκημα που κατ΄ ισχυρισμόν έχει διαπράξει. Έχει με συνέπεια τονιστεί από τη νομολογία ο σκοπός του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης ούτως ώστε να είναι αχρείαστη η εξαντλητική ή λεπτομερειακή επανάληψη της. Αρκεί να λεχθεί ότι η Απόφαση-Πλαίσιο του Συμβουλίου («Council Framework Decision») του 2002, όπως τροποποιήθηκε στις 26.2.2009 («Council Framework Decision» 2009/299/JHA), στη βάση του οποίου θεσπίστηκε ο Νόμος αρ. 133(Ι)/2004, στοχεύει στην απλοποίηση των διαδικασιών σύλληψης και παράδοσης εκζητουμένων προσώπων μεταξύ των κρατών μελών στο πλαίσιο μιας αποτελεσματικής δικαστικής συνδρομής και μέσα από μια ιδιότυπη διαδικασία. Η όλη διαδικασία της παροχής αυτής της δικαστικής συνδρομής στοχεύει μέσα σε στενές χρονικές περιόδους στην παράδοση των υπόπτων ή των καταδικασθέντων χωρίς ιδιαίτερες περίπλοκες διαδικασίες ή αχρείαστες καθυστερήσεις. Ιδιαίτερης σημασίας είναι ότι η διαδικασία εξέτασης ενός αιτήματος για έκδοση ατόμου δεν αφορά, ούτε ανάγεται σε καθαυτή ποινική δίωξη, εφόσον είναι η χώρα η οποία επιδίωξε την έκδοση του υπόπτου στο έδαφος της που είναι και η μόνη υπεύθυνη, μέσω των δικαστικών της αρχών, για την εξέταση και διαπίστωση της τυχόν ποινικής ευθύνης του εκζητουμένου. Η Απόφαση-Πλαίσιο αντικατέστησε το προηγούμενο πολυμερές σύστημα έκδοσης που υπήρχε με ένα απλουστευμένο Ευρωπαϊκό σύστημα παράδοσης υπόπτων ή καταδικασθέντων, εξυπηρετώντας έτσι τους σκοπούς που έχει θέσει η Ευρωπαϊκή Ένωση ώστε η επικράτεια της να καταστεί χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης. Στον τομέα αυτό ισχύει η αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών μελών και η αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των δικαστικών αποφάσεων, (Κωνσταντίνος (Ντίνος) Μιχαηλίδης ν. Γενικού Εισαγγελέως της Δημοκρατίας
(2013)1 Α.Α.Δ. 1764, Γενικός Εισαγγελέας ν. M. Mrukwa, Πολ. Έφ. αρ. 41/14, ημερ. 5.3.2014, Haldwen James v. Γενικού Εισαγγελέα, Πολ. Έφ. αρ. 184/14, ημερ. 17.7.2014, κ.ά.). Η νομολογία επίσης υποδεικνύει ότι τα κριτήρια άρνησης εκτέλεσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης πρέπει να εφαρμόζονται αυστηρά και ότι η δικαστική αρχή εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος δεν μπορεί να εξαρτήσει την εξέταση από προϋποθέσεις άλλες από εκείνες που εξαντλητικά καταγράφονται στους λόγους που αφορούν την υποχρεωτική ή εκείνους που αφορούν στους λόγους προαιρετικής μη εκτέλεσης, (Leymann και Pustovarov C-388, ημερ. 1.12.2008 και Ciprian Vasile Radu C-396/11, ημερ. 29.1.2013). Έχοντας εξετάσει με τη δέουσα προσοχή τα όσα εισηγείται ο εφεσείων, δεν διαπιστώνεται λόγος ανατροπής της πρωτόδικης κρίσης. Αρχικά, και με αναφορά στο δεύτερο λόγο έφεσης, αυτός είναι αβάσιμος δεδομένου ότι ο εφεσείων αναζητείται από τις αρμόδιες αρχές της Λετονίας όχι στη βάση φυγοδικίας μετά από σχετική καταδίκη, αλλά λόγω μη παρουσίασης σε προγραμματισμένη ποινική δίκη για να εκδικαστεί για το αδίκημα που του καταλογίζεται έστω και εάν αυτό, αφορά σε μικρή ποσότητα ναρκωτικών ουσιών για προσωπική, όπως εισηγείται ο εφεσείων, χρήση. Περαιτέρω, το Δικαστήριο με σαφήνεια έχει καταγράψει ότι το αδίκημα για το οποίο αναζητείται η εκδίκαση του εφεσείοντος αποτελεί και αδίκημα στην Κυπριακή έννομη τάξη δυνάμει του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου αρ. 29/77 και, επομένως, η εκτέλεση του εντάλματος δεν προσκρούει στην απαγόρευση του διττού αξιόποινου. Και στις δύο έννομες τάξεις στη Δημοκρατία και στη Λετονία το αδίκημα επιφέρει, δυνητικά, στερητική της ελευθερίας με ποινή πέραν των τριών ετών. Σε ό,τι αφορά τον πρώτο λόγο έφεσης, ομοίως το παράπονο για παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του εφεσείοντος δεν ευσταθεί δεδομένου ότι σε καμία περίπτωση η μη παροχή άδειας για τρίτη φορά για συνέχιση της θεραπείας αποτοξίνωσης στο εξωτερικό δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση. Ο ίδιος ο εφεσείων στη μαρτυρία του ανέφερε ότι στην ουσία δεν συμμορφώθηκε με τη δικαστική εντολή που προερχόταν από νόμιμο Δικαστήριο της χώρας του για να παρουσιαστεί στη δίκη του, δεχόμενος ότι κρυβόταν για να μπορέσει να θεραπευθεί. Περαιτέρω, ότι πιθανόν το Δικαστήριο στη Λετονία να μην πείστηκε ότι πράγματι δεν παρέμενε στο εξωτερικό για σκοπούς θεραπείας. Δεν δόθησαν περισσότερα στοιχεία ως προς το βάσιμο ή μη της απόρριψης της περαιτέρω άδειας για παραμονή στο εξωτερικό, αλλά εν πάση περιπτώσει ο ίδιος ο εφεσείων ανέφερε με ειλικρίνεια ότι έχει ήδη αποθεραπευθεί και επομένως ο λόγος τον οποίο επικαλείτο και εξακολουθεί να επικαλείται για τη φυγοδικία του, δεν υφίσταται πλέον. Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, η υπόθεση D. ν. Ηνωμένου Βασιλείου Αρ. 30240/96, ημερ. 2.5.1997 του ΕΔΑΔ, η οποία μνημονεύεται στο σύγγραμμα, στο οποίο παρέπεμψε ο συνήγορος των Μαγγανά, Χρυσανθάκη, Βανδώρου και Καρατζά: Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Νομολογία και Ερμηνευτικά Σχόλια, Νομική Βιβλιοθήκη 3η έκδ. σελ. 53-56, ουδεμία σχέση έχει με τα παρόντα γεγονότα δεδομένου ότι εκεί η επαναπροώθηση αλλοδαπού που έπασχε από Aids και που αποδεδειγμένα με ιατρική μαρτυρία βρισκόταν στο τελευταίο στάδιο της ζωής του, ισοδυναμούσε με απάνθρωπη μεταχείριση δεδομένου ότι η ιατρική φροντίδα και θεραπεία που τύγχανε στο Ηνωμένο Βασίλειο θα διακοπτόταν χωρίς να μπορούσε να του προσφερθεί αντίστοιχη θεραπεία σε είδος και ποιότητα εάν μεταφερόταν πίσω στο Saint Kitts της Καραϊβικής. Γενικά, όπως έχει αναφερθεί σε σωρεία υποθέσεων, (δέστε, μεταξύ άλλων, Αναφορικά με την Susan Ayre, Πολ. Έφ. αρ. 416/16, ημερ. 16.1.2017), ECLI:CY:AD:2017:A5, τα ανθρώπινα δικαιώματα λαμβάνονται υπόψη κατά τη διαδικασία απόδοσης εκζητούμενου προσώπου όπως αναφέρεται και στις παραγράφους 10, 12 και 13 του προοιμίου της Απόφασης-Πλαίσιο. Η προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων εξετάζεται εν προκειμένω στο πλαίσιο της αρχής της αναλογικότητας και η απόδοση εκζητούμενου μπορεί να αναχαιτιστεί μόνο σε περίπτωση σοβαρής και παρατεταμένης παραβίασης από το κράτος μέλος των ελευθεριών και αρχών που κατοχυρώνονται στο Άρθρο 6
(1)της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ούτε επιτρέπεται η διαμεταγωγή σε κράτος όπου υπάρχει ενδεχόμενο καταδίκης σε θάνατο ή υποβολής του εκζητούμενου σε βασανιστήρια ή άλλη απάνθρωπη ή εξευτελιστική ποινή ή μεταχείριση. Δεν υπάρχουν, όμως, εν προκειμένω οποιαδήποτε βάσιμα στοιχεία ότι ο εκζητούμενος θα τύχει τέτοιας μεταχείρισης στη χώρα του και ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέγραψε ότι ήταν αόριστα και ασαφή τα όσα σχετικά εισηγήθηκε ενώπιον του ο εφεσείων. Προστίθεται ότι η Λετονία είναι κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Συμβουλίου της Ευρώπης και όπως λέχθηκε στη Μιχαηλίδης ν. Γενικού Εισαγγελέως - ανωτέρω - θα ήταν τουλάχιστον άκομψο για τις Δικαστικές αρχές της Δημοκρατίας χωρίς στέρεη βάση να θεωρήσουν ότι το ποινικό σύστημα δικαίου μιας άλλης χώρας κράτους μέλους και η ποινική μεταχείριση υπόπτων πάσχει θεμελιακά. Υπό το φως όλων των ανωτέρω, η έφεση αποτυγχάνει και απορρίπτεται και συνακόλουθα η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται με αποτέλεσμα να πρέπει να τηρηθούν οι προθεσμίες παράδοσης του εκζητούμενου στη βάση των προνοιών του άρθρου 29
(1)του Νόμου. Ο εφεσείων θα παραμείνει στο μεταξύ υπό κράτηση, ο δε αρμόδιος Πρωτοκολλητής εντέλλεται να κοινοποιήσει δυνάμει του άρθρου 28 του Νόμου την παρούσα απόφαση στις αρμόδιες αρχές της Λετονίας. Τα έξοδα της μεταφράστριας να καλυφθούν από τη Δημοκρατία. Καμιά άλλη διαταγή για έξοδα. Δ. Δ. Δ. /ΕΘ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο