ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ ΧΑΤΖΗΙΩΣΗΦ, ΖΑΠΙΤΗΣ & ΑΣΠΡΙΔΗΣ ΛΙΜΙΤΕΔ, Πολιτική Αίτηση Αρ. 15/2019, 6/2/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:AD:2019:D35 ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (Πολιτική Αίτηση Αρ. 15/2019) 6 Φεβρουαρίου 2019 [ΝΑΘΑΝΑΗΛ, Δ/στής] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 3 ΚΑΙ 9 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1964 ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ) ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΤΟΥ 2018 ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ ΧΑΤΖΗΙΩΣΗΦ, ΖΑΠΙΤΗΣ & ΑΣΠΡΙΔΗΣ ΛΙΜΙΤΕΔ ΓΙΑ ΑΔΕΙΑ ΓΙΑ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 12/12/2018 ΠΟΥ ΕΚΔΟΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΣΤΗ ΓΕΝΙΚΗ ΑΙΤΗΣΗ ΜΕ ΑΡ. 58/2018 ------------------------------------------ Δ. Λαδά (κα), για τους Αιτητές. -------------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η ΝΑΘΑΝΑΗΛ, Δ.: Η επιδιωκόμενη άδεια με στόχο να καταχωρηθεί διά κλήσεως αίτηση για τη χορήγηση προνομιακού εντάλματος βασίζεται στη θέση ότι το κατώτερο Δικαστήριο χωρίς δικαιοδοσία ή καθ΄ υπέρβαση αυτής, προχώρησε σε κατ΄ ευθείαν ακρόαση Γενικής Αιτήσεως που είχε ενώπιον του με γραπτές αγορεύσεις χωρίς να δοθεί η δυνατότητα στους αιτητές να προσκομίσουν προφορική ή έγγραφη μαρτυρία και περαιτέρω ότι λανθασμένα και χωρίς να υπήρξε αίτημα, προχώρησε αυτεπάγγελτα σε έκδοση απόφασης. Η ανυπαρξία ιδιαιτέρων δικονομικών θεσμών για το ζήτημα, έπρεπε, κατά την εισήγηση, να οδηγήσει το Δικαστήριο στο χειρισμό της αιτήσεως ως να ήταν αγωγή και, επομένως, η μη καταχώρηση υπεράσπισης ή ένστασης, δεν θα παρείχε στο Δικαστήριο τη δυνατότητα αυτεπαγγέλτως να εκδώσει, χωρίς άλλο, απόφαση. Σύμφωνα με το πρακτικό του Δικαστηρίου που επισυνάφθηκε στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, είχε καταχωρηθεί η Γενική Αίτηση υπ΄ αρ. 58/2018 σε σχέση με τον περί Πωλήσεως Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμο του 2011, στη βάση του οποίου, κατά το άρθρο 12, ζητείτο προφανώς η κατάθεση, μετά την πάροδο της προβλεπομένης χρονικής περιόδου, αντιγράφου πωλητηρίου εγγράφου ημερ. 11.11.1971 και του εκχωρητηρίου εγγράφου ημερ. 9.7.2018, στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου αναφορικά με τεμάχιο στο Δήμο Δερύνειας Αμμοχώστου. Το τηρηθέν πρακτικό ημερ. 12.12.2018, περιλαμβάνει την ενέργεια του Δικαστηρίου για την οποία παραπονούνται οι αιτητές. Όπως είναι καταγραμμένο, στις 8.45 π.μ. είχαν εμφανισθεί δικηγόροι εκ μέρους του αιτητή στην εν λόγω Γενική Αίτηση καθώς και δικηγόρος εκ μέρους του Κτηματολογίου, καθ΄ ου η αίτηση 2 στη Γενική Αίτηση. Εκ μέρους του Κτηματολογίου δηλώθηκε ότι δεν θα καταχωρείτο ένσταση, αλλά αναμενόταν συνάδελφος εκ μέρους του καθ΄ ου η αίτηση 1 - παρόντων αιτητών. Η διαδικασία διεκόπη για να επαναρχίσει στις 9.45 π.μ., όταν προστέθηκε στις εμφανίσεις και δικηγόρος εκ μέρους των παρόντων αιτητών. Το Κτηματολόγιο επανέλαβε τη θέση του ότι δεν θα υπήρχε ένσταση στο αίτημα, αλλά ο συνήγορος εκ μέρους των παρόντων αιτητών ζήτησε αναβολή της ακρόασης για το λόγο ότι η συνάδελφος του που χειριζόταν την υπόθεση ήταν απασχολημένη με άλλη ακρόαση αγωγής στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Προστέθηκε από τον συνήγορο ότι παρά το γεγονός ότι είχαν προηγουμένως δοθεί οδηγίες όπως η ένσταση καταχωρείτο μέχρι 5.12.2018, αυτό δεν κατέστη δυνατό γιατί ο διευθυντής των αιτητών βρισκόταν εκτός Λευκωσίας. Ζητήθηκε, επομένως, αναβολή και όπως δοθεί νέα ημερομηνία ακροάσεως μετά τις 24.1.2019. Το Δικαστήριο προέβη στον εξής χειρισμό: «Δικαστήριο: Το αίτημα απορρίπτεται. Μέσα από όσα γενικά και αόριστα έχουν αναφερθεί, δεν βλέπω κανένα βάσιμο λόγο να αναβάλω την ακρόαση της αίτησης. Ούτε έχω ικανοποιηθεί γιατί δεν καταχωρήθηκε ένσταση μέσα στην προθεσμία που έχει θέσει το Δικαστήριο. Δικαστήριο (προς τους συνηγόρους): Λοιπόν, έχει κανένας να αναφέρει κάτι άλλο; Κα Κουμή: Όχι. Δικαστήριο (προς κ. Λαζάρου): Έχετε να πείτε κάτι άλλο κύριε; κ. Λαζάρου: Εντιμότατε, αυτές ήταν οι οδηγίες που έχω αυτό αναφέρω. Δικαστήριο: Έχοντας μελετήσει πολύ προσεκτικά την αίτηση, σε συνάρτηση με τη σχετική νομοθεσία (βλ. Ν. 81(Ι)/2011 και ειδικότερα το άρθρο 12), ικανοποιούμαι ότι μέσα από τα στοιχεία που τίθενται ενώπιον μου το αίτημα θα πρέπει να εγκριθεί. Κρίνω ότι, υπό τις περιστάσεις, τούτο είναι δίκαιο και εύλογο. Συνεπώς, η αίτηση εγκρίνεται. Εκδίδεται διάταγμα ως το Α της Αίτησης. Υπό τις περιστάσεις, θεωρώ ότι η ορθότερη διαταγή είναι η κάθε πλευρά να επιβαρυνθεί με τα δικά της έξοδα, έχοντας λάβει υπόψη μου βέβαια και τον χρόνο που έρχεται ο Αιτητής στο Δικαστήριο, στην ουσία αρκετά καθυστερημένα, για τους λόγους βέβαια που ο ίδιος εξηγεί στην ένορκη του δήλωση.» Η ευπαίδευτη συνήγορος εκ μέρους των παρόντων αιτητών, πέραν των όσων έχουν ήδη καταγραφεί στην αρχή της παρούσας απόφασης, εισηγήθηκε περαιτέρω ότι η αίτηση ενώπιον του κατωτέρου Δικαστηρίου ήταν πρωτογενής και όχι ενδιάμεση και άρα το Δικαστήριο δεν μπορούσε να την εκδικάσει στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και μόνο και έπρεπε να ορίσει την αίτηση εκ νέου για οδηγίες, να καταχωρηθεί στο μεταξύ η ένσταση και αναλόγως να προγραμματίσει την ακρόαση λαμβάνοντας υπόψη εάν οποιαδήποτε πλευρά ήθελε στο μεταξύ να προσαγάγει μαρτυρία. Η ενέργεια του Δικαστηρίου αυτεπαγγέλτως και χωρίς αίτημα και παρά το ότι γνώριζε ότι υπήρχε ένσταση, να εκδώσει απόφαση χωρίς να του δίνεται τέτοια εξουσία από τους Θεσμούς ή από τη συμφυή εξουσία του, σκοπό είχε να «τιμωρήσει» τους αιτητές, μη αποδεχόμενο τους λόγους για τους οποίους δεν είχαν κατορθώσει να καταχωρήσουν εγκαίρως ένσταση. Ούτε και υπάρχει πουθενά στους Θεσμούς πρόνοια για καταχώρηση γραπτών αγορεύσεων και το μόνο που μπορούσε και θα έπρεπε να έπραττε το Δικαστήριο θα ήταν να καταδίκαζε τους αιτητές στα έξοδα για τη συγκεκριμένη δικάσιμο. Η συνήγορος προσέθεσε ότι με την ενέργεια του πρωτοδίκου Δικαστηρίου επηρεάστηκαν άμεσα δικαιώματα τρίτων και συγκεκριμένα της Π.Ε.Ο., η οποία, ως ενυπόθηκος δανειστής του ακινήτου, δεν συμπεριελήφθηκε στη Γενική Αίτηση ως διάδικος, ούτε και έλαβε γνώση της διαδικασίας. Αν το Δικαστήριο ακολουθούσε ορθόδοξη διαδικασία, οι παρόντες αιτητές θα είχαν την ευκαιρία να αναφέρουν ότι υπήρχε υποθήκη επί του επιδίκου ακινήτου και θα ζητούσαν όπως επιδοθεί η Γενική Αίτηση και στην Π.Ε.Ο., θέτοντας και την ευρύτερη θέση τους ότι η νομοθεσία επί της οποίας βασιζόταν η Γενική Αίτηση είναι αντισυνταγματική. Εξετάζοντας την αίτηση υπό το φως των εισηγήσεων της συνηγόρου, θα πρέπει πρωτίστως να λεχθεί ότι η αιτούμενη άδεια δεν είναι δυνατόν να δοθεί, διότι στην παράγραφο 28 της ένορκης δήλωσης του Ν.Χ., διευθυντή των αιτητών, που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της υπό κρίση αιτήσεως, ρητά αναφέρεται ότι προς προστασία των δικαιωμάτων τους καταχωρήθηκε και έφεση εναντίον της απόφασης του κατωτέρου Δικαστηρίου. Κατά τη συμβουλή όμως των συνηγόρων τους, η έφεση δεν επηρεάζει τα δικαιώματα τους για χορήγηση και προνομιακής θεραπείας διότι είναι διαφορετικά τα θέματα που θα εξεταστούν στην έφεση όπου, μεταξύ άλλων, θα κριθεί η ορθότητα ή το λανθασμένο της άσκησης της διακριτικής εξουσίας του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Είναι όμως παγίως νομολογημένο ότι το ορθόδοξο μέσο αμφισβήτησης απόφασης κατωτέρου Δικαστηρίου είναι η έφεση και όχι το οποιοδήποτε προνομιακό ένταλμα. Δεν μπορούν να διαχωρίζονται πλασματικά οι θεραπείες, όπως επιχειρούν στην ουσία εδώ οι αιτητές, διότι ένα προνομιακό ένταλμα χορηγείται μόνο στην περίπτωση όπου το κατώτερο Δικαστήριο ενήργησε με έλλειψη αρμοδιότητας ή καθ΄ υπέρβαση δικαιοδοσίας, ή, κατά έκδηλη πλάνη περί το Νόμο, ή, με προκατάληψη ή συμφέρον ή ως αποτέλεσμα ψευδορκίας, ή, παραβίαση φυσικής δικαιοσύνης, (δέστε Global Consolidator Public Ltd
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.