ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ RCB BANK (CYPRUS) LTD ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI, Πολιτική Aίτηση Αρ. 229/2020, 19/7/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:AD:2021:D319 ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (Πολιτική Αίτηση Αρ. 229/2020) 19 Ιουλίου 2021 [Χ. ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 3 ΚΑΙ 9 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1964 ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ) ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΤΟΥ 2018 ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ RCB BANK (CYPRUS) LTD ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ TO ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗΣ ΗΜΕΡ. 6.11.2020 ΠΟΥ ΕΚΔΟΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΤΑ ΠΛΑΙΣΙΑ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΑΡ. 379/2020 ΚΑΙ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΩΝ ΚΑΘ΄ΩΝ Η ΑΙΤΗΣΗ 1-30, ΣΥΜΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΟΜΕΝΗΣ ΤΗΣ RCB BANK (CYPRUS) LTD (ΚΑΘ΄ΗΣ Η ΑΙΤΗΣΗ 10) ΚΑΤΟΠΙΝ ΑΙΤΗΣΗΣ ΧΩΡΙΣ ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ, ΕΚ ΜΕΡΟΥΣ ΤΗΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ 45 ΚΑΙ 46 ΤΩΝ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΠΑΡΕΜΠΟΔΙΣΗΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΗΣ ΤΗΣ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗΣ ΕΣΟΔΩΝ ΑΠΟ ΠΑΡΑΝΟΜΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΝΟΜΩΝ ΤΟΥ 2007 ΕΩΣ 2019 (Ν 188(Ι)/2007). -------------- Π. Πολυβίου, Γ. Μίτλετον και Π. Μακρίδης για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε., για την Αιτήτρια. Α. Π. Αριστείδης, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα, για την Δημοκρατία. -------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.: Την 9.12.2020 δόθηκε άδεια στην Αιτήτρια τράπεζα, που καταχώρησε την παρούσα αίτηση για την έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari, για την ακύρωση του διατάγματος αποκάλυψης ημερ.6.11.2020, που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, το κατώτερο Δικαστήριο, στα πλαίσια της αίτησης αρ.379/2020. Η άδεια δόθηκε για όλους τους λόγους που η Αιτήτρια είχε επικαλεστεί στην αίτηση της για άδεια. Η Αίτηση υποστηρίζεται με ένορκη δήλωση ημερ.11.12.2020 της δικηγόρου Δ. Π., αναπληρώτριας νομικής συμβούλου της Αιτήτριας. Η Καθ' ης η Αίτηση καταχώρησε Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης, που υποστηρίζεται με ένορκη δήλωση ημερ.8.3.2021 του υπαστυνόμου xxx Αζά, μέλους του Γραφείου Διερεύνησης Θεμάτων Οικονομίας και ΣΠΕ του Τμήματος Καταπολέμησης Εγκλήματος του Αρχηγείου Αστυνομίας. Πρόκειται για το πρόσωπο που είχε ορκιστεί την ένορκη δήλωση ημερ.30.10.2000 στη βάση της οποίας εκδόθηκε το υπό έλεγχο διάταγμα αποκάλυψης, στη συνέχεια η ένορκη δήλωση Αζά. Το διάταγμα αποκάλυψης είχε εκδοθεί στη βάση αίτησης της Αστυνομίας, δυνάμει των προνοιών των άρθρων 45 και 46 του περί Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου του 2007 (Ν.188(Ι)/2007). Με το διάταγμα αποκάλυψης διατασσόταν μεγάλος αριθμός τραπεζών, μεταξύ των οποίων και η Αιτήτρια, όπως, μέσα σε 30 ημέρες από την επίδοση του, αποκαλύψουν και παραδώσουν στοιχεία και έγγραφα που καθορίζονταν. Το διάταγμα επιδόθηκε στην Αιτήτρια προς συμμόρφωση. Η επιδίωξη της Αστυνομίας να λάβει τα στοιχεία και έγγραφα, αντικείμενο του διατάγματος αποκάλυψης, χρονολογείτο. Δύο φορές στο παρελθόν είχε επιτύχει την έκδοση συναφών διαταγμάτων χωρίς ωστόσο ο σκοπός της να τελεσφορήσει. Την πρώτη φορά, το διάταγμα αποκάλυψης, που εκδόθηκε την 8.1.2019, ακυρώθηκε από το Δικαστήριο που το εξέδωσε, μετά από λίγες μέρες, με αίτηση της ίδιας της Αστυνομίας, ενώ το δεύτερο διάταγμα αποκάλυψης, που εκδόθηκε την 1.9.2020, ακυρώθηκε, σε σχέση με την Αιτήτρια, από το Ανώτατο Δικαστήριο με προνομιακό ένταλμα Certiorari (Αναφορικά με την RCB BANK (CYPRUS) LTD, Πολ. Αίτ. Αρ. 182/2020, ημερ.27.10.2020). Στη μη αποκάλυψη ουσιωδών στοιχείων αναφορικά με αμφότερα τα διατάγματα εκείνα, εδράζεται ο πρώτος λόγος ακύρωσης. Επισημαίνεται ότι η Αστυνομία δεν αποκάλυψε στο κατώτερο Δικαστήριο το γεγονός της έκδοσης του πρώτου διατάγματος και ούτε βέβαια της ακύρωσης του. Σε σχέση με το δεύτερο, ότι δεν αποκαλύφθηκαν όλοι οι λόγοι για τους οποίους το Ανώτατο Δικαστήριο, στις αιτήσεις των διαφόρων τραπεζών, έδωσε άδεια για καταχώριση αίτησης για την έκδοση εντάλματος Certiorari. Περαιτέρω, ότι δεν αποκαλύφθηκαν οι θέσεις και ισχυρισμοί της Αιτήτριας όπως αποκαλύπτονταν στις αιτήσεις που αυτή είχε καταχωρίσει σε σχέση με το δεύτερο διάταγμα, τόσο για την άδεια (Αναφορικά με την RCB BANK (CYPRUS) LTD, Πολ. Αίτ. 153/2020, ημερ.12.10.2020, ECLI:CY:AD:2020:D344) όσο και για την έκδοση του εντάλματος. Ακόμα, ότι το κατώτερο Δικαστήριο παραπλανήθηκε αφού στην ένορκη δήλωση Αζά γινόταν αναφορά σε διατάγματα του Υπουργείου Οικονομικών, ενώ τέτοια δεν υφίσταντο. Το ζήτημα της μη αποκάλυψης προεκτείνεται και στη σχετική εγκύκλιο της Κεντρικής Τράπεζας που ήταν σε ισχύ κατά την υπό διερεύνηση περίοδο και στην οποία, κατά την Αιτήτρια, ουσιαστικά βασίστηκε η αίτηση της Αστυνομίας. Η εγκύκλιος δεν παρουσιάστηκε στο κατώτερο Δικαστήριο και δεν επιστήθηκε η προσοχή του σε σχετική πρόνοια του περί της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμου (Ν.138(Ι)/2002) που αναφέρει ότι παράβαση εγκυκλίου δυνατό να οδηγήσει σε επιβολή διοικητικού προστίμου και επομένως δεν συνιστά ποινικό αδίκημα. Ούτε και το γεγονός ότι η εγκύκλιος δεν είχε δημοσιευτεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας. Η υπόσταση της σχετικής εγκυκλίου, άπτεται του δεύτερου λόγου ακύρωσης και αφορά στην επικαλούμενη έλλειψη ή υπέρβαση δικαιοδοσίας ή αρμοδιότητας ή νομικό σφάλμα του κατώτερου Δικαστηρίου, για το λόγο ότι δεν αποκαλύπτεται στην όψη του φακέλου οιονδήποτε ποινικό αδίκημα το οποίο θα μπορούσε να διερευνηθεί σε σχέση με τις συναλλαγές που έλαβαν χώρα κατά την περίοδο που καλύπτεται από το διάταγμα αποκάλυψης. Εξέδωσε δηλαδή το κατώτερο Δικαστήριο το διάταγμα ενεργώντας υπό νομική πλάνη, αφού αυτό δεν διασυνδέθηκε με τη διερεύνηση ποινικού αδικήματος και συνεπώς χωρίς δικαιοδοσία και αρμοδιότητα. Είναι η θέση της Αιτήτριας ότι παρά την προσπάθεια να παρουσιαστεί ότι η Αστυνομία διερευνούσε την ενδεχόμενη διάπραξη ποινικών αδικημάτων, βασιζόταν μόνο σε παραβάσεις της σχετικής εγκυκλίου της Κεντρικής Τράπεζας, που όμως δεν δημιουργούν ποινικό αδίκημα. Επομένως, κατά την εισήγηση της, η προϋπόθεση του άρθρου 46
(2)(α) του Ν.188(Ι)/2007, για εύλογη υποψία με αναφορά στη διάπραξη καθορισμένου αδικήματος ή την αποκόμιση οφέλους από τη διάπραξη συγκεκριμένου αδικήματος ή χρηματοοικονομική συναλλαγή η οποία δημιουργεί εύλογη υποψία ότι πρόσωπο ενέχεται σε αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, δεν είχε ικανοποιηθεί. Ο τρίτος λόγος ακύρωσης αφορά στην προϋπόθεση της διαπίστωσης εύλογης υποψίας και διασυνδέεται με τον δεύτερο. Είναι ωστόσο προϋπόθεση να προσδιοριστεί το καθορισμένο αδίκημα, διαφορετικά δεν θα υπάρχει αδίκημα για να διαπιστωθεί, με αναφορά σε αυτό, εύλογη υποψία διάπραξης του. Και ο πρώτος λόγος ακύρωσης που αφορά στη μη αποκάλυψη ουσιωδών στοιχείων, θα έχει σημασία και θα εξεταστεί μόνο εφόσον, κατά τα άλλα, το διάταγμα αποκάλυψης θα μπορούσε να εκδοθεί. Δηλαδή επιβάλλεται να εξεταστεί πρώτα ο δεύτερος λόγος ακύρωσης και μόνο εφόσον αυτός αποτύχει, να εξεταστεί ο τρίτος και αν και αυτός αποτύχει, να εξεταστεί ο πρώτος. Όπως προειπώθηκε, το διάταγμα αποκάλυψης είχε εκδοθεί δυνάμει των προνοιών των άρθρων 45 και 46 του Ν.188(Ι)/2007. Το άρθρο 45 προνοεί ότι: «
(1)Άνευ επηρεασμού των διατάξεων άλλων Νόμων, σε σχέση με τη λήψη πληροφοριών ή εγγράφων κατά τη διάρκεια της διεξαγωγής ανακρίσεων για το ενδεχόμενο διάπραξης αδικημάτων, για σκοπούς ανάλυσης χρηματοοικονομικών συναλλαγών ή έρευνας σχετικά με τη διάπραξη καθορισμένων αδικημάτων ή σχετικά με έρευνα για διακρίβωση εσόδων ή μέσων, περιλαμβανομένου του εντοπισμού άλλων συναφών περιουσιακών στοιχείων για σκοπό δέσμευσης και/ή δήμευσης, το δικαστήριο δύναται κατόπιν μονομερούς αίτησης του ανακριτή της υπόθεσης να εκδώσει διάταγμα αποκάλυψης σύμφωνα με τις πρόνοιες του παρόντος Μέρους.» Το άρθρο 46 του Ν.188(Ι)/2007 προνοεί ότι: «
(1)Το δικαστήριο ενώπιον του οποίου υποβάλλεται αίτηση για έκδοση διατάγματος αποκάλυψης δύναται, αν πεισθεί ότι συντρέχουν οι αναφερόμενες στο εδάφιο
(2)προϋποθέσεις, να εκδώσει διάταγμα το οποίο καλείται διάταγμα αποκάλυψης, απευθυνόμενο προς το πρόσωπο το οποίο, κατά την άποψή του, έχει στην κατοχή του την πληροφορία που αναφέρεται στην αίτηση με το οποίο καλεί το εν λόγω πρόσωπο όπως αποκαλύψει ή παραδώσει την πληροφορία στον ανακριτή ή/και σε άλλο κατονομαζόμενο στο διάταγμα πρόσωπο μέσα σε επτά ημέρες ή μέσα σε άλλη μεγαλύτερη ή μικρότερη προθεσμία την οποία ήθελε ορίσει το δικαστήριο στο διάταγμα αν ήθελε κρίνει αυτό υπό τις περιστάσεις σκόπιμο.
(2)Οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στο εδάφιο
(1)είναι οι ακόλουθες (α) Η ύπαρξη εύλογης υποψίας ότι συγκεκριμένο πρόσωπο διέπραξε ή έχει ωφεληθεί από τη διάπραξη καθορισμένου αδικήματος, ή η ύπαρξη χρηματοοικονομικής συναλλαγής η οποία δημιουργεί εύλογη υποψία ότι πρόσωπο ενέχεται σε αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας ή ότι η συναλλαγή ενδέχεται να σχετίζεται με τέτοια αδικήματα? (β) η ύπαρξη εύλογης υποψίας ότι η εν λόγω πληροφορία είτε μόνη της είτε σε συνδυασμό με άλλα στοιχεία ενδέχεται να είναι ουσιαστικής σημασίας στις έρευνες για τις οποίες έχει υποβληθεί η αίτηση για αποκάλυψη? (γ) το ότι η πληροφορία δεν εμπίπτει στην κατηγορία των προνομιούχων πληροφοριών? (δ) η ύπαρξη εύλογης αιτίας ότι είναι προς το δημόσιο συμφέρον να παρασχεθεί ή να αποκαλυφθεί η πληροφορία, λαμβανομένου υπόψη- (i) του οφέλους το οποίο ενδέχεται να προκύψει για την έρευνα από την αποκάλυψη ή παροχή της εν λόγω πληροφορίας? και (ii) των συνθηκών κατοχής της εν λόγω πληροφορίας από τον κάτοχό της.» Στα περιστατικά της υπόθεσης ό,τι απαιτείτο για να εκδοθεί διάταγμα αποκάλυψης σύμφωνα με τις πρόνοιες του Μέρους V του Ν.188(Ι)/2007 ήταν η καταχώριση μονομερούς αίτησης από τον ανακριτή της υπόθεσης, που είναι κοινό έδαφος ότι είχε προηγηθεί, και να συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στο εδάφιο
(2)του άρθρου 46, με την πρώτη (παρ.(α)(i)) να ήταν, στα περιστατικά της υπόθεσης, η ύπαρξη εύλογης υποψίας ότι συγκεκριμένο πρόσωπο διέπραξε ή είχε ωφεληθεί από τη διάπραξη καθορισμένου αδικήματος,[1] δηλαδή οιουδήποτε ποινικού αδικήματος. Η εύλογη υποψία διάπραξης ποινικού αδικήματος είναι η θεμελιακή προϋπόθεση για την έκδοση εντάλματος αποκάλυψης και η ορθή πρακτική είναι η προϋπόθεση αυτή να προβάλλεται, στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση για το ένταλμα, κατά τέτοιο τρόπο ώστε το υπόψη αδίκημα ή αδικήματα να διαπιστώνονται πάραυτα και χωρίς άλλο. Ουσιαστικά θα πρέπει να πληροφορείται το Δικαστήριο ευθαρσώς και χωρίς περιστροφές το αδίκημα ή τα αδικήματα αναφορικά με τα οποία ζητείται το ένταλμα και ότι μέχρι της στιγμής είναι γνωστό για τις περιστάσεις διάπραξης τους. Πρόδηλα αυτό δεν έγινε στην προκειμένη περίπτωση. Αντίθετα έγινε αναφορά σε έντεκα διαφορετικούς νόμους και δηλώθηκε ότι η Αστυνομία διερευνούσε ποινική υπόθεση που αφορούσε στη διάπραξη αδικημάτων ως αυτά προβλέπονταν από τους νόμους αυτούς, δυσκολεύοντας το κατώτερο Δικαστήριο, οδηγώντας το, όπως διαπιστώνεται στη συνέχεια, σε σφάλμα, αφού του διέλαθε ότι η ουσιαστικότερη των προϋποθέσεων για την έκδοση του εντάλματος που εξέδωσε απουσίαζε. Σε κανένα σημείο της ένορκης δήλωσης Αζά δεν γίνεται αναφορά σε συγκεκριμένο αδίκημα ή άρθρο οιουδήποτε νόμου το οποίο παραβιάστηκε. Εκτέθηκε ένα ευρύ υπόβαθρο γεγονότων, χωρίς να υποδειχτεί ποιο αδίκημα είχε διαπραχθεί ή ποιο άρθρο νόμου παραβιαζόταν. Η αστυνομική έρευνα αφορούσε στη διαπίστωση κατά πόσο την περίοδο 16.3.2013-27.3.2013, στη συνέχεια η «κλειστή περίοδος», είχαν διαπραχθεί οποιαδήποτε αδικήματα από τράπεζες που δραστηριοποιούνταν στην Κύπρο, αναφορικά με εκροές κεφαλαίων. Ό,τι θα έπρεπε να εμποδίσει τις τράπεζες να μεταφέρουν κεφάλαια κατά τη διάρκεια της «κλειστής περιόδου», ήταν η εγκύκλιος του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας, ημερ.16.3.2013, με θέμα: «Λήψη μέτρων δυνάμει των περί της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμων του 2002 έως 2007» στην οποία αναφερόταν ότι: «Ενεργώντας με βάση - (α) τις διαλαμβανόμενες στις παραγράφους (ε) και (ζ) του εδαφίου
(2)του άρθρου 6 των περί της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμων αρμοδιότητες της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, αναφορικά με τη διασφάλισή της σταθερότητας του χρηματοοικονομικού συστήματος και τη ρύθμιση της ομαλής λειτουργίας των συστημάτων πληρωμών, εκκαθάρισης ή και διακανονισμού συναλλαγών, και (β) την εξουσία που της παραχωρεί: το εδάφιό
(3)του άρθρου 48 των αυτών Νόμων περί της έκδοσής αποφάσεων αναφορικά με την αναστολή λειτουργίας των συστημάτων πληρωμών, εκκαθάρισης ή και διακανονισμού συναλλαγών. η Κεντρική Τράπεζα δια της παρούσης- α) απαγορεύει προσωρινά, και μέχρι νεωτέρας, την εισαγωγή, είτε από ιδρύματα υποκείμενα στην εποπτεία της Κεντρικής Τράπεζας ή κατ' άλλον τρόπο, εντολών πληρωμής ή μεταφοράς κεφαλαίων σε οιοδήποτε σύστημα πληρωμών, εκκαθάρισης ή και διακανονισμού συναλλαγών που λειτουργεί εντός ή εκτός της Δημοκρατίας, συμπεριλαμβανομένων εντολών εντός του ιδίου πιστωτικού ιδρύματος (intra-bank transactions), β) αναστέλλει προσωρινά, και μέχρι νεωτέρας, το διακανονισμό εντολών που έχουν ήδη εισαχθεί προς εκτέλεση σε οιοδήποτε σύστημα, πληρωμών, εκκαθάρισης ή και διακανονισμού συναλλαγών που λειτουργεί εντός ή εκτός της Δημοκρατίας, συμπεριλαμβανομένων εντολών εντός του ιδίου πιστωτικού ιδρύματος (intra-bank transactions). Τα ως άνω μέτρα ισχύουν από την κοινοποίηση της παρούσας επιστολής στους παραλήπτες της. Οι παραλήπτες της παρούσης καλούνται σε πιστή εφαρμογή και συμμόρφωση προς την παρούσα απόφαση, προς προστασία του δημοσίου, συμφέροντος για τη διασφάλιση της σταθερότητας του χρηματοοικονομικού συστήματος, καθώς και σε αυστηρή τήρηση του απορρήτου της παρούσης επιστολής». H εγκύκλιος παρέμεινε σε ισχύ μέχρι και την 27.3.2013 και από την επομένη οι τράπεζες επαναλειτούργησαν με άλλα περιοριστικά μέτρα. Σκοπός της εγκυκλίου ήταν η αναχαίτηση εκροών κεφαλαίων που είχαν παρατηρηθεί λόγω δημοσιευμάτων και όχι μόνο για επερχόμενο κούρεμα καταθέσεων. Επομένως, διερευνούνταν αδικήματα με αναφορά σε παραβάσεις της συγκεκριμένης εγκυκλίου και όχι οτιδήποτε άλλο. Στην ένορκη δήλωση Αζά, παρ.22, αναφερόταν ότι: «Εκ πρώτης όψεως διαπιστώνονται παραβάσεις της εγκυκλίου και των οδηγιών της ΚΤΚ από τις ακόλουθες τράπεζες:». Αναφέρονταν πέντε τράπεζες μεταξύ των οποίων και η Αιτήτρια. Υπήρχε σημείωμα λειτουργού της Κεντρικής Τράπεζας που αναφερόταν σε ύποπτες συναλλαγές που έγιναν από τράπεζες, περιλαμβανομένης και της Αιτήτριας, μετά τις 15.3.2013 με «backdated ημερομηνία». Στην παρ.39 της ένορκης δήλωσης Αζά αναφέρεται ότι από τη μαρτυρία «προκύπτει ως ενδεχόμενη η διάπραξη των αδικημάτων που διερευνούνται». Δεν συγκεκριμενοποιούνται τα αδικήματα που διερευνούνταν, παρά μόνο γίνεται αναφορά σε παράβαση της εγκυκλίου και των οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας. Στην προτελευταία σελίδα της ένορκης δήλωσης Αζά αναφέρεται ότι η αποκάλυψη θα βοηθούσε στη διερεύνηση και πάταξη σοβαρών ποινικών αδικημάτων, χωρίς και πάλι να αναφέρεται ποια ήταν αυτά. Στην αγόρευση της Καθ' ης η Αίτηση γίνεται αποδεκτό ότι «Πυρήνα» της διερεύνησης αποτελούσε η «απόφαση/οδηγία» ημερ.16.3.2013, με την εισήγηση ότι η παράβαση της συνιστά ποινικό αδίκημα τόσο δυνάμει του Ν.138(Ι)/2002 όσο και του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου (Ν.66(Ι)/1997). Η απόφαση του κατώτερου Δικαστηρίου αποτελείται από 22 σελίδες. Κατέληξε το κατώτερο Δικαστήριο (παρ.24) ότι από το μαρτυρικό υλικό που είχε τεθεί ενώπιον του, τα συγκεκριμένα πρόσωπα εναντίον των οποίων ζητείτο η έκδοση διατάγματος αποκάλυψης, δηλαδή οι τράπεζες περιλαμβανομένης και της Αιτήτριας, διέπραξαν τα αδικήματα που αναφέρονταν στην παρ.2 της ένορκης δήλωσης Αζά. Αυτά ήταν τα αδικήματα «ως αυτά προβλέπονται από τους πιο κάτω Νόμους:» και ακολουθούσε καταγραφή των έντεκα νομοθεσιών που ο ομνύοντας επικαλείτο. Καθίσταται πρόδηλο ότι, ούτε το κατώτερο Δικαστήριο διέκρινε συγκεκριμένο αδίκημα που μπορούσε να είχε διαπραχθεί. Κατά τρόπο μηχανικό ακολούθησε την προσέγγιση του ομνύοντα, για διερεύνηση απροσδιόριστων αδικημάτων στα πλαίσια του ζητήματος των εκροών που μαρτυρούνταν. Εάν επικεντρωνόταν στην ουσία του ζητήματος, ότι δηλαδή υπήρχε μαρτυρία ότι οι τράπεζες και στην προκειμένη περίπτωση η Αιτήτρια δεν συμμορφώθηκε με την εγκύκλιο της Κεντρικής Τράπεζας και εξέταζε κατά πόσο τέτοια συμπεριφορά μπορούσε να στοιχειοθετήσει ποινικό αδίκημα, θα διαπίστωνε πως κάτι τέτοιο δεν συνέβαινε. Όπως καταγράφεται στην εγκύκλιο, η σχετική εξουσία της Κεντρικής Τράπεζας αναφορικά με την αναστολή λειτουργίας των συστημάτων πληρωμών, εκκαθάρισης ή και διακανονισμού συναλλαγών, προνοείται από το άρθρο 48
(3)του Ν.138(Ι)/2002. Αυτό γίνεται «με επιστολή προς τα μέλη του συστήματος υπό όρους που καθορίζονται από την ίδια και περιέχονται στη σχετική επιστολή». Δυνάμει του εδαφίου
(4), παρ.(α), που ακολουθεί: «Σε περίπτωση, κατά την οποία διαπιστώνεται ότι μέλος ή διαχειριστής συστήματος πληρωμών . παραλείπει να συμμορφωθεί με οποιοδήποτε όρο λειτουργίας του συστήματος αυτού, η Τράπεζα έχει εξουσία να επιβάλει διοικητικό πρόστιμο .». Η αναφερόμενη «Τράπεζα» είναι η Κεντρική Τράπεζα. Η σχετική εγκύκλιος της Κεντρικής Τράπεζας ήταν επιστολή προς τα μέλη του συστήματος και παρά το ότι η επιμέρους απαγόρευση ήταν απόλυτη, ουσιαστικά έθετε όρους. Η επιχειρηματολογία των Καθ'ων η Αίτηση,[2] με αναφορά στην Αναφορικά με την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.ά, Πολ. Αίτ. Αρ.69/2017, ημερ.6.12.2017, ότι παράβαση που επισύρει διοικητικές κυρώσεις δεν αποκλείεται να συνιστά και ποινικό αδίκημα δυνάμει του ιδίου νόμου, δεν προωθεί τη βασική τους θέση, γιατί η διατύπωση αφορούσε περιπτώσεις όπου στο ίδιο το νομοθέτημα υπάρχει σαφής πρόνοια ότι η συγκεκριμένη παράβαση συνιστά και ποινικό αδίκημα. Στην προκειμένη περίπτωση δεν προνοείται ότι παράλειψη συμμόρφωσης συνιστά και ποινικό αδίκημα. Η απόφαση ενισχύει την περί του αντιθέτου επιχειρηματολογία. Στην Συρίμη ν. Παγκυπριακή Χρηματ. Δημόσια Ετ. Λτδ
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1331, εξετάστηκαν τα επακόλουθα παράβασης των εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας από εμπορικές τράπεζες με αναφορά και σε σχέση με συμβάσεις μεταξύ των τραπεζών και πελατών τους. Κρίθηκε ότι η παράβαση δεν συνιστούσε παρανομία, που θα οδηγούσε σε ακυρότητα τις συμβάσεις. Αναφέρθηκε ότι (σελ.1143): «... οι Εγκύκλιοι της Κεντρικής Τράπεζας αποσκοπούσαν στο να παράσχουν υποδείξεις προς τις Τράπεζες και άλλους οργανισμούς που υπόκεινται στον έλεγχο της, για τον καλύτερο τρόπο χειρισμού διαφόρων θεμάτων ώστε οι ενέργειες τους να συνάδουν με την ευρύτερη δημοσιοοικονομική πολιτική της Κεντρικής Τράπεζας και του κράτους. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι τυχόν παραβίαση της θα οδηγούσε αυτόματα σε ακύρωση οποιασδήποτε συμβατικής πράξης που προκύπτει ως αποτέλεσμα τυχόν παραβάσεως της Εγκυκλίου. Τέτοιου είδους παραβάσεις, αποτελούν εσωτερικό θέμα μεταξύ της Κεντρικής Τράπεζας και των Εμπορικών Τραπεζών και συχνά επιβάλλονται διοικητικές κυρώσεις στις Τράπεζες από την Κεντρική Τράπεζα, για παραβιάσεις όρων των Εγκυκλίων. Αν το περιεχόμενο της Εγκυκλίου σκοπούσε να θέσει ρητή απαγόρευση, αυτό θα μπορούσε να συμβεί με νομοθετική ρύθμιση .» Εάν η παράβαση εγκυκλίου συνιστούσε ποινικό αδίκημα, αναμφίβολα το αποτέλεσμα στις σχετικές συμβάσεις θα ήταν διαφορετικό. Οι πρόνοιες του άρθρου 43
(1)[3] του Ν.66(Ι)/1997, το οποίο περιλαμβανόταν στη νομική βάση της αίτησης για το διάταγμα, που ποινικοποιούν την παράβαση οποιασδήποτε από τις διατάξεις του ιδίου του νόμου ή των κανονισμών ή οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας που εκδίδονται δυνάμει του, δεν καλύπτουν την περίπτωση της επίδικης εγκυκλίου, εφόσον αυτή δεν εκδόθηκε δυνάμει του Ν.66(Ι)/1997, αλλά δυνάμει του Ν.138(Ι)/2002. Ούτε και οι πρόνοιες του άρθρου 65[4] του Ν.138(Ι)/2002, που επίσης αναφερόταν στη νομική βάση της αίτησης, εξυπηρετούν την υπόθεση της Καθ΄ης η Αίτηση, αφού με το ό,τι ποινικοποιείται είναι η παράβαση του ιδίου του νόμου και όχι οιασδήποτε επιστολής, εγκυκλίου ή οδηγίας που μπορεί να εκδοθεί δυνάμει του. Το κατώτερο Δικαστήριο εξέδωσε το υπό έλεγχο διάταγμα κατ΄επίκληση της εξουσίας του δυνάμει του άρθρου 45
(1)του Ν.188(Ι)/2007, χωρίς να διαπιστώσει το αδίκημα ή τα αδικήματα με αναφορά στα οποία θα εξέταζε κατά πόσο ικανοποιούνταν οι λοιπές νομικές προϋποθέσεις. Απουσίαζε δηλαδή το θεμέλιο που θα επέτρεπε την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας στο να εκδώσει ή να αρνηθεί το αιτούμενο διάταγμα. Ενέργησε δηλαδή καθ΄υπέρβαση της εξουσίας του έτσι που το διάταγμα που έκδωσε να πρέπει να ακυρωθεί. Καθίσταται αδύνατο να εξεταστεί σε άλλο επίπεδο ο τρίτος λόγος ακύρωσης, που ουσιαστικά επιτυγχάνει, ενώ είναι αχρείαστο να απασχολήσει ο πρώτος λόγος ακύρωσης. Η αίτηση εγκρίνεται και το διάταγμα ημερ. 6.11.2020 που εκδόθηκε στην αίτηση αρ. 379/2020 Ε. Δ. Λευκωσίας, στην έκταση που αφορά την R.C.B. Bank (Cyprus) Ltd, ακυρώνεται. Τα έξοδα της Αίτησης, όπως και τα έξοδα της αίτησης 210/2020 για την άδεια, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, πλέον το Φ.Π.Α. εάν υπάρχει, επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση. Χ. Μαλαχτός, Δ. [1] Το ερμηνευτικό άρθρο 2 προνοεί ότι: « "καθορισμένα αδικήματα" σημαίνει τα αδικήματα που αναφέρονται στο άρθρο 3». Το άρθρο 3 προνοεί ότι: «Ο Νόμος αυτός εφαρμόζεται σε σχέση με αδικήματα που αναφέρονται πιο κάτω και τα οποία για σκοπούς του Νόμου αυτού θα καλούνται καθορισμένα αδικήματα: (α) Αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες? (β) γενεσιουργά αδικήματα». Το ερμηνευτικό άρθρο 2 προνοεί ότι: «"γενεσιουργά αδικήματα" σημαίνει τα αδικήματα που αναφέρονται στο άρθρο 5» Το άρθρο 5 προνοεί ότι: «Γενεσιουργό αδίκημα είναι οποιοδήποτε αδίκημα καθορίζεται ως ποινικό αδίκημα από νόμο της Κυπριακής Δημοκρατίας». [2] Η επιμέρους επιχειρηματολογία έγινε σε σχέση με το άρθρο 65 του Ν.138(Ι)/2002. [3] «Η παράβαση οποιασδήποτε από τις διατάξεις του παρόντος Νόμου ή των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών ή οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας, εκτός από τις διατάξεις των άρθρων που αναφέρονται στο εδάφιο
(2), συνιστά αδίκημα τιμωρούμενο με φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα πέντε
(5)χρόνια ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο ευρώ (€1.000.000) ή και με τις δύο αυτές ποινές και σε περίπτωση που το αδίκημα συνεχίζεται, τιμωρείται με περαιτέρω χρηματική ποινή μέχρι πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000) για κάθε ημέρα για την οποία συνεχίζεται.» [4] «Ανεξάρτητα από τις διατάξεις, οι οποίες περιλαμβάνουν ειδική προς τούτο πρόβλεψη και στην έκταση που δεν προβλέπεται αποκλειστική αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας να επιβάλλει κυρώσεις, όποιος παραβαίνει οποιαδήποτε από τις διατάξεις του παρόντος Νόμου είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης του τιμωρείται με φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα δύο χρόνια ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πενήντα χιλιάδες λίρες και εάν το αδίκημα συνεχίζεται, με περαιτέρω χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες για κάθε ημέρα για την οποία συνεχίζεται η παράβαση.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο