← Κύπρος

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ XXX XXX ROSTOVTSEV, Πολιτική Aίτηση Αρ. 40/2020, 30/4/2020

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ XXX XXX ROSTOVTSEV, Πολιτική Aίτηση Αρ. 40/2020, 30/4/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:AD:2020:D133 ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (Πολιτική Αίτηση Αρ. 40/2020) 30 Απριλίου 2020 [Χ. ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 3 ΚΑΙ 9 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ1964 ΜΕΧΡΙ 1991 ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ XXX XXX ROSTOVTSEV ΑΠΟ ΤΗ ΡΩΣΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 5.3.2020 ΜΕ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΚΡΙΘΗΚΕ ΕΓΚΥΡΗ Η ΕΠΙΔΟΣΗ ΤΟΥ ΚΑΤΗΓΟΡΗΤΗΡΙΟΥ ΤΗΣ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ 17675/2018 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΤΟΝ XXX XXX ROSTOVTSEV ΚΑΙ ΒΑΣΕΙ ΤΗΣ ΟΠΟΙΑΣ ΕΚΔΟΘΗΚΕ ΤΟ ΕΘΝΙΚΟ ΕΝΤΑΛΜΑ ΣΥΛΛΗΨΗΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ XXX XXX ROSTOVTSEV ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 23.3.2020 -------------- Γ. Χριστοδούλου για Λ. Παπαφιλίππου & Σία Δ.Ε.Π.Ε και Μ. Κυπριανού για Michael Kyprianou & Co LLC, για τον Αιτητή. Η. Στεφάνου και Ε. Καπαρδή (κα) για Ηλία Α. Στεφάνου Δ.Ε.Π.Ε., για τον Καθ'ου η Αίτηση -------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.: Την 2.4.2020 δόθηκε άδεια στον Αιτητή που καταχώρησε την παρούσα αίτηση για την έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari για την ακύρωση της απόφασης της 5.3.2020, στην ιδιωτική ποινική υπόθεση 17675/2018 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, τόσο στην έκταση που έκρινε έγκυρη την επίδοση του κατηγορητηρίου σε αυτόν, όσο και στην έκδοση του εντάλματος σύλληψης εναντίον του, αλλά και του ίδιου του εντάλματος σύλληψης ημερ.23.3.2020 (πρόκειται για την ημερομηνία έκδοσης του Ποινικού Τύπου Αρ.4), σε σχέση με το ζήτημα της νομιμότητα της επίδοσης του κατηγορητηρίου. Η Αίτηση υποστηρίζεται με Ένορκη Δήλωση ημερ.6.4.2020 της δικηγόρου XXX Κωνσταντίνου, που εργάζεται στο πρώτο από τα δύο δικηγορικά γραφεία που εκπροσωπούν τον Αιτητή Καθ' ου η Αίτηση είναι ο ιδιώτης κατήγορος στην πιο πάνω ιδιωτική ποινική υπόθεση, XXX XXX Shchukin, από τη Ρωσία, ο οποίος και καταχώρησε Ειδοποίηση για Πρόθεση Ένστασης που υποστηρίζεται με δύο Ένορκες Δηλώσεις ημερ.24.4.2020, μια της XXX Μούντη, που εργάζεται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης και χειρίζεται τις επιδόσεις κλήσεων στο εξωτερικό και μια της δικηγόρου XXX Λουκά που εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Καθ' ου η Αίτηση. Τα ουσιώδη γεγονότα αποτελούν κοινό έδαφος και είναι τα ακόλουθα. Ο Αιτητής είναι ο κατηγορούμενος 1 στην ιδιωτική ποινική υπόθεση 17675/2018 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Πρόκειται για ρώσο υπήκοο που διαμένει στη Ρωσία. Είναι συγκατηγορούμενος με ακόμα δύο πρόσωπα και αντιμετωπίζουν κατηγορίες που αφορούν στην κυκλοφορία πλαστών εγγράφων. Η υπόθεση ήταν ορισμένη για επίδοση στον Αιτητή την 20.2.

  1. Το πρακτικό της ημέρας δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, προκύπτει όμως από το πρακτικό της 5.3.2020 που ακολούθησε και που έχει παρουσιαστεί πως το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, στη συνέχεια το Κατώτερο Δικαστήριο, είχε ζητήσει κάποιες διευκρινήσεις αναφορικά με την επίδοση του κατηγορητηρίου στον Αιτητή, που ο Καθ' ου η Αίτηση διατεινόταν ότι είχε επιτευχθεί. Η διαδικασία δεν ήταν η συνήθης. Ο Καθ' ου η Αίτηση παρουσίασε δύο μάρτυρες αναφορικά με το ζήτημα της επίδοσης. Τον δικηγόρο XXX Γαβριηλίδη και την προαναφερθείσα XXX Μούντη. Το Κατώτερο Δικαστήριο πείστηκε ότι η επίδοση ήταν καλή. Είχε καταλήξει ότι: «Ενόψει των διευκρινίσεων που έχουν δοθεί τόσο από τον κύριο Γαβριηλίδη, όσο και από την κυρία Μούντη, ικανοποιούμαι ότι το παρόν Κατηγορητήριο έχει επιδοθεί δεόντως και νομίμως ως προβλέπει η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την οποία έκανα αναφορά ανωτέρω, η οποία κυρώθηκε στην Κυπριακή Δημοκρατία μέσω [του] Κυρωτικού Νόμου Ν.2 ΙΙΙ/2000, στον πρώτο Κατηγορούμενο και ότι αυτός έχει λάβει γνώση του σχετικού κατηγορητηρίου. Ως εκ τούτου, αποδέχομαι ως ορθή την επίδοση εναντίον του. Ο Κατηγορούμενος φωνάχθηκε και είναι απών». Στη συνέχεια και αφού ζητήθηκε, το Κατώτερο Δικαστήριο εξέδωσε ένταλμα σύλληψης εναντίον του Αιτητή. Προκύπτει ότι το Κατώτερο Δικαστήριο έκρινε πως η επίδοση, που αποδέχτηκε πως πράγματι επιτεύχθηκε, ήταν καλή σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για Αμοιβαία Αρωγή σε Ποινικά Θέματα, στη συνέχεια η Ευρωπαϊκή Σύμβαση, η οποία έχει κυρωθεί με τον περί της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για Αμοιβαία Αρωγή σε Ποινικά Θέματα και του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής (Κυρωτικό) Νόμο του 2000 (Αρ.2(ΙΙΙ)/2000), κατάληξη που είχε ως επακόλουθο, δοθείσης της απουσίας του Αιτητή, την έκδοση του εντάλματος σύλληψης εναντίον του. Αναφέρεται στην Ένορκη Δήλωση Κωνσταντίνου και υποστηρίχθηκε από τους δικηγόρους του Αιτητή ότι είναι έκδηλο από τα πρακτικά ότι το Κατώτερο Δικαστήριο υπέπεσε σε νομική πλάνη κρίνοντας την κατ' ισχυρισμό επίδοση προς τον Αιτητή ως έγκυρη. Η επίδοση, που κατ' ισχυρισμό είχε επιτευχθεί, δεν ήταν νομότυπη και κατ' ακολουθία, εκδίδοντας το ένταλμα σύλληψης, το Κατώτερο Δικαστήριο παράβηκε τις εξουσίες και τη δικαιοδοσία του, αφού η έγκυρη επίδοση του κατηγορητηρίου είναι, όπως οι δικηγόροι του Αιτητή επιχειρηματολόγησαν, δικαιοδοτικός όρος για την έκδοση εντάλματος σύλληψης κατηγορουμένου προσώπου που παραλείπει να εμφανιστεί σε ποινική υπόθεση εναντίον του (βλ. άρθρο 44 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155). Η ισχυριζόμενη επίδοση έγινε με την αποστολή μέσω της υπηρεσίας «Data Post» των Κυπριακών Ταχυδρομείων επιστολής του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης της Δημοκρατίας ημερ.8.1.2020 προς τον Αιτητή στη διεύθυνση του στη Ρωσική Ομοσπονδία. Στην επιστολή εσωκλειόταν και το κατηγορητήριο και μετάφραση του στα ρωσικά. Τα σχετικά έγγραφα είχαν παρουσιαστεί στο Κατώτερο Δικαστήριο, όπως και έγγραφο που εκτυπώθηκε από την ιστοσελίδα των Ταχυδρομείων «Track and Trace Results» προς απόδειξη της παραλαβής τους την 11.1.2020 από τον Αιτητή. Οι δικηγόροι του Αιτητή υπέδειξαν ότι σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7[1] της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, στην οποία τόσο η Κύπρος, όσο και η Ρωσική Ομοσπονδία είναι Μέρη, η επίδοση επιτρεπόταν να γίνει μόνο μέσω των αρμοδίων αρχών της Ρωσικής Ομοσπονδίας και όχι με απευθείας επίδοση με την αποστολή των σχετικών εγγράφων ταχυδρομικώς από το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης της Δημοκρατίας, όπως έγινε. Δεν είναι, ωστόσο, η θέση των δικηγόρων του Καθ' ου η Αίτηση πως η υπό εξέταση επίδοση έγινε σύμφωνα με το άρθρο 7 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης ή ότι στη βάση του θα μπορούσε να επιτραπεί επίδοση με το ταχυδρομείο. Η βασική θέση που υποστήριξαν είναι ότι η επίδοση έγινε δυνάμει του άρθρου 16 του Δεύτερου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της Σύμβασης, στη συνέχεια το Δεύτερο Πρωτόκολλο, που κυρώθηκε με τον περί του Δεύτερου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για Αμοιβαία Αρωγή σε Ποινικά Θέματα (Κυρωτικό) Νόμο του 2012 (Αρ.5(ΙΙΙ)/2012) που προνοεί ότι: «Οι αρμόδιες δικαστικές αρχές οποιουδήποτε Μέρους δύνανται να απευθύνουν άμεσα, με ταχυδρομείο, δικαστικά έγγραφα και δικαστικές αποφάσεις σε πρόσωπα που βρίσκονται στο έδαφος οποιουδήποτε άλλου Μέρους». Οι δικηγόροι του Αιτητή υποστήριξαν ότι το άρθρο 16 του Δεύτερου Πρωτόκολλου δεν εφαρμόζεται στα περιστατικά της υπόθεσης καθότι η Ρωσική Ομοσπονδία έχει ρητά επιφυλάξει το δικαίωμα της να μην το εφαρμόσει, όπως είχε δικαίωμα δυνάμει του άρθρου 33.2 του Δεύτερου Πρωτόκολλου. Αντίθετα, οι δικηγόροι του Καθ' ου η Αίτηση επιχειρηματολόγησαν πως η επιφύλαξη της Ρωσικής Ομοσπονδίας δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 33.2, «αφού ο τρόπος και το λεκτικό επιφύλαξης που προνοείται με βάση το αναφερόμενο Πρωτόκολλο είναι συγκεκριμένος και δεν συμπεριλαμβάνει την φρασεολογία που χρησιμοποίησε η Ρωσική Ομοσπονδία στην "επιφύλαξη" της». Το άρθρο 33.2 προνοεί πως: «Οποιοδήποτε Κράτος δύναται, κατά το χρόνο της υπογραφής ή όταν καταθέτει το έγγραφο επικύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης του, να δηλώσει ότι επωφελείται του δικαιώματος να μην αποδεχθεί εν όλω ή εν μέρει ένα ή περισσότερα από τα Άρθρα 16, 17, 18, 19 και
  2. Καμιά άλλη επιφύλαξη δεν είναι δυνατόν να γίνει». Περαιτέρω, είναι κοινό έδαφος ότι η επιφύλαξη της Ρωσική Ομοσπονδίας είχε διατυπωθεί ως εξής: «Pursuant to Article 33, paragraph 2, of the Protocol, the Russian Federation reserves the right not to apply the provisions of Article 16,17 and 19 of the Protocol». Η θέση που προβάλλεται στην Ένορκη Δήλωση Μούντη και υποστηρίχτηκε από τους δικηγόρους του Καθ' ου η Αίτηση, είναι ότι «το λεκτικό της "επιφύλαξη" καταδεικνύει ότι η Ρωσική Ομοσπονδία απλά επιφύλαξε το δικαίωμα της να μην εφαρμόσει τα σχετικά άρθρα (συμπεριλαμβανομένου του άρθρου 16) σε μελλοντικό χρόνο. Αποτελεσματικά, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η Ρωσική Ομοσπονδία δεν έχει αποδεχθεί την εφαρμογή του άρθρου
  3. Εξ' ού και το Υπουργείο Δικαιοσύνης ως η αρμόδια (δικαστική) αρχή, συνεχίζει να προβαίνει σε επιδόσεις στη Ρωσική Ομοσπονδία μέσω της υπηρεσίας data post του Κυπριακού Ταχυδρομείου». Στο εσωτερικό πεδίο, εκάστου των συμβαλλομένων Κρατών, η ερμηνεία διεθνούς σύμβασης είναι έργο του Δικαστηρίου και όπου το νομοθετικό σώμα εκδίδει ερμηνευτικό μιας διεθνούς σύμβασης νόμο, αυτός επίσης ερμηνεύεται από το Δικαστήριο. Προκύπτει αβίαστα από το λεκτικό του άρθρου 33.2 του Δεύτερου Πρωτόκολλου πως η όποια επιφύλαξη, γίνεται κατά τον χρόνο της υπογραφής από το συμβαλλόμενο Κράτος ή όταν αυτό καταθέτει το έγγραφο επικύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης του στη Σύμβαση. Δεν υπάρχει δυνατότητα για διατύπωση επιφύλαξης σε άλλο χρονικό στάδιο, ούτε δυνατότητα άλλης επιφύλαξης πέραν της επιφύλαξης μη αποδοχής πλήρως ή μερικώς των συγκεκριμένων άρθρων. Δεν μπορεί συμβαλλόμενο Κράτος να επιφυλάξει δικαίωμα να μην αποδεχτεί οποιοδήποτε από τα άρθρα που αναφέρονται στο μέλλον. Η ερμηνεία που εισηγούνται οι δικηγόροι του Καθ' ου η Αίτηση απολήγει στο ότι η επιφύλαξη της Ρωσικής Ομοσπονδίας δεν έχει καμία απολύτως σημασία. Το άρθρο 33.2 δεν επιβάλλει την διατύπωση της όποιας επιφύλαξης με καθορισμένο τρόπο ή με τη χρήση συγκεκριμένης φρασεολογίας, όπως φαίνεται να εισηγούνται οι δικηγόροι του Καθ' ου η Αίτηση και σε κάθε περίπτωση το λεκτικό που χρησιμοποιήθηκε δεν δικαιολογεί την όποια αμφιβολία ως προς την πρόθεση της Ρωσικής Ομοσπονδίας, επισημαίνεται ότι η επιφύλαξη αρχίζει με την φράση «Pursuant to Article 33, paragraph 2, of the Protocol», ούτε και το αποτέλεσμα που επέφερε. Το αγγλικό κείμενο του άρθρου 33.2 αναφέρει ότι οποιοδήποτε Κράτος «may . declare that it avails itself of the right not to accept .», ενώ χρησιμοποιείται και η ορολογία «reservation», τόσο στο εδάφιο 2 όσο και στα εδάφια 3 και 4 που ακολουθούν. Είναι, άλλωστε, το ίδιο λεκτικό που παρουσιάζεται στις διεθνείς συμβάσεις στις οποίες έχει προσχωρήσει η Δημοκρατία και όπου αυτή ήθελε να διατυπώσει κάποια επιτρεπτή επιφύλαξη και στο ίδιο το Δεύτερο Πρωτόκολλο σε σχέση με το άρθρο 11.4 για το οποίο η Δημοκρατία διατύπωσε επιφύλαξη ότι: «In accordance with the Article 11, paragraph 4, of the Second Additional Protocol, the Government of the Republic of Cyprus reserves the right not to be bound by any conditions imposed by . ». Η χρήση των φράσεων «reserves the right to» ή «reserves the right not to» δεν υποδηλώνει επιφύλαξη για μελλοντικό χρόνο, αλλά ρητή και ξεκάθαρα ενεστώσα επιφύλαξη για ό,τι προσδιορίζεται. Σε σχέση με την ερμηνεία διεθνών συνθηκών σχετικό είναι το άρθρο 31

(1)του περί της Συμβάσεως της Βιέννης επί του Δικαίου των Συνθηκών (Κυρωτικού) Νόμου του 1976, που προνοεί ότι: «Η συνθήκη δέον να ερμηνεύηται εν καλή πίστει συμφώνως προς την συνήθη έννοιαν την αποδοτέαν εις τους όρους της συνθήκης εν τη αλληλουχία του κειμένου και υπό το φως του αντικειμένου και του σκοπού αυτής». Σύμφωνα δε με το άρθρο 21: «Επιφύλαξις . (α) τροποποιεί κατά την έκτασιν της επιφυλάξεως έναντι του επιφυλασσομένου Κράτους εις τας σχέσεις μετά του εν λόγω ετέρου μέρους, τας διατάξεις της συνθήκης εις τας οποίας αφορά η επιφύλαξις». Επομένως, κατά τον ίδιο τρόπο ερμηνεύονται και οι επιφυλάξεις. Ο σεβασμός προς τα συμβαλλόμενα Κράτη και την κυριαρχία τους αναγάγει ως ερμηνευτική αρχή την απόδοση σημασίας στις επιφυλάξεις που διατυπώνονται, λαμβανομένης υπόψη και της αρχής της "συσταλτικής ερμηνείας" που επάγει τις ολιγότερες υποχρεώσεις από τους συμβαλλομένους και που εφαρμόζεται κατά την ερμηνεία διεθνών συμβάσεων. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η ισχυριζόμενη επίδοση δεν ήταν νομότυπη και στη βάση της δεν θα μπορούσε να είχε εκδοθεί έγκυρο ένταλμα σύλληψης εναντίον του Αιτητή. Είναι η περαιτέρω θέση των δικηγόρων του Καθ' ου η Αίτηση πως η υπό έλεγχο απόφαση εκδόθηκε μέσα στα όρια της δικαιοδοσίας του Κατώτερου Δικαστηρίου και δεν προκύπτει πρόδηλο σφάλμα στο πρακτικό της διαδικασίας ή έκδηλη παρανομία και συνεπώς η Αίτηση σκοπεί σε αναθεώρηση της ορθότητας της απόφασης και όχι σε έλεγχο της νομιμότητας της. Απέδωσαν οι δικηγόροι του Καθ' ου η Αίτηση ιδιαίτερη σημασία στο γεγονός της μη παρουσίασης του πρακτικού ημερ.20.2.2020, που, κατά την εισήγηση τους, αποστερεί από το Δικαστήριο την ευχέρεια να διαπιστώσει τη δικανική σκέψη του Κατώτερου Δικαστηρίου σε σχέση με το υλικό που είχε τεθεί ενώπιον του και ποιες διευκρινίσεις ζήτησε, ώστε να γίνει αντιληπτό που κατεύθυνε τη σκέψη του. Η ουσία της εισήγησης είναι ότι θα διαφαινόταν ή θα μπορούσε να διαφανεί ότι το Κατώτερο Δικαστήριο κατεύθυνε τη σκέψη του και εξέτασε τις πρόνοιες του άρθρου 16 και ενδεχομένως και της επιφύλαξης που διατύπωσε η Ρωσική Ομοσπονδία για να καταλήξει, ορθά ή έστω λανθασμένα ότι εφαρμοζόταν. Κατ' ακολουθία, εισηγούνται ότι ακόμα και αν η επιμέρους κρίση του Κατώτερου Δικαστηρίου ήταν λανθασμένη, η απόφαση του δεν ελέγχεται με προνομιακό ένταλμα, αλλά μόνο με έφεση ως προς την ορθότητα της. Το πρακτικό ημερ. 20.2.2020 δεν εμπεριέχει την υπό έλεγχο απόφαση και συνεπώς η παρουσίαση πιστού του αντιγράφου δεν καθίσταται επιτακτική δυνάμει του άρθρου 3
(2)του περί Ανωτάτου Δικαστηρίου (Δικαιοδοσία Έκδοσης Ενταλμάτων Προνομιακής Φύσεως) Διαδικαστικού Κανονισμού του 2018. Εντούτοις, συμφωνεί το Δικαστήριο πως εάν αφορούσε ζήτημα σημασίας η παράληψη θα βάρυνε τον Αιτητή. Διαπιστώνεται ωστόσο, όπως εξηγείται στη συνέχεια, πως η δικαστική κρίση αντικατοπτρίζεται στην απόφαση της 5.3.2020 και επαρκώς η σκέψη που την θεμελίωσε. Το άρθρο 44
(1)[2] του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμος, Κεφ.155, παρέχει την εξουσία στο Δικαστήριο αν ο κατηγορούμενος παράλειψε να εμφανιστεί σε ανταπόκριση κλήσης που έχει ήδη εκδοθεί και της οποίας έχει αποδειχτεί η επίδοση να εκδώσει ένταλμα σύλληψης του. Η έκδοση εντάλματος σύλληψης συνιστά δικαστική πράξη. Είναι απόφαση σε δικαστική διαδικασία στην έννοια του άρθρου 4 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, η οποία πρέπει να είναι αιτιολογημένη όπως ρητά απαιτεί το Άρθρο 11.3 του Συντάγματος (Πολυκάρπου
(1991)1 Α.Α.Δ. 207, 215). Είναι η πάγια θέση της νομολογίας ότι ο έλεγχος της νομιμότητας εκδοθέντων ενταλμάτων από τα Επαρχιακά Δικαστήρια και εν κατακλείδι η εγκυρότητα τους, ασκείται αποκλειστικά από το Ανώτατο Δικαστήριο με τη διαδικασία των προνομιακών ενταλμάτων (Σύνδεσμος για την Πρόληψη της Βίας στα Γήπεδα
(1996)1 Α.Α.Δ. 171 και πιο πρόσφατα Αναφορικά με την Αίτηση των ΧΧΧ Γιατρού, Πολιτική Έφεση Αρ.342/2019, ημερ. 7.2.2020, ECLI:CY:AD:2020:A50). Το ζήτημα που εγείρεται είναι κατά πόσο στην προκείμενη περίπτωση το Κατώτερο Δικαστήριο ενήργησε μέσα στα πλαίσια των εξουσιών του αλλά με τρόπο λανθασμένο ή υπερέβη την δικαιοδοσία του. Το ζήτημα αναπτύσσεται στη Πολυκάρπου στις σελ.218-222. Επισημαίνεται ότι η έκδοση προνομιακού εντάλματος certiorari χωρεί μόνο στη δεύτερη περίπτωση και πως η ορθή απάντηση εξαρτάται από την ορθή ερμηνεία της διάταξης δυνάμει της οποίας ενήργησε ο Δικαστής κατά την έκδοση του επίδικου εντάλματος. Στην περίπτωση εκείνη είχε διαπιστωθεί ότι ο Δικαστής εξέδωσε το ένταλμα σύλληψης καθ' υπέρβαση της δικαιοδοσίας του, παρά το γεγονός ότι είχε δικαιοδοσία να επιληφθεί της αίτησης για την έκδοση του. Τα στοιχεία που είχαν τεθεί ενώπιον του Δικαστή μέσω της ένορκης δήλωσης του αστυνομικού οργάνου δεν μπορούσαν εύλογα να αποτελέσουν τη βάσει της απαραίτητης εύλογης υποψίας για τη διάπραξη του αδικήματος από τον αιτητή. Δεν επρόκειτο ούτε για κακή εφαρμογή του νόμου, ούτε για κακή εκτίμηση των γεγονότων ή της μαρτυρίας, ούτε για κακή άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου. Επρόκειτο για περίπτωση μη εκπλήρωσης ρητής προϋπόθεσης για την άσκηση της νομοθετικά παρεχόμενης στο Δικαστήριο δικαιοδοσίας για την έκδοση του επίδικου εντάλματος. Όπως εξηγείται στη Αναφορικά με την Αίτηση της Apak Agro Industries Ltd
(2000)1(A) A.A.Δ. 287, 294-295, στην οποία παρέπεμψαν οι δικηγόροι του Καθ' ου η Αίτηση: «Η θεραπεία της δικαστικής αναθεώρησης δεν ασχολείται με την αναθεώρηση της ουσίας της απόφασης αλλά με τη διαδικασία λήψης της απόφασης. Απόφαση κατώτερου δικαστηρίου μπορεί να ακυρωθεί με ένταλμα Certiorari όπου το δικαστήριο ενήργησε χωρίς δικαιοδοσία, ή υπερέβη τη δικαιοδοσία του ή παρέλειψε να συμμορφωθεί με τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης στην περίπτωση που οι κανόνες αυτοί τυγχάνουν εφαρμογής ή όπου υπάρχει νομικό σφάλμα στην όψη του πρακτικού ή η απόφαση είναι παράλογη υπό την έννοια της αρχής που έχει διατυπωθεί στην Associated Provincial Picture Houses Limited v. Wednesbury Corporation [1948] 1 K.B. 223. Ωστόσο το δικαστήριο σε αίτηση δικαστικής αναθεώρησης δε λειτουργεί ως Εφετείο από την απόφαση του κατώτερου δικαστηρίου, ούτε και επεμβαίνει με οποιοδήποτε τρόπο στην άσκηση οποιασδήποτε εξουσίας ή διακριτικής ευχέρειας η οποία έχει εναποτεθεί στο κατώτερο δικαστήριο, εκτός αν έχει ασκηθεί με τρόπο ο οποίος δεν εμπίπτει εντός της δικαιοδοσίας του η απόφαση είναι παράλογη με βάση τις αρχές της Wednesbury (πιο πάνω). Αναφορικά με την έννοια του όρου νομικό σφάλμα, η οποία είναι εμφανής στο πρακτικό, καθώς έχει νομολογηθεί, αυτή δεν συμπεριλαμβάνει νομικά εσφαλμένες αποφάσεις. Αναφέρεται σε εκείνες τις περιπτώσεις όπου υπάρχει φανερά εσφαλμένη ερμηνεία του Νόμου ή εσφαλμένη εφαρμογή του σε δεδομένη περίπτωση. Δεν είναι δηλαδή αρκετό ότι υπήρξε σοβαρή πλάνη ή πλάνη σε σχέση με μια καθιερωμένη νομική αρχή. Πρέπει να υπάρχει πλάνη που μπορεί αμέσως να διακριβωθεί από το Δικαστήριο και όχι κατόπιν έρευνας όλων των στοιχείων ή της μαρτυρίας (Βλ. re Γενικός Εισαγγελέας (Αρ. 2)
(1995)1 Α.Α.Δ. 126, 129, re Μάριος Χρίστου
(1996)1 Α.Α.Δ. 399, re Κοσμάς Ανδρέου
(1996)1 Α.Α.Δ. 472, re Εταιρεία Αδελφοί ΧΕΓΚ Φιλίππου Λτδ κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 904 και re Ξάνθος Λυσιώτης και Υιός Λτδ.
(1996)1 Α.Α.Δ. 1066).» Οι περιστάσεις στην Πολυκάρπου προσομοιάζουν με τις περιστάσεις στην παρούσα υπόθεση. Για να αποδεχτεί το Κατώτερο Δικαστήριο ότι είχε γίνει καλή επίδοση που είχε δεόντως αποδειχτεί, θα έπρεπε να είχε κρίνει πως, στα περιστατικά της υπόθεσης, ο νόμος επέτρεπε την επίδοση στον Αιτητή με την αποστολή επιστολής του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης της Δημοκρατίας μέσω της υπηρεσίας «Data Post» των Κυπριακών Ταχυδρομείων και πως η επίδοση θα μπορούσε νομότυπα να αποδειχτεί με την παρουσίαση εκτύπωσης από την ιστοσελίδα των Ταχυδρομείων όπου αναγραφόταν ότι ο Αιτητής είχε παραλάβει την επιστολή. Προκύπτει από το πρακτικό ημερ.5.3.2020 πως το Κατώτερο Δικαστήριο δεν προέβηκε στη διεργασία της υπαγωγής των γεγονότων που περιβάλλαν την επίδοση στο νόμο ώστε να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα ως προς το νομότυπο της επίδοσης που, κατ΄ ισχυρισμό, είχε γίνει. Στη σύντομη απόφαση του αναφέρει: «Εν όψει των διευκρινίσεων που έχουν δοθεί τόσο από τον κύριο Γαβριηλίδη, όσο και από την κυρία Μούντη, ικανοποιούμαι ότι το παρόν Κατηγορητήριο έχει επιδοθεί δεόντως και νομίμως ως προβλέπει η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την οποία έκανα αναφορά ανωτέρω, η οποία κυρώθηκε στην Κυπριακή Δημοκρατία μέσω [του] Κυρωτικού Νόμου Ν.2 ΙΙΙ/2000 . ». Είχε προηγηθεί κατά τη μαρτυρία της Μούντη αναφορά ότι η επίδοση είχε γίνει δυνάμει του άρθρου 7 της Σύμβασης, χωρίς καμιά αναφορά στο άρθρο16. Είχε αναφέρει η μάρτυρας: «Μάλιστα Εντιμότατε, στη Ρωσική Ομοσπονδία η αρμόδια αρχή για παραλαβή επίδοσης κλήσεως είναι το Υπουργείο Δικαιοσύνης. Όσον αφορά το Τεκμήριο Α, στο ίδιο Τεκμήριο έχουμε κάνει και επίδοση απευθείας στον Κατηγορούμενο 1, το οποίο προβλέπει και η σύμβαση του Άρθρου 7 για αποστολή απευθείας μέσω ταχυδρομείου». Ακολούθησε αναφορά από το Κατώτερο Δικαστήριο: «Άρα υπάρχουν δύο τρόποι» και ερώτηση κατά πόσο η μάρτυρας θεωρούσε με βάση το ρωσικό δίκαιο και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση ήταν αποδεκτός τρόπος επίδοσης του κατηγορητηρίου στον Αιτητή απευθείας με το ταχυδρομείο. Η μάρτυρας απάντησε ότι «Με βάση τη σύμβαση που εφαρμόζουμε τόσο η Κύπρος, όσο και η Ρωσική Ομοσπονδία, επιτρέπεται η σχετική επίδοση». Τα γεγονότα που είχαν τεθεί ενώπιον του Κατώτερου Δικαστηρίου δεν μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση για τη διαπίστωση έγκυρης επίδοσης, ώστε να εκπληρωθεί η προϋπόθεση για την άσκηση της νομοθετικά παρεχόμενης στο Δικαστήριο δικαιοδοσίας για την έκδοση του επίδικου εντάλματος (Ευαγόρου (Νο.1)
(1997)1 C.L.R. 34, 38). Προκύπτει ότι το Κατώτερο Δικαστήριο απέτυχε να προβεί στη διεργασία της διαπίστωσης κατά πόσο είχε επιτευχθεί νομότυπη επίδοση στο Αιτητή που ήταν το απαραίτητο υπόβαθρο για τη δικαιοδοσία του να εκδώσει το ένταλμα σύλληψης εναντίον του Αιτητή. Δεν εξέτασε κατά πόσο το άρθρο 16 του Δεύτερου Πρωτόκολλου ετύγχανε εφαρμογής στα περιστατικά της ενώπιον του υπόθεσης. Προδήλως πλανήθηκε εκλαμβάνοντας τη θέση της Μούντη, όπως εκφράστηκε ενώπιον του, ότι δηλαδή η επίδοση που κατ' ισχυρισμό είχε γίνει ήταν επιτρεπτή δυνάμει του άρθρου 7 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης και συνεπώς καλή, ως ορθή και αισθάνθηκε ασφαλές να βασιστεί σε αυτή, χωρίς να εξάγει τα δικά του συμπεράσματα. Στη Αναφορικά με την Αίτηση του ΧΧΧ Γεωργίου, Πολιτική Αίτηση Αρ.39/2019, ημερ. 26.6.2019, σημειώνεται με αναφορά στην Πολυκάρπου ότι πρέπει να υπάρχει βεβαιότητα ότι το Δικαστήριο έχει εξαγάγει το δικό του συμπέρασμα με βάση τα γεγονότα και πως ο ίδιος ο Δικαστής βαρύνεται με την υποχρέωση αιτιολογίας για την έκδοση του διατάγματος. Εγέρθηκε ακόμα ζήτημα από τους δικηγόρους του Καθ' ου η Αίτηση ότι ο Αιτητής δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Η θέση βασίζεται στο ότι η κατηγορούμενη 2 στην ποινική υπόθεση, που ήταν και δικηγόρος του σε άλλη περίπτωση, εκπροσωπείτο στην ποινική διαδικασία από τους νυν δικηγόρους του και συνεπώς γνώριζε από τον Δεκέμβριο του 2019 ότι η υπόθεση ήταν ορισμένη για επίδοση σε αυτόν την 20.2.2020 και θα μπορούσε τότε να εμφανιστεί ενώπιον του Κατώτερου Δικαστηρίου και να αμφισβητήσει την επίδοση, παρά, εκ των υστέρων, να αποταθεί στο Ανώτατο Δικαστήριο για την έκδοση προνομιακού εντάλματος. Περαιτέρω, αποδίδεται στους δικηγόρους του ότι τα σχετικά τεκμήρια και πρακτικά της ποινικής υπόθεσης απέκτησαν ως δικηγόροι της κατηγορούμενης 2 και όχι για σκοπούς αμφισβήτησης της επίδοσης σε αυτόν, γεγονότα που δεν αποκαλύφθηκαν. Στην έκταση που θα ήταν αναγκαίο να αποκαλυφθεί, αναφέρεται στην Ένορκη Δήλωση Κωνσταντίνου, που υποστηρίζει την Αίτηση, πως οι εδώ δικηγόροι του Αιτητή εκπροσωπούσαν την κατηγορούμενη 2 στη ποινική υπόθεση και υπό αυτές τις συνθήκες την 5.3.2020 περιήλθε στη γνώση τους ότι εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του Αιτητή. Ο Αιτητής προς τον οποίο δεν είχε επιτευχθεί έγκυρη επίδοση, ή και καθόλου κατά τον ίδιο, ακόμα και αν είχε υπόψη του τη δικάσιμο της 20.2.2020, δεν είχε υποχρέωση να εμφανιστεί στο Κατώτερο Δικαστήριο, ούτε να διορίσει δικηγόρο για να τον εκπροσωπήσει. Εκδίδεται συνεπώς προνομιακό ένταλμα Certiorari με το οποίο ακυρώνεται η απόφαση της 5.3.2020 στην ιδιωτική ποινική υπόθεση 17675/2018 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, στην έκταση που έκρινε έγκυρη την επίδοση του κατηγορητηρίου στον Αιτητή και διέτασσε την έκδοση εντάλματος σύλληψης εναντίον του. Περαιτέρω, ακυρώνεται το ένταλμα σύλληψης με ημερομηνία έκδοσης του Ποινικού Τύπου Αρ.4 την 23.3.2020. Τα έξοδα της Αίτησης, όπως και τα έξοδα της αίτησης 38/2020 για την άδεια, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, πλέον το Φ.Π.Α. εάν υπάρχει, επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση. Χ. Μαλαχτός, Δ. [1] «1. Το Μέρος στο οποίο υποβάλλεται αίτηση επιδίδει εντάλματα και έγγραφα δικαστικών αποφάσεων τα οποία διαβιβάζονται σε αυτό για το σκοπό αυτό από το αιτούν Μέρος. Επίδοση δύναται να γίνει με απλή μεταβίβαση του εντάλματος ή εγγράφου στο πρόσωπο στο οποίο θα γίνει επίδοση. Αν το αιτούν Μέρος απαιτεί ρητά με τον τρόπο αυτό, γίνεται επίδοση από το Μέρος στο οποίο υποβάλλεται αίτηση με τον τρόπο που προνοείται για την επίδοση παρόμοιων εγγράφων, με βάση τη δική του νομοθεσία ή με ειδικό τρόπο σύμφωνα με τη νομοθεσία αυτή. » [2] «Κατά οποιοδήποτε χρόνο μετά την καταχώρηση του κατηγορητηρίου, Δικαστής δύναται να εκδώσει είτε κλήση είτε ένταλμα που να εξαναγκάζει την παράσταση του κατηγορουμένου ενώπιον του Δικαστηρίου είτε για συνοπτική δίκη είτε για παραπομπή του στο Κακουργιοδικείο, ανάλογα με την περίπτωση: Νοείται ότι δεν εκδίδεται ένταλμα εκτός για κάποιο ειδικό λόγο ο οποίος καταχωρείται από το Δικαστή και υποστηρίζεται με όρκο ή εκτός αν ο κατηγορούμενος παράλειψε να εμφανιστεί σε ανταπόκριση κλήσης που έχει ήδη εκδοθεί και της οποίας έχει αποδειχτεί η επίδοση.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.