ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ TOY ALEKSANDROVICH, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΙΤΗΣΗ ΑΡ. 118/2019, 3/10/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:AD:2019:D410 ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΙΤΗΣΗ ΑΡ. 118/2019 3 Οκτωβρίου, 2019 [Μ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Δ.] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 3 ΚΑΙ 9 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΑΡ. 33/1964 ΚΑΙ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 10 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΕΚΔΟΣΕΩΣ ΦΥΓΟΔΙΚΩΝ ΝΟΜΟΥ ΑΡ. 97/1970 ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ TOY xxx xxx ALEKSANDROVICH ΓΕΝΝΗΘΕΝΤΑ ΣΤΗ ΡΩΣΙΑ, ΚΑΤΟΧΟΥ ΡΩΣΙΚΟΥ ΔΙΑΒΑΤΗΡΙΟΥ ΑΡ. xxxxx2622 ΚΑΙ ΤΩΡΑ ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΟΥ ΣΤΙΣ ΚΕΤΡΙΚΕΣ ΦΥΛΑΚΕΣ ΣΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ, ΚΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΕΦΕΣΙΒΑΛΛΕΙ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΝ ΔΟΘΕΙΣΑΝ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΕΚΔΟΣΕΩΣ ΦΥΓΟΔΙΚΩΝ ΝΟΜΟΥ ΑΡ. 97/1970 ΣΤΙΣ 20/05/2019, ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΤΗΣ ΟΠΟΙΑΣ ΕΠΙΣΥΝΑΠΤΕΤΑΙ ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ. ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΕΚΔΟΣΕΩΣ ΦΥΓΟΔΙΚΩΝ ΝΟΜΟ ΑΡ. 97/1970 ΩΣ ΕΧΕΙ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΕΙ ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΣΥΜΒΑΣΗ ΕΚΔΟΣΕΩΣ ΦΥΓΟΔΙΚΩΝ, (ΚΥΡΩΤΙΚΟΣ) ΝΟΜΟΣ ΑΡ. 95/1970 ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΣΥΜΒΑΣΗ ΜΕΤΑΞΥ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΣΣΔ ΓΙΑ ΠΑΡΟΧΗ ΝΟΜΙΚΗΣ ΣΥΝΔΡΟΜΗΣ, (ΚΥΡΩΤΙΚΟΣ) ΝΟΜΟΣ ΑΡ. 172/1986 ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΣΥΝΘΗΚΗ ΕΚΔΟΣΗΣ ΦΥΓΟΔΙΚΩΝ ΤΟΥ 1957 ΑΡΘΡΟ 3
(2)ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΟΔΗΓΙΑ 2013/32 ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΣΥΝΘΗΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΟΔΗΓΙΑ 2011/95 ΑΡΘΡΟ 4
(3)(α) ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΣΥΝΘΗΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΛΑΡΝΑΚΟΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 20/5/2019 ΣΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΕΚΔΟΣΗΣ ΦΥΓΟΔΙΚΟΥ ΑΡ. 5/2018 .......... Α. Καρεκλάς μαζί με κ. Κ. Κώστα, για τον Αιτητή Β. Χριστοφόρου (κα), για τη Δημοκρατία Αιτητής παρών ....... Α Π Ο Φ Α Σ Η ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Δ.: Κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, στις 20.5.2019, Δικαστής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας εξέδωσε διάταγμα κράτησης του ρώσου υπηκόου xxx xxx Aleksandrovich (στο εξής ο Αιτητής) για σκοπούς έκδοσης του στη Ρωσική Ομοσπονδία. Και αυτό για να δικαστεί για το έγκλημα - όπως χαρακτηρίζεται από τις ρωσικές δικαστικές αρχές - της απόπειρας υπεξαίρεσης ξένης περιουσίας μέσω απάτης ή κατάχρησης εμπιστοσύνης σε ιδιαίτερα ευρεία κλίμακα από οργανωμένη ομάδα με προσυνεννόηση. Συναφώς, όπως σημειώνεται στο αίτημα, η μη ολοκλήρωσή της υπεξαίρεσης οφειλόταν σε λόγους πέραν του ελέγχου του Αιτητή και το καταλογιζόμενο σ΄ αυτόν έγκλημα διαπράχθηκε την περίοδο Απριλίου-Μαΐου 2016 κατά παράβαση των άρθρων 159
(4)και 30
(3)του Ποινικού Κώδικα της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Συγκεκριμένα, καταλογίζεται στον Αιτητή ότι μαζί με τέσσερα
(4)άλλα πρόσωπα συμμετείχαν σε εγκληματική συνομωσία που αποσκοπούσε στην απόσπαση από το ρώσο Μπούρτσεβ Α.Κ. ποσού τουλάχιστον 7 εκατομμυρίων δολαρίων Αμερικής, και τούτο με το πρόσχημα να του παράσχουν βοήθεια ώστε να διοριστεί σε ηγετική θέση της (ρωσικής) Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Αλιείας. Σαρανταεννέα
(49)ημέρες μετά την έκδοση του προαναφερθέντος διατάγματος κράτησης, στις 9.7.2019, ο Αιτητής κατέθεσε στο Ανώτατο Δικαστήριο την υπό κρίση αίτηση για έκδοση διατάγματος Habeas Corpus δυνάμει του άρθρου 10 του περί Φυγοδίκων Νόμου του 1970 (Ν.97/1970 όπως τροποποιήθηκε), προβάλλοντας ότι η κράτηση του είναι παράνομη για τρεις λόγους[1] οι οποίοι υποστηρίζονται από ένορκη δήλωση συνεργάτη του δικηγορικού γραφείου των δικηγόρων του. Δηλαδή, ότι:-
- Η όλη διαδικασία διεξήχθη πρωτοδίκως βάσει των προνοιών του περί της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Εκδόσεως Φυγοδίκων (Κυρωτικού) Νόμου του 1970 (Ν.95/1970) και του περί Εκδόσεως Φυγοδίκων Νόμου του 1970 (Ν.97/1970), ενώ ο Υπουργός είχε εξουσιοδοτήσει την έναρξη της διαδικασίας σύμφωνα με τις πρόνοιες του πρώτου Νόμου 95/
- Εσφαλμένα το κατώτερο Δικαστήριο απέρριψε, στις 9.1.2019, προδικαστική ένσταση του Αιτητή σύμφωνα με την οποία το άρθρο 2
(1)του Νόμου 95/1970 δεν επέτρεπε την έκδοση του εφόσον εναντίον του είχε εκδοθεί από τις ρωσικές δικαστικές αρχές διάταγμα με το οποίο του επιβλήθηκε μέτρο ασφαλείας δύο μηνών ως το έγγραφο 3/1-445/17 ημερ. 24.8.2017 (τεκμ.2), ενώ το εν λόγω άρθρο του Νόμου προνοεί ότι για να χωρεί έκδοση το υπό αναφορά μέτρο «δέον να είναι διαρκείας τεσσάρων μηνών κατ΄ ελάχιστον όριον» . Επομένως - όπως προβλήθηκε - «από τη στιγμή που τα μέτρα ασφαλείας που έλαβε το Δικαστήριο της αιτούμενης χώρας είναι μόνο δύο μήνες τότε δεν χωρεί θέμα κράτησης και ιδιαίτερα έκδοσης, για το Κυπριακό Δικαστήριο.» και 3. Εσφαλμένα και αντινομικά το κατώτερο Δικαστήριο συνέχισε τη διαδικασία έκδοσης, αφού βάσει της μαρτυρίας του ρώσου δικηγόρου Alexander Leonardovich Nizhinskiy (MY2) αποδείχτηκε ότι όλα τα έγγραφα που κατατέθηκαν στο πρωτόδικο Δικαστήριο για έκδοση του Αιτητή είχαν αλλοιωθεί από τον εξεταστή της υπόθεσης (ρώσο) Αλισίεβ Α.Β.. Και αυτό γιατί η ποινική υπόθεση με αρ. 116022450047000081, για την οποία ζητείτο η έκδοση του Αιτητή, είχε «ολοκληρωτικά κλείσει και τοποθετηθεί σύμφωνα με τη Ρωσική Νομοθεσία μετά το κλείσιμο της στο αρχείο του Δικαστηρίου που ολοκλήρωσε την ακροαματική διαδικασία και επέβαλε τις ποινές του στους τέσσερις κατηγορούμενους». Η αίτηση προσέκρουσε σε οκτώ
(8)λόγους ένστασης των καθ΄ ων η αίτηση, οι οποίοι υποστηρίζονται από ένορκη δήλωση υπαλλήλου του Γραμματειακού Προσωπικού της Νομικής Υπηρεσίας. Ό,τι όμως εδώ ενδιαφέρει είναι, πρώτον, ο λόγος ένστασης με τον οποίο προβάλλεται πως η αίτηση είναι εκπρόθεσμη εφόσον δεν έχει υποβληθεί εντός της προθεσμίας των 15 ημερών που προνοείται από το άρθρο 10 του Ν.97/1970 και, δεύτερο, οι λόγοι με τους οποίους επιχειρείται η αποδόμηση των τριών λόγων βάσει των οποίων ο Αιτητής προσβάλλει τη νομιμότητα της κράτησής του. Δηλαδή ότι (α) η πρωτόδικη διαδικασία διεξήχθηκε ορθώς βάσει των Νόμων 95/1970 και 97/1970, ως ήταν και η εξουσιοδότηση του Υπουργού, (β) με βάσει την ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου μαρτυρία, ορθώς το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που προνοούνται τόσο από το Ν.95/1970 όσο και από το Νόμο 97/1970 για έκδοση διατάγματος κράτησης του Αιτητή και (γ) η υπόθεση που αναφέρεται από τον Αιτητή (3 ανωτέρω) πράγματι έχει ολοκληρωθεί αλλά αυτή αφορά τους συγκατηγορούμενους του, ενώ ο ίδιος αντιμετωπίζει την υπόθεση 41702450048000049 που αποτελεί μετεξέλιξη της πρώτης υπόθεσης λόγω του ότι ο ίδιος διέφυγε στο εξωτερικό πριν περατωθεί η εν λόγω υπόθεση. Κατά την επ΄ ακροατηρίω συζήτηση της υπόθεσης οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών επιχειρηματολόγησαν υπέρ των θέσεων τους, ο μεν κ. Καρεκλάς δια ζώσης η δε κα Χριστοφόρου γραπτώς και δια ζώσης. Έχω εξετάσει με προσοχή ό,τι τέθηκε ενώπιον μου και θεωρώ πως προέχει η εξέταση του λόγου ένστασης που αφορά το εκπρόθεσμο της αίτησης. Η ευπαίδευτη συνήγορος των καθ΄ ων η αίτηση επέσυρε την προσοχή του Δικαστηρίου στην Arie Churakova Alexandrovna, Πολ. Αιτ. 146/2016 ημερ. 27.1.2017, όπου το παρόν Δικαστήριο αποφάσισε πως δυνάμει του άρθρου 10
(2)(α) του Νόμου 97/1970 η προθεσμία καταχώρισης Habeas Corpus είναι 15 ημέρες. Με την εν λόγω απόφαση δεν συμφωνεί ο κ. Καρεκλάς, ο οποίος επικαλέστηκε τον Καν. 5
(3)του περί Ανωτάτου Δικαστηρίου (Δικαιοδοσία Έκδοσης Ενταλμάτων Προνομιακής Φύσεως) Διαδικαστικού Κανονισμού του 2018 ο οποίος προνοεί πως «Η αίτηση Habeas Corpus καταχωρείται το συντομότερο δυνατόν» για να εισηγηθεί πως η αίτηση δεν μπορεί να κριθεί εκπρόθεσμη λόγω του χρόνου που παρήλθε. Το εγειρόμενο με την ένσταση ζήτημα εξετάστηκε από το παρόν Δικαστήριο στην Arie Churakova Alexandrovna (ανωτέρω), από την οποία και το απόσπασμα που ακολουθεί:- «Το άρθρο 10[2] του Νόμου προβλέπει ότι στην απουσία καταχώρισης αίτησης Ηabeas Corpus, το υπό έκδοση πρόσωπο δύναται να αποδοθεί στην αιτούσα χώρα με την εκπνοή των 15 ημερών από την έκδοσή του διατάγματος κράτησης, πρόνοια που σαφέστατα ενεργοποιεί χρονικώς τη διαδικασία απόδοσης από την αιτούμενη χώρα στην αιτούσα χώρα του υπό έκδοση προσώπου. Επομένως, ως θέμα λογικής συνέπειας, δεν ευσταθεί η θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου της αιτήτριας ότι ο Νόμος δεν ορίζει προθεσμία για καταχώριση αίτησης Habeas Corpus εφόσον σε αντίθετη περίπτωση θα αναγνωριζόταν στο φυγόδικο δικαίωμα υποβολής τέτοιας αίτησης έστω και εάν στο μεταξύ είχαν γίνει διευθετήσεις και βρίσκονταν στη Δημοκρατία αρμόδια πρόσωπα της αιτούσας χώρας για παραλαβή του φυγοδίκου. Κάτι τέτοιο, όπως γίνεται αντιληπτό, θα είχε επιπτώσεις στην τήρηση των διεθνών υποχρεώσεων της Δημοκρατίας έναντι της αιτούσας χώρας και ταυτόχρονα θα έπληττε την ήδη ενεργοποιηθείσα διαδικασία απόδοσης του φυγοδίκου με την εκπνοή των 15 ημερών που προβλέπεται από το Νόμο. Το ότι έτσι έχουν τα πράγματα προκύπτει και από το εδάφιο
(1)του υπό αναφορά άρθρου 10 του Νόμου, το οποίο ορίζει ότι το Δικαστήριο πληροφορεί τον υπόδικο για το δικαίωμα του να υποβάλει αίτηση για Ηabeas Corpus και όπως προκύπτει από την πρωτόδικη απόφαση το καθήκον αυτό το πρωτόδικο Δικαστήριο το έχει εκπληρώσει.» Τα πιο πάνω επαναλαμβάνονται ότι ισχύουν και στην παρούσα υπόθεση, με δύο επιπρόσθετες επισημάνσεις. Η πρώτη, το «συντομότερο δυνατόν» του Καν. 5
(3), ανωτέρω, αποκτά κατά την άποψή μου ουσία και νόημα αν ενταχθεί στις πρόνοιες του άρθρου 10 του Νόμου και η καταχώριση της υπό κρίση αίτησης αφού παρήλθαν 49 ημέρες από την έκδοση του διατάγματος δεν μπορεί να κριθεί ότι καταχωρίστηκε το «συντομότερο δυνατόν» και, η δεύτερη, στην υπό εξέταση περίπτωση το κατώτερο Δικαστήριο όχι μόνο πληροφόρησε τον Αιτητή για το δικαίωμα του να υποβάλει αίτηση Habeas Corpus (εδάφιο
(1)του άρθρου 10), αλλά του κατέστησε σαφές ότι «έχει δικαίωμα προσβολής της απόφασης αυτού του Δικαστηρίου στο Ανώτατο Δικαστήριο εντός αποκλειστικής προθεσμίας δεκαπέντε ημερών, με τη διαδικασία που προβλέπεται στο Νόμο 97/1970, δια της υποβολής αιτήσεως για έκδοση εντάλματος Habeas Corpus». Πληροφόρηση βεβαίως που ο Αιτητής, σε σχέση με το χρόνο υποβολής της αίτησης του, δεν έλαβε καθόλου υπόψιν και ως εκ τούτου δεν μπορεί να παραπονείται ότι καταχώρισε την αίτηση το «συντομότερο δυνατόν». Κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω κρίνω ότι η αίτηση είναι εκπρόθεσμη, κατάληξη που προδιαγράφει και την τύχη της αίτησης που δεν είναι άλλη παρά η απόρριψη της ως εκπρόθεσμης. Παρά την πιο πάνω κατάληξη θεωρώ ότι η αίτηση είναι καταδικασμένη σε απόρριψη λόγω του ότι ουδείς από τους τρεις λόγους στη βάση των οποίων προωθήθηκε, ευσταθεί. Τούτο γιατί σύμφωνα με το εδάφιο 3 του άρθρου 10 του Νόμου, η αποφυλάκιση του υπό έκδοση προσώπου είναι δυνατή (α) λόγω της ασήμαντου φύσεως του αδικήματος για το οποίο διώκεται, (β) λόγω της παρόδου μακρού χρόνου από τη διάπραξη του αδικήματος και (γ) η κατ΄ αυτού κατηγορία δεν έγινε καλή τη πίστει ή εν τω συμφέροντι της δικαιοσύνης και η απόδοση του, λαμβανομένων υπόψιν όλων των περιστατικών που συνθέτουν την περίπτωση του, θα συνιστούσε άδικο ή καταπιεστικό μέτρο. Όπως δε γίνεται αντιληπτό, η αποφυλάκιση του Αιτητή δεν ζητείται στη βάση ότι συντρέχει οιοσδήποτε από τους λόγους (α) και (β) ανωτέρω. Η προσοχή επομένως θα πρέπει να στραφεί στο κατά πόσο με τους τρεις
(3)λόγους που επικαλείται για αποφυλάκιση του ικανοποιούνται οι πρόνοιες του εδαφίου
(3)(γ) του άρθρου 10 του Νόμου. Η απάντηση κατά την άποψή μου είναι σαφώς αρνητική. Τούτο γιατί με ό,τι επικαλείται δεν έχει τεκμηριωθεί ότι «η κατ΄ αυτού κατηγορία δεν έγινε καλή τη πίστει ή εν τω συμφέροντι της δικαιοσύνης» εφόσον η βασική του θέση είναι ότι η ποινική υπόθεση για την οποία ζητείται η έκδοση του (η υπ΄ αρ. 116022450047000081) έχει «ολοκληρωτικά κλείσει» , τη στιγμή που η εν λόγω υπόθεση - όπως ήταν και το εύρημα του κατώτερου Δικαστηρίου - αφορά τους συγκατηγορούμενους του και η υπόθεση για την οποία ζητήθηκε η έκδοση του είναι η υπ΄ αρ. 41702450048000049 που αποτελεί μετεξέλιξη της πρώτης λόγω της διαφυγής του στο εξωτερικό. Ενόψει τούτου, δεν μπορεί να επικαλείται τις πρόνοιες του άρθρου 2
(1)του Ν.95/1970 καθότι το μέτρο ασφάλειας των δύο μηνών εκδόθηκε στο πλαίσιο της πρώτης υπόθεσης και όχι στο πλαίσιο της δεύτερης για την οποία ζητείται η έκδοση του. Αναφορικά δε με το παράπονο του ότι η διαδικασία στο πρωτόδικο Δικαστήριο διεξήχθη βάσει των προνοιών των Νόμων 95/1970 και 97/1970 ενώ ο Υπουργός είχε εξουσιοδοτήσει την έναρξη της διαδικασίας βάσει του Ν.95/1970, είναι αρκετό να σημειωθεί πως ο Ν.97/1970 ρυθμίζει γενικά τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία έκδοσης φυγοδίκων (βλ. Petrov ν. Διευθυντής Φυλακών
(1996)1(Β) Α.Α.Δ.856) ενώ ο Ν.95/1970 καθορίζει τις προϋποθέσεις για την έκδοση φυγοδίκων ειδικά μεταξύ των χωρών που προσχώρησαν στη Σύμβαση (βλ. El-Bustani
(1991)1 A.A.Δ. 736 και Golov v. Διευθυντή Φυλακών
(2001)1(Β) ΑΑΔ 1109). Με αυτό ως δεδομένο και λαμβανομένου υπόψιν ότι τόσο η Κυπριακή Δημοκρατία όσο και η Ρωσική Ομοσπονδία είναι συμβαλλόμενα μέρη στη Σύμβαση (Τεκμ.6 πρωτοδίκως), δεν μπορεί βάσιμα να αποδοθεί οτιδήποτε μεμπτό στην πρωτόδικη διαδικασία επειδή αυτή διεξήχθη βάσει τόσο των γενικών όσο και των ειδικών προϋποθέσεων για την έκδοση του Αιτητή. Στη βάση των πιο πάνω αποτελεί τελική μου κατάληξη ότι δεν έχει τεθεί ενώπιον μου οτιδήποτε στη βάση του οποίου θα μπορούσα να κρίνω ότι, η κατηγορία που καταλογίζεται στον Αιτητή από τις ρωσικές αρχές δεν είναι προϊόν καλής πίστης ή ότι αντιστρατεύεται τα συμφέροντα της δικαιοσύνης και η απόδοση του θα αποτελούσε άδικον ή καταπιεστικόν μέτρον (εδάφιο 3(γ) του άρθρου 10), κατάληξη που θα αποτελούσε και την αιτιολογία για απόρριψη της αίτησης και για ουσιαστικούς λόγους. Για όλα τα πιο πάνω η αίτηση για έκδοση εντάλματος Habeas Corpus απορρίπτεται και ενόψει της φύσεως της δεν εκδίδεται οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. Μ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Δ. [1] Σωρεία άλλοι λόγοι που εγείρονται στην αίτηση, αποσύρθηκαν με σχετική δήλωση του δικηγόρου του Αιτητή στις 8.9.2019. [2] «10.-
(1)Το Δικαστήριον, εν πάση περιπτώσει, καθ' ην ήθελε διατάξει την κράτησιν του υπό έκδοσιν προσώπου δυνάμει του άρθρου 9, θέλει πληροφορήσει άμα τον ενδιαφερόμενον, εις κοινήν γλώσσαν, περί του δικαιώματος αυτού όπως υποβάλη αίτησιν διά habeas corpus προς τούτοις δε αμελλητί κοινοποίηση την τοιαύτην απόφασιν τω Υπουργώ.
(2)Πρόσωπον, ούτινος διετάχθη η κράτησις δυνάμει του ως είρηται άρθρου 9 δεν δύναται δυνάμει του παρόντος Νόμου να αποδοθή εις το Κράτος ή την χώραν, ήτις ητήσατο την έκδοσιν αυτού- (α) εν πάση περιπτώσει, μέχρις ου παρέλθη διάστημα δεκαπέντε ημερών από της ημέρας, καθ΄ ην εξεδόθη το περί εκδόσεως διάταγμα- (β) εν η περιπτώσει ήθελεν υποβληθή αίτησις διά habeas corpus εφ' όσον εκκρεμεί η εξέτασις της υποβληθείσης αιτήσεως.
(3)................... cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο