BEHJET ν. ΜΑΡΚΟΥΛΛΙΔΗ, Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 386/2012, 17/12/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:AD:2018:A542 ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 386/2012) 17 Δεκεμβρίου, 2018 [ΠΑΝΑΓΗ, ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, ΓΙΑΣΕΜΗΣ, Δ/στές] xxx xxx BEHJET, Εφεσείουσα-Ενάγουσα, ν. xxx ΜΑΡΚΟΥΛΛΙΔΗ, Εφεσιβλήτου-Εναγομένου. ________________________ Χριστίνα Ηλιοφώτου, για Χριστάκη Ν. Ματθαίου, για την Εφεσείουσα. Ανδρέας Ταμάσιος, για τον Εφεσίβλητο. ________________________ ΠΑΝΑΓΗ, Δ.: Την ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δώσει ο Δικαστής Γ.Ν. Γιασεμής. ________________________ Α Π Ο Φ Α Σ Η Γ.Ν. ΓΙΑΣΕΜΗΣ, Δ.: Η εφεσείουσα, ούσα αγράμματη, όπως η ίδια χαρακτήρισε τον εαυτό της, περί τα μέσα Δεκεμβρίου του 1999, έδωσε στον εφεσίβλητο ποσό ΛΚ5.000,00, «με σκοπό την αγορά μετοχών προς όφελος της». Αυτά δήλωσε στην αγωγή της, στην παράγραφο 3 της εκθέσεως απαιτήσεως, αναφορικά με το λόγο για τον οποίο παρέδωσε στον εφεσίβλητο, εναγόμενο, το πιο πάνω ποσό. Πρόσθεσε δε ότι αυτός είχε συμφωνήσει με τον προαναφερθέντα σκοπό. Αφού παρήλθε κάποιος χρόνος, η εφεσείουσα απαίτησε από τον εφεσίβλητο να της παραδώσει τις αγορασθείσες, όπως ο ίδιος της έλεγε, μετοχές. ΄Οταν αυτός παρέλειψε, κατά τον ισχυρισμό της, να συμμορφωθεί, καταχώρισε εναντίον του την αγωγή αρ. 5489/2007, του Επαρχιακού Δικαστηρίου xxx, με την οποία ζητούσε την επιστροφή του προαναφερθέντος ποσού. Διαζευκτικά, ζητούσε την επιστροφή ενός μικρότερου ποσού, αναγνωρίζοντας, έτσι, ουσιαστικά, ότι, στην πορεία, η ίδια είχε, πράγματι, καταστεί, κατ' επιλογή της, ιδιοκτήτρια κάποιου αριθμού μετοχών. Το πιο πάνω γεγονός υποστήριξε στη μαρτυρία του και ο εφεσίβλητος, ισχυριζόμενος, περαιτέρω, ότι επρόκειτο για τις ίδιες μετοχές, σε είδος και αριθμό, που αυτός είχε αγοράσει για λογαριασμό της εφεσείουσας, χρησιμοποιώντας το ποσό των ΛΚ5.000,00, που εκείνη του είχε δώσει για τον εν λόγω σκοπό. Το εκδικάσαν Δικαστήριο, αφού αξιολόγησε την εκατέρωθεν μαρτυρία, απέρριψε την αγωγή. Συγκεκριμένα, δεν έκανε δεκτή την εκδοχή της εφεσείουσας ότι ο εφεσίβλητος δεν αγόρασε για λογαριασμό της μετοχές, ως η μεταξύ τους διευθέτηση, αξίας ΛΚ5.000,00. Συνακόλουθα, απέρριψε την απαίτησή της για επιστροφή του ποσού των ΛΚ5.000,00, η οποία είχε στηριχτεί στη βάση ότι ο εφεσίβλητος, κατακρατώντας το, πλούτισε αδίκως σε βάρος της. Παρεμπιπτόντως, η πιο πάνω απαίτηση εδράζεται στο δίκαιο της αποκατάστασης (law of restitution), από το οποίο εκπηγάζει ο λόγος που επικαλέστηκε η εφεσείουσα στην αγωγή της, (βλ. Minerva Fin. & Inv. Ltd. v. Γεωργιάδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 2173). Το Δικαστήριο, προτού οδηγηθεί στην πιο πάνω κατάληξή του, εξέτασε το περιεχόμενο της εκθέσεως απαιτήσεως της εφεσείουσας. Αναφερόμενο στη δικογραφημένη, ως ανωτέρω, διευθέτηση μεταξύ των διαδίκων, έκρινε ότι αυτή συνιστούσε συμφωνία, η οποία, ωστόσο, ήταν άκυρη, για το λόγο ότι δεν προέκυπτε να υποστηριζόταν από οποιαδήποτε αντιπαροχή. ΄Οπως διαπίστωσε, ούτε στη μαρτυρία υπήρχε οποιοσδήποτε ισχυρισμός, συναφώς. Δεν προσδιόρισε, όμως, σε τι η συμφωνία αφορούσε συγκεκριμένα, και, μάλλον, τούτο ήταν το σφάλμα του, ως προς την εν λόγω πτυχή. Η έφεση περιλαμβάνει δύο λόγους. Με τον πρώτο, προσβάλλεται, ακριβώς, η κρίση, ανωτέρω, του Δικαστηρίου αναφορικά με τη νομική υπόσταση της υπό αναφορά διευθέτησης, στην οποία οι διάδικοι είχαν προβεί μεταξύ τους, γεγονός που είναι κοινώς παραδεκτό. Από τα καταγραφέντα, ειδικά, στην παράγραφο 3 της εκθέσεως απαιτήσεως, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι επρόκειτο για συμφωνία αντιπροσωπείας. Στο πλαίσιό της, η εφεσείουσα ανέθεσε στον εφεσίβλητο, αυτός, ως «αντιπρόσωπός» της, να προβεί στην «τέλεση πράξης για λογαριασμό» της, ως «αντιπροσωπευόμενη» από τον ίδιο, «σε συναλλαγές με τρίτους», αυτούς, δηλαδή, από τους οποίους θα επιχειρείτο η αγορά των μετοχών. Οι πιο πάνω έννοιες καθορίζουν τη σημασία των όρων «αντιπρόσωπος» και «αντιπροσωπευόμενος» στο άρθρο 142[1] του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.
- ΄Ο,τι είναι, όμως, σημαντικό, για σκοπούς του υπό εξέταση λόγου έφεσης, είναι η σαφής πρόνοια στο άρθρο 145 του εν λόγω Νόμου, ότι: «Δεν απαιτείται αντιπαροχή για τη σύσταση αντιπροσωπείας.» Επομένως, η περί του αντιθέτου πρωτόδικη κρίση αναφορικά με το υπό εξέταση θέμα είναι λανθασμένη. Δε χρειάζεται να λεχθεί οτιδήποτε άλλο, συναφώς, παρά μόνο ότι η επιτυχία του σχετικού λόγου δεν οδηγεί σε επιτυχία την έφεση. Με το δεύτερο λόγο έφεσης, ουσιαστικά, προσβάλλεται η απόφαση του εκδικάσαντος Δικαστηρίου να απορρίψει την απαίτηση της εφεσείουσας, ως μη αποδειχθείσας. Συγκεκριμένα, γίνεται αναφορά στο γεγονός ότι ο εφεσίβλητος έλαβε από την εφεσείουσα το ποσό των ΛΚ5.000,00 και προσβάλλεται ως λανθασμένη η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι αυτός δεν το κατακρατεί προς όφελός του, «επί τη βάσει των αρχών της αποκατάστασης και του άδικου πλουτισμού». Εμφανώς, με τον υπό εξέταση λόγο, δεν τίθεται θέμα λανθασμένης εφαρμογής του υπό αναφορά δικαίου στα γεγονότα της υπόθεσης, που, αν γινόταν δεκτή η εκδοχή της εφεσείουσας, θα ήταν το επόμενο στάδιο. Αυτή, όμως, δεν έγινε δεκτή και ό,τι, ακριβώς, αμφισβητείται είναι η θετική αξιολόγηση από το Δικαστήριο της εκδοχής του εφεσίβλητου και τα ευρήματά του επί των γεγονότων, στα οποία αυτό οδηγήθηκε. Εν ολίγοις, το Δικαστήριο, ουσιαστικά, διαπίστωσε ότι ο εφεσίβλητος, χρησιμοποιώντας, πράγματι, το ποσό των ΛΚ5.000,00, που η εφεσείουσα του είχε εμπιστευθεί, αγόρασε, για λογαριασμό της, μετοχές διαφόρων εταιρειών και όταν εκείνη του ζήτησε να τις εγγράψει στο όνομά της μερίμνησε αυτό να γίνει. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο, αξιολογώντας την εκατέρωθεν μαρτυρία, έκαμε δεκτή την εκδοχή του εφεσίβλητου, η οποία, όπως διαπίστωσε, υποστηριζόταν, στα κρίσιμα σημεία της, από τη μαρτυρία λειτουργού εκκαθάρισης συναλλαγών του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου, (Χρηματιστήριο Αξιών), ο οποίος κλήθηκε ως μάρτυρας από την εφεσείουσα. Για την ακρίβεια, διαπίστωσε ότι η ανάθεση από την εφεσείουσα στον εφεσίβλητο να προβεί στην αγορά μετοχών για λογαριασμό της, συγκεκριμένων, μάλιστα, εταιρειών, συνέβη στις 22.11.1999 και όχι στις 15.12.
- Κατά τη μεταγενέστερη αυτή ημερομηνία, η εφεσείουσα έδωσε στον εφεσίβλητο το ποσό των ΛΚ5.000,00, ως η μεταξύ τους διευθέτηση, γεγονός το οποίο ουδείς των μερών αμφισβήτησε. Στη βάση δε της εν λόγω ανάθεσης, ο εφεσίβλητος, στις 23.11.1999, αγόρασε συγκεκριμένο αριθμό μετοχών, για λογαριασμό της εφεσείουσας, ενώ το ίδιο έπραξε στις 15 και 16.12.
- Αγόρασε, έτσι, κατά τις προαναφερθείσες τρεις ημερομηνίες, αριθμό μετοχών σε τρεις διαφορετικές εταιρείες. ΄Οπως το Δικαστήριο διαπίστωσε, επίσης, η αξία των μετοχών οι οποίες είχαν αγοραστεί, ειδικά, για λογαριασμό της εφεσείουσας ανερχόταν στο ποσό των ΛΚ4.930,
- Στις 15.12.1999, όμως, ο εφεσίβλητος αγόρασε, για λογαριασμό του, στην ίδια εταιρεία και στην ίδια τιμή που είχε αγοράσει και για την εφεσείουσα, 250 μετοχές, έναντι ποσού ΛΚ650,00, όπως αυτό είναι δυνατό να υπολογιστεί από τις τιμές που αναφέρονται στην πρωτόδικη απόφαση. Ακολούθως, ο εφεσίβλητος, κατόπιν απαίτησης της εφεσείουσας, προσπάθησε να της μεταβιβάσει, δυνάμει δωρεάς, τις μετοχές που αυτός είχε αγοράσει, ως ανωτέρω, για λογαριασμό της, χωρίς, όμως, τούτο να καταστεί δυνατό. ΄Οπως του εξηγήθηκε από το λειτουργό του Χρηματιστηρίου Αξιών, τέτοια μεταβίβαση, στην απουσία εξ αίματος συγγένειάς του με την εφεσείουσα, δεν ήταν επιτρεπτή. Τότε, προκειμένου να επιτευχθεί ο πιο πάνω σκοπός, ο εφεσίβλητος, στις 25.1.2001, προέβη στην πώληση του συνόλου των προαναφερθεισών μετοχών, περιλαμβανομένων, εκ λάθους, και αυτών που είχαν αγοραστεί για λογαριασμό του, οι οποίες αγοράστηκαν αμέσως μετά στο όνομα της εφεσείουσας, χωρίς η ίδια, η οποία είχε πλήρη γνώση των πιο πάνω ενεργειών του εφεσίβλητου, να επιβαρυνθεί με οποιοδήποτε ποσό. Την εν λόγω εκδοχή υποστήριξε, με τη μαρτυρία του, ο προαναφερθείς λειτουργός του Χρηματιστηρίου Αξιών. ΄Οπως δε το Δικαστήριο διαπίστωσε, από αυτήν προέκυπτε, σαφώς, ότι η εφεσείουσα, ουσιαστικά, απέκτησε μετοχές αξίας πέραν του ποσού των ΛΚ5.000,00, που ήταν το ποσό το οποίο είχε δώσει στον εφεσίβλητο. Η εφεσείουσα, εμμένοντας στην περιορισμένου περιεχομένου εκδοχή της, δεν κατέδειξε πού και πώς το εκδικάσαν Δικαστήριο έσφαλε σε σχέση με την αξιολόγηση και αποδοχή της εκδοχής του εφεσίβλητου. ΄Οντως, από την εξέταση της εκδοχής του, δεν προκύπτει οτιδήποτε που να μη συνάδει με τη λογική των πραγμάτων, όπως αυτή αποκαλύπτεται από την αποδεχθείσα μαρτυρία. Αντιθέτως, η εν λόγω εκδοχή κρίνεται καθ' όλα λογική και, όπως αναφέρθηκε ήδη, υποστηρίζεται από τη μαρτυρία του λειτουργού του Χρηματιστηρίου Αξιών. Επομένως, ο υπό εξέταση λόγος έφεσης δεν μπορεί να επιτύχει. Κατά συνέπεια, ούτε και η έφεση μπορεί να επιτύχει. Για τους πιο πάνω λόγους, η έφεση αποτυγχάνει και απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ του εφεσίβλητου και εναντίον της εφεσείουσας, τα οποία καθορίζονται στο ποσό των €2.000,00, συν Φ.Π.Α. Π. Παναγή, Δ. Δ. Μιχαηλίδου, Δ. Γ.Ν. Γιασεμής, Δ. /ΜΠ [1] "
- 'Αντιπρόσωπος' είναι το πρόσωπο το οποίο προσλαμβάνεται για την τέλεση πράξης για λογαριασμό άλλου ή για αντιπροσώπευση άλλου σε συναλλαγές με τρίτους. Το πρόσωπο για λογαριασμό του οποίου τελείται η πράξη αυτή, ή το οποίο αντιπροσωπεύεται με τον τρόπο αυτό, καλείται 'αντιπροσωπευόμενος'.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο