← Κύπρος

Η.Α. ν. Π.Σ., ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 21/2018, 19/11/2019

Η.Α. ν. Π.Σ., ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 21/2018, 19/11/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DOD:2019:11 ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΟ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 21/2018 19 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2019 Λ. ΠΑΡΠΑΡΙΝΟΣ, Τ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, Τ. ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Δ.Δ.Δ. Η.Α. ΕΦΕΣΕΙΟΝΤΑΣ και Π.Σ.. ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ -------------------- Α. Νικηφόρου (κα) για Νέστορας Αδάμου Νικηφόρου, ΔΕΠΕ, για τον Εφεσείοντα Μ. Χριστοφή (κα) για Αντ. Σωτηρίου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ, για την Εφεσίβλητη ----------------------------- ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον Παρπαρίνο, Δ. ---------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η ΠΑΡΠΑΡΙΝΟΣ, Δ. Αίτηση που καταχώρησε ο Εφεσείων στο Πρωτόδικο Οικογενειακό Δικαστήριο και επιζητούσε την τροποποίηση διατάγματος διατροφής ημερ. 2.7.2015, ώστε το ποσό της συνεισφοράς του για την διατροφή των 3 ανηλίκων τέκνων του μειωθεί, απερρίφθη. Εναντίον της πρωτόδικης απόφασης ημερ. 25.4.2018 κατεχωρήθη η υπό εξέταση η έφεση. Η Εφεσίβλητη έθεσε θέμα δικαιοδοσίας του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου καθότι στην Ειδοποίηση Έφεσης που καταχωρήθηκε από τον Εφεσείοντα δεν γίνεται αναφορά στο παρόν Δικαστήριο αλλά στο Ανώτατο Δικαστήριο. Σύμφωνα με την νομολογία και, παρέπεμψε στην Θεοδώρου ν. Θεοδώρου

(1995)1 Α.Α.Δ. 200, σε τέτοια περίπτωση δεν ενεργοποιείται η δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου. Αντίθετη είναι εισήγηση του Εφεσείοντα ο οποίος με βάθρο την Κλείτου ν. xxx Μάππουρου Εφ. Αρ. 16/2010 ημερ. 7.6.2016 εισηγήθηκε ότι η αναφορά στο Ανώτατο Δικαστήριο είναι μια απλή παρατυπία η οποία δεν προκαλεί κανένα πρόβλημα δικαιοδοσίας. Εξετάσαμε το θέμα που μας τέθηκε και πράγματι είναι και δική μας διαπίστωση ότι στην Ειδοποίηση Έφεσης αναγράφεται "Εν τω Ανωτάτω Δικαστηρίω». Τίθεται, συνεπώς, θέμα κατά πόσο με την καταχώρηση της Ειδοποίησης Έφεσης, που αναφέρεται στο Ανώτατο Δικαστήριο, ενεργοποιήθηκε η δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου. Η απάντηση δόθηκε από την νομολογία πριν από 25 έτη περίπου και συνέχισε διαχρονικά και με συνέπεια εκτός από μια περίπτωση στην οποία θα αναφερθούμε πιο κάτω. Σημειώνουμε δε ότι δεν μας ζητήθηκε να εξετάσουμε, ούτε τέθηκε κατά τη συζήτηση της έφεσης, ζήτημα απόκλισης από το δεσμευτικό δικαστικό προηγούμενο, οπότε θα καλούμασταν να εξετάσουμε κατά πόσον συντρέχουν οι αυστηρές προϋποθέσεις άσκησης τέτοιας ευχέρειας (Μαυρογένης ν. Βουλής κ.α. (Αρ.3)
(1996)1 ΑΑΔ 315). Ό,τι μας κάλεσε η πλευρά του εφεσείοντα να πράξουμε ήταν, ως άνω, να ακολουθήσουμε το σκεπτικό της υπόθεσης Κλείτου όπου, υπό τα δικά της γεγονότα και χωρίς ανατροπή της αποκρυσταλλωθείσας νομολογίας, κρίθηκε, όπως αναλυτικά αναφερόμαστε κατωτέρω, ότι χωρούσε διαφοροποίηση επί των γεγονότων. Ρητά όμως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι δεν ετίθετο ζήτημα απόκλισης από τη νομολογία. Εν προκειμένω, πάρα την εισήγηση περί εφαρμογής της προσέγγισης στην Κλείτου, δεν έχουν υποδειχθεί γεγονότα που να επέτρεπαν παρόμοια διαφοροποίηση. Με αυτά ως δεδομένα θεωρούμε ότι είμαστε δεσμευμένοι από την πάγια νομολογία, στην οποία και ανατρέχουμε. Στην πρώτη απόφαση επί του θέματος που ήταν η Θεοδώρου ν. Θεοδώρου (άνω) λέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι το Ανώτατο Δικαστήριο το οποίο συστάθηκε με τον Περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Νόμο του 1964 (Ν.33/64) δεν έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί οποιασδήποτε Έφεσης εναντίον διαταγής ή απόφασης του νεοσύστατου τότε Οικογενειακού Δικαστηρίου. Αποκλειστική δικαιοδοσία έχει μόνο το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο που έχει συσταθεί με τον Περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμο του 1990 (Ν. 23/90), το οποίο δεν έχει απολύτως καμία σχέση με το Ανώτατο Δικαστήριο. Υπάρχουν μεταξύ τους ουσιαστικές διαφορές οι οποίες είναι εμφανείς και από το περιεχόμενο του Νόμου Άρθρο 23/90. Εν συνεχεία και με δεδομένο ότι και εκεί στην Ειδοποίηση Έφεσης αναγράφετο "ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου" αποφασίστηκε: ".... Το γεγονός ότι η Ειδοποίηση Εφέσεως καταχωρήθηκε στο κοινό Πρωτοκολλητείο του Ανωτάτου Δικαστηρίου και του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου και με μονομερή πράξη και απόφαση του προσωπικού του Πρωτοκολλητείου, η οποία δεν είναι δικαστικής φύσεως, περιλήφθηκε στο μητρώο που τηρείται για εφέσεις ενώπιον του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου αντί στο διαφορετικό μητρώο που τηρείται για εφέσεις πολιτικές ή ποινικές ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δεν αλλάζει καθόλου την κατάσταση, ούτε ενεργοποιεί τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου αυτού." Ακολούθησε η Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1996)1 Α.Α.Δ. 1224, όπου τα γεγονότα ήταν πανομοιότυπα όπως η υπό εξέταση υπόθεση. Εκεί υπεβλήθη αίτηση για τροποποίηση του τίτλου της Ειδοποίησης Έφεσης, έτσι ώστε να διαγραφεί η αναφορά "Εν των Ανωτάτω Δικαστηρίω" και να αντικατασταθεί με την αναφορά "Εν τω Δευτεροβάθμιω Οικογενειακώ Δικαστηρίω". Η αίτηση απερρίφθη από το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο το οποίο αποφάσισε ότι "θέμα παρατυπίας δεν εγείρεται και οι πρόνοιες της Δ.64, έστω και αν η υπό κρίση αίτηση βασιζόταν σ' αυτή, δεν τυγχάνουν εφαρμογής.. Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου αυτού, με την καταχώρηση της Ειδοποίησης Έφεσης που αναφερόταν στο Ανώτατο Δικαστήριο, δεν ενεργοποιήθηκε. Δεν υπάρχει έγκυρη έφεση". Ακολούθησαν οι υποθέσεις Θεοδώρου ν. Νεοφύτου, Έφ. Αρ. 4/2010 ημερ. 15.10.2013, Πετρούδη ν. Αντωνίου Εφ. Αρ. 21/2013 και 22/2013 ημερ. 6.6.2014, Πετρούδη ν. Αντωνίου Αίτηση Αρ. 4/2014 ημερ. 16.12.2015, ECLI:CY:DOD:2015:8 όπου ακολουθήθηκε πιστά η νομολογία που χάραξε η Θεοδώρου (άνω). Στην Πετρούδη (Αίτ. Αρ. 4/2014) η Αιτήτρια μετά που απερρίφθηκε η έφεση της που καταχώρισε στο Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο, λόγω αναρμοδιότητας για τον λόγο ότι στην Ειδοποίηση Έφεσης αναγράφετο «Εν τω Ανωτάτω Δικαστηρίω», αιτείτο παράταση του χρόνου καταχώρισης της Ειδοποίησης Έφεσης ώστε να θέσει το ορθό Δικαστήριο ήτοι το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο. Η Αίτησή της απερρίφθη. Όπως αναφέρεται στην απόφαση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου "Ήταν γνωστό στην Αιτήτρια ότι αρμόδιο για εκδίκαση εφέσεων από αποφάσεις του Πρωτοβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου (Ν. 23/90) ήταν το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο. Ήταν επίσης γνωστό ότι το Ανώτατο Δικαστήριο το οποίο δημιούργησε ο Νόμος 33/64 δεν ταυτίζεται με το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο (βλ. Re Νικολάου & άλλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 963.) Τα ζητήματα αυτά ξεκαθάρισαν από δεκαετίες προηγουμένως». Εξαίρεση στην πιο πάνω ξεκάθαρη γραμμή της νομολογίας αποτελεί η Κλείτου ν. xxx Μάππουρου, Έφ. Αρ. 16/2010 ημερ. 7.6.2016. Σ' αυτήν ο Εφεσείων ο οποίος ήταν έγκλειστος στις Κεντρικές Φυλακές καταχώρισε Έφεση προσβάλλοντας απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Στην Ειδοποίηση Έφεσης αναγράφετο "ειδοποίηση εφέσεως εξ αποφάσεως Κακουργιοδικείου ή Επαρχιακού Δικαστηρίου". Το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο εξετάζοντας αίτηση Νομικής Αρωγής του Εφεσείοντα απευθυνόμενο στην διορισθέντα δικηγόρο του Εφεσείοντα του είπε να μεριμνήσει: "...να καταχωρηθεί έφεση όπως προβλέπουν οι διαδικαστικοί κανονισμοί, διότι αυτό που είχε καταχωρηθεί ουσιαστικά δεν είναι τίποτε. Δεν λέει τίποτε. Είναι το έντυπο το οποίο τους δίνουν στις Κεντρικές Φυλακές και απλώς συμπλήρωσε ότι υπήρξε κακοδικία με μία λέξη, επομένως, θα πρέπει να καταχωρίσετε Ειδοποίηση Έφεσης και μόλις αυτό γίνει, θα τεθεί ξανά ενώπιον μας η υπόθεση από το Πρωτοκολλητείο, την οποία θέτουμε τώρα εκτός πινακίου». Η συνήγορός του Εφεσείοντα, ως αποτέλεσμα, καταχώρησε μία ειδοποίηση έφεσης, πλην όμως σε αυτήν αναγράφετο "Εν τω Ανωτάτω Δικαστηρίω». Εν συνεχεία και αφού αποχώρησαν δύο διορισθέντες με νομική αρωγή δικηγόροι του Εφεσείοντα, κατεχωρήθη Αίτηση ώστε να επιτραπεί στον Εφεσείοντα να καταχωρήσει νέα Ειδοποίηση Έφεσης, σε αντικατάσταση της προηγούμενης, ώστε τώρα να αναγράφεται "Εν τω Δευτεροβάθμιω Οικογενειακώ Δικαστηρίω". Διαζευκτικά διάταγμα τροποποίησης και διόρθωσης της ειδοποίησης Έφεσης. Το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο επιτρέποντας την αίτηση, κατά το πιο πάνω μέρος είπε τα ακόλουθα: "Όπως έχει ήδη σημειωθεί στο παρόν σκεπτικό, το έντυπο που χρησιμοποιείται για σκοπούς έφεσης ενώπιον του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου παραμένει αυτό του Τύπου αρ. 28 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Αυτό το έντυπο δεν έχει μέχρι σήμερα αντικατασταθεί, όπως έχει διαπιστωθεί και στις Θεοδώρου ν. Νεοφύτου και Πετρούδη ν. Αντωνίου - ανωτέρω. Απαιτείται συνεπώς από τον διάδικο που επιθυμεί να καταχωρήσει έφεση από απόφαση Οικογενειακού Δικαστηρίου να προσέξει ώστε να διαγράψει την αναφορά στο Ανώτατο Δικαστήριο και να την αντικαταστήσει με το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο. Αυτό το μέλημα δεν θα έπρεπε να είναι επί των ώμων του εφεσείοντος. Και δεν θα ήταν εάν καθιερωνόταν ειδικό έντυπο το οποίο να διατίθεται στο Πρωτοκολλητείο με τυποποιημένη την αναγραφή του ορθού Εφετείου, δηλαδή, του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου. Με τα πιο πάνω υπόψη κρίνεται ότι τα περιστατικά της παρούσας έφεσης διαφοροποιούν την εικόνα από τις προηγηθείσες αποφάσεις του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου. Δεν τίθεται επομένως ζήτημα εξέτασης απόκλισης από τη νομολογία. Όπως έχει ήδη καταγραφεί, ο εφεσείων, ως καταδικασθείς στις Κεντρικές Φυλακές, χρησιμοποίησε το εκεί διαθέσιμο έντυπο δυνάμει του περί Δικαστηρίων Νόμου Αρ. 14/60, για να εκδηλώσει τη σαφή πρόθεση του να καταχωρήσει την έφεση του, η οποία έγινε αποδεκτή στην ουσία από το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο με προηγούμενη σύνθεση. Στη συνέχεια ο εκ μέρους του διορισθείς με Νομική Αρωγή δικηγόρος καταχώρησε Ειδοποίηση Έφεσης στην οποία διαγράφηκαν οι λέξεις «Εν τω Ανωτάτω Δικαστηρίω». Στο καταχωρηθέν έντυπο που χρησιμοποιήθηκε δυνάμει του Νόμου αρ. 14/60, έγινε αναφορά στον αριθμό της υπό κρίση έφεσης και ότι αυτή αφορούσε έφεση από το Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού. Επομένως η θέση της εφεσίβλητης ότι στο Έντυπο αρ. 28 γίνεται λανθασμένη αναφορά στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λευκωσίας δεν μπορεί να έχει ουσιαστική επίπτωση και πρέπει να θεωρείται ως απλή παρατυπία εφόσον προηγήθηκε το ορθό δικονομικό διάβημα. Παρομοίως, ουδεμία επίπτωση μπορεί να έχει η μη αναγραφή στον Τύπο αρ. 28 ότι η έφεση αφορά το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο. Προφανώς και η υπό κρίση αίτηση αφορά σ΄ αυτό και όχι στο Ανώτατο Δικαστήριο, η αναφορά στο οποίο διεγράφη. Εκ της δικονομικής παρατυπίας που σημειώθηκε, ουδεμία ουσιαστική επίπτωση έχει υποστεί η εφεσίβλητη ώστε να μην αφεθεί να προχωρήσει η περαιτέρω διαδικασία." Οι αρχές που διέπουν την δυνατότητα απόκλισης από την νομολογία έχουν νομολογιακά παγιωθεί. Τέτοια δυνατότητα παρέχεται στο Δικαστήριο όπου διαπιστώνεται ότι η προηγούμενη δικαστική απόφαση είναι εσφαλμένη (βλ. Μαυρογένης ν. Βουλής των Αντιπροσώπων κ.α. (Αρ. 3)
(1996)1 Α.Α.Δ. 315 και Panayides Constr. Ltd n. Charalambous (
(2004)1 A.A.D. 416. Στην Κλείτου (άνω) η αρχή η οποία υιοθετείται είναι αντίθετη προς το λόγο αναφορικά με τις αρχές της δικαιοδοσίας του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου που καθιέρωσε η προηγούμενη νομολογία του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου, νομολογία η οποία κατά τη γνώμη μας ενσωματώνει την ορθή αρχή δικαίου. Για το λόγο αυτό δεν μπορούμε να την ακολουθήσουμε. Στην Πετρούδη (Εφ. 21/2013 και 22/2013 άνω) τέθησαν περίπου τα ίδια επιχειρήματα που αναφέρονται στην Κλείτου. Στην απόφασή του το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο αναφέρει: "Έχουμε μελετήσει τις εισηγήσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων των δύο πλευρών και έχουμε καταλήξει, παρά την ελκυστική ομολογουμένως επιχειρηματολογία των συνηγόρων της εφεσείουσας, στο ομόφωνο συμπέρασμα ότι ουδέποτε έχει ενεργοποιηθεί με τα φερόμενα ως «Ειδοποίηση Εφέσεως» έγγραφα, η δικαιοδοσία του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου σε οποιαδήποτε από τις ενώπιον μας δύο εφέσεις. Η δικαιοδοσία του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου ενεργοποιείται μόνο με την Ειδοποίηση Έφεσης στο Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο, που είναι το ένδικο μέσο για την αναθεώρηση απόφασης ή διατάγματος Πρωτοβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου. Στην παρούσα περίπτωση, η φερόμενη ως Ειδοποίηση Έφεσης, στην κάθε μια από τις δύο εφέσεις, δεν απευθύνεται στο Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο που έχει συσταθεί με το Νόμο 23/90 και έχει αποκλειστική δικαιοδοσία να επιλαμβάνεται εφέσεων εναντίον διαταγής ή απόφασης του Οικογενειακού Δικαστηρίου, αλλά στο Ανώτατο Δικαστήριο το οποίο όμως δεν έχει καμιά απολύτως σχέση με το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο. Το γεγονός ότι οι εφέσεις καταχωρήθηκαν στο Πρωτοκολλητείο του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας που έκδωσε και τις πρωτόδικες εκκαλούμενες αποφάσεις, όπως και το γεγονός ότι στο χρησιμοποιηθέν έντυπο Τύπος 28 που προβλέπεται από τους Θεσμούς, αναγράφεται Ανώτατο Δικαστήριο, δεν αλλάζει την κατάσταση και δεν ενεργοποιεί τη δικαιοδοσία του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου, έτσι ώστε να δικαιολογείται η απόκλιση μας ή όπως έχουν εισηγηθεί οι συνήγοροι της εφεσείουσας, διαφοροποίηση μας από τη νομολογία. Επομένως ενώπιον μας δεν υπάρχουν έγκυρες εφέσεις. Κατά συνέπεια δεν έχουμε αρμοδιότητα να εξετάσουμε την ουσία τους. Θέμα τροποποίησης των εφετηρίων δεν εγείρεται, όχι γιατί δεν ζητήθηκε από την πλευρά της εφεσείουσας, αλλά γιατί η συγκεκριμένη έλλειψη έγκυρων εφέσεων δεν συνιστά παρατυπία δυνάμενη να θεραπευθεί (Νεοφύτου (πιο πάνω)). " Θα πρέπει να τονίσουμε ότι η δικαιοδοσία είναι πλάσμα του Νόμου. Πέραν τούτου δεν μπορεί να αναληφθεί οποιαδήποτε άλλη αρμοδιότητα οσοδήποτε αναγκαίο ή επιθυμητό είναι. Στο Basu's Commentary on the Constitution of India, Τόμος 3, σελ. 554, αναφέρεται: "The general principle is that jurisdiction of a tribunal is a creation of law, so that in the absence of such jurisdiction the decision of the tribunal becomes void and the consent of the parties cannot cure the invalidity, and that such invalidity may be set up at any time." Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνουμε ότι δεν υπάρχει έγκυρη Έφεση ενώπιον μας και δεν έχουμε αρμοδιότητα να εξετάσουμε την ουσίαν της "Έφεσης" και την οποίαν απορρίπτουμε με €2000 έξοδα εις βάρος του Εφεσείοντα. Λ. ΠΑΡΠΑΡΙΝΟΣ, Δ. Τ. Θ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, Δ. Τ. ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Δ. /γκ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.