ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ Χ.Δ. ΓΙΑ ΑΔΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI, Πολιτική Αίτηση Αρ. 67/2021, 27/4/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:AD:2021:D175 ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (Πολιτική Αίτηση Αρ. 67/2021) 27 Απριλίου, 2021 [ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Δ.] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 3 ΚΑΙ 9 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΣ ΤΟΥ 1964 ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ) ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ 2018 (5/2018) ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ Χ.Δ. ΓΙΑ ΑΔΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΕΝΤΑΛΜΑ ΕΡΕΥΝΑΣ ΤΗΣ ΟΙΚΙΑΣ ΣΤΗΝ ΟΔΟ ΧΧΧ ΧΧΧ ΣΤΗ ΛΕΜΕΣΟ ΚΑΙ ΣΤΟ ΟΧΗΜΑ ΜΕ ΑΡΙΘΜΟΥΣ ΕΓΓΡΑΦΗΣ ΧΧΧ ΧΧΧ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΤΗΝ 08/04/21 ΚΑΙ ΕΚΤΕΛΕΣΤΗΚΕ ΤΗΝ 10/04/21. _ _ _ _ _ _ Μ. Αρμεύτης, για τον Αιτητή. _ _ _ _ _ _ Α Π Ο Φ Α Σ Η ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Δ.: Με την παρούσα αίτηση ο αιτητής ζητά άδεια για καταχώρηση αίτησης με κλήση για την έκδοση προνομιακού εντάλματος certiorari με στόχο την ακύρωση του εντάλματος έρευνας της οικίας και του οχήματός του, ημερομηνίας 8.4.2021, το οποίο εκτελέστηκε στις 10.4.2021, καθώς και οποιαδήποτε άλλη θεραπεία συμπαρασυρόμενη από το ένταλμα certiorari, η οποία ήθελε κριθεί ορθή και δίκαιη υπό τις περιστάσεις. Σύμφωνα με τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον μου, στις 8.4.2021 εκδόθηκε ένταλμα έρευνας στην κατοικία όπου διαμένει ο αιτητής, με στόχο την ανεύρεση αντικειμένων, όπως «μπογιές και spray μπογιατίσματος χρώματος μπλε», τα οποία αποτελούν τεκμήρια σε υπόθεση σχετικά με αδίκημα, κατά παράβαση του άρθρου 47 του Κεφ. 154, που αναφέρεται σε ενέργειες σε βάρος της κυριαρχίας της Δημοκρατίας, που διαπράχθηκε στις 25.3.2021, στην Επισκοπή. Συγκεκριμένα ότι, με τη χρήση των πιο πάνω αντικειμένων, γράφτηκαν συνθήματα στο Τέμενος (μιναρέ) που ευρίσκεται στην Επισκοπή, προωθώντας με αυτό τον τρόπο την εχθρότητα μεταξύ των θρησκευτικών ομάδων των Κοινοτήτων. Το ένταλμα εκδόθηκε στη βάση ένορκης δήλωσης του Α/Αστ. 2Χ9, η οποία επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση του αιτητή. Οι λόγοι επί των οποίων βασίζεται το αίτημα έχουν ως ακολούθως: «Α. Υπάρχει δικαιοδοτικό και νομικό σφάλμα έκδηλο στην όψη του, επειδή το εν λόγω ένταλμα έχει ως νομική βάση έκδοσής του τα άρθρα 28 του Κεφ. 155 και 29
(3)του Νόμου 29/77, ενώ η έρευνα δεν αφορούσε ελεγχόμενα φάρμακα. Β. Το Δικαστήριο λειτούργησε μηχανικά και καθ΄ υπέρβαση εξουσίας, εφόσον δεν προκύπτουν από την ένορκη κατηγορία που τέθηκε ενώπιόν του στοιχεία ικανά για να δημιουργηθεί εύλογη υποψία, ως απαιτεί το άρθρο 29
(3)του Νόμου 29/77 για έκδοση του εντάλματος. Γ. Το ένταλμα έρευνας εκδόθηκε παράτυπα και κατά παράβαση του Άρθρου 29 του Κεφ. 155, αφού δεν αναγραφόταν σε αυτό το χρονικό πλαίσιο εξουσιοδότησης της έρευνας και ούτε υπήρχε οπισθογράφηση για εξουσιοδότηση εκτέλεσης για οποιαδήποτε ώρα.» Άδεια για καταχώρηση αίτησης για έκδοση προνομιακού εντάλματος certiorari παρέχεται εκεί όπου αποκαλύπτεται εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπόθεση και διαφαίνεται υπέρβαση ή έλλειψη δικαιοδοσίας, νομικό σφάλμα εμφανές στο πρακτικό, προκατάληψη ή συμφέρον από τα πρόσωπα που λαμβάνουν την απόφαση, δόλος ή ψευδορκία στη λήψη της απόφασης ή παραβίαση των κανόνων της φυσικής δικαιοσύνης (Αίτηση του ΧΧΧ Κωνσταντινίδη
(2003)1 ΑΑΔ 1298, ΧΧΧ Περρέλλα (Αρ. 2)
(1995)1 ΑΑΔ 692). Με βάση τη νομολογία (Πολυκάρπου
(1991)1 ΑΑΔ 207, Έλληνας ν. Δημοκρατίας
(1989)1 ΑΑΔ 17, Σύνδεσμος για την Πρόληψη της Βίας στα Γήπεδα και την Προαγωγή άλλων Κοινοφελών Σκοπών
(1997)1 ΑΑΔ 104), η νομιμότητα εντάλματος έρευνας μπορεί να ελεγχθεί στα πλαίσια αίτησης certiorari (Σιακαλλή (Αρ. 1)
(2001)1 ΑΑΔ 282). Εξέτασα την αίτηση υπό το φως των πιο πάνω αρχών. Το Άρθρο 16.1 του Συντάγματος διασφαλίζει το απαραβίαστο της κατοικίας. Η είσοδος ή έρευνα σε κατοικία είναι δυνατή μόνο στις περιπτώσεις και υπό τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στη δεύτερη παράγραφο του Άρθρου 16, δηλαδή «η μη ότε και όπως ο νόμος ορίζει και κατόπιν δικαστικού εντάλματος δεόντως ητιολογημένου». Το άρθρο 27 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, προνοεί για την εξουσία έκδοσης εντάλματος έρευνας ως ακολούθως: «27. Όταν δικαστής ικανοποιείται με ένορκη έγγραφη δήλωση ότι υπάρχει εύλογη αιτία να πιστεύεται ότι σε οποιοδήποτε τόπο υπάρχει- (α) οτιδήποτε στο οποίο ή σε σχέση με το οποίο διαπράχτηκε ποινικό αδίκημα ή υπάρχει υποψία ότι διαπράχτηκε ή (β) οτιδήποτε για το οποίο υπάρχει εύλογη αιτία να πιστεύεται ότι θα παρέχει απόδειξη ως προς τη διάπραξη ποινικού αδικήματος ή (γ) οτιδήποτε για το οποίο υπάρχει εύλογη αιτία να πιστεύεται ότι προορίζεται να χρησιμοποιηθεί για το σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος, ο δικαστής δύναται σε οποιοδήποτε χρόνο να εκδώσει ένταλμα (το οποίο αναφέρεται στο νόμο αυτό ως "ένταλμα έρευνας"), που εξουσιοδοτεί το πρόσωπο που κατονομάζεται σε αυτό- (ι) να ερευνήσει τον τόπο αυτό προς ανεύρεση οποιουδήποτε τέτοιου πράγματος και να κατάσχει και μεταφέρει αυτό ενώπιον του Δικαστηρίου από το οποίο εκδόθηκε το ένταλμα έρευνας ή ενώπιον άλλου Δικαστηρίου για να τύχει αυτό μεταχείρισης σύμφωνα με το νόμο και (ιι) να συλλάβει και να προσαγάγει ενώπιον Δικαστή τον κάτοχο της οικίας ή του τόπου όπου βρέθηκε το πράγμα ή οποιοδήποτε πρόσωπο εντός ή πέριξ της οικίας αυτής ή του τόπου το οποίο κατέχει τέτοιο πράγμα, αν ο Δικαστής κρίνει σκόπιμο να διατάξει με αυτό τον τρόπο στο ένταλμα.» Το δε άρθρο 28 του Κεφ. 155 καθορίζει τον τύπο και τη διάρκεια του εντάλματος έρευνας ως ακολούθως: «28.-
(1)Κάθε ένταλμα έρευνας φέρει την υπογραφή του δικαστή που το εκδίδει, την ημερομηνία και ώρα εκδόσεως, καθώς επίσης και βεβαίωση του δικαστή ότι έχει ικανοποιηθεί λογικά για την ύπαρξη της ανάγκης εκδόσεως του εντάλματος.
(2)Κάθε τέτοιο ένταλμα συνήθως απευθύνεται γενικά προς όλους τους αστυνομικούς αλλά ο Δικαστής που εκδίδει τέτοιο ένταλμα δύναται, αν η άμεση εκτέλεση του είναι αναγκαία, και δεν υπάρχει αμέσως διαθέσιμος αστυνομικός, να απευθύνει αυτό σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα, και το πρόσωπο αυτό ή πρόσωπα εκτελούν αυτό, όταν δε το ένταλμα απευθύνεται σε περισσότερους από ένα αστυνομικούς ή περισσότερα από ένα πρόσωπα, αυτό δύναται να εκτελεστεί από όλους, ή από οποιοδήποτε ή από περισσότερους του ενός από αυτούς.
(3)Κάθε τέτοιο ένταλμα παραμένει σε ισχύ μέχρις ότου εκτελεστεί ή ακυρωθεί από Δικαστή.» Στο επίδικο ένταλμα είναι γεγονός ότι, όπως φαίνεται στην όψη του, στηρίζεται σε λανθασμένο νομικό υπόβαθρο. Συγκεκριμένα, αναγράφεται Ποινικός Τύπος Αρ. 6 Ένταλμα Έρευνας (Κεφ. 155 άρθρο 28) (Νόμος 29/77 άρθρο 29
(3). Επισημαίνεται ότι στον όρκο του Α/Αστ. 2Χ9 αναφέρεται ότι τα αντικείμενα για τα οποία αιτήθηκε το ένταλμα σχετίζονται με το αδίκημα του άρθρου 47 του Κεφ. 154. Το ίδιο αναφέρεται και στο ένταλμα. Είναι, λοιπόν, σαφές ότι η αναφορά στο ένταλμα περί του άρθρου 29
(3)του Νόμου 29/77, ήτοι του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου, καμία σχέση έχει με την διερευνώμενη υπόθεση. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του αιτητή στην προφορική του αγόρευση προς υποστήριξη της αίτησης παρέπεμψε στην υπόθεση Μακρίδης
(2014)1 ΑΑΔ 756, ECLI:CY:AD:2014:A238 και στα όσα εκεί αναφέρθηκαν ως προς το λανθασμένο νομικό υπόβαθρο εντάλματος έρευνας. Στην υπόθεση εκείνη, στα πλαίσια διερεύνησης αδικημάτων σχετικών με παράνομη εισαγωγή ναρκωτικών ουσιών, εκδόθηκε ένταλμα έρευνας της κατοικίας του εφεσείοντα για εντοπισμό και κατάσχεση διαφόρων εγγράφων που σχετίζονταν με την υπόθεση. Ο εφεσείων επεδίωξε τη λήψη άδειας για καταχώρηση αίτησης certiorari h οποία απορρίφθηκε και προς τούτο καταχώρησε έφεση. Στα πλαίσια της έφεσης, χωρίς να αποτελεί λόγο έφεσης και χωρίς να έχει συζητηθεί πρωτόδικα, έθεσε ότι το ένταλμα έρευνας στηριζόταν σε λανθασμένο νομικό υπόβαθρο. Η Ολομέλεια που εξέτασε την έφεση ανέφερε τα ακόλουθα ως προς το εγειρόμενο ζήτημα επί του οποίου στηρίζεται η εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου: «Δεν αποτελεί λόγο έφεσης, ούτε και συζητήθηκε πρωτόδικα, αλλά ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εφεσείοντα θεώρησε καθήκον του να θέσει ότι το ένταλμα έρευνας, όπως φαίνεται στην όψη του, στηρίζεται σε λανθασμένο νομικό υπόβαθρο. Συγκεκριμένα, αναγράφεται «ΠΟΙΝΙΚΟΣ ΤΥΠΟΣ ΑΡ.6 ΕΝΤΑΛΜΑ ΕΡΕΥΝΑΣ. Νόμος 29/77 Άρθρο 3 (Κεφ. 155, Άρθρο 28)». Κατά τον συνήγορο, το άρθρο 28 δεν παρέχει δικαιοδοσία έκδοσης εντάλματος έρευνας, το δε άρθρο 3 είναι ερμηνευτικό και άσχετο. Είναι ορθή η πιο πάνω προσέγγιση. Παρά ταύτα, είναι αχρείαστη περαιτέρω και εις βάθος ενασχόληση, ιδίως ως προς τις επιπτώσεις, δεδομένου ότι δεν υπάρχει ενώπιόν μας ανάλογος λόγος έφεσης. Αναμένεται, όμως, όπως είναι αυτονόητο, η καταγραφή της ορθής δικαιοδοτικής βάσης στην όψη εντάλματος έρευνας. Η εξουσία προς παροχή εντάλματος αυτής της μορφής καλύπτεται από το άρθρο 27 του Κεφ. 155. Ειδικά, δε, σε σχέση με διερευνώμενα αδικήματα που περιστρέφονται γύρω από τον Ν.29/77, ανάλογη εξουσία παρέχεται και δυνάμει του άρθρου 29
(3)του υπό αναφορά Νόμου.» Είναι σαφές από το πιο πάνω απόσπασμα ότι τα όσα αναφέρθηκαν δεν αποτελούν μέρος του λόγου της απόφασης, ούτε εξετάστηκαν οι επιπτώσεις της λανθασμένης αναφοράς του δικαιοδοτικού υποβάθρου στο ένταλμα. Επισημάνθηκε μόνο πως θα αναμένετο η ορθή καταγραφή της δικαιοδοτικής βάσης του εντάλματος. Το ίδιο επισημαίνεται και στην παρούσα περίπτωση. Το άρθρο 29
(3)του Νόμου 29/77, ουδεμία σχέση έχει με την διερευνόμενη υπόθεση. Αυτό που προκύπτει, τόσο από το λεκτικό του εντάλματος, όσο και από τον όρκο, είναι ότι το αδίκημα το οποίο διερευνάτο ήταν αυτό του άρθρου 47 του Κεφ. 154. Συνακόλουθα, η εξουσία που παρέχεται για έκδοση εντάλματος έρευνας, δυνάμει του άρθρου 29
(3)του Νόμου 29/77, δεν μπορούσε να αποτελέσει βάση για την έκδοση του επίδικου εντάλματος. Δικαιοδοτικό υπόβαθρο για το επίδικο ένταλμα ήταν το άρθρο 27 του Κεφ.
- Η μη αναφορά της εν λόγω νομοθετικής διάταξης δεν άπτεται της εγκυρότητας τους εντάλματος. Άλλωστε και την υπόθεση Μακρίδης, πιο πάνω, το Ανώτατο Δικαστήριο περιορίστηκε σε παραίνεση για να αναφέρεται ο νόμος βάση του οποίου δίδεται το δικαιοδοτικό υπόβαθρο για έκδοση του εντάλματος έρευνας και δεν οδηγήθηκε σε εύρημα ακυρότητας, έστω και εάν το θέμα δεν εγέρθηκε με τους λόγους έφεσης, λόγω του δικαιοδοτικού του χαρακτήρα. Ο αιτητής εγείρει, επίσης, παρατυπία στο ένταλμα, λόγω του ότι δεν αναγραφόταν σ΄ αυτό το χρονικό πλαίσιο εξουσιοδότησης της έρευνας, κατά παράβαση του άρθρου 29 του Κεφ.
- Το άρθρο 29 του Κεφ. 155 προνοεί τα ακόλουθα: 29.-
(1)Ένταλμα έρευνας δύναται να εκδοθεί και εκτελεστεί σε οποιαδήποτε ημέρα περιλαμβανομένης Κυριακής ή δημόσιας αργίας, πρέπει δε να εκτελείται μεταξύ της πέμπτης πρωινής ώρας και της όγδοης νυκτερινής, αλλά ο Δικαστής δύναται, κατά τη διακριτική του εξουσία, να εξουσιοδοτήσει την εκτέλεση του εντάλματος σε οποιαδήποτε ώρα.
(2)Όταν ο Δικαστής εξουσιοδοτεί την εκτέλεση εντάλματος έρευνας σε οποιαδήποτε ώρα άλλη από αυτή μεταξύ της πέμπτης πρωϊνής και της όγδοης νυκτερινής, η εξουσιοδότηση αυτή δύναται να περιληφθεί στο ένταλμα κατά το χρόνο της έκδοσης του ή δύναται να οπισθογραφηθεί σε αυτό από οποιοδήποτε δικαστή κατά οποιοδήποτε χρόνο μεταγενέστερο της έκδοσης αλλά προηγούμενο της εκτέλεσης.» Από το πιο πάνω άρθρο καθίσταται σαφές ότι τα εντάλματα έρευνας εκτελούνται μεταξύ 05.00 και 20.00. Σε περίπτωση που εξουσιοδοτείται η εκτέλεση καθ΄ οιονδήποτε άλλο χρόνο, τότε αυτό θα πρέπει να αναφέρεται στο ίδιο το ένταλμα. Εν προκειμένω, στο ένταλμα δεν καθορίζονται οι ώρες μεταξύ των οποίων θα έπρεπε να διενεργηθεί η έρευνα. Από τη στιγμή που δεν αναφέρθηκε οποιοσδήποτε χρονικός προσδιορισμός, η εξουσιοδότηση περιοριζόταν στο χρόνο που προνοείται από το πιο πάνω άρθρο. Όπως δε προκύπτει από την ένορκη δήλωση του αιτητή, η εκτέλεση του εν λόγω εντάλματος έλαβε χώρα περί ώρα 09.00, που εμπίπτει εντός του χρονικού πλαισίου που τίθεται με την πιο πάνω νομοθετική πρόνοια. Για τους πιο πάνω λόγους, δεν κρίνω ότι έχει καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπόθεση που να δικαιολογεί την έγκριση της αίτησης. Η αίτηση απορρίπτεται. Κ. Σταματίου, Δ. /ΧΤΘ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο