ΚΑΠΝΟΥΛΛΑΣ ν. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΩΣ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΟΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Πολιτική Έφεση Αρ. 395/2012, 31/5/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:AD:2019:A210 ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (Πολιτική Έφεση Αρ. 395/2012) 31 Μαΐου, 2019 [ΝΑΘΑΝΑΗΛ, ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, ΠΟΥΓΙΟΥΡΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ] χχχχ ΚΑΠΝΟΥΛΛΑΣ, Εφεσείων/Αιτητής, ΚΑΙ ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΩΣ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΟΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Εφεσίβλητος/Καθ΄ου η Αίτηση. _ _ _ _ _ _ Μ. Κυριακίδης, για τον Εφεσείοντα. Ε. Φλουρέντζου (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τον Εφεσίβλητο. _ _ _ _ _ _ ΝΑΘΑΝΑΗΛ, Δ.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από την Σταματίου, Δ. _ _ _ _ _ _ Α Π Ο Φ Α Σ Η ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Δ.: Ο εφεσείων - αιτητής αξίωσε πρωτοδίκως από τη Δημοκρατία το ποσό των ΛΚ137.160,67 πλέον τόκους, ως αποζημιώσεις για την επίταξη του τεμαχίου 265, Φ/Σχχ/χχχχ, Τμήμα χχ και των τεμαχίων 266 και 267 Φ/Σχχ/χχχχ Τμήμα χχ, στην ενορία Αγίου Ανδρέα στη Λευκωσία. Η επίταξη έγινε δυνάμει διατάγματος που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας υπ. Αρ. 1055, στις 2.11.
- Βασικός ισχυρισμός του εφεσείοντα ήταν ότι, κατά τη δημοσίευση του διατάγματος επίταξης, ήταν ενοικιαστής των εν λόγω τεμαχίων, εφόσον οι ιδιοκτήτες των τεμαχίων του τα παραχώρησαν για να τα εκμεταλλευτεί ως χώρο στάθμευσης. Κατά τον χρόνο της επίταξης τα εν λόγω τεμάχια είχαν ενοικιαστεί στην ΑΤΗΚ, δυνάμει γραπτής συμφωνίας ημερ. 1.7.2006, για περίοδο έξι ετών, με δικαίωμα ανανέωσης για ακόμα δύο χρόνια. Λόγω της επίταξης η ΑΤΗΚ τερμάτισε την ενοικίαση και ζήτησε από τον εφεσείοντα όπως της επιστρέψει μέρος των προπληρωθέντων ενοικίων, κάτι το οποίο έπραξε. Απώλεσε, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, λόγω του τερματισμού του συμβολαίου, το συνολικό ποσό των ΛΚ137.160,67, ήτοι, το ποσό που θα ελάμβανε από τα ενοίκια για τη συνολική περίοδο των έξι ετών μείον τα εισπραχθέντα ενοίκια πλέον τα ενοίκια που επέστρεψε στην ΑΤΗΚ λόγω της επίταξης. Ο εφεσείων απέστειλε επιστολή στην επιτάσσουσα αρχή αξιώνοντας καταβολή του εν λόγω ποσού, όμως, η αρχή ουδέποτε προέβη σε διαπραγματεύσεις με τον εφεσείοντα με στόχο το συμβιβαστικό καθορισμό της αποζημίωσης, παρά μόνο απέστειλε επιστολή με την οποία τον πληροφόρησε ότι θα διαβίβαζε το αίτημα του στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, ως το αρμόδιο κυβερνητικό τμήμα για τον υπολογισμό του ποσού που θα καταβληθεί στους ιδιοκτήτες των τεμαχίων που έχουν επιταχθεί. Ακολούθησε διπλοασφαλισμένη επιστολή του εφεσείοντα, ημερ. 17.1.2007, προς την επιτάσσουσα αρχή, επιβεβαιώνοντας την άρνησή της να προσέλθει σε διαπραγματεύσεις σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία, αναφέροντας ταυτόχρονα ότι θα καταχωρίσει αίτηση για αποζημίωση για κάθε απαιτητό ποσό. Ακολούθησε η καταχώριση της επίδικης αίτησης. Με την υπεράσπισή της η επιτάσσουσα αρχή αρνήθηκε τους ισχυρισμούς του εφεσείοντα. Στις 13.5.2009 καταχωρήθηκε εκ μέρους του εφεσείοντα ειδοποίηση παραδοχής γεγονότων, δυνάμει των Κανονισμών 1-4 των περί Γενικού Δικαστηρίου Αποζημιώσεων, για σκοπούς Αμύνης Κανονισμών, χωρίς να υπάρξει αμφισβήτηση εκ μέρους του εφεσίβλητου οποιουδήποτε γεγονότος εντός της περιόδου των έξι ημερών που προνοείται από τον Κανονισμό. Τα γεγονότα που περιλαμβάνονται στην εν λόγω ειδοποίηση ουσιαστικά περιέχουν το σύνολο των γεγονότων της αίτησης και είναι τα ακόλουθα: «
- Με διάταγμα επίταξης που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 2.11.06 με αρ. 1055 επιτάχθηκε η ιδιωτική ακίνητη ιδιοκτησία στην ενορία Αγίου Ανδρέα του Δήμου Λευκωσίας της Επαρχίας Λευκωσίας με αριθμούς τεμαχίων 265 (όλο) του Φ/Σ χχ/χχχχ, Τμήμα χχ και τεμάχια με αριθμούς 266 (όλο) και 267 (όλο) του Φ/Σ χχ/χχχχ, Τμήμα χχ. Επί των τεμαχίων με αρ. 265, 266 και 267 υπάρχει περίφραξη και εγκαταστάσεις φωτισμού και ελέγχου εισόδου - εξόδου καθώς και επίστρωση τους με κατάλληλο υλικό ώστε να χρησιμοποιούνται σαν χώρος στάθμευσης.
- Ο Αιτητής κατά τη δημοσίευση του διατάγματος επίταξης ήταν ενοικιαστής των επιταχθέντων.
- Η εταιρεία Ακίνητα Αντωνίου Πελίδη Λτδ οδός Μάρκου Δράκου 11, 1102 Λευκωσία, είναι η ιδιοκτήτρια των Τεμ. αρ. 265 και
- Η Π.Ι. και Π.Μ και οι δύο από τη Λευκωσία, οδός Μάρκου Δράκου αρ. 9, είναι συνιδιοκτήτριες του Τεμ.
- Η εταιρεία Ακίνητα Αντωνίου Πελίδη Λτδ, παραχώρησε στον Αιτητή το Τεμ. 265 και Τεμ. 266 δια του διευθυντή της Α.Π. για να τα εκμεταλλεύεται σαν χώρο στάθμευσης.
- Οι συνιδιοκτήτριες Π.Ι. και Π.Μ. επίσης παραχώρησαν το Τεμ. 267 για να το εκμεταλλεύεται σαν χώρο στάθμευσης.
- Η εταιρεία Ακίνητα Αντωνίου Πελίδη Λτδ, παραχώρησε το Τεμ. 265 και Τεμ. 266 στον Αιτητή από 1.7.
- Οι συνιδιοκτήτριες του Τεμ. 267 παραχώρησαν το ακίνητο στον Αιτητή από 1.1.
- Η ενοικίαση ή/και κατοχή των ως άνω Τεμ. από τον Αιτητή είχε συμφωνηθεί να τερματιστεί την 30ην Ιουλίου 2012 και από της λήξης της πρώτης ενοικίασης να ανανεωθεί για μια ακόμη διετία εκτός εάν είτε το ένα μέρος είτε το άλλο δώσει ειδοποίηση πρόθεσης τερματισμού. Τρόπος τερματισμού δεν είχε συμφωνηθεί.
- Ο εναπομείνας χρόνος ισχύος της πρώτης ενοικίασης ήταν από της δημοσίευσης του διατάγματος επίταξης την 2α Νοεμβρίου 2006 μέχρι την 30ην Ιουλίου 2012 με δυνατότητα ανανεώσης για ακόμη μια διετία.
- Ο Αιτητής κατέβαλλε Λ.Κ.100 το μήνα ενοίκιο στην ιδιοκτήτρια εταιρεία των Τεμ. 265 και 266 και ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλλει τους φόρους για τα ακίνητα και την καθαριότητα τους.
- Ο Αιτητής κατέβαλλε στις συνιδιοκτήτριες του Τεμ. 267 Λ.Κ.150 μηνιαίο ενοίκιο.
- Ο Αιτητής ανέλαβε την υποχρέωση όπως για τα Τεμ. 265 και 266 πληρώνει τους φόρους και έξοδα συντήρησης τους.
- Οι συνιδιοκτήτριες είχαν την υποχρέωση να πληρώνουν τους φόρους για το Τεμ.
- Η ετήσια αξία των Τεμ. 265, 266 και 267 εν τη έννοια του αρ. 5
(9)(α) του καταργηθέντος Περί Αποζημιώσεως δια Σκοπούς Αμύνης Νόμου Κεφ. 173, είναι η αναφερόμενη στην Παρ. 22 κατωτέρω.
- Δεν υφίστανται υποθήκες, επιβαρύνσεις ή άλλα βάρη στα ωσάνω επιταχθέντα τεμάχια.
- Οι δαπάνες εν σχέση με τα Τεμ. είναι: για τα Τεμ. 265 και 266 Λ.Κ.100 τον μήνα ενοίκιο στον ιδιοκτήτη, Λ.Κ. 30 το χρόνο για καθαρισμό στο Δήμο Λευκωσίας, Λ.Κ. 15 για αποκομιδή σκυβάλων, Λ.Κ. 21.75 δημοτικό τέλος ακίνητης ιδιοκτησίας. Για το Τεμ. 267 Λ.Κ. 150 τον μήνα ενοίκιο της ιδιοκτήτριες.
- Η Επιτάξασα Αρχή ανέλαβε την κατοχή του Τεμ. 267 την 7/11/06 και των Τεμ. 265 και 266 την 18/11/
- Κατά την ημερομηνία δημοσίευσης του διατάγματος επίταξης, ο Αιτητής εκμεταλλεύετο τα επιταχθέντα Τεμάχια δια της νόμιμης ενοικίασης ή/και απόκτησης της κατοχής της και μετενοικίασης της εις την Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου.
- Η ενοικίαση έγινε με γραπτή σύμβαση ενοικίασης ημ. 1.7.2006 η οποία έγινε στη Λευκωσία μεταξύ του Αιτητή και της Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου.
- Η διάρκεια της εν λόγω ενοικίασης συμφωνήθηκε για περίοδο 6 ετών από 1.7.2006 μέχρι 30.6.2012 με αυτόματη ανανέωση για μια ακόμη διετία εκτός αν δοθεί ειδοποίηση, υπό της ιδίους όρους με εξαίρεση το ενοίκιο το οποίο συμφωνήθηκε ότι θα αυξάνεται 10% ανά διετία.
- Το ενοίκιο για την ενοικίαση των Τεμαχίων συμφωνήθηκε σε Λ.Κ. 1.805,00 το μήνα πληρωμένο προκαταβολικά στον Αιτητή κάθε τρίμηνο αρχίζοντας από 1.7.2006, αυξανόμενο κατά 10% ανά διετία.
- Η αξία του συμβολαίου κατά την κατάρτιση του εκτιμήθηκε της Λ.Κ. 145,388.00 και χαρτοσημάνθηκε με Λ.Κ.
- Δυνάμει των όρων του ενοικιαστηρίου εγγράφου η Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου προπλήρωσε στον Αιτητή τριών μηνών ενοίκια δηλαδή Λ.Κ. 5415 για την περίοδο από 1.7.2006 μέχρι 30.9.2006 και την 1.10.2006 τριών μηνών ενοίκια για την περίοδο από 1.10.2006 μέχρι 31.12.
- Με επιστολή της ημ. 18.12.2006 της τον Αιτητή η Αρχή Τηλεπικοινωνιών, λόγω της επίταξης τερμάτισε την ενοικίαση και ζήτησε από τον Αιτητή της της επιστρέψει μέρος του προπληρωθέντος ενοικίου δηλαδή ποσό Λ.Κ. 3,228.43 συμπεριλαμβανομένων Λ.Κ. 421.10 Φ.Π.Α. για την περίοδο από 7.11.2006 ημερομηνία ανάληψης της κατοχής του Τεμ. 267 και από ημ. 18.11.2006 ημερομηνία ανάληψης της κατοχής των Τεμ. 265 και 266 μέχρι του τέλους της προπληρωθείσας τριμηνίας 1.10.2006 μέχρι 31.12.
- Ο Αιτητής επέστρεψε στην Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου της 30.11.06 το ποσό των Λ.Κ. 3,228.43 και απώλεσε, λόγω του τερματισμού του συμβολαίου, το σύνολο της αξίας του που ήταν Λ.Κ. 145,383.00 μείον το εισπραχθέν ποσό της τριμηνίας 1.7.2006 μέχρι 30.9.2006 μείον το επιστραφέν ενοίκιο των Λ.Κ. 2,807.33 για την περίοδο 1.10.2006 μέχρι 31.12.2006, δηλαδή απώλεσε Λ.Κ. 145,383.00 - (Λ.Κ. 5,415.00 + Λ.Κ. 2,807,.33) = Λ.Κ. 137,160.
- Με διπλοασφαλισμένη επιστολή του δικηγόρου του Αιτητή ημ. 22.12.2006 ο Αιτητής ζήτησε από την Επιτάσσουσα Αρχή να του καταβάλει το ποσό το οποίο επέστρεψε στην Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου καθώς και το υπόλοιπο της αξίας του συμβολαίου με αυτήν.
- Η Επιτάσσουσα Αρχή, ουδέποτε ήλθε εις διαπραγματεύσεις με τον Αιτητή για συμβιβαστικό καθορισμό της αποζημίωσης ως όφειλε σύμφωνα με το αρ. 10 του Περί Επιτάξεως Ιδιοκτησίας Νόμου του 1962 ν. 21/62 αλλά απάντησε στον Αιτητή με επιστολή της ημ. 12.1.2007 πληροφορώντας τον ότι διαβίβασε το αίτημα του στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ως το αρμόδιο Κυβερνητικό Τμήμα για τον υπολογισμό του ποσού που θα καταβληθεί της ιδιοκτήτες των τεμαχίων που έχουν επιταχθεί.
- Με διπλοασφαλισμένη επιστολή του ημ. 17.1.2007 στην Επιτάσσουσα Αρχή ο Αιτητής επιβεβαίωσε την άρνηση της να έλθει σε διαπραγματεύσεις μαζί του σύμφωνα με το αρ. 10 του Περί Επιτάξεως Ιδιοκτησίας Νόμου του 1962 ν. 21/62 και την πληροφόρησε ότι δεν προβλέπει συμβιβαστική συμφωνία εντός της προθεσμίας των τριών μηνών που προβλέπεται στο αρ. 11 του ιδίου νόμου, αναφέροντας ταυτόχρονα ότι θα καταχωρήσει αίτηση για αποζημίωση για κάθε απαιτητό ποσό.
- Ο Αιτητής, με ενοικιαστήριο συμβόλαιο με την Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου της είχε ενοικιάσει τα ταμ. 266 και 267, από 15.7.2002 μέχρι 15.7.2003, και ότι η ενοικίαση παρατάθηκε μέχρι 15.7.
- Η ενοικίαση ανανενώθηκε περαιτέρω από 15.7.2004 μέχρι 14.7.
- Η εν λόγω ενοικίαση ανανεώθηκε μέχρι 30.6.2006».» Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού παρέθεσε τη μαρτυρία που προσήχθη στην υπόθεση, παρατήρησε ότι τα παραδεκτά γεγονότα που αφορούν τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ο εφεσείων εκμεταλλευόταν τα επίδικα τεμάχια, διατυπώθηκαν με τρόπο διαζευκτικό, ο οποίος επιδέχεται πέραν της μιας ερμηνείας. Προς διευκρίνιση ανέφερε τα εξής: « Στην παράγραφο 9 των παραδεκτών γεγονότων γίνεται αναφορά «. σ΄ ενοικίαση ή/και κατοχή, από τον αιτητή των επιδίκων τεμαχίων» και στην παράγραφο 19 ότι «. ο Αιτητής εκμεταλλεύετο τα επιταχθέντα Τεμάχια δια της νόμιμης ενοικίασης ή και απόκτησης της κατοχής της και μετενοικίασης της εις την Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου». Επισημαίνω ότι ο όρος «κατοχή» είναι ευρύς και δεν είναι συνώνυμος της ενοικίασης. Κάποιο πρόσωπο δύναται να κατέχει κάποιο ακίνητο ως ενοικιαστής, ή ως κάτοχος απλής άδειας ή κάτοχος άδειας χρήσεως ως ήταν και η θέση της Δημοκρατίας ή κάτω από άλλες συνθήκες. Τα δικαιώματα του, σε σχέση με το ακίνητο, σε κάθε περίπτωση, διαφέρουν ανάλογα με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες το κατέχει. Πέραν τούτου όμως παρατηρώ ότι σε κάποιες άλλες παραγράφους των παραδεκτών γεγονότων γίνεται αναφορά μόνο σ΄ ενοικίαση ήτοι οι παραγράφοι 2, 10, 20 και 21 ενώ στις παραγράφους 11, 12 και 22 γίνεται αναφορά σε «ενοίκιο». Στις παραγράφους 5, 6, 7 και 8, δεν αναφέρεται καθόλου ο όρος «ενοικίαση» αλλά γίνεται αναφορά σε «παραχώρηση» των επιδίκων τεμαχίων από τους ιδιοκτήτες στον αιτητή. Επισημαίνω επίσης ότι σύμφωνα με την παράγραφο 21 των παραδεκτών γεγονότων «. Η διάρκεια της εν λόγω ενοικίασης συμφωνήθηκε για περίοδο 6 ετών από 1.7.2006 μέχρι 30.6.2012 με αυτόματη ανανέωση για μια ακόμη διετία, εκτός αν δοθεί ειδοποίηση..», ενώ σύμφωνα με τις παραγράφους 30, 31 και 32 των παραδεκτών γεγονότων η συμφωνία που είχε ο αιτητής με την ΑΤΗΚ σε σχέση με τα τεμάχια 266 και 267 ανανεώθηκε μέχρι «30.6.2006), ήτοι έξι έτη νωρίτερα από ό,τι αναφέρεται ανωτέρω. Σύμφωνα με τη δεύτερη εκδοχή κατά το χρόνο της δημοσίευσης της επίδικης επίταξης η συμφωνία ενοικίασης δεν υφίστατο.» Στη συνέχεια, με παραπομπή στο Annual Practice του 1958, σελ. 737, το Δικαστήριο παρατήρησε ότι αποτελεί γενική αρχή ότι τα παραδεκτά γεγονότα πρέπει να διατυπώνονται με σαφή τρόπο. Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα: «. Admissions must be clear. The Court will not allow final judgment to be signed upon admission in a pleading or affidavit, unless the admissions are clear and unequivocal (Landergan v. Feast, 34 W.R. 691; Hughes v. London e.t.c. Assurances Co S.Τ.L.R. 81; cf Ellis v. Allen [1914] 1 Ch 904).». Προχώρησε στη συνέχεια να αναλύσει τη νομολογία σχετικά με το πότε η κατοχή υποδηλοί την ύπαρξη ενοικίασης και στη συνέχεια προέβη στην αξιολόγηση της μαρτυρίας και κατέληξε ότι δεν είχε ικανοποιηθεί ότι η πρόθεση των εμπλεκομένων μερών ήταν να συνάψουν συμφωνία ενοικίασης σε σχέση με τα επίδικα τεμάχια και κατ΄ επέκταση απέρριψε τη θέση του εφεσείοντα ότι τα είχε ενοικιάσει από τους νόμιμους ιδιοκτήτες. Κατέληξε, επίσης, ότι από την προσκομισθείσα μαρτυρία δεν είχε ικανοποιηθεί ότι ο εφεσείων είχε δικαίωμα υπενοικίασης των τριών οικοπέδων σε τρίτο πρόσωπο όπως έπραξε με το συμβόλαιο που συνήψε με την ΑΤΗΚ. Συνακόλουθα, έκρινε ότι η υπενοικίαση στην ΑΤΗΚ ήταν παράνομη και ο εφεσείων δεν δικαιούτο οποιαδήποτε αποζημίωση λόγω της επίταξης και απέρριψε την αίτηση. Ο εφεσείων με δέκα λόγους έφεσης αμφισβητεί την πρωτόδικη απόφαση. Με τους τρεις πρώτους λόγους έφεσης προβάλλεται ως εσφαλμένη η απόρριψη παραδεκτών γεγονότων λόγω ασάφειας και παρανόησης συγκεκριμένων παραδεκτών γεγονότων, με αποτέλεσμα να καταλήγει σε λανθασμένα ευρήματα και εφαρμογή αρχών δικαίου. Με τον τέταρτο λόγο έφεσης ο εφεσείων ισχυρίζεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη μαρτυρία εκτός δικογράφων στην οποία στήριξε την απόφαση του ενώ με τον πέμπτο λόγο προβάλλει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο παραγνώρισε εντελώς ότι τα ενώπιον του τεκμήρια, σύμφωνα με ειδοποίηση αποδοχής εγγράφου, είχαν γίνει αποδεκτά για την αλήθεια του περιεχομένου τους. Με τον έκτο λόγο έφεσης ισχυρίζεται λανθασμένα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου στη βάση ουσιαστικά των πιο πάνω παραλείψεων. Θεωρεί με τον έβδομο λόγο έφεσης εσφαλμένο το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ο ΜΥ1 ήταν αξιόπιστος, ενώ με τους λόγους έφεσης 8 και 9 αμφισβητούνται ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου τα οποία αντιστρατεύονται αποδεκτή μαρτυρία, παραδεκτά γεγονότα και έγγραφα. Σε περίπτωση ανατροπής της πρωτόδικης απόφασης ο εφεσείων προσβάλλει την ορθότητα του ποσού της αποζημίωσης στο οποίο κατέληξε το πρωτόδικο Δικαστήριο. Κύριος άξονας της επιχειρηματολογίας του εφεσείοντα ήταν η λανθασμένη απόρριψη των γεγονότων που περιλαμβάνονταν στην ειδοποίηση παραδοχής γεγονότων που δόθηκε δυνάμει του Καν. 11 των περί Γενικού Δικαστηρίου Αποζημιώσεων δια Σκοπούς Αμύνης Κανονισμών. Η αίτηση στηριζόταν επί των άρθρων 8
(1)(β), 8
(3), 10, 11, 13, 17
(1)και 20 του περί Επιτάξεως Ιδιοκτησίας Νόμου του 1962, Ν.21/62, και επί των σχετικών Κανονισμών. Θεωρούμε σκόπιμο σε αυτό το σημείο όπως παραθέσουμε τις πρόνοιες του περί Επιτάξεως Ιδιοκτησίας Νόμου του 1962 (Ν.21/1962) που ενδιαφέρουν για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης. Το άρθρο 11 προβλέπει τα εξής: «11. Εάν εντός τριών μηνών αφ' ης η αποζημίωσις δι' επίταξιν κατέστη απαιτητή, δεν επέλθη συμφωνία ως προβλέπεται εν τω άρθρω 10, ή καίτοι η προμνησθείσα περίοδος των τριών μηνών δεν παρήλθεν, δεν προβλέπεται ότι θα επέλθη συμφωνία υπό τας περιστάσεις, η επιτάσσουσα αρχή, ή πας ενδιαφερόμενος δύναται να ζητήση, παρά του δικαστηρίου όπως προβή εις τον καθορισμόν της τοιαύτης αποζημιώσεως ή οσάκις τούτο ενδείκνυται, εις τον καταμερισμόν ταύτης μεταξύ των εις ταύτην ενδιαφερομένων.» Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Φοντάνα Αμορόζα Κοουστ Λτδ ν. Δημοκρατίας
(1998)1 ΑΑΔ 2246 στην περίπτωση όπου δεν προχωρεί ο απαιτητής με τα διαβήματα για τον καθορισμό της αποζημίωσης, οφείλει να το πράξει η ίδια η Επιτάσσουσα Αρχή, γιατί είναι ζήτημα δημόσιας τάξης, που δεν αφορά μόνο την Επιτάσσουσα Αρχή και τον απαιτητή. Η αρχή αυτή είναι σύμφωνη και με το Άρθρο 23.3 του Συντάγματος που αναφέρεται στους περιορισμούς που μπορεί να υποβληθεί η άσκηση του δικαιώματος ιδιοκτησίας. Ο Νόμος στο ερμηνευτικό άρθρο 2 καθορίζει την ερμηνεία του «ενδιαφερόμενου», ως ακολούθως: « "ενδιαφερόμενος" περιλαμβάνει πάντα όστις προβάλλει οιανδήποτε αξίωσιν επί της αποζημιώσεως της οφειλομένης λόγω της δυνάμει του παρόντος Νόμου γενομένης επιτάξεως, ως και πάντα όστις δυνάμει των διατάξεων των διαλαμβανομένων εν άρθροις 8, 9 και 12 του παρόντος Νόμου δικαιούται εις τοιαύτην αποζημίωσιν·» Τα πρώτα δύο άρθρα 8 και 9 αφορούν τον υπολογισμό της αποζημίωσης για σκοπούς επίταξης ως εάν τα κινητά ή το ακίνητο μισθωνόταν για την περίοδο της επίταξης. Τα άρθρα 8
(1)(β) και 8
(3), επί των οποίων εδράζεται η αίτηση, προνοούν ως ακολούθως: «8.-
(1)Η καταβλητέα αποζημίωσις αναφορικώς προς επίταξιν ακινήτου ιδιοκτησίας δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου σύγκειται εκ των ακολούθων ποσών, ήτοι- (α) .................................... (β) οσάκις κατά την ημερομηνίαν καθ' ην εδημοσιεύθη το διάταγμα επιτάξεως, η τοιαύτη ιδιοκτησία εχρησιμοποιήτο και εάν η επίταξις δεν ελάμβανε χώραν θα εξηκολούθει να χρησιμοποιήται διά την ενάσκησιν επιχειρήσεως, εμπορίου, ελευθερίου ή άλλου τινος επαγγέλματος, εκ ποσού ίσου προς την ζημίαν ην τυχόν ούτος ευθέως υπέστη ως εκ της επιτάξεως και ......................................
(3)Αποζημίωσις οφειλομένη δυνάμει της παραγράφου (β) του εδαφίου
(1), καθίσταται απαιτητή κατά τον χρόνον καθ' ον επηνέχθη η ζημία αναφορικώς προς ην οφείλεται η τοιαύτη αποζημίωσης, και καταβάλλεται εις το υποστάν την τοιαύτην ζημίαν πρόσωπον.» Το άρθρο 12 αφορά σε καταμερισμό αποζημίωσης, όπου ρητώς προνοεί στο εδάφιο
(1)τον τρόπο καταμερισμού αποζημίωσης που αφορά τον ιδιοκτήτη. Πρώτον, εάν η ιδιοκτησία υπόκειται σε ενέχυρο ή προηγούμενη κατά τον τρόπο που ορίζεται, επιβάρυνση, ενυπόθηκη, δικαστική, ή άλλη, τότε καταβάλλεται το καταβλητέο ποσό ή μέρος αυτού για την ολική ή μερική απόσβεση του χρέους, σύμφωνα με την υφιστάμενη προτεραιότητα του ενεχύρου, υποθήκης, κλπ. Δεύτερο, εάν η ιδιοκτησία υπόκειται σε ενοικιαγορά, τότε καταβάλλεται προς το μισθωτή μέρος της καταβλητέας αποζημίωσης προς ικανοποίηση απαιτήσεως που ο ενοικιαγοραστής ήθελε προβάλει. Επομένως, και στις δύο περιπτώσεις η αποζημίωση δίδεται στον ιδιοκτήτη ή πρόσωπο που έχει ιδιοκτησιακό συμφέρον επί της νόμιμης απόκτησης της ιδιοκτησίας αυτής. Τα δε εδάφια
(2)και
(3), τα οποία ενδιαφέρουν στην παρούσα περίπτωση, έχουν ως ακολούθως: «
(2)Ανεξαρτήτως παντός εν τω παρόντι Νόμω διαλαμβανομένου, αποζημίωσις καταβάλλεται ωσαύτως εις παν πρόσωπον όπερ ήθελεν αποδείξει, διά διατάγματος αρμοδίου δικαστηρίου, δικαίωμα ή συμφέρον επί της ιδιοκτησίας αναφορικώς προς ην καταβάλλεται αποζημίωσις.
(3)Εις περίπτωσιν διαφωνίας ως προς το πρόσωπον όπερ δικαιούται εις την αποζημίωσιν ή μέρος αυτής, αναφορικώς προς ιδιοκτησίαν επιταχθείσαν δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, ή ως προς το ποσόν εις ο το τοιούτον πρόσωπον δικαιούται, το δικαστήριον αποφαίνεται επί της τοιαύτης διαφωνίας τη αιτήσει της επιτασσούσης αρχής, ή παντός ενδιαφερομένου εις την ιδιοκτησίαν προσώπου.» Στην υπόθεση Παντελίδης ν. Γιάννος & Λούης Κατασκευαί Λτδ
(2001)1 (Β) ΑΑΔ, στην οποία, επίσης, αντικείμενο εξέτασης ήταν διαδικασία προς καθορισμό της καταβλητέας αποζημίωσης συνεπεία επίταξης, τονίστηκε ότι η απαίτηση θα πρέπει να προέρχεται από τους συνιδιοκτήτες ή από πρόσωπο με την ιδιότητα του ενδιαφερόμενου μέρους. Η απόδειξη δικαιώματος ή συμφέροντος, σύμφωνα με το άρθρο 12
(2), πρέπει να έχει ευθέως αναφορά στην ιδιοκτησία, σε περίπτωση δε διαφωνίας κατά το εδάφιο
(3), το Δικαστήριο αποφαίνεται σχετικώς ποιο είναι το δικαιούχο πρόσωπο και αυτό γίνεται με αίτηση είτε από την επιτάσσουσα αρχή, είτε από το «ενδιαφερόμενο εις την ιδιοκτησία πρόσωπο». Στα πλαίσια της πρωτόδικης διαδικασίας δηλώθηκε ότι δόθηκε από την επιτάσσουσα αρχή αποζημίωση στους ιδιοκτήτες των επίδικων τεμαχίων. Προφανώς, δεν ζητήθηκε από τον εφεσείοντα να καθοριστεί δικαίωμα ή συμφέρον επί των επιταχθέντων ακινήτων κατά την επιταγή του άρθρου 12
(2)του Νόμου, διαδικασία που έδει να προηγείτο απαραιτήτως πριν δοθεί η αποζημίωση και προφανώς ούτε και η επιτάσσουσα αρχή αναζήτησε άλλο πρόσωπο προς το οποίο να καταμεριστεί η αποζημίωση, αν τέτοιο άλλο πρόσωπο το δικαιούτο. Όπως ήδη λέχθηκε στην αρχή του σκεπτικού, επιστολή του εφεσείοντα προς την επιτάσσουσα αρχή για καταβολή προς αυτόν αποζημίωσης διαβιβάστηκε στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, ως το αρμόδιο για να αποφασίσει τον υπολογισμό του ποσού που θα καταβαλλόταν στους ιδιοκτήτες. Προφανώς, η Δημοκρατία δεν θεώρησε τον εφεσείοντα ως ενδιαφερόμενο πρόσωπο, εν τη εννοία του Νόμου προσώπου που έχει νομίμως αξίωση επί της ιδιοκτησίας αυτής καθ΄ αυτής, ώστε να τύχει αποζημίωσης. Ο εφεσείων ήταν απλός ενοικιαστής. Κανένα δικαίωμα ή αξίωση επί της ιδιοκτησίας δεν είχε, ούτε μπορούσε να αντλήσει εκ της ενοικίασης ή και υπενοικίασης και μόνο. Η αποζημίωση που καταβάλλεται είναι μία και επιμερίζεται στον ή στους ιδιοκτήτες της γης που αποστερούνται την απόλαυση της για το ορισμένο χρονικό διάστημα της επίταξης. Ακριβώς η ύπαρξη ή αξίωση επί της ιδιοκτησίας είναι εκείνη που συνιστά τον πυρήνα του δικαιώματος αποζημίωσης. Είναι γι΄ αυτό το λόγο που το άρθρο 8
(1)(β) ρητά προβλέπει ότι όταν η ιδιοκτησία κατά το χρόνο της επίταξης χρησιμοποιείτο για την ενάσκηση επιχείρησης, εμπορίου, ελευθερίου ή άλλου τινός επαγγέλματος, τότε η αποζημίωση ισούται με τη ζημιά που ο ιδιοκτήτης «ευθέως υπέστη ως εκ της επιτάξεως». Δικαίως εδώ αποζημιώθηκαν οι ιδιοκτήτες. Ο εφεσείων ως απλός ενοικιαστής δεν χρησιμοποιούσε την ιδιοκτησία για την ενάσκηση επιχείρησης κλπ. Ενοικίασε την ιδιοκτησία και η όποια σχέση του με αυτή και τους ιδιοκτήτες ήταν καθαρά συμβατική και όχι ιδιοκτησιακή. Ήταν οι ιδιοκτήτες που απώλεσαν τη χρήση της ιδιοκτησίας τους, της αποζημίωσης υπολογιζόμενης με μέτρο τη μίσθωση. Διαφορετικά θα σήμαινε ότι ο ενοικιαστής αποζημιώνεται διότι είχε υπενοικιάσει την ιδιοκτησία, αποκλεισμένου του ιδίου του ιδιοκτήτη. Τα πιο πάνω αποτελούν την ουσία της υπόθεσης και είναι στο επίκεντρο της έφεσης ακριβώς το ιδιοκτησιακό καθεστώς. Δε συζητήθηκε υπό αυτή την άποψη η υπόθεση, ούτε πρωτοδίκως, ούτε κατ΄ έφεση, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι έπρεπε ή πρέπει να εκτραπεί η υπόθεση από την ορθή της πορεία. Η έφεση απορρίπτεται. Ενόψει των λόγων απόρριψης, θεωρούμε ορθό όπως μη εκδοθεί διαταγή για έξοδα. ΝΑΘΑΝΑΗΛ, Δ. ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Δ. ΠΟΥΓΙΟΥΡΟΥ, Δ. /ΧΤΘ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο