ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ κας. Γ. Μ. ΓΙΑ ΑΔΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ CERTIORARI, Πολιτική Αίτηση αρ.152/19, 26/8/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:AD:2019:D348 ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ Πολιτική Αίτηση αρ.152/19 26 Αυγούστου, 2019 [Τ.ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Δ] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 3 ΚΑΙ 9 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1964 ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ) ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΤΟΥ 2018 ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ κας. Γ. Μ. ΓΙΑ ΑΔΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ CERTIORARI ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΗΜΕΡ. 19.08.2019 ΠΟΥ ΕΚΔΟΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΒΙΑΣ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ (ΠΡΟΛΗΨΗ ΚΑΙ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΘΥΜΑΤΩΝ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 2000 (Ν.119
(1)/2000) ΣΤΑ ΠΛΑΙΣΙΑ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ 295/2019 ----------------- Λ.Βραχίμης, για την αιτήτρια ------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η (Δοθείσα αυθημερόν) ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Δ.: Η αιτήτρια επιδιώκει δια της παρούσης να λάβει άδεια για καταχώρηση αίτησης με κλήση για την έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari με σκοπό την ακύρωση διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερ. 19.8.2019 στα πλαίσια της αίτησης 295/19 για απομάκρυνση του ανηλίκου υιού της XXX XXX σε σχέση με την αιτήτρια καθώς και αναστολή της ισχύος του μέχρι εκδίκασης της παρούσας. Το διάταγμα αυτό σύμφωνα με την επισυνημμένη στην αίτηση δικογραφία είχε εκδοθεί δυνάμει του περί Βίας στην Οικογένεια Νόμου, ως τροποποιήθηκε (Ν.119(Ι)/2000) και βάσει του περί Βίας στην Οικογένεια Κανονισμού του
- Το ακριβές περιεχόμενο του Διατάγματος έχει ως εξής: «Έχω εξετάσει την αίτηση και την υποστηρικτική αυτής ένορκη δήλωση και αφού έχω ακούσει τα όσα οι εμφανιζόμενες στο Δικαστήριο είχαν να υποβάλουν, έχω καταλήξει ότι είναι δικαιολογημένη η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Ως εκ τούτου, εκδίδεται διάταγμα ως η αίτηση. Το προσωρινό διάταγμα που εκδίδεται ως έχει προαναφερθεί, θα ισχύει για περίοδο οκτώ ημερών από την ημέρα επίδοσης του στην ύποπτη ΧΧΧ ΧΧΧ, καθης η αίτηση 1 και τον πατέρα του ανήλικου, ΧΧΧ ΧΧΧ, καθ΄ου η αίτηση 2, και θα είναι επιστρεπτέο εντός της περιόδου αυτής, στις 27.08.19 και ώρα 09.
- Το προσωρινό διάταγμα να επιδοθεί και στον Αστυνομικό Διευθυντή Λευκωσίας Το προσωρινό διάταγμα να συνταχθεί και να δοθεί προς τον σκοπό επίδοσης του χωρίς καθυστέρηση. Το κύριο άρθρο που στήριζε την αίτηση στο Επαρχιακό Δικαστήριο και βεβαίως αποτελεί τη νομική βάση και του παρόντος αιτήματος είναι κυρίως το άρθρο 22 του ως άνω Νόμου, το οποίο έχει ως εξής: «22.-
(1)Το Δικαστήριο δύναται, έπειτα από αίτηση μέλους της οικογένειας ή της αστυνομίας ή του κατηγόρου ή του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ή του Οικογενειακού Συμβούλου ή άλλου προσώπου που ενεργεί για λογαριασμό οποιουδήποτε απ' αυτούς, να εκδώσει προσωρινό διάταγμα αποκλεισμού του υπόπτου ή απομάκρυνσης ανήλικου θύματος, μέχρις ότου καταχωρισθεί και εκδικαστεί ποινική υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου για ποινικό αδίκημα βίας.
(2)Το Δικαστήριο εκδίδει το διάταγμα καθ' οιονδήποτε χρόνο έπειτα από αίτηση που συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του θύματος ή, στην περίπτωση ανήλικου θύματος, οποιουδήποτε προσώπου που είναι σε θέση να έχει άμεση γνώση των γεγονότων ή από οποιαδήποτε άλλα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία δημιουργούν εκ πρώτης όψεως κίνδυνο άσκησης βίας ή επανάληψης βίας, περιλαμβανομένων και καταθέσεων του θύματος ή άλλων προσώπων σε οποιαδήποτε μορφή, πιστοποιητικών, βεβαιώσεων και άλλων αποδεικτικών στοιχείων δυνάμει αυτού ή άλλου νόμου.
(3)(α) Το προσωρινό διάταγμα ισχύει για περίοδο μέχρι οκτώ ημερών από την ημέρα επίδοσής του στον ύποπτο και είναι επιστρεπτέο στο Δικαστήριο εντός της περιόδου αυτής σε ώρα και ημέρα που θα ορίσει ο Πρωτοκολλητής. (β) Κατά την ορισμένη από τον Πρωτοκολλητή ημέρα και ώρα το Δικαστήριο ακούει τον ύποπτο ή και κάθε επηρεαζόμενο ή ενδιαφερόμενο πρόσωπο που θα παρουσιασθεί και αποφασίζει εάν θα τερματίσει την ισχύ του διατάγματος ή εάν θα το παρατείνει μέχρι οκτώ επιπρόσθετες ημέρες. (γ) Το Δικαστήριο δύναται να παρατείνει περαιτέρω την ισχύ διατάγματος μέχρι και οκτώ ημέρες σε κάθε περίπτωση, χωρίς όμως η συνολική ισχύς του διατάγματος να υπερβαίνει τις είκοσι τέσσερις ημέρες πριν από την καταχώριση ποινικής δίωξης εναντίον υπόπτου. (δ) Το Δικαστήριο δύναται μετά την καταχώριση ποινικής δίωξης εναντίον υπόπτου να εκδώσει ή παρατείνει διάταγμα αποκλεισμού ή απομάκρυνσης ανηλίκου θύματος με ισχύ μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης. Η αίτηση ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου καταχωρίστηκε από την κα XXX XXX η οποία αναφέρει τόσο την ιδιότητα της ως Οικογενειακή Σύμβουλος, δυνάμει του άρθρου 6 του ιδίου Νόμου, όσο και παραθέτει γεγονότα που αφορούν την υπόθεση και την ανάγκη, κατά τη θέση της, ως προς την έγκριση του αιτήματος. Βασικά, αναφέρεται σε οπτικογραφημένη κατάθεση του ως άνω ανηλίκου στην οποία ο ίδιος αναφέρθηκε σε συγκεκριμένα περιστατικά βίας, σωματικής και σεξουαλικής, με κατ ισχυρισμόν δράστη τη μητέρα του. Η οικογενειακή σύμβουλος αναφέρει επίσης ότι τα έτη 2016-1017 από σχετική αξιολόγηση εκ μέρους κλινικού ψυχολόγου των αρμοδίων υπηρεσιών δεν διαπιστώθηκε συμπτωματολογία συνδεδεμένη με συγκεκριμένο τραυματικό γεγονός. Ωστόσο στις 4.7.2019 δόθηκε έκθεση από ιδιώτη ψυχολόγο (XXX XXX) στην οποία καταγράφονται «συστηματικές αναφορές του παιδιού για σεξουαλική, σωματική και ψυχολογική βία που δέχεται από τη μητέρα». Καταλήγει δε η οικογενειακή σύμβουλος ως εξής: «Οι δύο εκθέσεις των ειδικών καταλήγουν σε αντιφατικά συμπεράσματα. Σε διϋπηρεσιακή, πολυθεματική συνεδρία που πραγματοποιήθηκε στο σπίτι του παιδιού στις 11.7.2019, συμφωνήθηκε από όλους τους συμμετέχοντες συμπεριλαμβανομένων εκπροσώπων από το "Hope for Children" CRC Policy Center, Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας, Αστυνομία, Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας και Υπηρεσία Εκπαιδευτικής Ψυχολογίας) όπως ο ανήλικος προχωρήσει σε ψυχολογική αξιολόγηση, αφού εξασφαλιστεί πρώτα ένα ουδέτερο μέρος διαμονής του. Η συγκεκριμένη εισήγηση έγινε λαμβάνοντας υπόψιν την ενδεχομένως συγκρουσιακή σχέση των γονέων του. Σημειώνεται ότι μετά από σχετικές οδηγίες του Γενικού Εισαγγελέα, το παιδί θα πρέπει να αξιολογηθεί εκ νέου. Σκοπός είναι η εξασφάλιση του συμφέροντος του παιδιού και η αποφυγή της περαιτέρω θυματοποίησης του κατά την παροχή υπηρεσιών.» Στην παρούσα τόσο στην έκθεση γεγονότων όσο και στη στηρικτική δήλωση της η αιτήτρια εντόνως διαμαρτυρόμενη για τα πιο πάνω, αναφέρει πως ο πατέρας του ανηλίκου ως εκ της διάστασης της σχέσης της με αυτόν κατακρατούσε και κατακρατεί παράνομα το παιδί της κατά παράβαση του Διατάγματος Οικογενειακού Δικαστηρίου ημερ. 6.7.2016. Σύμφωνα δε με τη θέση της, η ως άνω έκθεση της ιδιώτου ψυχολόγου αφορά «αναφορές σε συναντήσεις του παιδιού με την ψυχολόγο μετά που ο ανήλικος βρισκόταν με τον πατέρα του και είχε μεταφερθεί στη ψυχολόγο από τον πατέρα και ... ήταν εμφανώς προϊόν υποβολών προς το παιδί από τον πατέρα». Οι καταγγελίες αυτές σύμφωνα με την αιτήτρια μπορούν κάλλιστα να αντικρουστούν, έντονα δε προβάλλει ότι από τις 4.7.2019 το παιδί διαμένει με τον πατέρα κατά παράβαση του διατάγματος του Οικογενειακού Δικαστηρίου χωρίς να έχει επαφή με τη μητέρα. Μάλιστα η τελευταία έχει προβεί σε σχετικές καταγγελίες στην Αστυνομία και καταχώρησε αίτηση παρακοής εναντίον του. Για το επίδικο διάταγμα η αιτήτρια αναφέρει πως της επιδόθηκε στις 20.8.2019 χωρίς να της επιδοθεί ταυτόχρονα και αντίγραφο της σχετικής αίτησης με την ένορκη δήλωση τα οποία εξασφάλισε στις 21.8.2019 από τον πρωτοκολλητή ενώ έχει πληροφορηθεί ότι το διάταγμα δεν είχε ακόμη εκτελεστεί «με αποτέλεσμα ο πατέρας να κατακρατεί παράνομα τον ανήλικο». Ως λόγους για να της δοθεί άδεια προβάλλει τα ακόλουθα: (α) ενώ οι καταγγελίες ήταν υπόψη των αρχών από το 2016 δεν συνέτρεχαν λόγοι για έκδοση μονομερώς του διατάγματος χωρίς να ακουστεί η αιτήτρια. (β) η ευχέρεια του Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 22 ανωτέρω για έκδοση διατάγματος απομάκρυνσης ενεργοποιείται αφ΄ης στιγμής υφίσταται εκ πρώτης όψεως κίνδυνος βίας. Στην προκείμενη περίπτωση ο λόγος που προβάλλεται είναι η νέα ψυχολογική αξιολόγηση του ανηλίκου σε ουδέτερο μέρος. (γ) η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι ελλιπής αφού δεν επισυνάφθηκαν οι οπτικογραφημένες καταθέσεις του ανηλίκου και εκθέσεις των ειδικών. (δ) το διάταγμα που εξεδόθη αναφέρει ότι παραμένει σε ισχύ μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης, πλην όμως δεν υφίσταται υπό εκδίκαση οποιαδήποτε υπόθεση. Για το τελευταίο αυτό σημείο ο κ.Βραχίμης ανέφερε ότι αφ΄ης στιγμής το πρακτικό του Δικαστηρίου είναι ορθό, δεν θα επιμείνει. Ενδιαφέρει εν προκειμένω, το κατά πόσον στοιχειοθετείται η αιτούμενη θεραπεία έναρξης διαδικασίας προνομιακού εντάλματος, το οποίο, ως γνωστό δεν έχει ως αντικείμενο την αναθεώρηση της ορθότητας αποφάσεων κατωτέρων Δικαστηρίων, ούτε παρέχει τη δυνατότητα εξέτασης εάν το κατώτερο Δικαστήριο άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια λανθασμένα. (Βλ. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.ά. (αρ.1)
(2009)1 Α.Α.Δ. 1114 και Marewave Shipping & Trading Co Ltd IT,
(1992)1 C.L.R. 116). Σημειώνεται ακόμη ότι εκεί όπου υπάρχει στη διάθεση των αιτητών εναλλακτικό ένδικο μέσο, οι πιθανότητες έγκρισης τέτοιας αίτησης ουσιωδώς αναιρούνται και μόνο σε σπάνιες περιπτώσεις - όπου ακριβώς συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις - δίδεται άδεια για καταχώρηση αίτησης προνομιακού ένταλμα ή χορηγείται το ένταλμα, όπου προσφέρεται άλλο ένδικο μέσο (βλ. Γεν. Εισ.(αρ.1)
(1995)1 Α.Α.Δ. 109). Η αιτήτρια έχει το βάρος να καταδείξει συζητήσιμη υπόθεση που να αφορά τη νομιμότητα και όχι την ορθότητα του διατάγματος. Το Επαρχιακό Δικαστήριο στη βάση ένορκης δήλωσης αρμοδίου προσώπου έκρινε στα πλαίσια του Νόμου ειδικά του άρθρου 22 ότι έπρεπε να ασκήσει την ευχέρεια του υπέρ της μονομερούς έκδοσης του διατάγματος. Η δυνατότητα μονομερούς έκδοσης προβλέπεται στον ίδιο το νόμο και τους κανονισμούς. Συνεπώς εφόσον ορίζεται επιστρεπτέο στην ημερομηνία που ορίζει ο νόμος δεν τίθεται θέμα παραβίασης της φυσικής δικαιοσύνης αφού ακριβώς το Δικαστήριο θα ακούσει και την πλευρά της αιτήτριας. Περαιτέρω, δεν έχω πεισθεί πως προβάλλεται συζητήσιμη υπόθεση ως προς το παράνομο του σκοπού έκδοσης του Διατάγματος και συνεπώς της έλλειψης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Εισηγείται η πλευρά της αιτήτριας ότι το άρθρο και η εξουσία έκδοσης διατάγματος απομάκρυνσης ανηλίκου δεν συναρτάται με τη δυνατότητα ψυχολογικής αξιολόγησης του ανηλίκου σε ουδέτερο έδαφος. Ο σκοπός του Νόμου είναι η προστασία του ανηλίκου με προοπτική βεβαίως την καταχώρηση ποινικής υπόθεσης εναντίον ενός υπόπτου. Με όλο το σεβασμό στην εισήγηση, το ένα δεν αποκλείει το άλλο, αφού τελικός σκοπός της αξιολόγησης σε ουδέτερο έδαφος συναρτάται με την εξέταση των ισχυρισμών που περιλαμβάνονται στην οπτικογραφημένη κατάθεση του ανηλίκου ο οποίος είναι οκτώ ετών. Επίσης δεν θεμελιώνεται άνευ ετέρου συζητήσιμη υπόθεση παρανομίας στην έκδοση επί του ότι δεν περιλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση της συμβούλου τεκμήρια στηρικτικά των θέσεων της. Εξάλλου, εξ όσων η ίδια η αιτήτρια έχει θέσει δεν αμφισβητεί την ύπαρξη ισχυρισμών εκ μέρους του παιδιού ούτε την ύπαρξη των σχετικών εκθέσεων. Εκείνο που ισχυρίζεται είναι ότι είναι υποβολιμαία από τον πατέρα κάτω από την επίδραση του οποίου είναι το παιδί. Ούτε επίσης θεωρώ ότι έχει καταδειχθεί οποιαδήποτε συζητήσιμη υπόθεση για παρανομία αναφορικά με το χρόνο έκδοσης του διατάγματος, αλλά ούτε και σε σχέση με τα προηγηθέντα της αίτησης γεγονότα. Διαφαίνεται πως υπήρξε μια διαδικασία για τη λήψη της απόφασης να γίνει αίτηση απομάκρυνσης ανηλίκου στο Δικαστήριο. Καταληκτικά, κατά την κρίση μου, η εν λόγω διαδικασία δεν μπορεί να επιτύχει αφ΄ης στιγμής η αιτήτρια έχει τη δυνατότητα προβολής των θέσεων της στο Επαρχιακό Δικαστήριο κατά την υποβολή ένστασης ή ακόμη και αιτήματος για διαφοροποίηση των δοθεισών θεραπειών ως ο Νόμος και οι Κανονισμοί προβλέπουν. Αναφορικά δε με το θέμα της ανάγκης διαβούλευσης με τους γονείς αλλά και τα λοιπά προβληθέντα θέματα ως εκ της κατ΄ισχυρισμόν παραβίασης των ΄Αρθρων του Συντάγματος κυρίως 15 και 30 καθώς και του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ τα οποία ο κ.Βραχίμης συσχέτησε αναλύοντας συναφή νομολογία (Χ Council and B and others Neutral Citation Number: [2004] EWHC 2015 (Fam), 16.8.2004, Case of Haase v. Germany, Applic.no. 11057/02, 8.7.2004 and Case of Venema v. The Netherlands, Applic.no. 3573/97, 17.3.2003) δεν βρίσκω λόγο να μη μπορεί να τεθούν ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου το οποίο καθηκόντως θα πρέπει να εξετάσει την αίτηση υπό το πρίσμα της ένστασης της αιτήτριας. Αναμένεται βεβαίως ότι η εκδίκαση θα γίνει ως ορίσθηκε και εν πάση περιπτώσει το συντομότερο δυνατόν, ενόψει της φύσεως του Διατάγματος. Για τους λόγους που έχω εξηγήσει η αίτηση απορρίπτεται. Τ. Ψαρά-Μιλτιάδου, Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο