ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ SAHIN ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ HABEAS CORRUS, Πολιτική Έφεση Αρ. 293/20, 13/9/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:AD:2021:A395 ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ Πολιτική Έφεση Αρ. 293/20 13 Σεπτεμβρίου, 2021 [Α.Ρ. ΛΙΑΤΣΟΣ, Α. ΠΟΥΓΙΟΥΡΟΥ, Δ. ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ, Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Ν.Γ. ΣΑΝΤΗΣ, ΔΔ] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 3 ΚΑΙ 9 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1964 (Ν.33/1964) ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ) ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΤΟΥ 2018 ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ SAHIN ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ HABEAS CORRUS KAI ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ ΝΟΜΟ 14/60, ΤΩΝ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΩΝ ΤΟΥ 1964 ΜΕΧΡΙ 1991, ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΣΥΜΒΑΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΑΣΠΙΣΗ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ, ΤΟΝ ΧΑΡΤΗ ΘΕΜΕΛΙΩΔΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ Ε.Ε., ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ ΝΟΜΟ, ΤΗΝ ΟΔΗΓΙΑ 2013/33/ΕΕ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΟΔΟΧΗ ΤΩΝ ΑΙΤΟΥΝΤΩΝ ΔΙΕΘΝΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ - 1. ΑΡΧΗΓΟΥ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ 2. ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ, ΔΙΑ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΠΑΡΑΝOΜΑ ΣΥΝΕΧΙΖΟΥΝ ΝΑ ΕΧΟΥΝ ΥΠΟ ΚΡΑΤΗΣΗ ΤΟΝ SAHIN ΚΑΤΑ ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 11 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 5
(1)ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΑΣΠΙΣΗ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ, ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 6 ΤΟΥ ΧΑΡΤΗ ΘΕΜΕΛΙΩΔΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ Ε.Ε., ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 9ΣΤ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ ΝΟΜΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ 8 ΚΑΙ 9 ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ 2013/33/ΕΕ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΟΔΟΧΗ ΤΩΝ ΑΙΤΟΥΝΤΩΝ ΔΙΕΘΝΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ Ν. Χαραλαμπίδου (κα), για τον Εφεσείοντα. Σ. Χαραλάμπους (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους Εφεσίβλητους. Εφεσείων, απών . ...... Α.Ρ. ΛΙΑΤΣΟΣ, Δ.: Την ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δώσει ο Δικαστής Ν.Γ. Σάντης. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ν.Γ.ΣΑΝΤΗΣ, Δ.: Ο Εφεσείων, με επτά λόγους έφεσης, αμφισβητεί απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου - στην Πρωτοβάθμια Δικαιοδοσία του («το Πρωτόδικο Δικαστήριο») - ημερομηνίας 7.10.20 να απορρίψει αίτηση του Εφεσείοντα για έκδοση προνομιακού εντάλματος Habeas Corpus («η Πρωτόδικη Απόφαση»), με την οποία (ως παρατίθεται εκεί) «. να κηρύσσεται η κράτησή του από τις 6.11.2019 μέχρι και σήμερα ως παράνομη από απόψεως διάρκειας και να διατάσσεται η απελευθέρωσή του ή και επιβολή εναλλακτικών της κράτησης μέτρων, κατά την κρίση του Δικαστηρίου» (η περικοπή όπως και οι υπόλοιπες στο ανά χείρας κείμενο παρατίθενται αυτουσίως). Το Πρωτόδικο Δικαστήριο, συνοψίζοντας τα βασικά γεγονότα της υπόθεσης, κατέγραψε πως ο Εφεσείων είναι υπήκοος Τουρκίας και αφίχθηκε παρανόμως στην Κύπρο, σε άγνωστη ημερομηνία, από το παράνομο Αεροδρόμιο Τύμπου. Την 8.6.18, ο Εφεσείων υπέβαλε αίτηση για διεθνή προστασία. Την 24.10.19 καταδικάστηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού σε ποινή φυλάκισης 10 μηνών για συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, παράνομη κατοχή και μεταφορά πυροβόλου όπλου Κατηγορίας Β και παράνομη κατοχή και μεταφορά εκρηκτικών υλών. Την 5.11.19 εκδόθηκε εναντίον του διάταγμα κράτησης βάσει του άρθρου 9ΣΤ
(2)(ε) του Περί Προσφύγων Νόμου 6(Ι)/2000 («ο Περί Προσφύγων Νόμος»), επειδή λογίστηκε επικίνδυνος για τη δημόσια τάξη, ενώ τα εναλλακτικά μέτρα (αντί της κράτησης) θεωρήθηκε πως δεν θα εξυπηρετούσαν τους σκοπούς του νομοθετήματος. Την 9.1.20 ο Εφεσείων καταχώρισε στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας («ΔΔΔΠ»), την Προσφυγή ΔΚ1/20 («η Προσφυγή ΔΚ1/20»), η οποία απορρίφθηκε την 6.2.20, δίχως να ασκηθεί έφεση. Στις 14.2.20, 24.3.20 και 16.4.20 διενεργήθηκε επανεξέταση της κράτησης του από τους Εφεσίβλητους, όπου και αποφασίστηκε η συνέχιση της. Την 14.5.20 η Υπηρεσία Ασύλου απέρριψε την αίτηση του Εφεσείοντα για διεθνή προστασία, με αυτόν να καταχωρεί σχετικώς στο ΔΔΔΠ την Προσφυγή 897/20 («η Προσφυγή 897/20»). Την 20.5.20 και 13.7.20 η κράτηση του Εφεσείοντα επανεξετάστηκε. Αποφασίστηκε η εξακολούθηση της. Τελικώς, το Πρωτόδικο Δικαστήριο - μετά από αρμόζουσα ανάλυση - καταστάλαξε στο ότι εκείνο που είχε σημασία είναι πως δεν τέθηκε κάτι ενώπιον του που να υποδηλώνει καθυστέρηση στην προώθηση της (εκκρεμούσας) Προσφυγής 897/20 έτσι που να δικαιολογείται η απόδοση της αιτούμενης θεραπείας και πως «. εφόσον εξακολουθεί να υφίσταται ο λόγος για τον οποίο [ο Εφεσείων] τέθηκε υπό κράτηση και με δεδομένη τη νομιμότητα του διατάγματος καθώς και ότι ο συνολικός χρόνος κράτησης δεν είναι υπερβολικός σε συνάρτηση με τα ληφθέντα διαβήματα . δεν μπορεί να του αποδοθεί η αιτούμενη θεραπεία σε αυτό το στάδιο». Προτού περάσουμε στους λόγους έφεσης, υποσημειώνουμε ότι στην Ειδοποίηση Εφέσεως (και προφανώς εκ παραδρομής), ο λόγος έφεσης 7 αποτυπώνεται ως «Έκτος Λόγος Έφεσης», καίτοι έπεται του λόγου έφεσης
- Σε πρώτο στάδιο, θα εξετάσουμε (εν πολλοίς σωρευτικώς) τους λόγους έφεσης 1, 3, 4 και 5 οι οποίοι, αδρομερώς, καταπιάνονται με τη θέση του Εφεσείοντα ότι το Πρωτόδικο Δικαστήριο έσφαλε ως προς τις νομικές αρχές που διέπουν την κράτηση αιτητών κατά τις προβλέψεις και του Περί Προσφύγων Νόμου (λόγος έφεσης 1), πως (εξίσου λαθεμένα), συνέδεσε τη διάρκεια της κράτησης του Εφεσείοντα με τις διαδικασίες ασύλου (λόγος έφεσης 3), ότι ομοίως δεν εξέτασε τη νομιμότητα της διάρκειας κράτησης του Εφεσείοντα «. υπό το φως των προτύπων που έχουν καθοριστεί από το ενωσιακό και ευρωπαϊκό δίκαιο και την ΕΣΔΑ βασιζόμενο ουσιαστικά στο τεκμήριο νομιμότητας των διοικητικών πράξεων .» (λόγος έφεσης 4) και πως εφάρμοσε λανθασμένως τους κανόνες περί του βάρους απόδειξης τής νομιμότητας του χρόνου κράτησης, παραλείποντας συν τω χρόνω να διερευνήσει αν οι λόγοι επαληθεύτηκαν από τους Εφεσίβλητους (λόγος έφεσης 5). Ακολούθως, θα ενασχοληθούμε με τους λόγους έφεσης 2 και 6 βάσει των οποίων προτάσσεται ότι το Πρωτόδικο Δικαστήριο (ως ο λόγος έφεσης 2), παρέλειψε να εξετάσει τη συμβατότητα της κράτησης του Εφεσείοντα με το Άρθρο 5 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου («ΕΣΔΑ»), και πως (το ίδιο σφαλερώς), δεν εξέτασε αν υπάρχει εύλογη προοπτική απέλασης του Εφεσείοντα σε σχέση προς το ίδιο άρθρο αλλά και τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης («ΔΕΕ»), όπως και το ότι «. δεν μπορούσε να εξετάσει στο πλαίσιο της πρωτόδικης αίτησης την θέση ότι η συνέχιση της κράτησης του καθίσταται παράνομη λόγω, μεταξύ άλλων και του απαγορευμένου της επαναπροώθησης του Εφεσείοντα/Αιτητή δυνάμει του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ» (λόγος έφεσης 6). Τέλος, θα εγκύψουμε στον λόγο έφεσης 7 και στο παράπονο του Εφεσείοντα πως το Πρωτόδικο Δικαστήριο «. εσφαλμένα και αδικαιολόγητα δεν άσκησε την δικαιοδοσία του για επιβολή εναλλακτικών της κράτησης μέτρων». Αρχίζουμε με τους λόγους έφεσης 1, 3, 4 και
- Υποβάλλεται - διά του λόγου έφεσης 1- ότι το Πρωτόδικο Δικαστήριο εφάρμοσε κακώς το άρθρο 9ΣΤ
(2)(ε) του Περί Προσφύγων Νόμου, ως και το αντίστοιχο άρθρο 8
(3)(ε)[1] της Οδηγίας 2013/33/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 Σχετικά με τις Απαιτήσεις για την Υποδοχή των Αιτούντων Διεθνή Προστασία («η Οδηγία 2013/33/ΕΕ), με υπόψιν και το σύνολο των προνοιών του άρθρου 9ΣΤ του Περί Προσφύγων Νόμου και των άρθρων 8 και 9 της Οδηγίας 2013/33/ΕΕ. Δεν συμφωνούμε. Η διατήρηση της κράτησης του Εφεσείοντα, ως ευστόχως διέκρινε το Πρωτόδικο Δικαστήριο - και σε αυτή την έκφανση των πραγμάτων θα επανέλθουμε κατά τις ανάγκες του σκεπτικού μας και των επόμενων λόγων έφεσης - δεν σχετίζονταν με ενέργειες των Εφεσίβλητων αλλά με το ότι εκκρεμούσε κατά τους κρίσιμους χρόνους η Προσφυγή ΔΚ1/20 κατά της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου για μη αναγνώριση στον Εφεσείοντα καθεστώτος διεθνούς προστασίας, την οποία παραδεκτώς είχε ενώπιον του ως μαρτυρία το Πρωτόδικο Δικαστήριο (βλ. Τεκμήριο 3 στην αίτηση και ως το Τεκμήριο 8 στην ένσταση). Η επικινδυνότητα του Εφεσείοντα και όσα περιέβαλαν την επεξεργασία των πληροφοριών και στοιχείων που αναφέρονταν στο ζήτημα, κρίθηκαν, ως υπέδειξε το Πρωτόδικο Δικαστήριο, από τα αρμόδια σώματα της Κυπριακής Δημοκρατίας, με τη νομιμότητα του διατάγματος κράτησης του Εφεσείοντα να κρίνεται προσηκόντως στην Προσφυγή ΔΚ1/
- Εκεί, το ΔΔΔΠ ικανοποιήθηκε - ύστερα από σφαιρική αποτίμηση της ατομικής συμπεριφοράς του Εφεσείοντα βάσει και της αρχής της αναλογικότητας (κατά τα ισχύοντα νομολογιακά και νομοθετικά πρότυπα) - ότι ο Εφεσείων συνιστά πραγματική, ενεστώσα και αρκούντως σοβαρή απειλή για τη δημόσια τάξη της Κυπριακής Δημοκρατίας, κάτι που αξιολόγησε και το ίδιο το Πρωτόδικο Δικαστήριο στην έκταση που θεώρησε αναγκαίο, ερμηνεύοντας (δεόντως και συμφώνως των ισχυουσών αρχών) την έννοια της δημόσιας τάξης. Πιο συγκεκριμένα, το Πρωτόδικο Δικαστήριο, με επάρκεια και ακρίβεια, είπε και αυτά, τα συναρτώμενα με ό,τι τώρα εξετάζεται: «.............................................. Εν προκειμένω, ο αιτητής έχει κριθεί από Δραστήριο στη Δημοκρατία ένοχος για τα αδικήματα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, της παράνομης κατοχής και μεταφοράς πυροβόλου όπλου κατηγορίας Β και παράνομης κατοχής και μεταφοράς εκρηκτικών υλών. Η διάπραξη αυτών των αδικημάτων είναι που τον κατέστησαν απειλή για τη δημόσια τάξη της χώρας, στην οποία ο ίδιος επέλεξε να έρθει και να ζητήσει άσυλο. Πρόκειται δε για αδικήματα που διαπράχθηκαν στο πρόσφατο παρελθόν. Οι υποθέσεις Ismail, Abdelmogheeth, και Almuhana, πιο πάνω, που με παρέπεμψε η κα Χαραλαμπίδου, διαφοροποιούνται ως προς τα γεγονότα. Σ' εκείνες τις υποθέσεις οι αιτητές θεωρήθηκαν ύποπτοι για θέματα εθνικής ασφάλειας και, παρά την κράτηση τους για μεγάλο χρονικό διάστημα, δεν είχαν γίνει ενέργειες για επαλήθευση του κινδύνου ή έστω ως προς το χρόνο τυχόν μελλοντικώς λήψης τέτοιων μετρούν. Εν προκειμένω, η καταδίκη του αιτητή για τα προαναφερθέντα αδικήματα τα οποία διαπράχθηκαν πρόσφατα, είναι που τον κατέστησαν απειλή στρεφόμενη κατά θεμελιώδους συμφέροντος της κοινωνίας του κράτους μέλους υποδοχής. Το ερώτημα που τίθεται σε αυτό το στάδιο είναι κατά πόσο η διάρκεια της κράτησης του είναι παρατεταμένη. Σε τέτοιου είδους υποθέσεις απαιτείται η εξισορρόπηση μεταξύ, αφενός του επιδιωκόμενου σκοπού που είναι η προστασία της δημόσιας τάξης και αφετέρου η βαρύτητα της επεμβάσεως στο δικαίωμα της ελευθερίας (J.N. σκέψη 69 και 70). .............................................». Το Πρωτόδικο Δικαστήριο, ως αναφύεται, εξέτασε διεξοδικώς πάντα όσα άπτονταν - εντός των παραμέτρων της δικαιοδοσίας του (και υπό το φως των επίμαχων γεγονότων) - τους λόγους κράτησης του Εφεσείοντα, με παραπομπή στο δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του ΕΔΑΔ και της Κυπριακής Δημοκρατίας, αποφαινόμενο ότι η περίοδος κράτησης (για 10 τόσους μήνες), υπήρξε δικαιολογημένη. Τα ίδια - τηρουμένων των απαραίτητων αναλογιών - ισχύουν και για τα περί παραβίασης των άρθρων 8 και 9 της Οδηγίας 2013/33/ΕΕ επί της οποίας, παρεμπιπτόντως, βασίζεται το άρθρο 9ΣΤ του Περί Προσφύγων Νόμου (βλ. Αl Lakoud v Κυπριακή Δημοκρατία, ΠΕ 77/20, ημ. 8.6.21, ECLI:CY:AD:2021:A231, Abdalla v Κυπριακή Δημοκρατία, ΠΕ 96/20, ημ. 8.6.21, ECLI:CY:AD:2021:A233). Δεν υπάρχει περιθώριο επέμβασης στην περιεκτική και ορθολογική προσέγγιση και κρίση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου, το οποίο συνεκτίμησε κάθε σχετικό παράγοντα εντός των αρχών που περιβάλλουν τη συζητούμενη θεματική. Ο λόγος έφεσης 1 απορρίπτεται. Οι Εφεσίβλητοι - και αυτό άπτεται (κυρίως) των λόγων έφεσης 3, 4 και 5 (αλλά εν τίνι τρόπω και του λόγου έφεσης 1) - είχαν καθήκον επιμελούς ολοκλήρωσης κάθε σχετικής προς τον Εφεσείοντα διαδικασίας. Από όσα τέθηκαν στο Πρωτόδικο Δικαστήριο προέκυπτε εναργώς ότι η κράτηση του Εφεσείοντα ήταν βάσιμη εξαιτίας των διαδικασιών που αφορούσαν στα διάφορα (και προπαντός δικαστικής υφής) αιτήματα του. Έγραψε το Πρωτόδικο Δικαστήριο και αυτά περί του θέματος: «............................................Ο αιτητής δεν ευρίσκεται σε διαδικασία απέλασης, εφόσον πρόκειται για αιτητή ασύλου όπου δεν είναι επιτρεπτή η απέλαση του προτού συμπληρωθούν οι διαδικασίες που αφορούν το αίτημά του. Η εισήγηση της κας Χαραλαμπίδου ότι, ακόμα και σε περίπτωση που απορριφθεί το αίτημά του για άσυλο από το ΔΔΔΠ, αυτός δε θα μπορεί να απελαθεί στην Τουρκία, διότι τυχόν απέλασή του θα συνιστά απαγορευμένη επαναπροώθηση, δυνάμει του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ, δεν μπορεί να εξεταστεί στα πλαίσια της παρούσας αίτησης. Εν προκειμένω, αυτό που έχει σημασία είναι ότι ο αιτητής, ως είχε δικαίωμα, αμφισβήτησε την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου με προσφυγή στο ΔΔΔΠ, η οποία είναι ορισμένη στις 5.10.2020 για πρώτη εμφάνιση. Δεν έχει τεθεί ενώπιόν μου οτιδήποτε που να υποδηλοί καθυστέρηση στην προώθηση της προσφυγής του που να δικαιολογεί την απόδοση της αιτούμενης θεραπείας. Εφόσον λοιπόν εκκρεμεί η διαδικασία ενώπιον του ΔΔΔΠ προς αμφισβήτηση της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου και εφόσον εξακολουθεί να υφίσταται ο λόγος για τον οποίο ο αιτητής τέθηκε υπό κράτηση και με δεδομένη τη νομιμότητα του διατάγματος καθώς και ότι ο συνολικός χρόνος κράτησης δεν είναι υπερβολικός σε συνάρτηση με τα ληφθέντα διαβήματα, θεωρώ ότι δεν μπορεί να του αποδοθεί η αιτούμενη θεραπεία σε αυτό το στάδιο. .............................................». Υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης (και κατά τις αρχές της αναλογικότητας και όσων έτερων ασφαλιστικών δικλείδων ορίζονται από την προρρηθείσα νομοθεσία και νομολογία), οι Εφεσίβλητοι ενήργησαν με εύλογη επιμέλεια, άνευ ιδιαίτερων καθυστερήσεων (καταλυτικών για τα δικαιώματα του Εφεσείοντα), επανεξετάζοντας επανειλημμένως την κράτηση του και αποφασίζοντας τη συνέχιση της, για καλούς λόγους (βάσει της μαρτυρίας που τέθηκε στο Πρωτόδικο Δικαστήριο). Η συνέχιση της κράτησης (από την 6.11.19), συνδέθηκε και συνδέεται (δικαιολογημένως και νομίμως) και με την ολοκλήρωση των διοικητικών (και νομικών) διαδικασιών (όπως η Προσφυγή), τις οποίες δικαιωματικώς πάντως δρομολόγησε ο Εφεσείων. Μέχρι την έκβαση της Προσφυγής, δεν μπορεί να ενεργοποιηθεί διάταγμα για Εφεσείοντα για λόγους δημόσιας τάξης, ως αρκούντως επεξήγησε το Πρωτόδικο Δικαστήριο. Συνεπώς, θα ήταν λελογισμένως άτοπο αν καταλογιζόταν στην προκειμένη, άμεση (ή παράγωγη) υπαιτιότητα στους Εφεσίβλητους για τον κρινόμενο χρόνο κράτησης. Καμιά από τις αποφάσεις στις οποίες επιμελώς παρέπεμψε η κ. Χαραλαμπίδου στην αγόρευση της, δεν διαφοροποιεί την περίπτωση του Εφεσείοντα, διότι, στην ουσία τους, δεν αποκλίνουν από τη σωστή προσέγγιση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου - συμβατής ως είναι και με την αφορώσα νομολογία του ΔΕΕ (ως παρατέθηκε στην Πρωτόδικη Απόφαση) - να υπαγάγει στην ανάλυση του, τη συμπεριφορά του Εφεσείοντα, η οποία κρίθηκε κατά τα προειρημένα ως πραγματική, ενεστώσα και αρκούντως σοβαρή απειλή «. για τη δημόσια τάξη της χώρας, στην οποία ο ίδιος επέλεξε να έρθει και να ζητήσει άσυλο .», καθιστώντας τον τοιουτοτρόπως ως «. απειλή στρεφόμενη κατά θεμελιώδους συμφέροντος της κοινωνίας του κράτους μέλους υποδοχής .». Οι λόγοι έφεσης 1, 3, 4 και 5 απορρίπτονται. Προχωρούμε στους λόγους έφεσης 2 και
- Λέγει ο Εφεσείων ότι το Δικαστήριο δεν ενέταξε τα πράγματα ικανοποιητικώς ή και καθόλου, εντός των προνοιών του Άρθρου 5 της ΕΣΔΑ, αλλά και της Οδηγίας 2013/13/ΕΕ. Μήτε και με αυτή τη θέση συμφωνούμε. Η νομιμότητα του διατάγματος κράτησης, συσχετιζόμενου τούτου προς τη συμβατότητα του με το Άρθρο 5 της ΕΣΔΑ, έχει ήδη κριθεί από το ΔΔΔΠ στην Προσφυγή ΔΚ1/
- Έτσι κι αλλιώς, το άρθρο 8
(3)(ε) της 2013/13/ΕΕ, δεν παραβιάζει, ως θέμα αρχής, το επίπεδο προστασίας που προβλέπει το Άρθρο 5
(1)(στ) της ΕΣΔΑ (βλ. Αl Lakoud v Κυπριακή Δημοκρατία, ΠΕ 77/20, ημ. 8.6.21, ECLI:CY:AD:2021:A231). Ουδέν προκύπτει από όσα σθεναρώς υπεστήριξε η κ. Χαραλαμπίδου που να καθιστά εσφαλμένο το συμπέρασμα του Πρωτόδικου Δικαστηρίου για τη διάρκεια κράτησης του Εφεσείοντα. Για τα περί του Άρθρου 3 της ΕΣΔΑ, το Πρωτόδικο Δικαστήριο - ως αναπτύξαμε στο πλαίσιο των λόγων έφεσης 1, 2, 3, 4 και 5 - ορθώς κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η παράταση της κράτησης του Εφεσείοντα ήταν εύλογη υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης. Οι λόγοι έφεσης 2 και 6 απορρίπτονται. Εν σχέσει προς τον λόγο έφεσης 7, ο Εφεσείων διατείνεται πως το Πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένως και αναιτιολογήτως δεν άσκησε τη δικαιοδοσία του για την επιβολή εναλλακτικών της κράτησης μέτρων. Δεδομένου του λόγου που ο Εφεσείων κρατείται (δημόσια τάξη) - και δοσμένου πως το ζήτημα κρίθηκε και από το ΔΔΔΠ - το Πρωτόδικο Δικαστήριο (προσεγγίζοντας την απόφαση του στην ολότητα της), απέληξε (κατά τα ευλόγως συμφραζόμενα από αυτή), πως, ακριβώς γιατί ο Εφεσείων κρατούνταν για λόγους δημόσιας τάξης, τα εναλλακτικά μέτρα κράτησης δεν θα εξυπηρετούσε αποτελεσματικώς τον σκοπό της προτασσόμενης προστασίας. Τίποτα δεν παρουσιάστηκε εκ πλευράς Εφεσείοντα, τοσούτω δε μάλλον κάποιο ικανό στοιχείο, που να κατατείνει στο ότι η κράτηση του υπερβαίνει (πραγματικώς και νομικώς) τα όρια του αναγκαίου και καταλλήλως απαιτούμενου σκοπού στη βάση των δεδομένων της υπόθεσης και των επί τούτω εφαρμοζόμενων αρχών βάσει επίκαιρης και παλαιότερης νομολογίας (βλ. Alabdalla v Κυπριακής Δημοκρατίας, Έφεση Διοικητικού Δικαστηρίου 81/19, ημ. 20.7.21, Αl Lakoud v Κυπριακή Δημοκρατία, ΠΕ 77/20, ημ. 8.6.21, ECLI:CY:AD:2021:A231, Abdalla v Κυπριακή Δημοκρατία, ΠΕ 96/20, ημ. 8.6.21, ECLI:CY:AD:2021:A233, Fasel v Κυπριακής Δημοκρατίας, ΠΕ 236/15, ημ. 31.3.16). Κατ' ακολουθίαν, δεν κατορθώθηκε να πληγεί η υπό ανάλυσιν κρίση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου, μηδέ βεβαίως και η στάθμιση στην οποία τούτο προέβη (ως απέγραψε) «. μεταξύ, αφενός του επιδιωκόμενου σκοπού που είναι η προστασία της δημόσιας τάξης και αφετέρου η βαρύτητα της επεμβάσεως στο δικαίωμα της ελευθερίας .». Ο λόγος έφεσης 7 απορρίπτεται. Εν κατακλείδι. Δεν παρέχεται πεδίο παρέμβασης μας στην Πρωτόδικη Απόφαση. Ουδείς των λόγων έφεσης ευσταθεί. Η έφεση απορρίπτεται. Α. Ρ. ΛΙΑΤΣΟΣ, Δ. Α. ΠΟΥΓΙΟΥΡΟΥ, Δ. Δ. ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ, Δ. Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ Ν.Γ. ΣΑΝΤΗΣ, Δ. /κβπ [1] Στην Ειδοποίηση Έφεσης γίνεται εκ παραδρομής αναφορά στο άρθρο 8
(2)(ε), το οποίο δεν υπάρχει. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο