ΙΩΑΝΝΟΥ ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΔΙΑ ΚΑΙ ΕΚ ΜΕΡΟΥΣ ΤΟΥ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ ΚΑΙ ΧΩΡΟΜΕΤΡΙΑΣ, Πολιτικές εφέσεις αρ. Ε163/2013 & Ε177/2013, 23/4/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:AD:2019:A160 ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ 23 Απριλίου, 2019 [ΠΑΜΠΑΛΛΗΣ, ΛΙΑΤΣΟΣ, ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ] Πολιτικές εφέσεις αρ. Ε163/2013 & Ε177/2013 Πολιτική έφεση αρ. Ε163/2013 xxxx ΙΩΑΝΝΟΥ, Εφεσείοντα/Ενάγοντα, - ΚΑΙ - ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΔΙΑ ΚΑΙ ΕΚ ΜΕΡΟΥΣ ΤΟΥ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ ΚΑΙ ΧΩΡΟΜΕΤΡΙΑΣ, ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ, Εφεσιβλήτου/Εναγομένου. ---------------- Πολιτική έφεση αρ. Ε177/13 xxxx ΙΩΑΝΝΟΥ, Εφεσείοντα/Ενάγοντα, - ΚΑΙ - ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΔΙΑ ΚΑΙ ΕΚ ΜΕΡΟΥΣ ΤΟΥ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ ΚΑΙ ΧΩΡΟΜΕΤΡΙΑΣ, ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ, Εφεσιβλήτου/Εναγομένου. Χρ.Ιωσηφίδης, για τον εφεσείοντα και στις δύο εφέσεις Ι. Τσιντίδου, (κα), - δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τον εφεσίβλητο και στις δύο εφέσεις Εφεσείων παρών. ----------------- ΠΑΜΠΑΛΛΗΣ, Δ.: Την ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δώσει η Δικαστής Τ.Ψαρά-Μιλτιάδου. ---------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Τ.ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Δ.: Η πρωτόδικη διαδικασία είναι η αγωγή Ε.Δ. Λεμεσού με αρ.1482/11 με την οποία ο εφεσείων/ενάγων επιδιώκει έκδοση απόφαση εναντίον του εφεσιβλήτου/εναγομένου για διάφορες θεραπείες, μεταξύ των οποίων έκδοση διατάγματος με το οποίο να διατάσσει τον εφεσίβλητο στην επίλυση της συνοριακής διαφοράς με βάση την αίτηση του εφεσείοντα με αρ.φακέλου xxxx/xxx στο χωριό Μονιάτη της επαρχίας Λεμεσού σύμφωνα με τα εν χρήσει σχέδια εντός ευλόγου χρόνου (παρακλητικό Α1). Διατυπώνονται επίσης και άλλες θεραπείες καθώς επίσης και χρηματικές αποζημιώσεις οι οποίες θα μας απασχολήσουν στο βαθμό που χρειάζεται σε μεταγενέστερο στάδιο. Στα πλαίσια της πρωτόδικης διαδικασίας ο εφεσείων είχε αιτηθεί από το Δικαστήριο, με γραπτό αίτημα του ημερ. 10.9.2012 προς την άλλη πλευρά, να του δοθούν διάφορες πληροφορίες και έγγραφα από τον εν λόγω φάκελο του κτηματολογίου, αλλά και άλλους φακέλους. Μετά την καταχώρηση ένστασης από την πλευρά της Δημοκρατίας και την ακρόαση της αίτησης, το Δικαστήριο εξέδωσε την απόφαση του ημερ. 19.7.2013, με την οποία έκρινε ότι η αίτηση του ενάγοντα θα πρέπει να απορριφθεί επειδή στερείται νομικής βάσης. Να σημειωθεί ότι η αίτηση στηριζόταν στο άρθρο 51(α) του Κεφ.224[1] η οποία είναι συγκεκριμένη πρόνοια σε ειδικό νόμο που προνοεί τον τρόπο παροχής πληροφοριών σε σχέση με καταχωρήσεις σε μητρώα και βιβλία που τηρούνται από τα Επαρχιακά Κτηματολογικά Γραφεία. Η αιτιολογία του Δικαστηρίου είναι ότι το πιο πάνω άρθρο το οποίο στήριζε την αίτηση του εφεσείοντα δεν επιβάλλει τέτοια υποχρέωση του Διευθυντή αλλά ούτε εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει τέτοια διατάγματα ως η αίτηση. Η πιο πάνω ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου είναι αντικείμενο της έφεσης 163/13. Κατά τη διάρκεια επίσης της πρωτόδικης διαδικασίας εξεδόθη διάταγμα για προδίκαση νομικών σημείων ημερ. 19.2.2013 κατόπιν αιτήματος της κας Τσιντίδου για τη Δημοκρατία. Με βάση την εν λόγω απόφαση στη συνέχεια το Δικαστήριο άκουσε τις δύο πλευρές επί των προδικαστικών σημείων κρίνοντας, με απόφαση του στις 31.5.2013, ότι οι αξιώσεις που καταγράφονται στις παραγράφους Α1 και Β9 της ΄Εκθεσης Απαίτησης θα έπρεπε να απορριφθούν και απορρίφθησαν. Η εν λόγω απόφαση ημερ. 31.5.2013 είναι αντικείμενο της έφεσης αρ.177/13. Κατά την ακρόαση των πιο πάνω εφέσεων ενώπιον μας θέσαμε στους ευπαιδεύτους δικηγόρους ερώτημα περί του εφεσίμου επί των δύο πιο πάνω αποφάσεων δυνάμει του νέου άρθρου 25(Ι) του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν.14/60, εφόσον το εν λόγω άρθρο έχει αναδρομική ισχύ, καθότι είναι δικονομικής υφής σύμφωνα με τη νομολογία (βλ. Wynne v. Mavronicola
(2009)1 Α.Α.Δ. 1138 και Hazlewood Investment & Finance Ltd και Manuel a.o. Πολ.εφ.Ε14/17 και Ε.209/17, 25.2.2019). Στη βάση των πιο πάνω διαπιστώσεων θα πρέπει να εξετάσουμε το εφέσιμο της κάθε έφεσης ξεχωριστά. ΄Εφεση αρ. Ε163/13 - Απόφαση ημερ. 19.7.2013 Με βάση το περιεχόμενο του νέου άρθρου 25(Ι) δεν έχουμε καμία αμφιβολία πως η πιο πάνω απόφαση δεν είναι εφέσιμη. Σε σχέση με την ερμηνεία του νέου άρθρου 25(Ι), όπως τροποποιήθηκε από το Ν.109(Ι)/17 σκόπιμο είναι να παραθέσουμε απόσπασμα από τη Hazlewood ανωτέρω, η οποία περιλαμβάνει και εκτενές απόσπασμα από την Oneworld Ltd v. OJSC Bank of Moscow, πολ.εφ. E50/2018, 13.12.2018. «Με το άρθρο 25
(1)(γ) το οποίο αφορά τη δεύτερη αίτηση είχαμε ασχοληθεί στην προσφάτως εκδοθείσα απόφαση Oneworld Ltd v. OJSC Bank of Moscow, πολ.εφ.Ε50/2018, 13.12.2018 όπου γίνεται εκτενής αναφορά στη νομολογία για το εφέσιμο ενδιάμεσων αποφάσεων, νομολογία που απασχόλησε και τους ευπαίδευτους συνήγορους στην παρούσα υπόθεση. Χρήσιμο είναι λοιπόν να δώσουμε ένα εκτενές απόσπασμα της εν λόγω απόφασης: "Παραμένει προς εξέταση η υπαλλακτική θέση των Εφεσειόντων, σύμφωνα με την οποία η υπό κρίση ενδιάμεση απόφαση εμπίπτει στα διαλαμβανόμενα στην παράγραφο (γ) του πιο πάνω άρθρου, ότι δηλαδή είναι απόλυτα καθοριστική ως προς τα αποτελέσματά της για τα δικαιώματα των διαδίκων και, ως εκ τούτου, υπόκειται σε έφεση. Δεδομένου ότι το υπό εξέταση ζήτημα παραπέμπει ευθέως σε ερμηνεία και εφαρμογή των σχετικών διατάξεων του άρθρου 25
(1), όπως προσφάτως τροποποιήθηκε από το Νόμο 109(Ι)/2017, κρίνουμε σκόπιμη συνοπτική παράθεση του ιστορικού του εν λόγω άρθρου, από της αρχικής εισαγωγής του, με τη θέσπιση του Νόμου το 1960, μέχρι και της τελευταίας, πιο πάνω, τροποποίησής του: Από της θέσπισης του Νόμου 14/60 μέχρι και της τροποποίησής του με τον Τροποποιητικό Νόμο 118(Ι)/2008, το άρθρο 25
(1)προέβλεπε: «Τηρουμένου του διαδικαστικού κανονισμού, πάσα απόφασις δικαστηρίου ασκούντος πολιτικήν δικαιοδοσίαν θα υπόκειται εις έφεσιν εις το Ανώτατον Δικαστήριον.» Το υπό αναφοράν άρθρο τροποποιήθηκε το 2008, τροποποιητικός νόμος 118(Ι)/2008, ως εξής: «Τηρουμένου του διαδικαστικού κανονισμού, κάθε απόφαση ή διαταγή δικαστηρίου που ασκεί πολιτική δικαιοδοσία, ανεξάρτητα αν αυτή είναι καθοριστική ή δηλωτική για τα δικαιώματα των διαδίκων, είτε αυτή είναι ενδιάμεση είτε είναι τελική, υπόκειται σε έφεση στο Ανώτατο Δικαστήριο: Νοείται ότι διάδικος που δεν άσκησε εντός της καθορισμένης προθεσμίας έφεση εναντίον ενδιάμεσης απόφασης, δεν αποστερείται του δικαιώματος να εγείρει στο στάδιο της έφεσης εναντίον της τελικής απόφασης ζητήματα που αφορούν την ενδιάμεση απόφαση.» Της πιο πάνω τροποποίησης προηγήθηκε παρεμβολή σειράς αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ερμηνευτικών της έννοιας του όρου «απόφαση» του άρθρου 25
(1). Στην υπόθεση Λουκία Χρίστου Χαρούς ν. Βασιλικής Χρίστου Χαρούς, συζύγου Ηλία Καγιά
(2003)1 ΑΑΔ 1530, υιοθετήθηκε, από την πλειοψηφία της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η ερμηνεία του εν λόγω όρου όπως δόθηκε στη βασική επί του θέματος υπόθεση Χάσικος κ.α. ν. Χαραλαμπίδη
(1990)1 ΑΑΔ 389. Διευκρινίστηκε και επιβεβαιώθηκε ότι «απόφαση» σημαίνει «δικαστική απόφαση, ενδιάμεση ή τελική, καθοριστική για τα δικαιώματα ή τις υποχρεώσεις των διαδίκων». Αυτές και μόνο οι αποφάσεις θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο έφεσης κατ΄ ακολουθία του εξεταζόμενου άρθρου 25
(1). Ας σημειωθεί ότι στην Χάσικος (ανωτέρω) για πρώτη φορά από της θέσπισης του Ν.14/60, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε καθοριστικά την έννοια του όρου «απόφαση», προσδιορίζοντας ποιες από τις ενδιάμεσες αποφάσεις πρωτόδικων Δικαστηρίων υπόκεινται σε έφεση. Είναι ουσιαστικά το αποτέλεσμα της Χαρούς (ανωτέρω) που οδήγησε, εξελικτικά, στην τροποποίηση του άρθρου 25
(1), που επήλθε με τον Ν. 118(Ι)/2008. Εύκολα γίνεται αντιληπτό ότι στο αρχικό κείμενο του άρθρου 25 δεν γινόταν διαχωρισμός μεταξύ «ενδιάμεσης» και «τελικής» απόφασης. Ο διαχωρισμός επήλθε, ερμηνευτικά, ως ήδη λέχθηκε, στις κρίσιμες επί του ζητήματος αποφάσεις Χάσικος και Χαρούς (ανωτέρω). Κρίθηκε, όπως προαναφέραμε, ότι «απόφαση» στα πλαίσια του άρθρου 25
(1), σημαίνει δικαστική απόφαση ενδιάμεση ή τελική, καθοριστική για τα δικαιώματα ή τις υποχρεώσεις των διαδίκων. Είναι στην πορεία των τροποποιήσεων του εν λόγω άρθρου που γίνεται σαφής πλέον αναφορά σε «ενδιάμεση» και «τελική» απόφαση. Εν τέλει, η πιο πρόσφατη τροποποίηση του άρθρου 25
(1), διά του τροποποιητικού Νόμου 109(Ι)/2017, όχι μόνο ευθυγραμμίζεται με τον δικαστικό λόγο της απόφασης Χαρούς, αλλά κινείται και πέραν της νομολογιακής αυτής προσέγγισης, περιορίζοντας, νομοθετικά πλέον, το πεδίο άσκησης εφέσεων κατά ενδιάμεσων αποφάσεων όχι απλώς καθοριστικών ως προς το αποτέλεσμά τους για τα δικαιώματα των διαδίκων, αλλά απολύτως καθοριστικών. Είναι υπό το φως της νέας νομοθετικής επιταγής και με καθοδήγηση την υφιστάμενη, προ της τροποποίησης του 2008, νομολογιακή προσέγγιση, που θα πρέπει να ερμηνεύεται και εφαρμόζεται το τροποποιημένο κείμενο του άρθρου 25
(1)(γ) του Νόμου. Στη Χαρούς (ανωτέρω) η πλειοψηφία της Πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου έκρινε ότι τόσο ως ζήτημα νομολογιακής δέσμευσης, όσο και ως θέμα αρχής, η Χάσικος και μεταγενέστερες αποφάσεις στοιχειοθετημένες στον ίδιο λόγο, καθορίζουν ποιες ενδιάμεσες αποφάσεις πρωτόδικων Δικαστηρίων υπόκεινται σε έφεση. Έκρινε επίσης ότι οι διαπιστώσεις στην Price v. Gray
(2002)1 ΑΑΔ 424, συνιστούσαν απόκλιση από τον λόγο προγενέστερων δικαστικών αποφάσεων, αλλά και από τη σωστή ερμηνεία του όρου «απόφαση», ως καθορίζεται από τη νομολογία. Στην Cyprus Inv. & Sec. Corp. Ltd v. Παπαϊωάννου κ.ά.
(2006)1 ΑΑΔ 1368, κρίθηκε, κατ΄ ακολουθίαν υιοθέτησης των αρχών που τέθηκαν στις αποφάσεις Χαρούς και Χάσικος, ότι ενδιάμεση απόφαση με την οποία παραμερίστηκε απόφαση που λήφθηκε ερήμην των εναγομένων δεν ήταν καθοριστική των δικαιωμάτων των εναγόντων-εφεσειόντων και άρα μη εφέσιμη. Εισήγηση του συνήγορου των εφεσειόντων περί διαφοροποίησης, λόγω της υπέρ τους τελεσίδικης απόφασης και επηρεασμού των δικαιωμάτων τους με τον παραμερισμό, κρίθηκε ως εσφαλμένη με το σκεπτικό ότι η απόφαση είχε εκδοθεί ερήμην των εφεσιβλήτων και ότι στη δίκη που θα ακολουθούσε η αξίωση των εφεσειόντων στην αγωγή παρέμενε αλώβητη. Σκοπός του τροποποιητικού Νόμου 109(Ι)/2017 είναι η αποφυγή αχρείαστων παρατάσεων και ο περιορισμός των διαδικαστικών διαδικασιών, καθώς και η αποτροπή ενθάρρυνσης αποσπασματικών εφέσεων και κατατεμαχισμού τους (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Αστρασόλ Λτδ κ.ά., Π.Ε. 32/18, ημερ. 24.7.2018). Ορθή ερμηνευτική προσέγγιση του εξεταζόμενου άρθρου 25
(1)(γ) του Νόμου, προσδιορίζει ως εφέσιμες τις ενδιάμεσες αποφάσεις οι οποίες, λόγω των εξαιρετικών περιστάσεων και δεδομένων που τις καλύπτουν, καθορίζουν κατά τρόπο απόλυτο και τελεσίδικο τα δικαιώματα των διαδίκων, επιδρώντας καταλυτικά σε αυτά. Όπου όμως τα δικαιώματα και οι απορρέουσες από αυτά αξιώσεις παραμένουν αλώβητα προς τελικό καθορισμό τους στα πλαίσια της δίκης, δεν παρέχεται δικαίωμα έφεσης κατ΄ ακολουθία του εξεταζόμενου άρθρου 25
(1)(γ) του Νόμου. Υπό το φως όλων των πιο πάνω, είναι η κατάληξή μας ότι η εφεσιβαλλόμενη πρωτόδικη απόφαση δεν είναι εφέσιμη, αφού οι αξιώσεις των δύο μερών, αγωγή και ανταπαίτηση, εξακολουθούν να υφίστανται και τα όποια δικαιώματα και νομικά και πραγματικά θέματα που εγείρονται, συνεχίζουν να αποτελούν επίδικα ζητήματα. Υπό τις συνθήκες αυτές, οι διάδικοι θα έχουν την ευκαιρία να προβάλουν τις εκατέρωθεν θέσεις τους στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας, η οποία αναμένεται να λάβει χώραν ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου". Η πιο πάνω ιστορική αναδρομή του άρθρου 25 και της νομολογίας που στηρίζει το εφέσιμο ή μη των ενδιαμέσων αποφάσεων είναι χαρακτηριστική του τρόπου που πρέπει το θέμα να αντιμετωπιστεί και στην επίδικη απόφαση και έφεση. Με την αντίκριση των επιμέρους δεδομένων της παρούσης, κρίνουμε ότι εν προκειμένω δεν ισχύει αυτό που αναφέραμε στην Oneworld Ltd (ανωτέρω), αφού εν τοις πράγμασι η ακύρωση του διατάγματος επίδοσης στο εξωτερικό με βάση τη δοθείσα αιτιολογία του πρωτόδικου Δικαστηρίου οδηγεί σε απόλυτο καθορισμό ως προς το αποτέλεσμα των δικαιωμάτων των εφεσειόντων. Είναι σαφές ότι η αγωγή τους εναντίον των εφεσιβλήτων 1 και 2 μόνο τύποις υφίσταται και δεν μπορεί στην πραγματικότητα να προχωρήσει εναντίον τους. Τα δε ευρήματα του Δικαστηρίου δεν φαίνεται να μπορούν να ανατραπούν ή να διαφοροποιηθούν παρά μόνο με εφετειακό έλεγχο». Η απόρριψη του αιτήματος «για λήψη πληροφοριών» ως ενδιάμεση θεραπεία σίγουρα δεν μπορεί να είναι απόλυτα καθοριστική των δικαιωμάτων του εφεσείοντα. Η πλευρά του εφεσείοντα εντελώς αορίστως επικαλέσθηκε «ζημία» ως νομιμοποιητικό βάθρο του δικαιώματος του να προωθήσει την έφεση. Εκτός του ότι η έννοια της ζημίας όπως την προέβαλε ο κ.Ιωσηφίδης είναι αδιάφορη για το άρθ.25 ως άνω, αφού δεν αποτελεί αυτόνομο κριτήριο, ο εφεσείων θα έπρεπε να πείσει ότι η εν λόγω απόφαση είναι απολύτως καθοριστική για τα δικαιώματα του, κάτι που βέβαια δεν έπραξε. Πέραν αυτού στα πλαίσια της συζήτησης της έφεσης, διαφάνηκε ότι σε κάποιο χρονικό διάστημα μετά την καταχώρηση της έφεσης οι πληροφορίες που ζητούντο δια της επίδικης αίτησης, δόθηκαν στον εφεσείοντα. Καταλήγουμε συνεπώς πως εκτός του ότι η απόφαση δεν είναι εφέσιμη και η έφεση δεν έχει πλέον αντικείμενο. Η έφεση απορρίπτεται με έξοδα €2,000 εναντίον του εφεσείοντα. Πολιτική έφεση αρ.Ε177/13 - Απόφαση ημερ.31.5.2013 Στις 19.2.2013 το Δικαστήριο αποφάσισε κατόπιν αιτήματος των εφεσιβλήτων να προδικάσει τα νομικά σημεία που εγείρονταν στη δικογραφία. Ακολούθησε η δικανική κρίση επί του αποτελέσματος της προδίκασης, όπου στη βάση κοινών αποδεκτών γεγονότων, το Δικαστήριο θεώρησε ότι το μέρος του παρακλητικού της αγωγής Α
(1)και Β
(9)ήταν άνευ ερείσματος, με συνέπεια οι αξιώσεις αυτές να απορριφθούν. Πρόκειται για την ως άνω απόφαση ημερ. 31.5.2013. Σε σχέση με το Α
(1)έκρινε πως το Δικαστήριο στερείτο αρμοδιότητας να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, δηλαδή διάταγμα «που να διατάσσει τον εναγόμενο να προβεί στην επίλυση της συνοριακής διαφοράς με βάση την αίτηση του ενάγοντος με αρ.Φ.1909/99» και σε σχέση με το Β9 (ως προς ένα ειδικό κονδύλι) έκρινε το θέμα ως δεδικασμένο. Στην προσπάθεια μας να δούμε την εμβέλεια αλλά και τη συνέπεια της ενδιάμεσης απόφασης που αφορά η πιο πάνω έφεση σε απάντηση του ερωτήματος αν πρόκειται για εφέσιμη απόφαση ανατρέξαμε στη δικογραφία της αγωγής. ΄Εχοντας εξετάσει προσεκτικά τη δικογραφία διαπιστώνουμε πως μεγάλο μέρος της αξίωσης του εφεσείοντα, με την επίδικη απόφαση διαγράφεται και απορρίπτεται, οπότε υπό αυτή την έννοια, δεν μπορεί να θεωρηθεί μη εφέσιμη η επίδικη απόφαση ημερ. 31.5.2013 αφού σύμφωνα με το Νόμο και τη νομολογία το δικαίωμα του εφεσείοντα ως ενάγοντα να προωθήσει μέρος της απαίτησης του, καθορίζεται με απόλυτο τρόπο, εφόσον στην πράξη αποκλείεται από το να διεκδικήσει τις σχετικές θεραπείες, ανεξαρτήτως βεβαίως της ορθότητας ή μη της κρίσης. Ως συνέπεια θεωρούμε την επίδικη απόφαση ως εφέσιμη και θα προχωρήσουμε να ορίσουμε την έφεση ώστε να εξεταστεί επί της ουσίας της. ΠΑΜΠΑΛΛΗΣ, Δ. ΛΙΑΤΣΟΣ, Δ. ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Δ. [1] 51. Σε κάθε Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο τηρούνται- (α) χωριστό Κτηματικό Μητρώο για κάθε επαρχία, δήμο και κοινότητα, ή αν ο Διευθυντής διατάξει με τον τρόπο αυτό, για οποιαδήποτε ενορία δήμου ή κοινότητας σε τέτοιο τύπο όπως αυτός ήθελε αποφασίσει, στο οποίο καταχωρίζονται όλες οι εγγραφές και οι μεταβιβάσεις ακίνητης ιδιοκτησίας· cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο