ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ v. ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΕΥΗΜΕΡΙΑΣ, Έφεση Αρ. 10/2020, 15/10/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DOD:2020:35 ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΟ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (Έφεση Αρ. 10/2020) 15 Οκτωβρίου, 2020 [ΠΑΡΠΑΡΙΝΟΣ, ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ] xxx ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Εφεσείων ΚΑΙ ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΕΥΗΜΕΡΙΑΣ Εφεσίβλητη --------- Τ. Τζίρτη (κα), για τον εφεσείοντα. Θ. Κουμή (κα) για Γενικό Εισαγγελέα, για την εφεσίβλητη. ------------------ Λ. ΠΑΡΠΑΡΙΝΟΣ, Δ.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από τον Τ.Θ. Οικονόμου, Δ. --------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Τ.Θ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, Δ.: Ο εφεσείοντας είναι ο πατέρας δύο ανήλικων παιδιών, ενός κοριτσιού ηλικίας 11 και ενός αγοριού ηλικίας 8 ετών. Το μεγαλύτερο παιδί, ο Σ., πέθανε στις 5.9.2019 από «αφύσικο θάνατο». Δέκα ημέρες μετά, στις 16.9.2019, ακολούθησε αίτηση της Διευθύντριας Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας (εφεσίβλητης) με την οποία ζητά από το αρμόδιο Οικογενειακό Δικαστήριο την αφαίρεση της γονικής μέριμνας από τον εφεσείοντα και τη σύζυγο του, μητέρα των ανηλίκων, και την ανάθεση της στην εφεσίβλητη και/ή σε εξουσιοδοτημένο από αυτήν πρόσωπο. Η εκδίκαση της αίτησης εκκρεμεί. Εκκρεμούσης της εν λόγω εναρκτήριας, κύριας, αίτησης, η εφεσίβλητη με ενδιάμεσο διάταγμα έχει εξασφαλίσει την προσωρινή άσκηση της γονικής μέριμνας των ανηλίκων τα οποία τοποθετήθηκαν σε παιδική Στέγη. Το διάταγμα είχε δοθεί αρχικώς μονομερώς στις 16.9.2019 και ακολούθως μετά που ακούστηκε και ο εφεσίβλητος κατέστη απόλυτο, στις 27.2.
- Το διάταγμα αυτό αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας έφεσης. Το πρωτόδικο δικαστήριο («το δικαστήριο») είχε ενώπιον του στο στάδιο της μονομερούς διαδικασίας την ένορκη δήλωση της λειτουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών κας Χ.Ν. Έλαβε υπόψιν του αναφορές στα σοβαρά προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι γονείς στις διαπροσωπικές τους σχέσεις και καταγγελίες της μητέρας ότι δεχόταν σωματική βία από τον πατέρα. Κατά διαστήματα η μητέρα μαζί με τα ανήλικα παιδιά της μετακινείτο στο σπίτι των γονέων της μετά από περιστατικά βίας εναντίον της. Σε μια περίπτωση, στις 14.2.2013, ο εφεσείοντας άσκησε βία τόσο εναντίον της συζύγου του όσο και εναντίον του τρίτου τέκνου τους, του Σ. Για το περιστατικό αυτό τιμωρήθηκε με φυλάκιση 3 μηνών με τριετή αναστολή. Σε μια συνάντηση του εφεσείοντα με την ενόρκως δηλούσα Χ.Ν. αυτός παραδέχθηκε ότι ασκούσε σωματική βία κατά της συζύγου του. Η περίπτωση της οικογένειας έγινε γνωστή στις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας («ΥΚΕ») το Μάρτιο του 2010 μετά από αναφορά που λήφθηκε από την Υπηρεσία Εκπαιδευτικής Ψυχολογίας του Υπουργείου Παιδείας για τις μαθησιακές δυσκολίες και τα προβλήματα συμπεριφοράς που αντιμετώπιζε ο Σ. στο σχολικό του πλαίσιο. Έκτοτε, λόγω των σοβαρών δυσκολιών που διαπιστώθηκε ότι αντιμετώπιζε η οικογένεια η περίπτωση συνέχισε να παρακολουθείται στα πλαίσια της προληπτικής εργασίας και στήριξης οικογενειών ανηλίκων. Η συνεργασία των ΥΚΕ με την οικογένεια παρουσίαζε πολλές δυσκολίες λόγω της αρνητικής στάσης που τηρούσαν οι γονείς και ιδιαίτερα ο πατέρας. Εντοπίστηκαν αδυναμίες στην άσκηση του γονικού τους ρόλου και παρά τις προσπάθειες, λόγω της μη συνεργασίας, δεν υπήρξε αποτέλεσμα. Στην ένορκη δήλωση που συνόδευε τη μονομερή αίτηση αναφέρονται με λεπτομέρειες οι αποτυχημένες προσπάθειες των ΥΚΕ. Η έλλειψη συνεργασίας των γονέων και ειδικά του εφεσείοντα παρουσιάζεται ως συνεχής. Λ.χ. μετά το Μάιο του 2019, όταν το ζεύγος ήρθε σε διάσταση και η μητέρα μετακινήθηκε στο πατρικό της σπίτι ενώ τα παιδιά παρέμειναν με τον πατέρα τους λόγω συναισθηματικών δυσκολιών που αντιμετώπιζε η μητέρα, σε συνάντηση με θέματα που αφορούσαν τη συναισθηματική κατάσταση των παιδιών επισημάνθηκε η αναγκαιότητα παρακολούθησης τους από τις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας, αλλά ο εφεσείοντας και πάλι δεν συνεργάστηκε. Επίσης, παρά το ότι έδωσε συγκατάθεση για παροχή κρατικής φροντίδας των παιδιών εφόσον η μητέρα δεν έμενε πλέον στο σπίτι, ουσιαστικά δεν επέτρεψε στην Χ.Ν. να μπει στο σπίτι ούτε δεχόταν τις εισηγήσεις της. Παράλληλα κατ΄ εκείνη την περίοδο η μητέρα εξέφρασε την επιθυμία να αναλάβει την φροντίδα των παιδιών της. Συνέχιζε όμως να βρίσκεται σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση. Τον Αύγουστο του 2019 τέθηκε υπό υποχρεωτική νοσηλεία στο Νοσοκομείο Αθαλάσσας, παρουσιάζοντας έκπτωση της ικανότητας για την άσκηση του γονικού της ελέγχου. Στις 5.9.2019 ο Σ. είχε, ως άνω, αφύσικο θάνατο. Την επομένη οι γονείς έδωσαν τη συγκατάθεση τους και τα παιδιά μετακινήθηκαν στην Παιδική Στέγη Λευκωσίας, ενώ την ίδια ημέρα συνοδεύτηκαν στην «Νέα Δομή» για σκοπούς προκαταρκτικής εξέτασης και στήριξης τους από ψυχολόγους. Όπως αναφέρει ο ίδιος ο εφεσείοντας στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση του είχε συγκατατεθεί αναγνωρίζοντας ότι τα παιδιά χρειάζονταν βοήθεια ειδικού για να αντιμετωπίσουν το χαμό εφόσον «βρήκαν μαζί το παιδί κρεμασμένο στη φάρμα. Μαζί τον κατέβασαν και τον μετέφεραν στο Νοσοκομείο». Η μητέρα συνέχιζε να διαμένει στο σπίτι των γονέων της, εξακολουθούσε να παρακολουθείται από ψυχίατρο και να λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Ο εφεσείοντας μετακινήθηκε προσωρινά στο σπίτι της αδελφής του για συναισθηματική στήριξη. Οι ΥΚΕ διερεύνησαν το συγγενικό περιβάλλον τόσο της μητέρας, όσο και του πατέρα αλλά δεν υπήρχε διαθέσιμη και κατάλληλη οικογένεια για να αναλάβει τη φροντίδα και την προστασία των παιδιών. Στις 11.9.2019 πραγματοποιήθηκε πολυθεματική συνάντηση όλων των εμπλεκομένων Υπηρεσιών. Σε αυτή συμμετείχαν εκπρόσωποι της Υπηρεσίας Ψυχικής Υγείας Παιδιών και Εφήβων του Υπουργείου Παιδείας, της Υπηρεσίας Εκπαιδευτικής Ψυχολογίας, η σύμβουλος του σχολείου όπου φοιτούσε ο Σ., ο διευθυντής του σχολείου όπου φοιτούσαν τα μικρότερα παιδιά και εκπρόσωποι των ΥΚΕ. Στόχος ήταν ο περαιτέρω συντονισμός των ενεργειών για την αποτελεσματικότερη διαχείριση της περίπτωσης με γνώμονα το καλώς νοούμενο συμφέρον των παιδιών. Στη συνάντηση, πάντα σύμφωνα με την ένορκη δήλωση της Χ.Ν., διαφάνηκε η αδυναμία του εφεσείοντα για τη θετική άσκηση του γονικού ρόλου καθώς και ο βαθμός επικινδυνότητας του. Οι εμπλεκόμενοι επαγγελματίες κατέληξαν ότι το συμφέρον των παιδιών στην παρούσα φάση, εν όψει των αδυναμιών των γονέων και της συναισθηματικής τους κατάστασης, αλλά και των αναγκών τους για συνεργασία με ειδικούς είναι να παραμείνουν σε ουδέτερο και προστατευμένο περιβάλλον. Αποφασίστηκε μεταξύ άλλων και η προώθηση της διαδικασίας για ανάληψη γονικών δικαιωμάτων από την εφεσίβλητη στη βάση της σχετικής νομοθεσίας. Ακολούθησε στις 16.9.2019 η καταχώριση της μονομερούς αίτησης. Στην ένορκη δήλωση της που τη συνοδεύει, η Χ.Ν. αφού παρέθεσε το ιστορικό ως άνω, εισηγήθηκε ότι η προηγούμενη συμπεριφορά του εφεσείοντα/καθ΄ ου η αίτηση 1 καθώς και η αστάθεια της ψυχολογικής κατάστασης της μητέρας/καθ΄ ης η αίτηση 2, δεν τους επιτρέπουν να διασφαλίσουν στα παιδιά τους κατάλληλες συνθήκες για την ομαλή ψυχοκοινωνική τους κατάσταση σε υγιές περιβάλλον διαβίωσης. Υποδεικνύει ότι ο πατέρας δεν προέβη σε ενέργειες για να συνδέσει τα παιδιά με ειδικούς ψυχολόγους, όπως του συστήθηκε, δεν αποδέχθηκε τη βοήθεια που του παραχωρήθηκε για την παροχή φροντίδας, αρνήθηκε να επιτρέψει τη συμμετοχή των παιδιών σε Θερινό Σχολείο, αρνήθηκε τη συνεργασία με τις ΥΚΕ και δεν επέτρεπε την πρόσβαση τους στο σπίτι της οικογένειας με αποτέλεσμα να δημιουργούνται εύλογες υποψίες για τις συνθήκες διαβίωσης και το επίπεδο καθαριότητας. Επιπρόσθετα η ψυχολογική κατάσταση και ων δύο γονέων μετά τον αφύσικο θάνατο του μεγαλύτερου παιδιού τους παρουσιάζεται επιβαρυμένη, γεγονός που δεν τους επιτρέπει να ασκήσουν σωστά το γονικό τους ρόλο με αποτέλεσμα να θέτουν τα ανήλικα σε κινδύνους χωρίς να είναι σε θέση να διασφαλίσουν το συμφέρον και την προστασία τους. Κατέληξε εισηγούμενη ότι υπό τις περιστάσεις ο κίνδυνος ήταν άμεσος και μεγάλος. Εξ ου και η ανάγκη για παροχή άμεσης και δραστικής, αναμφίβολα, θεραπείας ώστε να είναι δυνατόν μέχρι της τελικής εκδίκασης της υπόθεσης να παρασχεθεί στα ανήλικα άμεση φροντίδα, θεραπεία και ψυχολογική στήριξη. Ο εφεσείοντας καταχώρισε ένσταση με την οποία προέβαλε τον ισχυρισμό ότι δεν καταδείχθηκε το κατεπείγον, δεν επληρούντο οι προϋποθέσεις για την έκδοση προσωρινού διατάγματος, δεν λήφθηκε υπόψιν η γνώμη των ανηλίκων. Επίσης η εφεσίβλητη είχε αποκρύψει ουσιώδη γεγονότα και προέβη σε ψευδείς ισχυρισμούς και δεν έχει αποδείξει την ακαταλληλότητα του εφεσείοντα με τους αόριστους και γενικούς ισχυρισμούς που προέβαλε χωρίς αποδεικτικά στοιχεία καταδεικνύοντας προχειρότητα στη διεκπεραίωση μιας τόσο σοβαρής υπόθεσης. Αντίθετα, ο εφεσείοντας είναι κατάλληλος και διαθέτει σήμερα τον κατάλληλο χώρο ώστε τα παιδιά να είναι μαζί του με την οικονομική βοήθεια από την εφεσίβλητη και κάθε είδους στήριξη σε ολόκληρη την οικογένεια. Περιπλέον η εφεσίβλητη δεν εξάντλησε κάθε άλλο πρόσφορο μέτρο, ως ο Νόμος ορίζει. Το διάταγμα αντίκειται στο συμφέρον των ανηλίκων και η συνέχιση του θα έχει ανεπανόρθωτες ψυχολογικές συνέπειες στα παιδιά λόγω της απομάκρυνσης και αποξένωσης τους από τον πατέρα, αφού η εφεσίβλητη εμποδίζει, παρά την επιθυμία τους, την καθημερινή επικοινωνία του μαζί τους. Στην ένορκη δήλωση του που συνοδεύει την ένσταση ο εφεσείοντας απορρίπτει τους ισχυρισμούς της άλλης πλευράς αναφέροντας ότι είναι ικανός και κατάλληλος να ανταποκριθεί στο γονικό του ρόλο. Αρνείται τους ισχυρισμούς για βία εναντίον της συζύγου του και του αποβιώσαντος παιδιού του. Παραδέχεται μόνο ότι είχε χαστουκίσει το 2013 τον Σ. γιατί έφυγε από το σχολείο, κατηγορήθηκε, παραδέχθηκε και τιμωρήθηκε. Ήταν όμως ένα μεμονωμένο περιστατικό. Στο μεταξύ ο Σ. στο γυμνάσιο ηρέμησε και ωρίμασε, παρακολουθούσε ανελλιπώς τα μαθήματα του, είχε πολύ καλή διαγωγή και το 2018-2019 πήρε βραβείο ήθους στο σχολείο του. Ισχυρίζεται ότι τα προβλήματα της οικογένειας του περιορίζονταν στις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετώπιζαν και όχι στην ακαταλληλότητα του ιδίου και της μητέρας να ανταποκριθούν στο γονικό τους ρόλο. Αρνείται ότι γίνονταν προσπάθειες από τις ΥΚΕ για υποστήριξη και βοήθεια της οικογένειας. Πρόκειται για αναληθείς ισχυρισμούς που προβλήθηκαν για να καλύψουν τα δικά τους λάθη και παραλείψεις. Ο ίδιος ήταν πάντα πρόθυμος να συνεργαστεί με τις ΥΚΕ, όμως κανένας δεν τον επισκέφθηκε. Ο ίδιος είναι που αποτάθηκε ζητώντας άμεση οικονομική βοήθεια γιατί δεν είχε χρήματα να πληρώσει το ηλεκτρικό ρεύμα και η απάντηση τους ήταν αν δεν έχει λεφτά για να ζήσει τα παιδιά του θα του τα πάρουν. Η μόνη κρατική βοήθεια που του προσφέρθηκε ήταν υπηρεσίες καθαρίστριας λόγω του ότι η μητέρα δεν έμενε πλέον στο σπίτι λόγω ψυχολογικών προβλημάτων. Ο ίδιος όμως θεωρούσε ότι η οικογένεια του χρειαζόταν κάτι πιο αναγκαίο, όπως τρόφιμα και εργασία, ενώ η καθαριότητα γινόταν από τον ίδιο και από συγγενείς του. Γενικά αρνείται ένα προς ένα τους ισχυρισμούς της Χ.Ν. και αντιπροβάλλει ότι μετά που πήραν τα παιδιά είναι η εφεσίβλητη που ασκεί κακώς τη γονική μέριμνα των ανηλίκων απαγορεύοντας, μεταξύ άλλων, την καθημερινή επαφή με τα παιδιά του «για να προσαρμοστούν δήθεν στο Σπίτι του Κράτους ενώ τα παιδιά θέλουν έντονα να φύγουν». Επισύναψε σχετικά ως τεκμήριο δύο γράμματα των παιδιών του με τα οποία εκφράζουν την θέληση τους να ενωθούν με τους γονείς τους. Μάλιστα οι ΥΚΕ αγνοούν τέτοια επιθυμία των παιδιών ενώ βιώνουν μια πολύ σημαντική απώλεια και χρειάζονται τον πατέρα τους, αφήνοντας τα να σπαράζουν από το κλάμα. Επίσης τους άλλαξαν σχολείο αδικαιολόγητα, ενώ τα παιδιά ζητούν επίμονα να πάνε στο σχολείο τους. Τα παιδιά όμως δεν ακούστηκαν από το δικαστήριο. Η βασική θέση του εφεσείοντα είναι πως η οικογένεια του είχε προβλήματα, τα οποία όμως οφείλονταν στην οικονομική τους κατάσταση. Δεν υπήρχε λόγος για να εκδοθεί το διάταγμα και μάλιστα μονομερώς και κατεπειγόντως. Οι ισχυρισμοί της άλλης πλευράς ήταν γενικόλογοι και σε επίπεδο εικασιών. Τα παιδιά γνώριζαν και γνωρίζουν τα προβλήματα αυτά, αλλά επιθυμούν διακαώς και είναι προς το συμφέρον τους να επιστρέψουν στην ενωμένη οικογένεια τους. Ο θάνατος του Σ. θα έπρεπε να κρούσει τον κώδωνα για παροχή βοήθειας και όχι για καταδίκη των παιδιών και απομάκρυνση τους από τον πατέρα τους. Επειδή ο εφεσείοντας με την ένορκη του δήλωση αρνήθηκε ότι υπήρξαν καταγγελίες για άσκηση βίας στην Αστυνομία και στις ΥΚΕ στις κατ΄ ισχυρισμό ημερομηνίες το δικαστήριο επέτρεψε «συμπληρωματική ένορκη δήλωση» δεύτερης λειτουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών, της κας Μ.Χ., ώστε να παρουσιαστεί σχετική αλληλογραφία μεταξύ του Επαρχιακού Λειτουργού Ευημερίας και του Αστυνομικού Διευθυντή με συνημμένες τις σχετικές καταχωρίσεις του τοπικού Αστυνομικού Σταθμού από το 2007 μέχρι το
- Παράλληλα το δικαστήριο έδωσε άδεια για «απαντητική ένορκη δήλωση» του εφεσείοντα στην οποία προβάλλεται η θέση ότι η Μ.Χ. δεν είχε καμιά εμπλοκή ούτε και προσωπική γνώση κατά τον ουσιώδη χρόνο και συνεπώς ψευδώς αναφέρει ότι είναι η αρμόδια λειτουργός για τα ανήλικα. Αρνείται επίσης τον ισχυρισμό περί μεγάλου αριθμού αναφορών για βία και ισχυρίζεται ότι τα παρουσιασθέντα από τις καταχωρίσεις του τοπικού Αστυνομικού Σταθμού ουδεμία σχέση έχουν με τα επίδικα γεγονότα. Η μονομερής αίτηση, σημειώνει, αφορά τα ανήλικα τέκνα του και μόνο και δεν αφορά τις σχέσεις του με την καθ΄ ης η αίτηση 2 η οποία λόγω χρόνιων ψυχολογικών προβλημάτων προέβαινε στις εν λόγω αναφορές προς το πρόσωπο του ανυπόστατα. Όπως όλα τα ζευγάρια είχαν καλές και κακές στιγμές, προστριβές και εντάσεις. Η καθ΄ ης η αίτηση 2 προχωρούσε σε αλλεπάλληλες, ανυπόστατες καταγγελίες τις οποίες οικειοθελώς δεν προωθούσε. Υπό το φως όλων των παραπάνω το δικαστήριο κατέστησε το διάταγμα απόλυτο θεωρώντας ότι συνέτρεχαν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις και απορρίπτοντας τις περί αντιθέτου εισηγήσεις του εφεσείοντα υποδεικνύοντας, μεταξύ άλλων, ορθά ότι δεν επρόκειτο για περίπτωση που η εφεσίβλητη παραπλάνησε ή απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα από το δικαστήριο. Προβάλλεται με την έφεση ότι εσφαλμένα το δικαστήριο εξέδωσε την προσβαλλόμενη διαταγή κρίνοντας ότι ο εφεσείοντας είναι ακατάλληλος και επικίνδυνος να ασκεί τη γονική μέριμνα των ανηλίκων. Ουδέν στοιχείο παρουσιάστηκε που να υποστηρίζει ένα τόσο δραστικό διάταγμα. Καμιά μαρτυρία ειδικού ψυχολόγου δεν παρουσιάστηκε. Αντίθετα, ο εφεσείοντας παρουσίασε με τη μαρτυρία του την επιθυμία των ανηλίκων να επιστρέψουν κοντά του, στοιχείο που αποδεικνύει περίτρανα ότι ασκεί ορθά τον γονικό του ρόλο. Περιπλέον το δικαστήριο εσφαλμένα αποδέχθηκε την ύπαρξη του κατεπείγοντος στη μονομερή αίτηση και εσφαλμένα κατέληξε ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60 όπως τροποποιήθηκε. Εσφαλμένα το δικαστήριο και πρόωρα ενήργησε εφόσον η εφεσίβλητη δεν απέδειξε ότι είχε εξαντλήσει κάθε άλλο πρόσφορο μέτρο κατά τα προβλεπόμενα από το άρθρο 18
(3)και
(4)του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου 216/90. Εσφαλμένα είχε επιτραπεί η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης άλλης ανεξάρτητης μαρτυρίας από άλλο άτομο χωρίς να δικαιολογηθεί γιατί δεν παρουσιάστηκε η συμπληρωματική μαρτυρία ενόσω θα μπορούσε να είχε παρουσιαστεί με εύλογη επιμέλεια. Εσφαλμένα το δικαστήριο είχε καταλήξει ότι στο στάδιο αυτό δεν προσμετρά η γνώμη των ίδιων των ανηλίκων. Εσφαλμένα έκρινε το δικαστήριο ότι οι ενόρκως δηλούσες δεν αντεξετάστηκαν αφού είχε επιτρέψει την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και στις δύο πλευρές και δεν ήταν δίκη ουσίας. Εσφαλμένα κατέληξε ότι οι ένορκες δηλώσεις τους περιείχαν επαρκές υλικό. Εσφαλμένα κατέληξε ότι η υπόθεση εντάσσεται στα πλαίσια καταχρηστικής και κακής άσκησης γονικής μέριμνας λόγω άσκησης βίας. Εσφαλμένα κατέληξε περί ύπαρξης μοτίβου επαναλαμβανόμενης βίας από τον εφεσείοντα ενοχοποιώντας τον χωρίς την ύπαρξη καταδικαστικής απόφασης. Η έκδοση προσωρινού διατάγματος διέπεται, γενικά, από τις πρόνοιες του άρθρου 32
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου. Το έργο του δικαστηρίου στο στάδιο αυτό είναι περιορισμένο και εξετάζει βασικά κατά πόσον ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις αυτές, ήτοι (α) σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, (β) πιθανότητα επιτυχίας και (γ) δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός αν δοθεί το διάταγμα. Η κλασική ανάλυση των προϋποθέσεων αυτών έγινε στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 CLR 557. «Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση» σημαίνει να αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση με βάση τη δύναμη των δικογράφων. Όπως εξηγήθηκε περαιτέρω στην Κυριάκου κ.α. ν. Κυριάκου, Πολ. Έφ. Αρ. Ε301/2016, ημερ. 26.9.2017, ECLI:CY:AD:2017:D317, τούτο έχει την έννοια ότι το δικόγραφο αποκαλύπτει αναγνωρισμένο, είτε από το Νόμο (legal right) είτε από το δίκαιο της επιείκειας (equitable right), αγώγιμο δικαίωμα (βλ. Διατάγματα, Γ. Ερωτοκρίτου και Π. Αρτέμη, 1η έκδ., σελ. 55). Εν προκειμένω το «αγώγιμο δικαίωμα» υπάρχει, εφόσον αναγνωρίζεται ρητά από το Νόμο και ειδικά από το άρθρο 18
(3)του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμο, Ν. 216/90 («ο Νόμος») το οποίο, υπό αυστηρές προϋποθέσεις, ως εξαιρετικό μέτρο και τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας, επιτρέπει την αφαίρεση της επιμέλειας του τέκνου και από τους δύο γονείς και την ανάθεση της σε επίτροπο.[1] Η δεύτερη προϋπόθεση, ήτοι η «ύπαρξη πιθανότητας επιτυχίας», δεν πρέπει να συγχέεται με την πρώτη. Η προϋπόθεση αυτή αναφέρεται στην εκτίμηση της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης του αιτητή με βάση το μαρτυρικό υλικό που τίθεται ενώπιον του δικαστηρίου. Υποδηλώνει δε κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά κάτι πολύ λιγότερο από το σύνηθες μέτρο απόδειξης, το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων». Αρκεί ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Για τους περιορισμένους αυτούς σκοπούς, εξετάζοντας την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης της εφεσίβλητης, το δικαστήριο έλαβε υπόψιν τους ισχυρισμούς για μακροχρόνια άσκηση ενδοοικογενειακής βίας εις βάρος της μητέρας, τις αναφορές για σοβαρά προβλήματα στην οικογένεια που οδήγησαν σε παρακολούθηση της από τις ΥΚΕ από το 2010, τις πολλές δυσκολίες που οι Υπηρεσίες αντιμετώπιζαν λόγω της σταθερά αρνητικής στάσης του εφεσείοντα και της έλλειψης συνεργασίας με συμβουλευτική καθοδήγηση. Είναι σε τέτοια εμφανιζόμενη ως βαθιά προβληματική οικογένεια που προέκυψε στο τέλος και ο «αφύσικος θάνατος» του Σ., ενός παιδιού 14 χρόνων που βρέθηκε από τον πατέρα και τα μικρότερα αδέλφια του κρεμασμένο. Το δικαστήριο έλαβε επίσης υπόψιν, πάντα υπό την επιτρεπόμενη περιορισμένη έννοια, τη θέση των εμπλεκομένων αρμοδίων στην οποία κατέληξαν κατά την πολυθεματική συνάντηση. Από την άλλη, δεν παρέλειψε να λάβει υπόψιν και τους ισχυρισμούς που προέβαλε ο εφεσείοντας. Ορθά, εφόσον το καθήκον του ήταν να κρίνει πάνω στην ολότητα του ενώπιον του υλικού (Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 248 και Κυριάκου κ.α. ν. Κυριάκου (ανωτέρω)). Παράλληλα όμως σημείωσε ότι οι ενόρκως δηλούσες προς υποστήριξη της αίτησης δεν είχαν αντεξεταστεί. Ως προς τούτο, με το δέοντα σεβασμό, δεν αντιλαμβανόμαστε το λόγο έφεσης ότι το πρωτόδικο δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε ότι οι ενόρκως δηλούσες δεν αντεξετάστηκαν. Το ότι δεν αντεξετάστηκαν είναι ένα γεγονός το οποίο σημειώθηκε από το δικαστήριο στη συνεκτίμηση των δεδομένων. Σε ότι αφορά τους ισχυρισμούς του εφεσείοντα ότι δεν υπήρχε πρόβλημα στην άσκηση του γονικού ρόλου και πως ο ίδιος είναι κατάλληλος και ότι τα αναφερόμενα περιστατικά βίας δεν αφορούν τα παιδιά, πλην τον Σ. στο απώτερο παρελθόν, το δικαστήριο ανέφερε ότι κακή άσκηση της επιμέλειας δεν συνιστούν μόνο οι συμπεριφορές που κατευθύνονται προς το ίδιο το παιδί. Πράγματι δεν μας ελκύει η θέση ότι είναι άσχετες οι καταγγελίες για βία επειδή αφορούσαν τη μητέρα και επειδή κανένας ισχυρισμός δεν συνδέεται με τα δύο άλλα παιδιά στα οποία αφορά το αίτημα για αφαίρεση της γονικής μέριμνας. Επίσης ότι δεν συνδέεται η κατ΄ ισχυρισμόν ακαταλληλότητα του εφεσείοντα με την άσκηση της γονικής μέριμνας των δύο αυτών παιδιών. Είναι η συνολική εικόνα που έχει σημασία και ο ρόλος του πατέρα μέσα στο σπίτι δεν έχει στεγανά ώστε να εξετάζεται κατ΄ απομόνωση. Άλλωστε το δικαστήριο δεν θα μπορούσε να καταλήξει σε συμπεράσματα προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση περί καταλληλότητας ή μη στο προδικαστικό αυτό στάδιο. Ούτε θα μπορούσε να καθορίσει εν προκειμένω τα πράγματα το γεγονός ότι στην Δ.Χ. ν. Διευθύντρια Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, Έφεση Αρ. 6/2020, ημερ. 25.6.2020, παρόμοιο προσωρινό διάταγμα ακυρώθηκε. Εισηγήθηκε η ευπαίδευτη δικηγόρος του εφεσείοντα ότι τα γεγονότα ήταν πανομοιότυπα. Με το δέοντα σεβασμό δεν συμφωνούμε. Κάθε υπόθεση κρίνεται υπό τις δικές της ιδιαίτερες περιστάσεις. Η τρίτη προϋπόθεση (δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα) σχετίζεται κανονικά, πρωτίστως, με το θέμα της επάρκειας των αποζημιώσεων. Όμως, εν προκειμένω, δεν πρόκειται για αστική διαφορά και δεν τίθεται ζήτημα χρημάτων και αποζημιώσεων. Το αντικείμενο είναι η γονική μέριμνα ανηλίκων και η αφαίρεση της από τους κατ΄ αρχήν φορείς της, τους ίδιους τους γονείς. Συνεπώς οι προϋποθέσεις του άρθρου 32, αλλά και η περαιτέρω απαιτούμενη εξισορρόπηση με βάση το ισοζύγιο της ευχέρειας (balance of convenience) (Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 788), θα πρέπει να εξετάζονται υπό το πρίσμα της συγκεκριμένης ιδιαίτερης φύσης του διατάγματος. Υπό τέτοιο πρίσμα, ενώ η συνήθης έννοια ενός ενδιαμέσου διατάγματος είναι η προστασία του αντικειμένου της αγωγής με τη διατήρηση του status quo ante (Κοσμά ν. Χατζηκυπρή
(2000)1 ΑΑΔ 169), εν προκειμένω, με τέτοιας φύσεως διάταγμα διαταράσσεται η φυσική κατάσταση πραγμάτων σύμφωνα με την οποία η μέριμνα για το ανήλικο τέκνο («γονική μέριμνα») είναι καθήκον και δικαίωμα των γονέων. Ο εκ της ανθρώπινης φύσεως τέτοιος ρόλος των γονέων αναγνωρίζεται από το άρθρο 5 του Νόμου. Τα περιθώρια ανατροπής είναι στενά. Προδιαγράφονται από το προαναφερθέν άρθρο 18 και προϋποθέτουν κακή ή καταχρηστική άσκηση των καθηκόντων τους που επιβάλλει το λειτούργημα της γονικής μέριμνας. Αυτά έχουν αναλυθεί στην Διευθύντρια Τμήματος Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας ν. Ντούμα
(2001)1 ΑΑΔ 1911 και επαναληφθεί πολύ πρόσφατα στη Δ.Χ. ν. Διευθύντρια Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας (ανωτέρω). Στην τελευταία αυτή απόφαση αφού έγινε αναφορά στο άρθρο 9 της Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Παιδιού, στο Άρθρο 15 του Συντάγματος και στο άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, τα οποία προστατεύουν την οικογενειακή ζωή, γονική μέριμνα και γονική εξουσία (parental authority) και στην Y.I. v. Russia, Application No. 68868/14, ημερ. 25.2.2020, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η προστασία της οικογένειας από αυθαίρετες επεμβάσεις κυβερνητικών αρχών είναι καλά κατοχυρωμένη σ' όλα τα νομικά συστήματα. Ο διαχωρισμός οικογένειας θεωρείται επέμβαση στην οικογενειακή ζωή. Ο διαχωρισμός παιδιών από τους γονείς τους δεν είναι επιτρεπτός, εκτός και αν οι γονείς σοβαρά παραβιάζουν τις υποχρεώσεις τους ως γονείς και σε πολύ εξαιρετικές περιπτώσεις. Η αμοιβαία απόλαυση της σχέσης γονιού και παιδιού αποτελεί βασικό δικαίωμα και στοιχείο της οικογενειακής ζωής. Ο αποκλεισμός ενός γονέα από τα γονικά του δικαιώματα είναι ένα απομακρυσμένο μέτρο και μπορεί να δικαιολογηθεί μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις και όπου το κίνητρο μπορεί να δικαιολογηθεί μόνο από το κυρίαρχο στοιχείο που είναι το καλώς νοούμενο συμφέρον του παιδιού. .» Το ζητούμενο βεβαίως σε αυτό το στάδιο δεν είναι ο οριστικός ή μη διαχωρισμός και αποκλεισμός των γονέων. Με κριτήριο, πάντοτε, το καλώς νοούμενο συμφέρον του παιδιού, το ζητούμενο τώρα είναι κατά πόσο η εφεσίβλητη έχει στοιχειοθετήσει στο στάδιο αυτό ότι η άμεση αφαίρεση της επιμέλειας των ανηλίκων εδικαιολογείτο ως εξαιρετικό ενδιάμεσο μέτρο και αναπόφευκτη, υπό τις άμεσες περιστάσεις, επιλογή μέχρι την εκδίκαση της κυρίως αίτησης. Η οριστική κρίση για την αφαίρεση ή μη της γονικής μέριμνας και/ή επιμέλειας των παιδιών δεν είναι του παρόντος. Θα αποτελούσε εκτροπή εάν το δικαστήριο προέβαινε σε οριστικές διαπιστώσεις ως προς το τελικό αυτό ζήτημα. Πάγια είναι η αρχή ότι το δικαστήριο δεν υπεισέρχεται σε τέτοιο προδικαστικό στάδιο σε ευρήματα επί της ουσίας. Ό,τι απαιτείται και επιτρέπεται είναι η αξιολόγηση της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης του αιτητή για τους περιορισμένους σκοπούς της πιθανολόγησης επιτυχίας της αίτησης του (Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1 ΑΑΔ 1990 και Λόρδου κ.α. ν. Σιακόλα κ.α., Πολ. Έφ. Αρ. Ε143/2015, ημερ. 27.3.2017, ECLI:CY:AD:2017:A102). Την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1)για αδυναμία ή δυσχέρεια προς απονομή πλήρους δικαιοσύνης στο τέλος, όπως και το ισοζύγιο της ευχέρειας, τα εξέτασε το δικαστήριο με αναφορά στην υπόθεση Κατσουρίδης ν. Κατσουρίδη
(1997)1 ΑΑΔ 415, όπου αναγνωρίστηκε η δυνατότητα του δικαστηρίου για άμεση παρέμβαση με παρεμπίπτον διάταγμα στις περιπτώσεις οικογενειακών διαφορών που απολήγουν σε πράξεις βίας ή που επηρεάζουν την ευημερία ανηλίκων, με την υπόδειξη ότι «οι πληγωμένες σχέσεις και τα τραυματισθέντα συναισθήματα των διαδίκων και των ανηλίκων δεν αποτιμούνται σε χρήμα και δεν αποκαθίστανται μεταγενέστερα». Έχοντας υπόψιν τις ορθές νομικές αρχές το δικαστήριο έκρινε ότι υπήρχε, ως ενδεχόμενο, ο κίνδυνος να πληγούν στο μεταξύ σοβαρά τα συμφέροντα των ανηλίκων και ότι η πλάστιγγα έκλινε υπέρ της έκδοσης και διατήρησης του διατάγματος σε ισχύ μέχρι την αποπεράτωση της εναρκτήριας αίτησης. Η ουσία των εκτεταμένων λόγων έφεσης έχει εκτραπεί προς μια ευρύτερη θεώρηση με το να τίθεται ζήτημα ότι το πρωτόδικο δικαστήριο έκρινε ότι ο εφεσείοντας είναι ακατάλληλος και επικίνδυνος να ασκεί τη γονική μέριμνα. Δεν προέβη όμως σε τέτοιο εύρημα το δικαστήριο, όπως και δεν θα μπορούσε. Αντίθετα, έκανε σαφές ότι δεν αποφαίνεται για τη βασιμότητα των ισχυρισμών περί βίας στην οικογένεια και αδυναμίας άσκησης του γονικού ρόλου διευκρινίζοντας ότι τούτο είναι ζήτημα της τελικής του κρίσης. Ούτε κατέληξε το δικαστήριο οριστικά, όπως του αποδίδεται, ότι πρόκειται για υπόθεση καταχρηστικής και κακής άσκησης γονικής μέριμνας λόγω άσκησης βίας. Ούτε ότι υπήρξε μοτίβο επαναλαμβανόμενης βίας υπό την έννοια της διατύπωσης τέτοιου οριστικού ευρήματος. Το δικαστήριο διευκρίνισε συγκεκριμένα ότι οι αναφορές αυτές ήταν σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της εφεσίβλητης. Γενικά περιορίστηκε στην εξέταση των προϋποθέσεων για παροχή της ζητούμενης ενδιάμεσης θεραπείας ως εξαιρετικό μέτρο υπό τις ιδιαίτερες περιστάσεις τις οποίες προσδιόρισε. Η περαιτέρω διερεύνηση προς το σκοπό εξαγωγής οριστικών συμπερασμάτων και ευρημάτων ορθά αφέθηκε στα πλαίσια της εξέτασης της κυρίως αίτησης. Όλα τα ζητήματα, διευκρίνισε χαρακτηριστικά, «παραμένουν ζωντανά» για να αποφασιστούν όταν θα εκδικαστεί η εναρκτήρια αίτηση. Στα πλαίσια εκείνα θεώρησε ότι, λειτουργώντας εξεταστικά, θα συνεκτιμούσε βεβαίως και τη γνώμη των παιδιών. Περιοριζόμενο στις ανάγκες της συγκεκριμένης διαδικασίας το δικαστήριο κατέληξε ως εξής: «Με βάση τα όσα έχουν παρουσιαστεί στο Δικαστήριο, στα πλαίσια και για σκοπούς πάντοτε της παρούσας διαδικασίας, προκύπτει ότι η Αιτήτρια δικαιολογημένα προέβη στην καταχώριση της παρούσας αίτησης στη βάση των προνοιών του άρθρου 18 του Νόμου. Αφού σύμφωνα με την αντίληψη των λειτουργών της (για την ορθότητα ή μη δεν αποφαίνομαι, είναι ζήτημα τελικής κρίσης), υπάρχει βία στην οικογένεια, αδυναμία άσκησης του γονικού ρόλου των καθ΄ ων η αίτηση 1 και 2 και καθόλη τη διάρκεια της διερεύνησης και οι δύο γονείς δεν επέδειξαν οποιοδήποτε ενδιαφέρον ή συνεργασία στις διάφορες κατά καιρούς προσπάθειες της Αιτήτριας προτού προχωρήσει στην καταχώριση της παρούσας αίτησης, ούτε έκαναν οποιεσδήποτε ενέργειες για να δημιουργήσουν ασφαλές περιβάλλον για την ψυχοσωματική ανάπτυξη των παιδιών τους.» Το δικαστήριο, έχοντας εκείνο τη διακριτική ευχέρεια, έκρινε ότι υπό τις περιστάσεις, ήταν αναγκαίο να λάβει ένα εξαιρετικό μέτρο για να διασφαλίσει τα παιδιά από τυχόν ορατούς κινδύνους μέχρι την εκδίκαση της αίτησης. Σημειώνεται δε ότι οι γονείς είχαν αρχικά συναινέσει και το δικαστήριο αποφασίζοντας είχε ενώπιον του και την εξήγηση που έδωσε σχετικά ο εφεσείοντας. Η δε μητέρα δεν έφερε ποτέ ένσταση. Δεν βρίσκουμε λόγο παρέμβασης στον τρόπο που το αρμόδιο δικαστήριο άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια. Δεν θεωρούμε σκόπιμο να επεκταθούμε περαιτέρω επειδή με τον τρόπο που έχει, ως άνω, δομηθεί η έφεση και την έκταση που έλαβαν οι λόγοι έφεσης με σαφή προέκταση τους σε θέματα της τελικής κρίσης, η δική μας επέκταση θα είχε τον κίνδυνο να επηρεάσει οτιδήποτε που να εμπίπτει στα πλαίσια της δίκης. Θα πρέπει πάντως να παρατηρήσουμε ότι ειδικά ως προς το ζήτημα του κατεπείγοντος το δικαστήριο όντως δεν έκανε ρητό εύρημα. Όμως το κατεπείγον προκύπτει από τις περιστάσεις ως το αποτέλεσμα των εισηγήσεων της πολυθεματικής σύσκεψης που ακολούθησε τον αφύσικο θάνατο του μεγαλύτερου παιδιού. Άλλωστε όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G. κ.α. ν. Adeona Holdings Limited, Πολ. Έφ. Αρ. Ε6/2014, 27.2.2015, ECLI:CY:AD:2015:A140, υπάρχει μια άλλη διάσταση στο θέμα του κατεπείγοντος ως ακολούθως: «Υπάρχει όμως και μια άλλη διάσταση στο θέμα του κατεπείγοντος. Όπου εκδίδεται μονομερώς ένα διάταγμα και στη συνέχεια, αφού ακουστεί και ο εναγόμενος, τεθεί θέμα ότι το διάταγμα δεν θα έπρεπε να είχε εκδοθεί μονομερώς, το δικαστήριο θα πρέπει με φειδώ να προχωρεί σε ακύρωση του παρεμπίπτοντος διατάγματος, ιδιαίτερα όταν ο ενάγων δεν συνέβαλε και ούτε απέκρυψε οποιαδήποτε στοιχεία ώστε να θεωρηθεί ότι παραπλάνησε το δικαστήριο για να δεχθεί να εξετάσει την αίτηση στην απουσία της άλλης πλευράς. Όπως νομολογήθηκε πρόσφατα από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Κούππα ν. Πουλλά Τσαδιώτη Λίμιτεδ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 312/10, ημερ. 17.7.2014, όταν εγερθεί θέμα κατεπείγοντος μετά που ακουστεί ο εναγόμενος, το θέμα δεν «θα πρέπει να αφήνεται να καταστρατηγεί το ζητούμενο .. και να αποπροσανατολίζει από τον στόχο, αλλά να εκλαμβάνεται εξ αρχής ως καθήκον του Δικαστηρίου να εξετάζει με προσοχή το υλικό που τίθεται ενώπιον του ..». Σχετικές είναι επίσης και οι υποθέσεις Κασπαρή ν. Ανδρέου
(2004)1Β ΑΑΔ 784 και Αποστόλου ν. Ιωάννου
(2012)1Α ΑΑΔ 604, στις οποίες εκφράστηκαν επιφυλάξεις ως προς την προηγούμενη νομολογία επί του θέματος.» Ένας επιμέρους λόγος έφεσης είναι ότι το πρωτόδικο δικαστήριο εσφαλμένα επέτρεψε την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης από άλλο άτομο. Όπως έχουμε ήδη αναφέρει επρόκειτο για απαντητική ένορκη δήλωση εν όψει της άρνησης του εφεσείοντα ότι υπήρχαν καταγγελίες για άσκηση βίας. Δεν διαπιστώνουμε βάσιμο παράπονο για τον τρόπο που το δικαστήριο άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια. Δεν επρόκειτο για εισαγωγή νέων ισχυρισμών και τροποποίηση της βάσης επί της οποίας είχε δοθεί μονομερώς το διάταγμα. Επρόκειτο σαφώς για απάντηση επί της ίδιας βάσης εν όψει του ισχυρισμού του εφεσείοντα ότι υπήρχαν μεταξύ των γονέων αρμονικές σχέσεις με τα συνήθη απλώς «σκαπανεβάσματα» του έγγαμου βίου και της ρητής άρνησης του ότι υπήρχε οποιαδήποτε καταγγελία στην Αστυνομία και στις ΥΚΕ στις ημερομηνίες που ισχυρίζεται η ενόρκως δηλούσα. Εν πάση περιπτώσει δόθηκε η ευκαιρία στον εφεσείοντα να καταχωρίσει δική του απαντητική ένορκη δήλωση, κάτι που έπραξε. Οπότε, μετά που τέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου μια σωρεία καταγγελιών (τεκμήριο 1), προέβαλε πλέον τη θέση ότι τα όσα αναφέρονται στο εν λόγω τεκμήριο ουδεμία σχέση έχουν με τα επίδικα γεγονότα και ότι η επίδικη αίτηση αφορά τα ανήλικα τέκνα και δεν αφορά στις σχέσεις του με τη σύζυγο του η οποία λόγω χρόνιων ψυχολογικών προβλημάτων προέβαινε σε ανυπόστατες καταγγελίες εναντίον του. Θα μπορούσε όμως αυτή τη θέση να την προβάλει εξ αρχής αντί να έχει ένσταση να παρουσιαστεί το τεκμήριο 1 στο δικαστήριο και να προκαλούνται ενδιάμεσες επί ενδιάμεσων διαδικασίες με αποτέλεσμα να προκαλείται καθυστέρηση στην εκδίκαση της ουσίας. Η παρατήρηση αυτή ισχύει ιδιαίτερα σε υποθέσεις αυτής της φύσεως όπου τα μέρη και οι δικηγόροι τους πρέπει να συνεργάζονται όσο το δυνατόν για τον περιορισμό των επιδίκων θεμάτων και όλως ιδιαιτέρως για την επίλυση των διαδικαστικών ζητημάτων εφόσον το ζητούμενο είναι το συμφέρον των παιδιών. Επίσης δεν μπορούμε παρά να εκφράσουμε μεγάλη απαρέσκεια και έντονη ανησυχία για το γεγονός ότι η κυρίως αίτηση ακόμα εκκρεμεί ενώ δόθηκε μονομερώς ένα τέτοιο ενδιάμεσο διάταγμα πριν ένα και πλέον χρόνο. Όπως υποδείχθηκε στη Δημοσθένους ν. Δημοσθένους, Έφ. ΔΟΔ Αρ. 21/2019, ημερ. 29.6.2020, είναι ανεπίτρεπτο τέτοιες διαδικασίες (εκεί επρόκειτο για διατροφή) να τεμαχίζονται, να γίνονται εφέσεις επί των ενδιαμέσων αποφάσεων και να μην εκδικάζονται οι καθαυτό αιτήσεις. Στην ίδια υπόθεση διατυπώθηκε προτροπή και ενθάρρυνση προς τα Οικογενειακά Δικαστήρια να χρησιμοποιούν το δικαίωμα που τους παρέχει ο Κανονισμός 8 του περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Διαδικαστικού Κανονισμού του 1990, για έκδοση των αναγκαίων οδηγιών προς το συμφέρον της δικαιοσύνης επιταχύνοντας την ενώπιον τους διαδικασία. Διαφορετικά, με τέτοιες πρακτικές και γενικευμένες, δυστυχώς νοοτροπίες, η ουσιαστική κρίση παραπέμπεται στις ελληνικές καλένδες με τα μέρη να θεωρούν, όπως η αντίληψη του εφεσείοντα, ότι θα μπορούσε το ενδιάμεσο αυτό στάδιο και μάλιστα σε εφετειακό βαθμό, να προσφέρεται για την επίλυση των ζητημάτων ουσίας. Για το γεγονός ότι η απόφαση inter partes εκδόθηκε 5 ½ μήνες μετά την έκδοση του μονομερούς διατάγματος προβλήθηκε και λόγος έφεσης με τον οποίο ζητείται η ακύρωση της απόφασης ως «εις ολόκληρον εσφαλμένης» λόγω του ότι «τόσο η θέση της εφεσίβλητης όσο και του πρωτόδικου δικαστηρίου ήταν να γίνουν προσπάθειες να επιστραφούν οι ανήλικοι στο σπίτι τους». Η απάντηση της άλλης πλευράς είναι πως η προσπάθεια για εξεύρεση τυχόν λύσης δεν αποτελεί λόγο για ακύρωση της πρωτόδικης απόφασης και ότι θα πρέπει να ληφθεί υπόψιν και ο χρόνος που χρειάστηκε για την εκδίκαση της αίτησης για συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Δεν θεωρούμε ότι αποκαλύπτεται λόγος για ακύρωση της πρωτόδικης απόφασης ως «εις ολόκληρο εσφαλμένης» όπως τίθεται με το συγκεκριμένο λόγο έφεσης. Αναμένεται όμως από το πρωτόδικο δικαστήριο να προχωρήσει στην εκδίκαση της ουσίας χωρίς άλλη καθυστέρηση και από τους δικηγόρους να βοηθήσουν προς αυτή την κατεύθυνση. Η έφεση απορρίπτεται. Λαμβάνοντας υπόψιν την ιδιαίτερη φύση της υπόθεσης, καμιά διαταγή για έξοδα. Λ. Παρπαρίνος, Δ. Κ. Σταματίου, Δ. Τ.Θ. Οικονόμου, Δ. /φκ [1] «18.-
(1)Αν ο πατέρας ή η μητέρα παραβαίνουν τα καθήκοντα που τους επιβάλλει το λειτούργημα τους για την επιμέλεια του προσώπου του τέκνου ή τη διοίκηση της περιουσίας του, ή αν ασκούν το λειτούργημα αυτό καταχρηστικά ή δεν είναι σε θέση να ανταποκριθούν σ' αυτό, το Δικαστήριο, εφόσο το ζητήσει ο άλλος γονέας ή ο Διευθυντής, μπορεί να διατάξει οποιοδήποτε πρόσφορο μέτρο.
(2)Το Δικαστήριο μπορεί να αφαιρέσει από τον ένα γονέα την άσκηση της γονικής μέριμνας, εν όλω ή εν μέρει, ή να την αναθέσει αποκλειστικά στον άλλο ή, αν συντρέχουν και στο πρόσωπο αυτού οι προϋποθέσεις του εδαφίου
(1), να αναθέσει την επιμέλεια του τέκνου εν όλω ή εν μέρει σε Επίτροπο.
(3)Η αφαίρεση εν όλω ή εν μέρει της επιμέλειας του προσώπου του τέκνου και από τους δυο γονείς και η ανάθεση της σε επίτροπο διατάσσονται από το Δικαστήριο μόνο όταν άλλα μέτρα δεν έφεραν αποτέλεσμα ή όταν κρίνεται ότι δεν επαρκούν για να αποτρέψουν κίνδυνο της σωματικής, πνευματικής ή ψυχικής υγείας του τέκνου.
(4)Το Δικαστήριο αποφασίζει την ανάθεση στον επίτροπο ύστερα από έλεγχο του ήθους, των βιοτικών συνθηκών και της εν γένει καταλληλότητας του. Η συναίνεση του επιτρόπου αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση.
(5)Η ανάθεση της επιτροπείας γίνεται κατά προτίμηση σε συγγενικά πρόσωπα.
(6)Το Δικαστήριο ορίζει την έκταση της γονικής μέριμνας που παραχωρεί στον επίτροπο και τους όρους της άσκησης της.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο