← Κύπρος

ΣΩΤΗΡΙΟΥ, ΕΚ ΛΕΜΕΣΟΥ ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΡΙΑ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΠΟΒΙΩΣΑΝΤΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΣΩΤΗΡΙΟΥ ν. ANDREAS ARGYROU & SONS LTD, Πολιτική Έφεση Αρ. 177/201

ΣΩΤΗΡΙΟΥ, ΕΚ ΛΕΜΕΣΟΥ ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΡΙΑ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΠΟΒΙΩΣΑΝΤΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΣΩΤΗΡΙΟΥ ν. ANDREAS ARGYROU & SONS LTD, Πολιτική Έφεση Αρ. 177/2013, 13/1/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:AD:2020:A8 ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (Πολιτική Έφεση Αρ. 177/2013) 13 Ιανουαρίου 2020 [ΝΑΘΑΝΑΗΛ, ΠΑΡΠΑΡΙΝΟΣ, ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ/στές] xxx ΣΩΤΗΡΙΟΥ, ΕΚ ΛΕΜΕΣΟΥ ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΡΙΑ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΠΟΒΙΩΣΑΝΤΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΣΩΤΗΡΙΟΥ, Εφεσείουσα/Εναγομένη - ΚΑΙ - ANDREAS ARGYROU & SONS LTD, Εφεσιβλήτων/Ενάγοντων -------------------------------------------------- Π. Βορκάς για Μ.Β. Ιωάννου, για την Εφεσείουσα. Καμιά εμφάνιση, για τους Εφεσίβλητους. ------------------------------------------------- ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από τον Δικαστή Ναθαναήλ. Α Π Ο Φ Α Σ Η ΝΑΘΑΝΑΗΛ, Δ.: Μια απλή αξίωση για κατ΄ ισχυρισμόν οφειλόμενο υπόλοιπο ύψους ΛΚ562,20 με τόκο προς 9% ετησίως από 13.10.2001 έμελλε να απασχολήσει το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού το οποίο και εξέδωσε απόφαση σύμφωνα με την απαίτηση, του ποσού μετατραπέντος σε €960,58 με τόκο προς 5,5% ετήσια από 27.4.2007 μέχρι εξόφλησης πλέον έξοδα. Το Δικαστήριο εξέδωσε την πιο πάνω απόφαση αφού άκουσε τον Σ.Α., Μ.Ε.1, και μοναδικό μάρτυρα της εφεσίβλητης εταιρείας και από την άλλη πλευρά την ίδια την εφεσείουσα, σύζυγο του αποβιώσαντος με τον οποίο κατ΄ ισχυρισμόν η εφεσίβλητη εταιρεία είχε ορισμένες δοσοληψίες πώλησης και παράδοσης διαφόρων ποσοτήτων τροφίμων και άλλων συναφών ειδών έναντι συμπεφωνημένης και/ή εύλογης αξίας. Σύμφωνα με την καταχωρηθείσα αγωγή και τις λεπτομέρειες που περιέχονταν στο ειδικό οπισθογραφημένο ειδικό κλητήριο ένταλμα, ο Παναγιώτης Σωτηρίου, σύζυγος της εφεσίβλητης xxx Σωτηρίου, η οποία διορίστηκε διαχειρίστρια της περιουσίας του, είχε προ του θανάτου του στις 28.5.2003, δοσοληψίες με την εφεσίβλητη εταιρεία για τις οποίες εκδίδονταν σχετικά τιμολόγια και/ή τηρείτο σχετικός τρεχούμενος λογαριασμός. Στην παράγραφο 7 της έκθεσης απαίτησης καταγράφεται ο ισχυρισμός ότι ο αποβιώσας κατέβαλε έναντι του χρέους του διάφορα ποσά προ του θανάτου του με αποτέλεσμα να παραμένει οφειλόμενο και πληρωτέο το αξιούμενο ποσό. Ήταν περαιτέρω όρος της συμφωνίας παράδοσης τροφίμων και συναφών ειδών ότι ο αποβιώσας θα κατέβαλλε τόκο 9% ετησίως επί του εκάστοτε υπολοίπου, διαζευκτικά δε, ο αποβιώσας γνώριζε ότι η εφεσίβλητη εταιρεία διατηρούσε χρεωστικό λογαριασμό με την τράπεζα καταβάλλοντας 8,5% τόκο ετησίως επί του εκάστοτε υπολοίπου. Παρά την επανειλημμένη όχληση για εξόφληση του ποσού προς τον αποβιώσαντα, αλλά και προς την εναγόμενη διαχειρίστρια της περιουσίας αυτού, το ποσό δεν εξοφλήθη. Αναφέρεται επίσης ότι η εταιρεία είχε εγείρει και προηγουμένως στις 17.3.2003, την υπ΄ αρ. 2017/03 αγωγή εναντίον του Παναγιώτη Σωτηρίου η οποία όμως δεν έγινε κατορθωτό να επιδοθεί πριν το θάνατο του με αποτέλεσμα να εγερθεί νέα αγωγή μόλις περιήλθε στη γνώση της εταιρείας ότι είχε διοριστεί διαχειρίστρια της περιουσίας. Με την υπεράσπιση η εφεσείουσα αρνήθηκε ότι ο αποβιώσας όφειλε οποιοδήποτε ποσό, ούσα δε σύζυγος του αποβιώσαντος, αυτή γνώριζε πολύ καλά ότι ο σύζυγος της είχε εξοφλήσει όλες τις οφειλές του προς την εταιρεία. Καταγράφονται στη συνέχεια ισχυρισμοί ότι η αγωγή χρωματιζόταν από υποψία δόλου και απάτης, με την εταιρεία να εκμεταλλεύεται το γεγονός της μόνιμης σιωπής του αποβιώσαντος, διερωτούμενη η εφεσείουσα επίσης γιατί δεν έγινε κατορθωτή η επίδοση της προηγούμενης αγωγής και γιατί, αφού το χρέος είχε δημιουργηθεί από το 2001, δεν λήφθηκαν μέτρα προς είσπραξη του προηγουμένως. Το πρωτόδικο Δικαστήριο σε μια πολυσέλιδη απόφαση εκτεινόμενη σε 21 σελίδες, κατέγραψε τη θετική εντύπωση που του άφησε ο μάρτυρας της εφεσίβλητης εταιρείας τον οποίο έκρινε ως μάρτυρα αληθείας εκτός από ορισμένα σημεία, τα οποία όμως δεν επηρέασαν την τελική κατάληξη έκδοσης απόφασης ως η αξίωση. Αντίθετα, η θέση της εφεσείουσας θεωρήθηκε ως ανειλικρινής ιδιαίτερα ως προς τους ισχυρισμούς της ότι ουδέποτε είχε εργαστεί στο κατάστημα του συζύγου της, δεν γνώριζε την εφεσίβλητη εταιρεία και καμία απολύτως ανάμειξη δεν είχε με τις παραγγελίες και τις πληρωμές που αφορούσαν την εταιρεία αυτή. Δεν δέχθηκε επίσης τη μαρτυρία της ότι η εταιρεία δεν την είχε οχλήσει για την καταβολή του χρέους ή ότι και ο σύζυγος της είχε επανειλημμένα οχληθεί αρνούμενος όμως να καταβάλει την οφειλή επικαλούμενος την ανάγκη για διενέργεια προηγούμενου ελέγχου από το λογιστή του. Το Δικαστήριο στη βάση της αξιολόγησης αυτής έκρινε ότι για την περίοδο μεταξύ 12.1.2001 και 13.10.2001 είχαν εκδοθεί από την εφεσίβλητη εταιρεία διάφορα τιμολόγια για διάφορα ποσά έναντι των οποίων γίνονταν πληρωμές με αποτέλεσμα να παρέμεινε ως οφειλόμενο, το αξιωθέν ποσό. Με την έφεση και με εννέα συνολικά λόγους, αμφισβητείται η πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου, ενώ τίθεται υπό αμφισβήτηση και η αξιολόγηση της μαρτυρίας, αλλά και η ανάλυση του Δικαστηρίου ως προς το επακριβές νομικό υπόβαθρο της αξίωσης. Θεωρείται ότι το Δικαστήριο, ενώ είχε τη θέση ότι η απαίτηση προέκυπτε από υπόλοιπο λογαριασμού και όχι από τιμολόγια, εν τούτοις βασίστηκε στα τιμολόγια για να εκδώσει απόφαση. Και αυτό ενώ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα τιμολόγια που κατατέθηκαν ως Τεμήρια 2-6, δεν ήσαν από αυτά που καταγράφονταν στην παρ. 7 της έκθεσης απαίτησης. Επίσης το Δικαστήριο προέβη σε εύρημα ότι δεν μπορούσε καν να ελεγχθεί ποια τιμολόγια είχαν εξοφληθεί και ποια όχι, ενώ τα ανεξόφλητα τιμολόγια που κατατέθηκαν ως τεκμήρια δεν ανταποκρίνοντο στο αξιούμενο ποσό. Σε άλλο σημείο της απόφασης το Δικαστήριο κατέληξε ότι τα τιμολόγια που αναφέρονταν στο κλητήριο ένταλμα ήταν μέρος της κατάστασης του λογαριασμού, ενώ ο μάρτυρας της εφεσίβλητης εταιρείας κατέθεσε ότι στην παράγραφο 7 του κλητηρίου παρουσιαζόταν η κατάσταση λογαριασμού, αλλά η απαίτηση ήταν στα τιμολόγια που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Εν πάση περιπτώσει το άθροισμα των τιμολογίων που κατατέθηκαν ήταν περισσότερο από την αξίωση. Περαιτέρω, αμφισβητείται ως λανθασμένη η ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 14.1.2008 με την οποία απερρίφθη αίτηση της εφεσείουσας να παραμεριστεί η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος καθώς και το ίδιο το κλητήριο διότι κατά το χρόνο της επίδοσης η εφεσείουσα δεν ήταν πλέον διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος. Το περίγραμμα αγόρευσης της εφεσείουσας είναι εκτεταμένο και λεπτομερές και η ουσία του είναι αυτά που έχουν αναφερθεί προηγουμένως. Η εφεσίβλητη εταιρεία δεν καταχώρησε περίγραμμα ούτε και εμφανίσθηκε στη διαδικασία ενώπιον του Εφετείου παρά τη σχετική προς τούτο ειδοποίηση. Ο συνήγορος που εμφανίστηκε κατά τη συζήτηση της έφεσης υιοθέτησε απλώς το περίγραμμα που είχε ετοιμαστεί από τη συνήγορο της εφεσείουσας. Η υπόθεση είναι απλή. Σύμφωνα με τη μαρτυρία που δόθηκε από το xxx Αργυρού (γραπτή κατάθεση και ζώσα μαρτυρία μεταξύ των διαδίκων), διατηρείτο εμπορικός λογαριασμός με πιστώσεις και χρεώσεις για την πώληση εμπορευμάτων της φύσης που αναφέρεται αναλυτικά στην «καρτέλλα πελάτη» που κατατέθηκε ως τεκμήριο, δηλαδή, διάφορα χρειώδη όπως λεπίδες, μαρμελάδες, απορρυπαντικά, κλπ. Η καρτέλλα αρχίζει από τις 12.1.2001 με τιμολόγιο για ΛΚ364.51 και τελειώνει στις 13.10.2001 με τιμολόγιο για ΛΚ221.75 και εξόφληση του την ίδια ημέρα με επιταγή, ώστε το υπόλοιπο από όλες τις συναλλαγές που φαίνονται να είναι ΛΚ562.20, το οποίο και αξιώθηκε. Η κατάσταση λογαριασμού κατατέθηκε, χωρίς ένσταση, ως Τεκμήριο. Ως αναφέρθηκε, την τιμολόγηση, είσπραξη και διαχείριση του λογαριασμού πελάτη είχε ο ίδιος ο μάρτυρας. Τα κατατεθέντα ως Τεκμήρια 2-6 τιμολόγια ήταν ορισμένα μόνο εκ του λογαριασμού, Τεκμήριο

  1. Επεξηγήθηκε κατά τη μαρτυρία ότι το άθροισμα των τιμολογίων ήταν μεγαλύτερο από το αξιούμενο ποσό, αλλά στο μεταξύ ο αποβιώσας πλήρωνε διάφορα ποσά με αποτέλεσμα να παραμένει το απαιτηθέν. Περαιτέρω, κατέστη φανερό από τη μαρτυρία ότι τα κατατεθέντα τιμολόγια ήταν ορισμένα εκ των εκδοθέντων και ότι τα χρήματα που δίδονταν έναντι ξοφλούσαν ορισμένες χρεώσεις, αλλά κανένα τιμολόγιο δεν είχε εξοφληθεί πλήρως. Ο μάρτυρας ήταν εν τέλει σαφής ότι η εταιρεία δεν εργαζόταν στη βάση τιμολογίων, αλλά στη βάση μηχανογραφημένου συστήματος τιμολόγησης και τήρησης λογαριασμού. Και ότι παρεδόθη η κατάσταση λογαριασμού στον αποβιώσαντα, ο οποίος και πλήρωνε έναντι, αποδεχόμενος ότι όφειλε χρήματα. Εύλογα το Δικαστήριο δέχθηκε τη μαρτυρία του xxx Αργυρού. Η καρτέλλα πελάτη έδειχνε το λογαριασμό με τον αποβιώσαντα, τα δε τιμολόγια ήταν ενδεικτικά της μεταξύ τους συνεργασίας. Ήταν αναλυτικά και έφεραν την υπογραφή του αποβιώσαντα. Η αντεξέταση δεν κατάφερε να αμφισβητήσει την ουσία της απαίτησης ότι λειτουργούσε μεταξύ των διαδίκων λογαριασμός δοσοληψιών ή ότι παρέμεινε υπόλοιπο. Από την άλλη, εύλογα και πάλι απερρίφθη από το Δικαστήριο η μαρτυρία της συζύγου του αποβιώσαντος. Η μαρτυρία της ήταν μια γενική άρνηση της οφειλής μόνο και μόνο διότι έτσι της έλεγε ο σύζυγος της, ο οποίος πλήρωνε πάντοτε μετρητά και επειδή έτσι πίστευε. Διαψευδόταν βεβαίως από τα τεκμήρια, ενώ καμία σχετική υποβολή προς τούτο, ότι δηλαδή, οι πληρωμές γίνονταν πάντοτε σε μετρητά δεν έγινε προς το μάρτυρα της εφεσίβλητης εταιρείας. Αργότερα στην αντεξέταση δέχθηκε ότι υπήρχε και βιβλιάριο επιταγών. Από πλευράς λοιπόν αξιολόγησης μαρτυρίας δεν εντοπίζεται πρόβλημα. Το πρωτόδικο Δικαστήριο λειτούργησε έχοντας υπόψη όλα τα δεδομένα της υπόθεσης και με ορθή αναφορά στις παραμέτρους αξιολογικής κρίσης. Επί της νομικής πτυχής το Δικαστήριο αναφέρθηκε στα τιμολόγια τα οποία κατατέθηκαν και τα οποία ήταν διαφορετικά από αυτά που καταγράφηκαν στην παράγραφο 7 της έκθεσης απαίτησης και που έδιδαν την εντύπωση ότι ήταν οι μοναδικές τιμολογήσεις που έγιναν ώστε να παραμένει το αξιωθέν υπόλοιπο στις 13.10.
  2. Το Δικαστήριο ορθά εντόπισε ότι τα τιμολόγια Τεκμήρια 2-6, δεν συνέπιπταν με τα αναφερόμενα στην παράγραφο 7 και ούτε μπορούσαν να αθροιστούν στο υπόλοιπο που αξιώνετο και ως εκ τούτου είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η θέση του μάρτυρα της εφεσίβλητης εταιρείας ότι παρέμειναν ανεξόφλητα τα Τεκμήρια 2-6 ήταν αδόκιμη και ότι δεν μπορούσε το Δικαστήριο να βασιστεί επί των τιμολογίων για να εκδώσει απόφαση. Θεώρησε δε ότι δεν μπορούσε να δεχθεί και τη θέση του μάρτυρα ότι ανεξόφλητα ήταν μόνο τα Τεκμήρια 2-
  3. Οι αναφορές αυτές του Δικαστηρίου έδωσαν το έναυσμα για τους λόγους έφεσης που αφορούν την εισήγηση ότι ενώ το Δικαστήριο απέρριψε στην ουσία τα τιμολόγια εν τούτοις παρουσιάζεται να βασίζει την απόφαση του στο γεγονός ότι μεταξύ της περιόδου 2.1.2001 και 13.10.2001 είχαν εκδοθεί διάφορα τιμολόγια έναντι των οποίων έγιναν διάφορες πληρωμές με αποτέλεσμα να παρέμεινε υπόλοιπο το ποσό των ΛΚ562.20 σεντ. Προσεκτική όμως ανάγνωση της απόφασης του Δικαστηρίου φανερώνει χωρίς αμφιβολία ότι το Δικαστήριο σε πέραν της μιας περίπτωσης είχε τη σταθερή θέση ότι η βάση της αγωγής ήταν η κατάσταση λογαριασμού που τηρείτο μεταξύ των διαδίκων και όχι τα τιμολόγια. Το υπόλοιπο που αξιωνόταν βασιζόταν σε αυτή την κατάσταση λογαριασμού και όχι δυνάμει των τιμολογίων. Η θέση αυτή είναι ορθή με δεδομένο ότι στην παράγραφο 6 αναφέρεται ότι για την επίδικη περίοδο πωλούνταν, τη παρακλήσει του αποβιώσαντος, διάφορα εμπορεύματα για τα οποία εκδίδονταν «σχετικά τιμολόγια και/ή τηρείτο σχετικός τρεχούμενος λογαριασμός». Ο μάρτυρας της εφεσίβλητης εξήγησε στην ουσία ότι τα τιμολόγια, περιλαμβανομένων και αυτών της παραγράφου 7 της απαίτησης εκδίδονταν ανάλογα με τα προϊόντα που παραδίδονταν, αλλά δεν εξοφλούνταν κατ΄ ανάγκη διότι εγίνοντο σε διάφορα στάδια διάφορες πληρωμές έναντι διαφόρων τιμολογίων, οι δε χρεοπιστώσεις φαίνονταν με ακρίβεια στην κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο
  4. Η ανάγνωση του Τεκμηρίου 1 επιβεβαιώνει ότι αποστέλλονταν τα εμπορεύματα στον αποβιώσαντα με διάφορα παραστατικά και δελτία αποστολής και με τιμολόγια έναντι των οποίων πληρώνονταν κατά καιρούς ορισμένα ποσά τα οποία αφαιρούνταν. Κάποτε επιστρέφονταν εμπορεύματα με αποτέλεσμα να εκδίδονται πιστωτικά τιμολόγια όπως επίσης φαίνεται στο Τεκμήριο. Το Δικαστήριο ορθά δεν στηρίχθηκε στα τιμολόγια, αλλά στην ύπαρξη του λογαριασμού. Τα τιμολόγια βεβαίως ήταν ενδεικτικά της όλης συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων και έφεραν υπογραφή (φανερά του αποβιώσαντα στο ένα εξ αυτών), ώστε να μη τίθετο υπό αμφισβήτηση ότι η εφεσίβλητη εταιρεία τιμολογούσε τον αποβιώσαντα όχι αυθαίρετα, αλλά για καλό λόγο, δηλαδή, τη μεταξύ τους συνεργασία για την οποία και τηρείτο τρεχούμενος λογαριασμός. Τα δεδομένα ομιλούσαν από μόνα τους ώστε να μην ενεργοποιείται το άρθρο 7 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, ως η έτερη εισήγηση της εφεσείουσας σε λόγο έφεσης περί της ανάγκης ενίσχυσης της μαρτυρίας επί αγωγής για χρέος επί περιουσίας αποβιώσαντος. Όπως προνοεί το άρθρο, η αξίωση είναι δεκτή όταν «φαίνονται ή αποδεικνύονται περιστατικά που καθιστούν την αξίωση εκ των προτέρων πιθανή, ή που μεταθέτουν το βάρος της αναίρεσης αυτής στους αντιπροσώπους του αποθανόντα.» Το Δικαστήριο δεν ασχολήθηκε με το ζήτημα αυτό, αλλά είναι πρόδηλο από όλη τη μαρτυρία, όπως αναδιπλώθηκε πρωτοδίκως, ότι δεν υπήρχαν δεδομένα τέτοια που να χρειαζόταν ενισχυτική μαρτυρία. Η έκθεση απαίτησης δεν ήταν ό,τι καλύτερο για μια τέτοια απλή αξίωση. Η συμπερίληψη συγκεκριμένων τιμολογίων στην παράγραφο 7 προκάλεσε σύγχυση χωρίς να ήταν αυτή η συμπερίληψη αναγκαία εφόσον η ουσία της υπόθεσης ήταν η τηρηθείσα κατάσταση λογαριασμού την οποία εύλογα το Δικαστήριο αποδέχθηκε στη βάση του ότι ο ίδιος ο μάρτυρας της εφεσίβλητης εταιρείας ήταν εκείνος που κρατούσε τα στοιχεία και ετοίμασε την κατάσταση λογαριασμού και η μαρτυρία αυτή δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Τα τιμολόγια ήσαν υποστηρικτικά της κατάστασης λογαριασμού και εκδίδονταν επί τη αποστολή των εμπορευμάτων τα οποία όντως παράγγελλε και λάμβανε ο αποβιώσας, χωρίς αυτό να αμφισβητηθεί, όπως και πάλι ορθά υπέδειξε το Δικαστήριο, από την υπεράσπιση. Στη βάση των πιο πάνω ήταν λανθασμένη η αναφορά του Δικαστηρίου σε τιμολόγια για να καταλήξει στην απόφαση του και η σχετική διατύπωση δεν συνήδε με την σαφή προηγηθείσα θέση του ότι η αξίωση βασιζόταν επί του τρεχούμενου λογαριασμού. Δεν ήταν βέβαια ο λογαριασμός εκκαθαρισμένος εφόσον δεν είχε συμφωνήσει με αυτή ο αποβιώσας, αλλά ένας τρεχούμενος εμπορικός λογαριασμούς ο οποίος λειτουργούσε και στη βάση του οποίου παρέμεινε υπόλοιπο. Παραπονείται επίσης η εφεσείουσα ότι ήταν λανθασμένη η ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 14.1.2008, καθώς και η επιδίκαση των εξόδων εναντίον της. Ο λόγος έφεσης είναι αβάσιμος. Το Δικαστήριο, (άλλο από αυτό που εξέδωσε την τελική απόφαση), με εμπεριστατωμένη και ορθή σκέψη διέγνωσε ότι η αγωγή είχε επιδοθεί πριν κλείσει η διαχείριση και ότι κακώς η διαχειρίστρια-εφεσείουσα έσπευσε να κλείσει τη διαχείριση ενώ είχε δεόντως ειδοποιηθεί ότι εκκρεμούσε αξίωση επί της περιουσίας. Επομένως, ορθά καταδικάστηκε και στα έξοδα. Η έφεση απορρίπτεται χωρίς έξοδα δεδομένου ότι η εφεσίβλητη εταιρεία ούτε εμφανίσθηκε, ούτε καταχώρησε περίγραμμα. Δ. Δ. Δ. /ΕΘ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.