← Κύπρος

ΒΛΑΜΗ ν. ΑΡΧΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΟ, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε86/2014, 24/4/2019

ΒΛΑΜΗ ν. ΑΡΧΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΟ, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε86/2014, 24/4/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:AD:2019:A165 ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (Πολιτική Έφεση Αρ. Ε86/2014) 24 Απριλίου, 2019 [ΠΑΜΠΑΛΛΗΣ, ΛΙΑΤΣΟΣ, ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Δ/στές] xxx ΒΛΑΜΗ, Εφεσείουσα/Ενάγουσα ΚΑΙ ΑΡΧΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΟΥ, Εφεσίβλητων/Εναγομένων Στ. Σάββα για Παπαντωνίου & Παπαντωνίου ΔΕΠΕ, για την Εφεσείουσα. Θ. Δημητρίου για Ιωαννίδης, Δημητρίου ΔΕΠΕ, για τους Εφεσιβλήτους. ΠΑΜΠΑΛΛΗΣ, Δ.: Η απόφαση είναι ομόφωνη, θα απαγγελθεί από το Δικαστή Παμπαλλή. Α Π Ο Φ Α Σ Η ΠΑΜΠΑΛΛΗΣ, Δ.: Η εφεσείουσα, ως πρώην υπάλληλος των εφεσιβλήτων, λάμβανε σύνταξη. Σε κάποιο στάδιο το ποσό της σύνταξης μειώθηκε. Ως αποτέλεσμα τούτου η εφεσείουσα καταχώρισε αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, διεκδικώντας, μεταξύ άλλων, δηλωτική απόφαση ότι η ενέργεια των εφεσιβλήτων ήταν παράνομη και αξίωνε επιστροφή προσδιοριστέου αποκοπέντος από τη σύνταξη ποσού. Η βάση της απαίτησης ήταν, όπως διεφάνη, η επιστολή των εφεσιβλήτων ημερομηνίας 28 Απριλίου 2010 με την οποία, ως προβάλλεται στην Έκθεση Απαίτησης, ενημερώθηκε ότι η σύνταξη που της παρεχόταν «μειώθηκε από 18/11/2009 κατά €314,67». Δημιουργήθηκε, ως εκ τούτου, χρέος «€1.421,26 για την περίοδο 18/11/2009 - 31/3/2010», το οποίο θα αποκοπτόταν σε εννέα δόσεις. Η επιστολή αυτή ήταν, όπως προβλήθηκε, πληροφοριακού χαρακτήρα και η αγωγή εδραζόταν στο αγώγιμο δικαίωμα της παράβασης σύμβασης και του αθέμιτου, από πλευράς εφεσιβλήτων, πλουτισμού. Καταχωρήθηκε αίτηση για «διαγραφή των Εναγομένων, .. καθότι δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα» και «παραμερισμός» της αγωγής. Αυτή τούτη η αγωγή, υποστηρίχθηκε, από τους εφεσιβλήτους, πρωτοδίκως, έχει ως έναυσμα την απόφαση των εφεσιβλήτων για αποκοπή της καταβαλλόμενης σύνταξης, που από τη φύση της αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη, η νομιμότητα της οποίας κρίνεται στο διοικητικό δικαστήριο, εντός της προθεσμίας των 75 ημερών από τη λήψη της. Τέτοια προσφυγή δεν έγινε, συνεπώς, δεν μπορεί να ενεργοποιηθεί η δυνατότητα αγωγής με βάση το Άρθρο 145.6 του Συντάγματος. Η αίτηση έγινε δεκτή και η αγωγή απορρίφθηκε. Ως αποτέλεσμα τούτου, κατεχωρήθη η παρούσα έφεση, η οποία, τελικώς, προωθήθηκε με μόνο δύο λόγους έφεσης. Οι λόγοι έφεσης 1 και 2 είναι επάλληλοι και θα εξεταστούν μαζί. Το κρίσιμο ερώτημα ήταν τόσο πρωτοδίκως, όσο και κατ' έφεση, το ίδιο. Η ενέργεια των εφεσιβλήτων, ν' αποκόψουν μέρος της σύνταξης της εφεσείουσας, ήταν εκτελεστή διοικητική πράξη ή μια αυθαίρετη ενέργεια που τους καθιστούσε υπόλογους για παράβαση συμφωνίας και αθέμιτο πλουτισμό; Ο ευπαίδευτος συνήγορος της εφεσείουσας υποστήριξε ότι η γνωστοποίηση για τις αποκοπές που έγινε στις 28 Απριλίου 2010, ήταν πληροφοριακού χαρακτήρα και λανθασμένα κρίθηκε πρωτοδίκως ως εκτελεστή διοικητική πράξη. Και εν πάση περιπτώσει, συνέχισε, δεν υπήρχαν στο δικόγραφο των εφεσιβλήτων στοιχεία που να την προσδιορίζουν, ούτε ημερομηνία λήψης της, ούτε πότε και πώς ενημερώθηκε η εφεσείουσα. Εκ διαμέτρου αντίθετη η προσέγγιση του ευπαίδευτου συνήγορου των εφεσιβλήτων, που υποστήριξε ότι η ορθότητα της ενέργειας της ΑΗΚ, ν' αποκόψει τη σύνταξη της εφεσείουσας, δεν θα μπορούσε να ελεγχθεί παρά μόνο στο πλαίσιο διοικητικής προσφυγής στο κατάλληλο δικαστήριο. Δικαιοδοσία, εισηγήθηκε, να κρίνει τη νομιμότητα της εν λόγω πράξεως δεν έχει το επαρχιακό δικαστήριο. Η κατάληξη του πρωτόδικου δικαστηρίου, όπως παρατίθεται πιο κάτω, είναι απολύτως ορθή: ?Στην προκειμένη περίπτωση σημειώνω ότι είναι σαφές από την Έκθεση Απαίτησης ότι το παράπονο της ενάγουσας/καθ'ης η αίτηση κατά των εναγομένων/αιτητών εστιάζεται στην ενέργεια των τελευταίων να επιβάλουν αποκοπή ποσού από τη σύνταξη της (τόσο αναδρομικά όσο και μελλοντικά), ενώ από την Έκθεση Απαίτησης είναι επίσης σαφές ότι η ενάγουσα/καθ'ης η αίτηση προβάλλει το εν λόγω παράπονο αφού ως ισχυρίζεται η ίδια ήταν υπάλληλος των εναγομένων/αιτητών (βλ. παράγραφο 3 της Έκθεσης Απαίτησης). Τούτων δεδομένων, το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσον με βάση τους πιο πάνω ισχυρισμούς το Δικαστήριο μπορεί να καταλήξει ότι οι ενέργειες που καταλογίζονται στην ΑΗΚ στα πλαίσια αυτά, ακόμα και εάν ευσταθούν συνιστούν εν πάση περιπτώσει ενέργειες διοικητικού οργάνου στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου. Θεωρώ ότι απάντηση στο πιο πάνω ερώτημα θα πρέπει να είναι καταφατική. Και τούτο διότι όπως έχει νομολογηθεί στη Γεωργιάδης (ανωτέρω) η οποία αφορούσε πράξη των εναγομένων/αιτητών: «Η Κυπριακή νομολογία έχει δεχθεί ότι, αποφάσεις που αφορούν συντάξεις και επιδόματα δημοσίων υπαλλήλων, εμπίπτουν στη δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου με βάση το Άρθρο 146.1 του Συντάγματος.? Το πότε μια πράξη είναι εκτελεστή διοικητική πράξη, έχει σχέση με το όργανο το οποίο την εκδίδει. Υπάρχει η διάκριση μεταξύ δημόσιας και ιδιωτικής δομής εταιρειών. Η έννοια της διοίκησης είναι σαφώς ευρύτερη και δεν υπάρχει καμία αμφισβήτηση ότι η Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου αποτελεί ένα οργανισμό ο οποίος ασκεί δημόσια εξουσία. Παράλληλα, ο ορισμός της εκτελεστής διοικητικής πράξης δεν καλύπτει όλες τις ενέργειες και αποφάσεις της διοίκησης. Έχει σημασία ο σκοπός για τον οποίο εκδίδεται μια τέτοια πράξη. Το πρωτόδικο δικαστήριο ασχολήθηκε επί τούτου αναφέροντας τα εξής: ?Επί τούτου σημειώνω ότι έστω και αν η θέση αυτή της ενάγουσας/καθ'ης η αίτηση περί του πληροφοριακού χαρακτήρα της επιστολής ημερομηνίας 28/4/2010, είναι ορθή (που με βάση και την πιο πάνω νομολογία πράγματι έτσι φαίνεται να είναι), στη συνέχεια τα όσα στην επιστολή αναφέρονται, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της ίδιας της ενάγουσας/καθ'ης η αίτηση ως προωθούνται με το Ειδικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, μετουσιώθηκαν σε πράξη και συγκεκριμένα αποκοπές οι οποίες αφορούσαν τόσο τα ποσά που αναδρομικά αποκόπηκαν όσο και το ποσό σε σχέση με το οποίο μειώθηκε η σύνταξη της ενάγουσας/καθ'ης η αίτηση από τον Απρίλιο του 2010 και έπειτα. Οι αποκοπές δε αυτές ως προβάλλονται από την ενάγουσα, σίγουρα επέφεραν έννομα αποτελέσματα και συνέπειες σε αυτήν, αφού από την έναρξη τους τον Απρίλιο του 2010, μεταβλήθηκαν τα δικαιώματα της, εξ ου και η ίδια αισθάνθηκε ότι θα έπρεπε να ενεργήσει για να τα σταματήσει. Με άλλα λόγια αυτή τούτη η πράξη της αποκοπής η οποία άρχισε από τον Απρίλιο του 2010 και διενεργείται σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς της ενάγουσας στην Έκθεση Απαίτησης της έκτοτε κάθε μήνα, ως και η πράξη της αναδρομικής αποκοπής η οποία επίσης εφαρμόστηκε από τον Απρίλιο του 2010 (μέσω των 9 αποκοπών που η ενάγουσα ισχυρίζεται στην Έκθεση Απαίτησης της), ακόμα και εάν πράγματι έχουν διενεργηθεί, αποτελούν την εκδήλωση της βούλησης της διοίκησης με την οποία στην προκειμένη περίπτωση μεταβλήθηκαν τα δικαιώματα της ενάγουσας και δεν μπορούν παρά να θεωρηθούν ότι συνιστούν εκτελεστή ή εκτελεστές διοικητικές πράξεις?. Το έννομο συμφέρον για την υποβολή αιτήσεως ακυρώσεως ενώπιον διοικητικού δικαστηρίου αναλύεται σε έκταση στο σύγγραμμα Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου του Ε. Σπηλιωτόπουλου, σελ. 82 και επόμενα. Ιδιαιτέρως, στη σελ. 94 αναφέρεται: ?Η έννοια του έννομου συμφέροντος, στην περίπτωση της άσκησης αίτησης ακυρώσεως, είναι ευρύτερη από την έννοια του δικαιώματος, το οποίο αναγνωρίζεται από τους κανόνες του διοικητικού δικαίου και παρέχει αξίωση για μια παροχή ή παράλειψη από ένα δημόσιο νομικό πρόσωπο. Το έννομο συμφέρον αφορά κάθε νομική ή πραγματική κατάσταση που αναγνωρίζεται από το δίκαιο, από την οποία ο αιτών, βάσει ενός ειδικού δεσμού αντλεί ωφέλεια, η οποία θίγεται αμέσως ή εμμέσως από την προσβαλλόμενη πράξη ή παράλειψη, δηλαδή μεταβλήθηκε ή δεν ρυθμίστηκε με συνέπεια την πρόκληση υλικής ή ηθικής βλάβης σ' αυτόν.? Το πρωτόδικο δικαστήριο ασχολήθηκε επίσης με την έννοια της εγκυρότητας της διοικητικής πράξης, σημειώνοντας, με αναφορά στις υποθέσεις Takis P. Markides Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα

(1997)1 Α.Α.Δ. 424 και Συμβούλιο Αρχιτεκτόνων και Πολιτικών Μηχανικών ν. Κωνσταντίνου κ.ά.
(1994)3 Α.Α.Δ. 453, για να καταδείξει ότι με βάση το Άρθρο 146 του Συντάγματος και τη νομολογιακή αρχή του Κυπριακού Διοικητικού Δικαίου, ότι η εγκυρότητα διοικητικών πράξεων δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο, άμεσα ή έμμεσα, δικαιοδοσίας οποιουδήποτε άλλου δικαστηρίου που ασκεί πολιτική ή ποινική δικαιοδοσία. Δεν υπάρχει παράλληλη δικαιοδοσία και ο διαχωρισμός των δικαιοδοσιών είναι κάθετος και απόλυτος. Για σκοπούς ενίσχυσης της θέσης του το πρωτόδικο δικαστήριο αναφέρθηκε στην υπόθεση Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου ν. Φιλιαστίδη
(2003)3 Α.Α.Δ. 342, όπου το δικαστήριο εξετάζοντας θέμα μη καταβολής απολαβών και επιδομάτων, που είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την υπηρεσιακή κατάσταση υπαλλήλου, αποφάσισε (το Εφετείο), ότι «η θέση της εφεσείουσας ότι οι ζητούμενες με την προσφυγή θεραπείες εκφεύγουν του αναθεωρητικού ελέγχου του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι εσφαλμένη». Στη βάση των πιο πάνω, θεωρούμε ότι η κατάληξη του πρωτόδικου δικαστηρίου, ότι στερείται δικαιοδοσίας να εξετάσει την αγωγή της εφεσείουσας, όπως είναι διατυπωμένη στο κλητήριο ένταλμα, καθότι το παράπονο εκφεύγει του ελέγχου του επαρχιακού δικαστηρίου, είναι ορθή. Ως εκ τούτου, η έφεση απορρίπτεται, με €3.000 έξοδα υπέρ των εφεσιβλήτων και εναντίον της εφεσείουσας. Κ. ΠΑΜΠΑΛΛΗΣ, Δ. Α. ΛΙΑΤΣΟΣ, Δ. Τ. ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Δ. /ΔΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.