ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ROSTOVTSEV , Πολιτική Aίτηση Αρ. 38/2020, 2/4/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:AD:2020:D110 ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (Πολιτική Αίτηση Αρ. 38/2020) 2 Απριλίου 2020 [Χ. ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΑΡΘΡΟ3 ΚΑΙ 9 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ1964 ΜΕΧΡΙ 1991 ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ xxx xxx ROSTOVTSEV ΑΠΟ ΤΗ ΡΩΣΙΑ ΓΙΑ ΑΔΕΙΑ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΕΝΤΑΛΜΑ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ CERTIORARI ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 5.3.2020 ΜΕ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΚΡΙΘΗΚΕ ΕΓΚΥΡΗ Η ΕΠΙΔΟΣΗ ΤΟΥ ΚΑΤΗΓΟΡΗΤΗΡΙΟΥ ΤΗΣ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ 17675/2018 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΤΟΝ xxx xxx ROSTOVTSEV ΚΑΙ ΒΑΣΕΙ ΤΗΣ ΟΠΟΙΑΣ ΕΚΔΟΘΗΚΕ ΤΟ ΕΘΝΙΚΟ ΕΝΤΑΛΜΑ ΣΥΛΛΗΨΗΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ xxx xxx ROSTOVTSEV ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 23.3.2020 -------------- Γ. Χριστοδούλου για Λ. Παπαφιλίππου & Σία Δ.Ε.Π.Ε και Μ. Κυπριανού για Michael Kyprianou & Co LLC, για τον Αιτητή. -------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η (Extempore) ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.: Ο Αιτητής είναι ο κατηγορούμενος 1 στην ιδιωτική ποινική υπόθεση 17675/2018 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Πρόκειται για ρώσο υπήκοο που διαμένει στη Ρωσία. Είναι συγκατηγορούμενος με ακόμα δύο πρόσωπα και αντιμετωπίζουν κατηγορίες που αφορούν στην κυκλοφορία πλαστών εγγράφων. Η υπόθεση ήταν ορισμένη για επίδοση στον Αιτητή την 20.2.
- Το πρακτικό της ημέρας δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, προκύπτει όμως από το πρακτικό της 5.3.2020 που ακολούθησε και που έχει παρουσιαστεί πως το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, στη συνέχεια το Κατώτερο Δικαστήριο, είχε ζητήσει κάποιες διευκρινήσεις αναφορικά με την επίδοση του κατηγορητηρίου στον Αιτητή, που ο ιδιώτης κατήγορος διατεινόταν ότι είχε επιτευχθεί. Η διαδικασία δεν ήταν η συνήθης. Ο ιδιώτης κατήγορος παρουσίασε δύο μάρτυρες αναφορικά με το ζήτημα της επίδοσης. Το Κατώτερο Δικαστήριο πείστηκε ότι η επίδοση ήταν καλή. Είχε καταλήξει ότι: « . ικανοποιούμαι ότι το παρόν Κατηγορητήριο έχει επιδοθεί δεόντως και νομίμως ως προβλέπει η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την οποία έκανα αναφορά ανωτέρω, η οποία κυρώθηκε στην Κυπριακή Δημοκρατία μέσω[του] Κυρωτικού Νόμου Ν.2 ΙΙΙ/2000, στον πρώτο Κατηγορούμενο και ότι αυτός έχει λάβει γνώση του σχετικού κατηγορητηρίου. Ως εκ τούτου, αποδέχομαι ως ορθή την επίδοση εναντίον του. Ο Κατηγορούμενος φωνάχθηκε και είναι απών». Στη συνέχεια και αφού ζητήθηκε, το Κατώτερο Δικαστήριο εξέδωσε ένταλμα σύλληψης εναντίον του Αιτητή. Προκύπτει ότι το Κατώτερο Δικαστήριο έκρινε πως η επίδοση, που αποδέχτηκε πως πράγματι επιτεύχθηκε, ήταν καλή σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για Αμοιβαία Αρωγή σε Ποινικά Θέματα, η οποία έχει κυρωθεί με τον περί της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για Αμοιβαία Αρωγή σε Ποινικά Θέματα και του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής (Κυρωτικό) Νόμο του 2000 (Αρ.2(ΙΙΙ)/2000), κατάληξη που είχε ως επακόλουθο, δοθείσης της απουσίας του Αιτητή την έκδοση του εντάλματος σύλληψης εναντίον του. Την 31.3.2020 καταχωρίστηκε η υπό κρίση Αίτηση για άδεια του Δικαστηρίου για την καταχώριση αίτησης με κλήση για την έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari για την ακύρωση της απόφασης της 5.3.2020, τόσο στην έκταση που έκρινε έγκυρη την επίδοση του κατηγορητηρίου, όσο και στην έκδοση του εντάλματος σύλληψης του Αιτητή, αλλά και του ίδιου του εντάλματος σύλληψης ημερ.23.3.2020 (πρόκειται για την ημερομηνία έκδοσης του Ποινικού Τύπου Αρ.4). Και, βέβαια, την αναστολή της ισχύος τους μέχρι την αποπεράτωση της παρούσας διαδικασίας ή άλλης διαταγής του Δικαστηρίου. Υποδεικνύεται στην Έκθεση Γεγονότων που συνοδεύει την Αίτηση και υποστηρίζεται με την Ένορκη Δήλωση ημερ. 31.3.2020 της δικηγόρου Μ. Κωνσταντίνου, που εργάζεται στο πρώτο από τα δύο δικηγορικά γραφεία που εκπροσωπούν τον Αιτητή, ότι προκύπτει νομική πλάνη ή και πλάνη περί το νόμο έκδηλη στο πρακτικό. Η επίδοση, που κατ' ισχυρισμό είχε επιτευχθεί, δεν ήταν νομότυπη και κατ' ακολουθία, εκδίδοντας το ένταλμα σύλληψης, το Κατώτερο Δικαστήριο παράβηκε τις εξουσίες και τη δικαιοδοσία του, αφού η έγκυρη επίδοση του κατηγορητηρίου είναι, όπως οι δικηγόροι του Αιτητή επιχειρηματολόγησαν, δικαιοδοτικός όρος για την έκδοση εντάλματος σύλληψης κατηγορουμένου προσώπου που παραλείπει να εμφανιστεί στην ποινική υπόθεση εναντίον του (βλ. άρθρο 44 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155). Υποδεικνύεται ακόμα πως στο ένταλμα που εκδόθηκε αναφέρεται ότι ο Αιτητής είχε παραλείψει να εμφανιστεί ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας την 5.3.2020, ενώ με την επίδοση, που κατ' ισχυρισμό έγινε, αυτός καλείτο να εμφανιστεί την 20.2.
- Το σφάλμα στον Ποινικό Τύπο Αρ.4 προέκυψε πρόδηλα λόγω της αναβολής που είχε δοθεί την 20.2.2020 για να εξεταστεί το ζήτημα της επίδοσης. Στο πρακτικό της 5.3.2020 δεν αναφέρεται να φωνείται ο Αιτητής και ενδεχομένως όταν το Κατώτερο Δικαστήριο σημείωνε ότι: «Ο Κατηγορούμενος φωνάχθηκε και είναι απών», παρά τη χρήση του ρήματος «είναι» στον ενεστώτα χρόνο, να αναφερόταν στην 20.2.
- Όπως έχει σημειωθεί, το πρακτικό της 20.2.2020 δεν έχει τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου και δεν μπορεί να διαπιστωθεί ότι την ημερομηνία εκείνη δεν είχε φωναχθεί ο Αιτητής και καταγραφεί η απουσία του. Υπό τις περιστάσεις, νοουμένου ότι η επίδοση θα ήταν καλή, με τα κατάλληλα διαβήματα, το ένταλμα σύλληψης θα μπορούσε ίσως να διορθωθεί. Ουσιαστικότερο είναι το ζήτημα του κατά πόσο το Κατώτερο Δικαστήριο μπορούσε να εκδώσει ένταλμα σύλληψης εναντίον του Αιτητή, που απολήγει, κατά πρώτο λόγο, στο κατά πόσο η επίδοση, που κατ' ισχυρισμό είχε επιτευχθεί, ήταν νομότυπη. Εγείρεται ακόμα, κατά δεύτερο λόγο, ζήτημα κατά πόσο ήταν επιτρεπτό να εκδοθεί ένταλμα σύλληψης ακόμα και αν η επίδοση ήταν καλή και είχε δεόντως αποδειχθεί. Αυτά είναι τα κύρια θέματα που χρήζουν εξέτασης. Εγείρεται περαιτέρω ζήτημα απόδειξης της επίδοσης που, όμως, καταλήγει στο τρόπο επίδοσης και απλά προσθέτει στην επιχειρηματολογία των δικηγόρων του Αιτητή ότι η επίδοση δεν ήταν νομότυπη. Οι δικηγόροι του Αιτητή επικαλέστηκαν και το άρθρο 35[1] του Κυρωτικού της Συνθήκης μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών για Παροχή Νομικής Συνδρομής σε θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου Νόμου του 1986 (Ν.172/1986) για να εισηγηθούν πως δεν θα μπορούσε να καταχωριστεί ποινική υπόθεση εναντίον του Αιτητή στη Δημοκρατία. Η εξέταση τέτοιου ζητήματος δεν καλύπτεται από το αιτητικό της Αίτησης και δεν μπορεί να συζητηθεί περισσότερο. Η ισχυριζόμενη επίδοση έγινε με την αποστολή μέσω της υπηρεσίας «Data Post» των Κυπριακών Ταχυδρομείων επιστολής του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης της Δημοκρατίας ημερ.8.1.2020 προς τον Αιτητή στη διεύθυνση του στη Ρωσική Ομοσπονδία. Στην επιστολή εσωκλειόταν και το κατηγορητήριο, προφανώς και μετάφραση του στα ρωσικά. Τα σχετικά έγγραφα είχαν παρουσιαστεί στο Κατώτερο Δικαστήριο, όπως και έγγραφο που εκτυπώθηκε από την ιστοσελίδα των Ταχυδρομείων «Track and Trace Results» προς απόδειξη της παραλαβής τους από τον Αιτητή την 11.1.
- Οι δικηγόροι του Αιτητή υπέδειξαν ότι σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης η επίδοση επιτρεπόταν να γίνει μόνο μέσω των αρμοδίων αρχών της Ρωσικής Ομοσπονδίας και όχι με απευθείας επίδοση με την αποστολή των σχετικών εγγράφων ταχυδρομικώς από το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης της Δημοκρατίας, όπως έγινε. Το άρθρο 7 προνοεί ότι: «
- Το Μέρος στο οποίο υποβάλλεται αίτηση επιδίδει εντάλματα και έγγραφα δικαστικών αποφάσεων τα οποία διαβιβάζονται σε αυτό για το σκοπό αυτό από το αιτούν Μέρος. Επίδοση δύναται να γίνει με απλή μεταβίβαση του εντάλματος ή εγγράφου στο πρόσωπο στο οποίο θα γίνει επίδοση. Αν το αιτούν Μέρος απαιτεί ρητά με τον τρόπο αυτό, γίνεται επίδοση από το Μέρος στο οποίο υποβάλλεται αίτηση με τον τρόπο που προνοείται για την επίδοση παρόμοιων εγγράφων, με βάση τη δική του νομοθεσία ή με ειδικό τρόπο σύμφωνα με τη νομοθεσία αυτή.
- Απόδειξη της επίδοσης δίνεται με απόδειξη παραλαβής χρονολογημένη και υπογραμμένη από το πρόσωπο στο οποίο γίνεται η επίδοση ή με δήλωση που γίνεται από το Μέρος στο οποίο υποβάλλεται αίτηση ότι έγινε επίδοση και αναφέρει τον τόπο και την ημερομηνία της επίδοσης αυτής. Ένα ή άλλο από αυτά τα έγγραφα στέλλονται αμέσως στο αιτούν Μέρος. Το Μέρος στο οποίο υποβάλλεται αίτηση, αν το αιτούν Μέρος το ζητήσει με τον τρόπο αυτό, δηλώνει κατά πόσο έγινε επίδοση σύμφωνα με τη νομοθεσία του Μέρους στο οποίο υποβάλλεται αίτηση. Αν δε δύναται να γίνει επίδοση, οι λόγοι ανακοινώνονται αμέσως από το Μέρος στο οποίο υποβάλλεται αίτηση στο αιτούν Μέρος.» Σημειώνεται πως «Μέρος» εννοείται συμβαλλόμενο κράτος, όπως είναι η Κύπρος και η Ρωσική Ομοσπονδία. Επομένως, εισηγούνται οι δικηγόροι του Αιτητή, μόνο με τη συνδρομή της αρμόδιας αρχής της Ρωσικής Ομοσπονδίας μπορούσε να επιτευχθεί έγκυρη επίδοση, επιχειρηματολογία που ενισχύεται από την εμπλοκή του κράτους στο οποίο υποβλήθηκε το αίτημα στη αποστολή του αποδεικτικού της επίδοσης εγγράφου στο κράτος που αιτήθηκε την επίδοση. Το αποδεικτικό έγγραφο πρέπει να είναι ένα από συγκεκριμένα δύο που περιγράφονται και σε κανένα από τα οποία δεν ανταποκρινόταν η εκτύπωση που παρουσιάστηκε στο Κατώτερο Δικαστήριο. Υπέδειξαν ακόμα οι δικηγόροι του Αιτητή πως ενώ το άρθρο 16 του Δεύτερου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της Σύμβασης που κυρώθηκε με τον περί του Δεύτερου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για Αμοιβαία Αρωγή σε Ποινικά Θέματα (Κυρωτικό) Νόμο του 2012 (Αρ.5(ΙΙΙ)/2012) προνοεί ότι: «Οι αρμόδιες δικαστικές αρχές οποιουδήποτε Μέρους δύνανται να απευθύνουν άμεσα, με το ταχυδρομείο, δικαστικά έγγραφα και δικαστικές αποφάσεις σε πρόσωπα που βρίσκονται στο έδαφος οποιουδήποτε άλλου Μέρους» αυτό δεν εφαρμόζεται στα περιστατικά της υπόθεσης αφού η Ρωσική Ομοσπονδία έχει ρητά επιφυλάξει το δικαίωμα της να μην εφαρμόσει το άρθρο 16, όπως ήταν επιτρεπτό δυνάμει του άρθρου 33.2του Δεύτερου Πρόσθετου Πρωτόκολλου. Το άρθρο 44
(1)[2] του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμος, Κεφ.155, παρέχει την εξουσία στο Δικαστήριο αν ο κατηγορούμενος παράλειψε να εμφανιστεί σε ανταπόκριση κλήσης που έχει ήδη εκδοθεί και της οποίας έχει αποδειχτεί η επίδοση να εκδώσει ένταλμα σύλληψης του. Το κρίσιμο ερώτημα είναι κατά πόσο το Κατώτερο Δικαστήριο ενήργησε μέσα στα πλαίσια των εξουσιών του αλλά με τρόπο λανθασμένο ή υπερέβη την δικαιοδοσία του. Το ζήτημα αναπτύσσεται στη Πολυκάρπου
(1991)1 Α.Α.Δ. 207 στις σελ.218-222. Επισημαίνεται ότι η έκδοση διατάγματος certiorari χωρεί μόνο στη δεύτερη περίπτωση και πως η ορθή απάντηση στο ερώτημα αυτό εξαρτάται από την ορθή ερμηνεία της διάταξης δυνάμει της οποίας ενήργησε ο Δικαστής κατά την έκδοση του επίδικου εντάλματος. Στην περίπτωση εκείνη είχε διαπιστωθεί ότι ο Δικαστής εξέδωσε το ένταλμα συλλήψεως καθ' υπέρβαση της δικαιοδοσίας του, παρά το γεγονός ότι είχε δικαιοδοσία να επιληφθεί της αίτησης για την έκδοση του. Τα στοιχεία που είχαν τεθεί ενώπιον του Δικαστή μέσω της ένορκης δήλωσης του αστυνομικού οργάνου δεν μπορούσαν εύλογα να αποτελέσουν τη βάσει της απαραίτητης εύλογης υποψίας για τη διάπραξη του αδικήματος από τον αιτητή. Δεν επρόκειτο ούτε για κακή εφαρμογή του νόμου, ούτε για κακή εκτίμηση των γεγονότων ή της μαρτυρίας, ούτε για κακή άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου. Επρόκειτο για περίπτωση μη εκπλήρωσης ρητής προϋπόθεσης για την άσκηση της νομοθετικά παρεχόμενης στο Δικαστήριο δικαιοδοσίας για την έκδοση του επίδικου εντάλματος. Προκύπτει, εκ πρώτης, ότι οι περιστάσεις στην Πολυκάρπου προσομοιάζουν με τις περιστάσεις στην παρούσα υπόθεση. Για να αποδεχτεί το Κατώτερο Δικαστήριο ότι είχε γίνει καλή επίδοση που είχε δεόντως αποδειχτεί, θα έπρεπε να είχε κρίνει πως, στα περιστατικά της υπόθεσης, ο νόμος επέτρεπε την επίδοση στον Αιτητή με την αποστολή επιστολής του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης της Δημοκρατίας μέσω της υπηρεσίας «Data Post» των Κυπριακών Ταχυδρομείων και πως η επίδοση θα μπορούσε νομότυπα να αποδειχτεί με την παρουσίαση εκτύπωσης από την ιστοσελίδα των Ταχυδρομείων όπου αναγραφόταν ότι ο Αιτητής είχε παραλάβει την επιστολή. Προκύπτει, εκ πρώτης, από το πρακτικό ημερ.5.3.2020 πως το Κατώτερο Δικαστήριο δεν προέβηκε στη διεργασία της υπαγωγής των γεγονότων που περιέβαλλαν την επίδοση στο νόμο ώστε να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα ως προς το νομότυπο της επίδοσης που, κατ΄ ισχυρισμό, είχε γίνει. Στη σύντομη απόφαση του αναφέρει: «Εν όψει των διευκρινίσεων που έχουν δοθεί τόσο από τον κύριο Γαβριηλίδη, όσο και από την κυρία Μούντη, ικανοποιούμαι ότι το παρόν Κατηγορητήριο έχει επιδοθεί δεόντως και νομίμως ως προβλέπει η Ευρωπαϊκή Σύμβαση .». Είχε προηγηθεί κατά τη μαρτυρία της Μούντη, που εργάζεται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης και χειρίζεται τις επιδόσεις κλήσεων στο εξωτερικό, αναφορά ότι η επίδοση είχε γίνει δυνάμει του άρθρου 7 της Σύμβασης και ερώτηση από το Κατώτερο Δικαστήριο κατά πόσο η μάρτυρας θεωρούσε με βάση το Ρωσικό Δίκαιο και τη Ευρωπαϊκή Σύμβαση ήταν αποδεκτός τρόπος επίδοσης του κατηγορητηρίου στον Αιτητή απευθείας με το ταχυδρομείο. Η μάρτυρας απάντησε ότι «Με βάση τη σύμβαση που εφαρμόζουμε τόσο η Κύπρος, όσο και η Ρωσική Ομοσπονδία, επιτρέπεται η σχετική επίδοση». Τα γεγονότα που είχαν τεθεί ενώπιον του Κατώτερου Δικαστηρίου, εκ πρώτης, δεν μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση για τη διαπίστωση έγκυρης επίδοσης, ώστε να εκπληρωθεί η προϋπόθεση για την άσκηση της νομοθετικά παρεχόμενης στο Δικαστήριο δικαιοδοσίας για την έκδοση του επίδικου εντάλματος. Έχει, συνεπώς, καταδειχτεί συζητήσιμη υπόθεση ότι το Κατώτερο Δικαστήριο απέτυχε να προβεί στη διεργασία της διαπίστωσης κατά πόσο είχε επιτευχθεί νομότυπη επίδοση στο Αιτητή που ήταν το απαραίτητο υπόβαθρο για τη δικαιοδοσία του να εκδώσει το ένταλμα σύλληψης εναντίον του Αιτητή. Υποστήριξαν ακόμα οι δικηγόροι του Αιτητή ότι η έκδοση εντάλματος σύλληψης εναντίον του Αιτητή δεν ήταν, σε κάθε περίπτωση επιτρεπτή από τις πρόνοιες του άρθρου 4
(2)του περί Διεθνούς Συνεργασίας σε Ποινικά Θέματα Νόμου του 2001 (Ν.23(Ι)/2001). Στην Αναφορικά με την αίτηση των Ζολώτας κ.ά., Πολιτική Έφεση 381/2017, ημερ.9.7.2019, ECLI:CY:AD:2019:A288, στη οποία παρέπεμψαν, αναφέρεται πως ο Ν.23(Ι)/2001 είναι άμεσα σχετικός με τη Σύμβαση. Σε ό,τι ενδιαφέρει στην παρούσα υπόθεση, οι διατάξεις του εφαρμόζονται σε ότι αφορά αιτήματα προς χώρες με τις οποίες η Δημοκρατία δεσμεύεται από πολυμερή Διεθνή Σύμβαση για συνεργασία σε θέματα ποινικής δικαιοσύνης (άρθρο15
(1)(γ)). Επεξηγείται στη Πολιτική Έφεση 381/2017 η επίδραση του άρθρου 4
(2)[3]του Ν.23(Ι)/2001 σε σχέση με τις συνέπειες της επίδοσης κατηγορητηρίου που έγινε σε κατηγορούμενο εκτός Κύπρου δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 7 της Σύμβασης για να εμφανιστεί σε ποινική υπόθεση στη Δημοκρατία, με κατάληξη ότι η έκδοση εντάλματος σύλληψης εναντίον τέτοιου κατηγορούμενου παραβιάζει το άρθρο 4
(2)του Νόμου. Αναφέρθηκαν ακόμα οι δικηγόροι του Αιτητή και σε πιο πρόσφατες υποθέσεις στις οποίες εξετάστηκε το ίδιο ζήτημα. Στη Δημοκρατία ν. Ζολώτα κ.ά. Ποιν. Εφ. 144/2019 κ.α. ημερομηνίας 11.12.2019,στην οποία συζητήθηκαν τόσο η Πολιτική Έφεση 381/2017 όσο και η προηγηθείσα xxx Ζολώτας, Πολιτική Έφεση 345/2016, με την οποία ανατράπηκε η πρωτόδικη απόφαση και δόθηκε η άδεια για την καταχώρηση της αίτησης για προνομιακό ένταλμα, αναφέρθηκε ότι: «Αν και προκύπτει ήδη από τα προαναφερθέντα, θεωρούμε χρήσιμο να διασαφηνίσουμε έτι περαιτέρω, για σκοπούς μελλοντικής καθοδήγησης, ότι η έκδοση εθνικού εντάλματος σύλληψης μετά από επίδοση του κατηγορητηρίου στο εξωτερικό με βάση το Ν. 2(ΙΙΙ)/2000 με σκοπό τη μεταγενέστερη επί τη βάσει αυτού (Bob-Dogi (ανωτέρω) [Niculaie Aurel Bob-Dogi C-241/15 ημερ. 1.6.2016]) έκδοση ΕΕΣ, δεν απαγορεύεται από το άρθρο 4
(2). Θα πρέπει, συνεπώς, να δηλώνεται προς το δικαστήριο κάθε φορά ο σκοπός έκδοσης εντάλματος σύλληψης μετά από επίδοση του κατηγορητηρίου στο εξωτερικό με βάση το Ν. 2(ΙΙΙ)/2000.» Στις Ποιν. Εφ. 144/2019 κ.ά. σημειώνεται η υπόδειξη στην Πολιτική Έφεση 345/2016 ότι ακόμα και στην περίπτωση που το πρόσωπο προς το οποίο έγινε επίδοση δυνάμει της Σύμβασης θα μετέβαινε αργότερα οικειοθελώς στη χώρα όπου εκκρεμεί υπόθεση εναντίον του, δεν θα μπορούσε να συλληφθεί, εκτός εάν γινόταν νέα επίδοση, για να καταλήξει πως η δυνατότητα σύλληψης και διασυνοριακής μεταγωγής παρέμεινε ζήτημα διαδικασιών έκδοσης, οι οποίες, εντέλει, αντικαταστάθηκαν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, από τον μηχανισμό του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης για τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το απόφθεγμα των Ποιν. Εφ. 144/2019 κ.α. είναι πως είναι δυνατή η έκδοση εθνικού εντάλματος σύλληψης μετά από την επίδοση κατηγορητηρίου που έγινε σε κατηγορούμενο εκτός Κύπρου, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 7 της Σύμβασης, για να εμφανιστεί σε ποινική υπόθεση στη Δημοκρατία και αυτό δεν παραβιάζει το άρθρο 4
(2)του Νόμου, το οποίο, ό,τι αποκλείει είναι τον εξαναγκασμό του προσώπου προς το οποίο επιδόθηκε το κατηγορητήριο στο εξωτερικό να συμμορφωθεί προς τούτο. Το εθνικό ένταλμα δεν μπορεί να εκτελεστεί στην ίδια την επικράτεια της Δημοκρατίας, αλλά μπορεί να αποτελέσει τη βάση για την έκδοση Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης. Στην Μπουλούτα κ.ά., Πολιτική Έφεση 219/2020, ημερ.18.2.2020, όπου και πάλι εξετάστηκε η εγκυρότητα Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης ακολουθήθηκε η Ποιν. Εφ. 144/2019 κ.ά.. Αποφασίστηκε ότι εφόσον η κατηγορούσα αρχή είχε πρόθεση να εκδώσει Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης εναντίον των κατηγορουμένων, οι οποίοι κατά τον επίδικο χρόνο ευρίσκονταν στην Ελλάδα, τα εντάλματα σύλληψης που εκδόθηκαν δεν καταστρατηγούσαν το άρθρο 4
(2)του Ν.23(Ι)/2001. Κατά την 5.3.2020 ο δικηγόρος του ιδιώτη κατήγορου ζητώντας την έκδοση εντάλματος σύλληψης εναντίον του Αιτητή ανάφερε: « . για να ισχύει στη Δημοκρατία σε περίπτωση που εισέλθει εντός της χώρας και για σκοπούς έκδοσης αναζήτησης του στο εξωτερικό και έκδοση Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης». Το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης είναι απόφαση ή Διάταγμα δικαστικής αρχής κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εκδίδεται με σκοπό τη σύλληψη και την παράδοση προσώπου, το οποίο ευρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ζητείται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους έκδοσης του εντάλματος (άρθρο 3 του περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και των Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητουμένων Μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης Νόμος του 2004(Ν.133(Ι)/2004) όπως έχει τροποποιηθεί). Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης δεν θα μπορούσε να εκδοθεί εφόσον ο Αιτητής δεν βρισκόταν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σημασία όμως είχε η εκδήλωση πρόθεσης δια να επιδιωχθεί η σύλληψη του Αιτητή στο εξωτερικό. Δεν έχει καταδειχτεί ότι η έκδοση του εντάλματος σύλληψης εναντίον του Αιτητή παραβίαζε το άρθρο 4
(2)τουΝ.23(Ι)/2001 ή ότι το Κατώτερο Δικαστήριο, σε αυτή τη βάσει υπερέβηκε τις εξουσίες του. Εφόσον έκρινε την επίδοση καλή και αποδεδειγμένη είχε, υπό τις περιστάσεις, την ευχέρεια να ενεργήσει με τον τρόπο που ενήργησε και η άσκηση της εξουσίας του να εκδώσει το επίδικο ένταλμα σύλληψης δεν ελέγχεται με προνομιακό ένταλμα. Έχει ο Αιτητής καταδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση για την χορήγηση άδειας για να καταχωρήσει αίτηση για Certiorari σε σχέση με το ζήτημα της νομιμότητας της επίδοσης του κατηγορητηρίου στον Αιτητή. Παρέχεται συνεπώς άδεια στον Αιτητή να καταχωρήσει αίτηση με κλήση για την έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari σε σχέση με το ζήτημα αυτό. Η αίτηση να καταχωριστεί μέσα σε πέντε ημέρες και να επιδοθεί στον Καθ΄ου η Αίτηση (ιδιώτη κατήγορο). Ο Πρωτοκολλητής να την ορίσει την 14.4.2020 και ώρα 09:30. Η ισχύς της απόφασης ημερ.5.3.2020 και του εκδοθέντος εντάλματος σύλληψης που συντάχτηκε την 23.3.2020 υπόθεση 17675/2018 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας αναστέλλεται μέχρι την καταχώριση της αίτησης και εφόσον καταχωριστεί μέσα στο χρόνο που προσδιορίστηκε, μέχρι την αποπεράτωση της. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης θα είναι έξοδα στην πορεία της αίτησης με κλήση. Χ. Μαλαχτός, Δ. [1]«Κατόπιν αίτησης ενός Συμβαλλόμενου Μέρους, το άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος οφείλει να κινεί, τηρουμένων των διατάξεων του δικαίου του, ποινικές διαδικασίες εναντίον πολιτών του οι οποίοι φέρονται ότι έχουν διαπράξει αδίκημα στο έδαφος του πρώτου Συμβαλλόμενου Μέρους.» [2]«Κατά οποιοδήποτε χρόνο μετά την καταχώρηση του κατηγορητηρίου, Δικαστής δύναται να εκδώσει είτε κλήση είτε ένταλμα που να εξαναγκάζει την παράσταση του κατηγορουμένου ενώπιον του Δικαστηρίου είτε για συνοπτική δίκη είτε για παραπομπή του στο Κακουργιοδικείο, ανάλογα με την περίπτωση: Νοείται ότι δεν εκδίδεται ένταλμα εκτός για κάποιο ειδικό λόγο ο οποίος καταχωρείται από το Δικαστή και υποστηρίζεται με όρκο ή εκτός αν ο κατηγορούμενος παράλειψε να εμφανιστεί σε ανταπόκριση κλήσης που έχει ήδη εκδοθεί και της οποίας έχει αποδειχτεί η επίδοση.» [3]«Επίδοση εγγράφων διαδικασίας με βάση το άρθρο αυτό δεν επιβάλλει υποχρέωση συμμόρφωσης δυνάμει οποιουδήποτε νόμου της Δημοκρατίας και συνεπώς παράλειψη συμμόρφωσης δε συνιστά καταφρόνηση δικαστηρίου και δεν παρέχει λόγο για εξαναγκασμό του προσώπου προς το οποίο γίνεται η επίδοση να συμμορφωθεί με αυτό.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο