ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ΧΑΤΖΗΙΩΑΝΝΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI κ.α., Πολιτικές Αιτήσεις που αφορούν στα Τηλεπικοινωνιακά Δεδομένα αρ. 97/18, 127/18, 140/19-143/19, 154/19, 169/19, 36/20
Coster v. the United Kingdom [GC], no. 24876/94, § 104, 18 January 2001, with further references). 102. A margin of appreciation must be left to the competent national authorities in this assessment. The breadth of this margin varies and depends on a number of factors including the nature of the Convention right in issue, its importance for the individual, the nature of the interference and the object pursued by the interference. The margin will tend to be narrower where the right at stake is crucial to the individual's effective enjoyment of intimate or key rights (
Connors v. the United Kingdom, no. 66746/01, § 82, 27 May 2004, with further references). Where a particularly important facet of an individual's existence or identity is at stake, the margin allowed to the State will be restricted (
Evans v. the United Kingdom [GC], no. 6339/05, § 77, ECHR 2007-I). Where, however, there is no consensus within the Member States of the Council of Europe, either as to the relative importance of the interest at stake or as to how best to protect it, the margin will be wider (
Dickson v. the United Kingdom [GC], no. 44362/04, § 78, ECHR 2007-V). 103. The protection of personal data is of fundamental importance to a person's enjoyment of his or her right to respect for private and family life, as guaranteed by Article 8 of the Convention. The domestic law must afford appropriate safeguards to prevent any such use of personal data as may be inconsistent with the guarantees of this Article (
, mutatis mutandis, Z.v. Finland, cited above, § 95). The need for such safeguards is all the greater where the protection of personal data undergoing automatic processing is concerned, not least when such data are used for police purposes. The domestic law should notably ensure that such data are relevant and not excessive in relation to the purposes for which they are stored; and preserved in a form which permits identification of the data subjects for no longer than is required for the purpose for which those data are stored (
Article 5of the Data Protection Convention and the Preamble thereto and Principle 7 of Recommendation No. R
(87)15 of the Committee of Ministers regulating the use of personal data in the police sector). The domestic law must also afford adequate guarantees that retained personal data was efficiently protected from misuse and abuse (
notably Article 7 of the Data Protection Convention). The above considerations are especially valid as regards the protection of special categories of more sensitive data (
Article 6
of the Data Protection Convention) and more particularly of DNA information, which contains the person's genetic make-up of great importance to both the person concerned and his or her family (
Recommendation No. R
(92)1 of the Committee of Ministers on the use of analysis of DNA within the framework of the criminal justice system). 104. The interests of the data subjects and the community as a whole in protecting the personal data, including fingerprint and DNA information, may be outweighed by the legitimate interest in the prevention of crime (
Article 9of the Data Protection Convention).
However, the intrinsically private character of this information calls for the Court to exercise careful scrutiny of any State measure authorising its retention and use by the authorities without the consent of the person concerned (
, mutatis mutandis, Z. v. Finland, cited above, § 96)."
- Roman Zacharov v. Russia (GC) - 47143/06, judgment 4.12.2015(GC) αναφέρονται τα ακόλουθα: (iv) Procedures for, inter alia, storing and destroying intercepted data - Domestic law contained clear rules governing the storage, use and communication of intercepted data, making it possible to minimise the risk of unauthorised access or disclosure. However, although the Court considered reasonable the six-month time-limit applicable to the storage of intercept material if the person concerned was not charged with a criminal offence, it deplored the lack of a requirement to destroy immediately any data that were not relevant to the purpose for which they were obtained. The automatic storage for six months of clearly irrelevant data could not be considered justified under Article
- Further, in cases where the person under surveillance was charged with a criminal offence the trial judge had unlimited discretion under the domestic law to decide whether to order the further storage or destruction of intercept material used in evidence. Ordinary citizens thus had no indication as to the circumstances in which intercept material could be stored. The domestic law was, therefore, not sufficiently clear on this point." Η. Επανερχόμαστε στην Digjtal Rights Ireland (άνω) με την οποία η Οδηγία 2006/24/ΕΚ κρίθηκε ανίσχυρη. Το Άρθρο 6 της Οδηγίας προέβλεπε: « Άρθρο 6 - Χρονικό διάστημα διατήρησης Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι κατηγορίες δεδομένων του άρθρου 5[2] διατηρούνται για χρονικό διάστημα όχι μικρότερο του εξαμήνου και όχι μεγαλύτερο της διετίας από την ημερομηνία της επικοινωνίας. Παρόλο του γεγονότος ότι η Οδηγία 2006/24/ΕΚ ακυρώθηκε, εντούτοις, ο «Νόμος» διασώθηκε με την απόφαση της πλειοψηφίας στην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέα Ησαΐα κ.α. Π.Ε. 402/2012 ημερ. 7.7.2014, ECLI:CY:AD:2014:A476 (απόφαση Ολομέλειας). Σύμφωνα με αυτή η ακύρωση της Οδηγίας δεν έχει οποιαδήποτε επίπτωση στον Νόμο ο οποίος παραμένει εν ισχύ ως ημεδαπό δίκαιο. Συναφώς ο εναρμονιστικός «Νόμος» στηρίζεται επί Οδηγίας η οποία κρίθηκε από το ΔΕΕ ως ανίσχυρη και συνεπώς χωρίς αξία. Η απόφαση του ΔΕΕ στην Digital Rights Ireland Ltd προέβη στις ακόλουθες διαπιστώσεις οι πλείστες των οποίων υιοθετήθηκαν και στις αποφάσεις που ακολούθησαν και αφορούσαν το Άρθρο 15 παράγρ. 1 της Οδηγίας 2002/58/ΕΚ, όπως τροποποιήθηκε. Τις αναφέρουμε λόγω του ενδιαφέροντος που παρουσιάζουν.
(1)Δεν απόκλειεται η διατήρηση των δεδομένων να μπορεί να επηρεάσει τη χρήση, από τους συνδρομητές ή τους εγγεγραμμένους χρήστες, των μέσων επικοινωνίας που μνημονεύει η οδηγία αυτή και, ως εκ τούτου, την άσκηση από τα πρόσωπα αυτά της ελευθερίας της εκφράσεως την οποία κατοχυρώνει το Άρθρο 11 του Χάρτη. (Σκέψη 28)
(2)H διατήρηση δεδομένων για τους σκοπούς της ενδεχόμενης προσβάσεως σε αυτά από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, αφορά κατά τρόπο ευθύ και συγκεκριμένο την ιδιωτική ζωή και, έτσι, τα δικαιώματα που κατοχυρώνει το Άρθρο 7 του Χάρτη. Η διατήρηση αυτή των δεδομένων εμπίπτει επίσης στο Άρθρο 8 του Χάρτη εκ του λόγου ότι αποτελεί επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και πρέπει, κατ' ανάγκη να πληροί τις απαιτήσεις της προστασίας των δεδομένων οι οποίες απορρέουν από το Άρθρο αυτό (απόφαση Volker und Markus Schecke και Eifert, C?92/09 και C?93/09, 'EU:C:2010:662, Σκέψη 47). (Σκέψη 29)
(3)Η διατήρηση των δεδομένων και παρέχοντας τη δυνατότητα προσβάσεως στις εθνικές αρχές στα δεδομένα αυτά, η Οδηγία παρεκκλίνει, από το καθεστώς προστασίας του δικαιώματος στον σεβασμό της ιδιωτικής ζωής, που καθιερώνουν οι Οδηγίες 95/46 και 2002/58, έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών, δεδομένου ότι οι τελευταίες αυτές οδηγίες προέβλεπαν το απόρρητο των επικοινωνιών και των δεδομένων κινήσεως, καθώς και την υποχρέωση διαγραφής ή ανωνυμοποιήσεως των δεδομένων αυτών, οσάκις δεν είναι πλέον αναγκαία για τη διαβίβαση μιας επικοινωνίας, εκτός και εάν είναι απαραίτητα για την τιμολόγηση και μόνον ενόσω διαρκεί η ανάγκη αυτή. (Σκέψη 32)
(4)Η υποχρέωση που επιβάλλεται στους παρόχους δυνάμει των Άρθρων 3 και 5 της Οδηγίας 2006/24, να διατηρούν για ορισμένο χρονικό διάστημα τα δεδομένα σχετικά με την ζωή ενός προσώπου και των επικοινωνιών του, συνιστά καθ' εαυτήν επέμβαση στα δικαιώματα που κατοχυρώνει το Άρθρο 7 του Χάρτη. (Σκέψη 34)
(5)Η πρόσβαση των αρμοδίων εθνικών αρχών στα δεδομένα συνιστά επιπλέον επέμβαση σε αυτό το θεμελιώδες δικαίωμα (βλ. όσον αφορά το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ, ΕΔΔΑ, αποφάσεις Leander κατά Σουηδίας της 26ης Μαρτίου 1987, σειρά Α αριθ. 116, § 48, Rotaru κατά Ρουμανίας [GC], αριθ. 28341/95, § 46, ΕΔΔΑ 2000-V, καθώς και Weber και Saravia κατά Γερμανίας (d?c.), αριθ. 54934/00, § 79, ΕΔΔΑ 2006-XI). Έτσι, τα Άρθρα 4 και 8 της Οδηγίας 2006/24 που προβλέπουν κανόνες σχετικά με την πρόσβαση των αρμόδιων εθνικών αρχών στα δεδομένα στοιχειοθετούν επίσης επέμβαση στα δικαιώματα που κατοχυρώνει το Άρθρο 7 του Χάρτη. (Σκέψη 35)
(6)Η διατήρηση δεδομένων και η εν συνεχεία χρήση τους πραγματοποιούνται χωρίς ο συνδρομητής ή ο εγγεγραμμένος χρήστης να ενημερώνονται σχετικών μπορεί να προκαλέσει στα οικεία πρόσωπα, την αίσθηση ότι η ιδιωτική τους ζωή αποτελεί το αντικείμενο διαρκούς παρακολουθήσεως. (Σκέψη 37)
(7)Ο ουσιαστικός σκοπός της Οδηγίας αυτής είναι να συμβάλει στην καταπολέμηση της βαριάς εγκληματικότητας και έτσι, εν τελευταία αναλύσει, στη δημόσια ασφάλεια. (Σκέψη 41)
(8)Από τη νομολογία του Δικαστηρίου συνάγεται ότι η καταπολέμηση της διεθνούς τρομοκρατίας αποτελεί σκοπό γενικού συμφέροντος της Ένωσης προκειμένου να διατηρηθεί η διεθνής ειρήνη και η διεθνής ασφάλεια (βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις Kadi και Al Barakaat International Foundation κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, C?402/05 P και C?415/05 P, EU:C:2008:461, σκέψη 363, καθώς και Al-Aqsa κατά Συμβουλίου, C?539/10 P και C?550/10 P, EU:C:2012:711, σκέψη 130). Το ίδιο ισχύει για την καταπολέμηση της βαριάς εγκληματικότητας προκειμένου να διασφαλισθεί η δημόσια ασφάλεια. (Σκέψη 42)
(9)Τα δεδομένα που αφορούν τη χρήση τους είναι ιδιαιτέρως σημαντικά και, επομένως, αποτελούν πολύτιμο εργαλείο για την πρόληψη των παραβάσεων και την καταπολέμηση της εγκληματικότητας, και ιδίως του οργανωμένου εγκλήματος
(10)Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η διατήρηση δεδομένων για τους σκοπούς της ενδεχόμενης προσβάσεως σε αυτά από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, την οποία επιβάλλει η Οδηγία 2006/24, ανταποκρίνεται πράγματι σε σκοπό γενικού συμφέροντος. (Σκέψη 43)
(11)Υπό τις συνθήκες αυτές πρέπει να εξεταστεί η αναλογικότητα της διαπιστούμενης επεμβάσεως. (Σκέψη 45)
(12)Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, λαμβανόμενης υπόψη της αυξανόμενης σημασίας των μέσων ηλεκτρονικής επικοινωνίας, τα δεδομένα που πρέπει να διατηρούνται κατ' εφαρμογήν της εν λόγω οδηγίας παρέχουν στις εθνικές αρχές που είναι αρμόδιες για την κίνηση ποινικών διώξεων πρόσθετες δυνατότητες για τη διαλεύκανση σοβαρών παραβάσεων και, ως προς αυτό, τα εν λόγω δεδομένα αποτελούν ως εκ τούτου χρήσιμο εργαλείο για τις ποινικές έρευνες. Έτσι, η διατήρηση τέτοιων δεδομένων μπορεί να θεωρηθεί ως δυνάμενη να επιτύχει τον σκοπό που επιδιώκει η εν λόγω Οδηγία. (Σκέψη 43)
(13)Όσον αφορά την αναγκαιότητα της διατηρήσεως δεδομένων την οποία επιβάλλει η Οδηγία 2006/24, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, βεβαίως, η καταπολέμηση της βαριάς εγκληματικότητας, και ιδίως του οργανωμένου εγκλήματος και της τρομοκρατίας, είναι πρωταρχικής σημασίας για τη διασφάλιση της δημόσιας ασφάλειας και η αποτελεσματικότητά της ενδέχεται να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη χρήση σύγχρονων τεχνικών έρευνας. Εντούτοις, ένας τέτοιος σκοπός γενικού συμφέροντος, όσο θεμελιώδης και αν είναι, δεν μπορεί, αυτός και μόνον, να προταθεί ως δικαιολογία προκειμένου το μέτρο της διατηρήσεως, όπως είναι αυτό που καθιερώνει η Οδηγία 2006/24, να θεωρηθεί ως αναγκαίο για τους σκοπούς της εν λόγω καταπολεμήσεως. (Σκέψη 49)
(14)Επιβάλλεται η διαπίστωση, πρώτον, ότι η Οδηγία 2006/24 καλύπτει εν γένει κάθε πρόσωπο και κάθε μέσο ηλεκτρονικής επικοινωνίας, καθώς και το σύνολο των δεδομένων κινήσεως άνευ ουδεμίας διαφοροποιήσεως, περιορισμού ή εξαιρέσεως σε σχέση προς τον σκοπό της καταπολεμήσεως των σοβαρών παραβάσεων. (Σκέψη 57)
(15)Εφαρμόζεται ακόμη και σε πρόσωπα για τα οποία ουδεμία ένδειξη υφίσταται από την οποία θα μπορούσε να προκύψει ότι η συμπεριφορά τους μπορεί να συνδέεται, έστω και κατά τρόπο έμμεσο ή απομεμακρυσμένο, με σοβαρές παραβάσεις. Περαιτέρω, δεν προβλέπει καμία εξαίρεση, οπότε εφαρμόζεται ακόμη και σε πρόσωπα των οποίων οι επικοινωνίες εμπίπτουν, βάσει των κανόνων του εθνικού δικαίου, στο επαγγελματικό απόρρητο. (Σκέψη 58) Ακολούθως αναφέρονται: "Αφετέρου, μολονότι σκοπεί να συμβάλει στην καταπολέμηση της βαριάς εγκληματικότητας, η εν λόγω Οδηγία δεν απαιτεί να υφίσταται σχέση μεταξύ των δεδομένων, των οποίων τη διατήρηση προβλέπει, και κάποιας απειλής για τη δημόσια ασφάλεια και, ιδίως, δεν περιορίζεται σε διατήρηση η οποία να αφορά είτε δεδομένα σχετικά με μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο και/ή μια συγκεκριμένη γεωγραφική ζώνη και/ή έναν κύκλο συγκεκριμένων προσώπων που θα μπορούσαν να είναι αναμεμειγμένοι, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, σε κάποια σοβαρή παράβαση είτε πρόσωπα που θα μπορούσαν, για άλλους λόγους, να συμβάλουν, μέσω της διατηρήσεως των δεδομένων που τους αφορούν, στην πρόληψη, τη διαπίστωση ή τη δίωξη σοβαρών παραβάσεων. Δεύτερον, πέραν αυτής της γενικής απουσίας ορίων υπάρχει και το γεγονός ότι η Οδηγία 2006/24 δεν προβλέπει κανένα αντικειμενικό κριτήριο δυνάμενο να οριοθετήσει την πρόσβαση των αρμόδιων εθνικών αρχών στα δεδομένα και στην εν συνεχεία χρήση τους για σκοπούς που άπτονται της προλήψεως, της διαπιστώσεως ή της ποινικής διώξεως σε σχέση με παραβάσεις οι οποίες μπορούν, υπό το πρίσμα της εκτάσεως και της σοβαρότητας της επεμβάσεως στα θεμελιώδη δικαιώματα που καθιερώνουν τα Άρθρα 7 και 8 του Χάρτη, να θεωρηθούν ως αρκούντως σοβαρές προκειμένου να δικαιολογούν μια τέτοια επέμβαση. Αντιθέτως, η Οδηγία 2006/24 παραπέμπει απλώς, με το Άρθρο της 1, παράγραφος 1, κατά τρόπο γενικόλογο στις σοβαρές παραβάσεις όπως αυτές ορίζονται από το εσωτερικό δίκαιο εκάστου κράτους μέλους. Περαιτέρω, ως προς την πρόσβαση των αρμόδιων εθνικών αρχών στα δεδομένα και στην εν συνεχεία χρήση τους, η Οδηγία 2006/24 δεν προβλέπει τις συναφείς ουσιαστικές και διαδικαστικές προϋποθέσεις. Το Άρθρο 4 της εν λόγω Οδηγίας, το οποίο διέπει την πρόσβαση των εν λόγω αρχών στα δεδομένα που έχουν διατηρηθεί, δεν ορίζει ρητώς ότι η πρόσβαση αυτή και η εν συνεχεία χρήση των εν λόγω δεδομένων πρέπει να περιορίζεται αυστηρώς στην πρόληψη και τη διαπίστωση επακριβώς καθοριζόμενων σοβαρών παραβάσεων ή στην ποινική δίωξη τέτοιων παραβάσεων, αλλά περιορίζεται να προβλέψει ότι έκαστο κράτος μέλος καθορίζει την εφαρμοστέα διαδικασία και τις προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν ούτως ώστε να επιτρέπεται η πρόσβαση στα διατηρούμενα δεδομένα τηρουμένων των απαιτήσεων της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας. Ειδικότερα, η Οδηγία 2006/24 δεν προβλέπει κανένα αντικειμενικό κριτήριο για τον καθορισμό του αριθμού των προσώπων στα οποία επιτρέπεται η πρόσβαση και η εν συνεχεία χρήση των διατηρούμενων δεδομένων στον απολύτως αναγκαίο βαθμό υπό το πρίσμα του επιδιωκόμενου σκοπού. Το κυριότερο είναι ότι η πρόσβαση στα διατηρούμενα δεδομένα από τις αρμόδιες εθνικές αρχές δεν εξαρτάται από προηγούμενο έλεγχο πραγματοποιούμενο είτε από δικαστήριο είτε από ανεξάρτητη διοικητική αρχή με απόφαση σκοπούσα να περιορίσει την πρόσβαση στα δεδομένα και την εν συνεχεία χρήση τους στον απολύτως αναγκαίο βαθμό, προκειμένου να επιτευχθεί ο επιδιωκόμενος σκοπός, και εκδιδόμενη κατόπιν αιτιολογημένης αιτήσεως των αρχών αυτών υποβληθείσας στο πλαίσιο των διαδικασιών για την πρόληψη, τη διαπίστωση ή την ποινική δίωξη. Δεν προβλέπεται ούτε ότι τα κράτη μέλη υπέχουν τη συγκεκριμένη υποχρέωση να προβαίνουν σε τέτοιου είδους οριοθετήσεις. Τρίτον, όσον αφορά τη διάρκεια της διατηρήσεως των δεδομένων, η Οδηγία 2006/24 επιβάλλει, στο Άρθρο της 6, τη διατήρησή τους για περίοδο τουλάχιστον έξι μηνών χωρίς να προβαίνει σε οποιαδήποτε διάκριση μεταξύ των κατηγοριών δεδομένων που προβλέπει το Άρθρο 5 της εν λόγω Οδηγίας αναλόγως της ενδεχόμενης χρησιμότητάς τους για τον επιδιωκόμενο σκοπό ή των θιγομένων προσώπων. Η διάρκεια αυτή κυμαίνεται, περαιτέρω, μεταξύ έξι μηνών τουλάχιστον και είκοσι τεσσάρων μηνών, κατά μέγιστο όριο, χωρίς να διευκρινίζεται ότι ο καθορισμός της διάρκειας διατηρήσεως πρέπει να στηρίζεται σε αντικειμενικά κριτήρια προκειμένου να διασφαλίζεται ότι τούτη περιορίζεται στον απολύτως αναγκαίο βαθμό. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η Οδηγία 2006/24 δεν προβλέπει σαφείς και ακριβείς κανόνες σχετικά με την έκταση της επεμβάσεως στα θεμελιώδη δικαιώματα που καθιερώνουν τα Άρθρα 7 και 8 του Χάρτη. Συνεπώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Οδηγία αυτή συνεπάγεται μια τεράστιας εκτάσεως και ιδιαιτέρως μεγάλης βαρύτητας στο πλαίσιο της έννομης τάξεως της Ένωσης επέμβαση σε αυτά τα θεμελιώδη δικαιώματα χωρίς η επέμβαση αυτή να οριοθετείται επακριβώς μέσω διατάξεων δυνάμενων να διασφαλίσουν ότι πράγματι περιορίζεται στον απολύτως αναγκαίο βαθμό. Επιπλέον, όσον αφορά τους κανόνες που διέπουν την ασφάλεια και την προστασία των δεδομένων που διατηρούν οι πάροχοι διαθεσίμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή δημοσίων δικτύων επικοινωνιών, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Οδηγία 2006/24 δεν προβλέπει επαρκείς εγγυήσεις, όπως είναι αυτές που απαιτεί το Άρθρο 8 του Χάρτη, δυνάμενες να διασφαλίσουν την αποτελεσματική προστασία των διατηρούμενων δεδομένων κατά των κινδύνων καταχρήσεως, καθώς και κατά κάθε αθέμιτης προσβάσεως και χρήσεως των δεδομένων αυτών. Πράγματι, κατ' αρχάς, το Άρθρο 7 της Οδηγίας 2006/24 δεν προβλέπει κανόνες ειδικούς και προσαρμοσμένους στην τεράστια ποσότητα δεδομένων των οποίων τη διατήρηση επιβάλλει η Οδηγία αυτή, στον ευαίσθητο χαρακτήρα των δεδομένων αυτών, καθώς και στον κίνδυνο αθέμιτης προσβάσεως σε αυτά, κανόνες προκειμένου, μεταξύ άλλων, να διέπουν κατά τρόπο σαφή και αυστηρό την προστασία και την ασφάλεια των εν λόγω δεδομένων, ούτως ώστε να διασφαλίζουν την απόλυτη ακεραιότητα και τον απόρρητο χαρακτήρα τους. Επιπλέον, δεν έχει προβλεφθεί ούτε η in concreto υποχρέωση των κρατών μελών να θέτουν τέτοιους κανόνες. Το Άρθρο 7 της Οδηγίας 2006/24, σε συνδυασμό με τα άρθρα 4, παράγραφος 1, της Οδηγίας 2002/58 και 17, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της Οδηγίας 95/46, δεν διασφαλίζει την εφαρμογή από τους εν λόγω παρόχους ενός ιδιαιτέρως υψηλού επιπέδου προστασίας και ασφάλειας μέσω τεχνικών και οργανωτικών μέτρων, αλλά επιτρέπει, μεταξύ άλλων, στους παρόχους αυτούς να συνεκτιμούν οικονομικές παραμέτρους κατά τον καθορισμό του επιπέδου προστασίας που εφαρμόζουν, όσον αφορά το κόστος εφαρμογής των μέτρων ασφαλείας. Ειδικότερα, η Οδηγία 2006/24 δεν διασφαλίζει την οριστική καταστροφή των δεδομένων με το πέρας της διάρκειας της διατηρήσεώς τους. Δεύτερον, πρέπει να προστεθεί ότι η εν λόγω Οδηγία δεν επιβάλλει τη διατήρηση των εν λόγω δεδομένων εντός των εδαφικών ορίων της Ένωσης και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι διασφαλίζει πλήρως τον έλεγχο από ανεξάρτητη αρχή, τον οποίο ρητώς απαιτεί το Άρθρο 8, παράγραφος 3, του Χάρτη, της τηρήσεως των απαιτήσεων προστασίας και ασφάλειας, όπως αυτές εξετέθησαν στις δύο προηγούμενες σκέψεις. Ωστόσο, ένας τέτοιος έλεγχος πραγματοποιούμενος επί τη βάσει του δικαίου της Ένωσης συνιστά ουσιώδες στοιχείο του σεβασμού της προστασίας των προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση Επιτροπή κατά Αυστρίας, C?614/10, EU:C:2012:631, σκέψη 37). Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των ανωτέρω εκτιμήσεων, πρέπει να θεωρηθεί ότι ο νομοθέτης της Ένωσης, εκδίδοντας την Οδηγία 2006/24, υπερέβη τα όρια που επιβάλλει η τήρηση της αρχής της αναλογικότητας υπό το πρίσμα των Άρθρων 7, 8 και 52, παράγραφος 1, του Χάρτη." (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου) Υπενθυμίζεται ότι η Αρχή της Αναλογικότητας επιτάσσει κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, οι πράξεις των θεσμικών Οργάνων της Ένωσης να μην υπερβαίνουν τα όρια του πρόσφορου και του αναγκαίου μέτρου για την επιτευξη των θεμιτών σκοπών που επιδιώκει η οικεία ρύθμιση (βλ. Digital Right Ireland, σκέψη 46, Alton Chemical, C-343/09, σκέψη 45, Volker and Markus Schecke and Effort EU:C:2010:662, σκέψη 74, Nelson κ.λ.π. C-581/10 και C-629/10 σκέψη 71, Sky ?sterreich C-283/11 EU:2013:28, σκέψη 50, και Schalble, C-101/12, σκέψη 29). Αντιπαραβάλλοντας τα Άρθρα του Ν.183(Ι)/2007 με την Οδηγία 2006/24/ΕΚ παρατηρούμε ότι το Άρθρο 3 του Νόμου αντιστοιχεί και αναφέρεται στις πρόνοιες του Άρθρου 3 της Οδηγίας. Το Άρθρο 6, 7, 8 και 10 του Νόμου στο Άρθρο 5 της Οδηγίας και το Άρθρο 13 στο Άρθρο 6 της Οδηγίας. Τα Άρθρα 3, 6, 7, 8 και 10 του Νόμου για τους ίδιους λόγους που αναφέρονται στην απόφαση της Digital Rights Ireland Ltd αναπόδραστα θα πρέπει να κριθούν ότι υπερβαίνουν τα όρια που επιβάλλει η τήρηση της αρχής της αναλογικότητας υπό το πρίσμα των Άρθρων 7, 8 και 52 παράγρ. 1 του Χάρτη. Θα ήτο παράδοξο και νομικά αβάσιμο, Εθνικός εναρμονιστικός νόμος διατάξεων Οδηγίας που κηρύχθηκε από το ΔΕΕ ως ανίσχυρη, αντίθετη, και ως υπερβαίνουσα τα όρια που επιβάλλει η τήρηση της Αρχής της Αναλογικότητας υπό το πρίσμα των Άρθρων 7, 8 και 52, παράγρ. 1 του Χάρτη, ο εθνικός Νόμος, παρόλο που είναι εν ισχύ, να θεωρείται ως καλός νόμος. Θ. Οδηγία 2002/58/ΕΚ όπως τροποποιήθηκε από την Οδηγία 2009/136/ΕΚ Το Άρθρο 15 παράγρ. 1 της Οδηγίας είναι το αντικείμενο ερμηνείας των ακόλουθων αποφάσεων του ΔΕΕ, όπου αποφασίστηκαν: (α) Tele 2 Sverige AB - απόφαση 21.12.2016
(1)«Το άρθρο 15, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/58/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Ιουλίου 2002, σχετικά με την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την προστασία της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία για την προστασία της ιδιωτικής ζωής στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2009/136/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2009, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα των άρθρων 7, 8 και 11 καθώς και του άρθρου 52, παράγραφος1, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχει την έννοια ότι αντιβαίνει προς αυτό εθνική ρύθμιση η οποία, προς τον σκοπό καταπολεμήσεως του εγκλήματος, προβλέπει γενική και χωρίς διάκριση διατήρηση του συνόλου των δεδομένων κινήσεως και των δεδομένων θέσεως όλων των συνδρομητών και των εγγεγραμμένων χρηστών αφορώσα όλα τα μέσα ηλεκτρονικής επικοινωνίας.
(2)Το άρθρο 15, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/58, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2009/136, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα των άρθρων 7, 8 και 11 καθώς και του άρθρου 52, παράγραφος 1, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, έχει την έννοια ότι αντιβαίνει προς αυτό εθνική ρύθμιση η οποία καθορίζει τα σχετικά με την προστασία και την ασφάλεια των δεδομένων κινήσεως και των δεδομένων θέσεως και, ιδίως, την πρόσβαση των αρμόδιων εθνικών αρχών στα διατηρούμενα δεδομένα, χωρίς να περιορίζει την εν λόγω πρόσβαση μόνο στις περιπτώσεις που συνδέονται με την καταπολέμηση του σοβαρού εγκλήματος, χωρίς να προβλέπει ότι η εν λόγω πρόσβαση υπόκειται στον προηγούμενο έλεγχο δικαστηρίου ή ανεξάρτητης διοικητικής αρχής και χωρίς να επιβάλλει τη διατήρηση των εν λόγω δεδομένων εντός των εδαφικών ορίων της Ένωσης.» (β) Ministerio Fiscal - απόφαση 2.10.2018 "Το άρθρο 15, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/58/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Ιουλίου 2002, σχετικά με την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την προστασία της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία για την προστασία της ιδιωτικής ζωής στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2009/136/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2009, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα των άρθρων 7 και 8 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχει την έννοια ότι η πρόσβαση δημοσίων αρχών στα δεδομένα ταυτοποίησης των κατόχων των καρτών SIM που ενεργοποιήθηκαν με κλαπέν κινητό τηλέφωνο, όπως το επώνυμο, το όνομα και, ενδεχομένως, η διεύθυνση των κατόχων αυτών, συνεπάγεται επέμβαση στα κατοχυρούμενα στα ως άνω άρθρα του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων θεμελιώδη δικαιώματα των εν λόγω κατόχων η οποία δεν έχει τόσο σοβαρό χαρακτήρα ώστε η πρόσβαση να πρέπει να περιορίζεται, όσον αφορά την πρόληψη, διερεύνηση, διαπίστωση και δίωξη ποινικών αδικημάτων, στην καταπολέμηση της βαριάς εγκληματικότητας." (γ) La Quadrature du Net και Privacy International (C-511/18 και C-512/18) απόφαση ημερ. 6.10.
- «1) Το άρθρο 15, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/58/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Ιουλίου 2002, σχετικά με την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την προστασία της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία για την προστασία ιδιωτικής ζωής στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2009/136/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2009, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα των άρθρων 7, 8 και 11 καθώς και του άρθρου 52, παράγραφος 1, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αντιτίθεται σε νομοθετικά μέτρα τα οποία προβλέπουν προληπτικώς, για τους σκοπούς του εν λόγω άρθρου 15, παράγραφος 1, γενική και χωρίς διάκριση διατήρηση των δεδομένων κίνησης και των δεδομένων θέσης. Αντιθέτως, το εν λόγω άρθρο 15, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/58, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2009/136, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα των άρθρων 7, 8 και 11 καθώς και του άρθρου 52, παράγραφος 1, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, δεν αντιτίθεται σε νομοθετικά μέτρα - τα οποία επιτρέπουν, για τους σκοπούς της διαφύλαξης της εθνικής ασφάλειας, τη δυνατότητα να διατάσσονται οι πάροχοι υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών να προβαίνουν σε γενική και χωρίς διάκριση διατήρηση των δεδομένων κίνησης και των δεδομένων θέσης, σε περιπτώσεις στις οποίες το οικείο κράτος μέλος αντιμετωπίζει σοβαρή απειλή για την εθνική ασφάλεια, η οποία είναι πραγματική και ενεστώσα ή προβλέψιμη, εξυπακουομένου ότι η απόφαση που περιέχει τη διαταγή μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αποτελεσματικού ελέγχου είτε από δικαστήριο είτε από ανεξάρτητη διοικητική αρχή της οποίας η απόφαση έχει δεσμευτικό αποτέλεσμα, προκειμένου να εξακριβωθεί αν συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις αυτές καθώς και αν τηρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις και εγγυήσεις που πρέπει να έχουν θεσπιστεί, και υπό τον όρο ότι η εν λόγω διαταγή μπορεί να ισχύει μόνο για το απολύτως αναγκαίο χρονικό διάστημα, με δυνατότητα, ωστόσο, παράτασης της ισχύος της σε περίπτωση εξακολούθησης της απειλής? - τα οποία επιτρέπουν, για τους σκοπούς της διαφύλαξης της εθνικής ασφάλειας, τη δυνατότητα να διατάσσονται οι πάροχοι υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών να προβαίνουν σε γενική και χωρίς διάκριση διατήρηση των δεδομένων κίνησης και των δεδομένων θέσης, σε περιπτώσεις στις οποίες το οικείο κράτος μέλος αντιμετωπίζει σοβαρή απειλή για την εθνική ασφάλεια, η οποία είναι πραγματική και ενεστώσα ή προβλέψιμη, εξυπακουομένου ότι η απόφαση που περιέχει τη διαταγή μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αποτελεσματικού ελέγχου είτε από δικαστήριο είτε από ανεξάρτητη διοικητική αρχή της οποίας η απόφαση έχει δεσμευτικό αποτέλεσμα, προκειμένου να εξακριβωθεί αν συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις αυτές καθώς και αν τηρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις και εγγυήσεις που πρέπει να έχουν θεσπιστεί, και υπό τον όρο ότι η εν λόγω διαταγή μπορεί να ισχύει μόνο για το χρονικό διάστημα που είναι απολύτως αναγκαίο, με δυνατότητα, ωστόσο, παράτασης της ισχύος της σε περίπτωση εξακολούθησης της απειλής? - τα οποία προβλέπουν, για τη διαφύλαξη της εθνικής ασφάλειας, την καταπολέμηση του σοβαρού εγκλήματος και την πρόληψη των σοβαρών απειλών κατά της δημόσιας ασφάλειας, στοχευμένη διατήρηση των δεδομένων κίνησης και των δεδομένων θέσης, η οποία πρέπει να οριοθετείται βάσει αντικειμενικών στοιχείων που δεν εισάγουν δυσμενείς διακρίσεις, ανάλογα με τις κατηγορίες των υποκειμένων των διατηρούμενων δεδομένων ή με τη χρήση γεωγραφικού κριτηρίου, μόνο για το χρονικό διάστημα που είναι απολύτως αναγκαίο, με δυνατότητα, όμως, παράτασής του? - τα οποία προβλέπουν, για τη διαφύλαξη της εθνικής ασφάλειας, την καταπολέμηση του σοβαρού εγκλήματος και την πρόληψη των σοβαρών απειλών κατά της δημόσιας ασφάλειας, γενική και χωρίς διάκριση διατήρηση των διευθύνσεων IP που εκχωρούνται στην πηγή της σύνδεσης, για χρονική περίοδο περιοριζόμενη στο απολύτως αναγκαίο? - τα οποία προβλέπουν, για τη διαφύλαξη της εθνικής ασφάλειας, την καταπολέμηση του σοβαρού εγκλήματος και την πρόληψη των σοβαρών απειλών κατά της δημόσιας ασφάλειας, γενική και χωρίς διάκριση διατήρηση των δεδομένων σχετικά με την ταυτότητα των χρηστών μέσων ηλεκτρονικής επικοινωνίας, και - τα οποία επιτρέπουν, για την καταπολέμηση του σοβαρού εγκλήματος και, κατά μείζονα λόγο, τη διαφύλαξη της εθνικής ασφάλειας, τη δυνατότητα να διατάσσονται οι πάροχοι υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, μέσω απόφασης της αρμόδιας αρχής υποκείμενης σε αποτελεσματικό δικαστικό έλεγχο, να προβαίνουν, για ορισμένο χρονικό διάστημα, στην κατεπείγουσα διατήρηση των δεδομένων κίνησης και των δεδομένων θέσης που διαθέτουν οι εν λόγω πάροχοι υπηρεσιών, εφόσον τα μέτρα αυτά διασφαλίζουν, με σαφείς και ακριβείς κανόνες, ότι η διατήρηση των επίμαχων δεδομένων εξαρτάται από την τήρηση των σχετικών ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων και ότι τα υποκείμενα των δεδομένων αυτών διαθέτουν αποτελεσματικές εγγυήσεις έναντι των κινδύνων κατάχρησης. 2) Το άρθρο 15, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/58, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2009/136, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα των άρθρων 7, 8 και 11 καθώς και του άρθρου 52, παράγραφος 1, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, δεν αντιτίθεται σε εθνική κανονιστική ρύθμιση η οποία επιβάλλει στους παρόχους υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών να χρησιμοποιούν, αφενός, την αυτοματοποιημένη ανάλυση και τη συλλογή σε πραγματικό χρόνο, μεταξύ άλλων, των δεδομένων κίνησης και των δεδομένων θέσης και, αφετέρου, τη συλλογή σε πραγματικό χρόνο των τεχνικών δεδομένων σχετικά με τον γεωγραφικό εντοπισμό του χρησιμοποιούμενου τερματικού εξοπλισμού, όταν - η χρήση της μεθόδου αυτοματοποιημένης ανάλυσης περιορίζεται σε περιπτώσεις στις οποίες ένα κράτος μέλος αντιμετωπίζει σοβαρή απειλή για την εθνική ασφάλεια, η οποία είναι πραγματική και ενεστώσα ή προβλέψιμη, και μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αποτελεσματικού ελέγχου είτε από δικαστήριο είτε από ανεξάρτητη διοικητική αρχή, της οποίας η απόφαση έχει δεσμευτικό αποτέλεσμα, προκειμένου να εξακριβωθεί αν συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις που δικαιολογούν το εν λόγω μέτρο καθώς και αν τηρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις και εγγυήσεις που πρέπει να έχουν θεσπιστεί, και - η χρήση της μεθόδου συλλογής δεδομένων κίνησης και δεδομένων θέσης σε πραγματικό χρόνο περιορίζεται στα πρόσωπα για τα οποία υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι εμπλέκονται καθ' οιονδήποτε τρόπο σε τρομοκρατικές δραστηριότητες, και υπόκειται σε προηγούμενο έλεγχο είτε από δικαστήριο είτε από ανεξάρτητη διοικητική αρχή, η απόφαση της οποίας έχει δεσμευτικό αποτέλεσμα, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η εν λόγω συλλογή σε πραγματικό χρόνο επιτρέπεται μόνον εντός των ορίων του απολύτως αναγκαίου. Σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης, ο έλεγχος πρέπει να διενεργείται το ταχύτερο δυνατό. 3) Η οδηγία 2000/31/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2000, για ορισμένες νομικές πτυχές των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας, ιδίως του ηλεκτρονικού εμπορίου, στην εσωτερική αγορά (οδηγία για το ηλεκτρονικό εμπόριο), δεν έχει εφαρμογή στον τομέα της προστασίας του απορρήτου των επικοινωνιών και των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στο πλαίσιο των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας, καθόσον η προστασία αυτή διέπεται, αναλόγως της περίπτωσης, από την οδηγία 2002/58, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2009/136, ή από τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/
- Το άρθρο 23, παράγραφος 1, του κανονισμού 2016/679, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα των άρθρων 7, 8 και 11 καθώς και του άρθρου 52, παράγραφος 1, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία επιβάλλει στους παρόχους πρόσβασης σε υπηρεσίες ηλεκτρονικής επικοινωνίας προς το κοινό και στους παρόχους υπηρεσιών αποθήκευσης τη γενική και χωρίς διάκριση διατήρηση, μεταξύ άλλων, των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που σχετίζονται με τις υπηρεσίες αυτές. 4) Ένα εθνικό δικαστήριο δεν μπορεί να εφαρμόσει διάταξη του εθνικού του δικαίου η οποία του παρέχει την εξουσία να περιορίζει χρονικώς τα αποτελέσματα απόφασης εκδιδόμενης από το εν λόγω δικαστήριο δυνάμει του δικαίου αυτού, με την οποία διαπιστώνεται η έλλειψη νομιμότητας εθνικής νομοθεσίας που επιβάλλει στους παρόχους υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, ενόψει, μεταξύ άλλων, της επίτευξης των σκοπών διαφύλαξης της εθνικής ασφάλειας και καταπολέμησης της εγκληματικότητας, υποχρέωση γενικής και χωρίς διάκριση διατήρησης των δεδομένων κίνησης και των δεδομένων θέσης αντίθετη προς το άρθρο 15, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/58, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2009/136, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα των άρθρων 7, 8 και 11 καθώς και του άρθρου 52, παράγραφος 1, του Χάρτη. Το εν λόγω άρθρο 15, παράγραφος 1, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα της αρχής της αποτελεσματικότητας, επιβάλλει στο εθνικό ποινικό δικαστήριο να μη λαμβάνει υπόψη πληροφοριακά και αποδεικτικά στοιχεία αποκτηθέντα μέσω γενικής και χωρίς διάκριση διατήρησης των δεδομένων κίνησης και των δεδομένων θέσης μη συνάδουσας με το δίκαιο της Ένωσης, στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας κινηθείσας κατά υπόπτων για εγκληματικές πράξεις, εφόσον τα πρόσωπα αυτά δεν έχουν δυνατότητα αποτελεσματικής υποβολής παρατηρήσεων επί των εν λόγω πληροφοριακών και αποδεικτικών στοιχείων, τα οποία προέρχονται από τομέα που εκφεύγει της γνώσης των δικαστών και δύνανται να ασκήσουν καθοριστική επιρροή στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών." (δ) H.K. (C-746/18) απόφαση ημερ. 2.3.2021: 1) "Το άρθρο 15, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/58/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Ιουλίου 2002, σχετικά με την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την προστασία της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία για την προστασία ιδιωτικής ζωής στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2009/136/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2009, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα των άρθρων 7, 8 και 11 καθώς και του άρθρου 52, παράγραφος 1, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία επιτρέπει την πρόσβαση δημοσίων αρχών σε σύνολο δεδομένων κίνησης ή δεδομένων θέσης, από τα οποία μπορούν να αντληθούν πληροφορίες σχετικά με τις επικοινωνίες που πραγματοποίησε χρήστης μέσου ηλεκτρονικής επικοινωνίας ή σχετικά με τον γεωγραφικό εντοπισμό του τερματικού εξοπλισμού που χρησιμοποιεί καθώς και να συναχθούν ακριβή συμπεράσματα σχετικά με την ιδιωτική ζωή του, με σκοπό την πρόληψη, τη διερεύνηση, τη διαπίστωση και τη δίωξη ποινικών αδικημάτων, χωρίς η πρόσβαση αυτή να περιορίζεται σε διαδικασίες για την καταπολέμηση του σοβαρού εγκλήματος ή την πρόληψη σοβαρών απειλών για τη δημόσια ασφάλεια, ανεξαρτήτως του χρονικού διαστήματος για το οποίο έχει ζητηθεί η πρόσβαση στα εν λόγω δεδομένα όπως επίσης και του όγκου και του είδους των διαθέσιμων δεδομένων για το διάστημα αυτό. 2) Το άρθρο 15, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/58, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2009/136, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα των άρθρων 7, 8 και 11 καθώς και του άρθρου 52, παράγραφος 1, του Χάρτη, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία απονέμει στην εισαγγελική αρχή, της οποίας η αποστολή είναι να διευθύνει τη διαδικασία ανάκρισης ποινικών αδικημάτων και να ενεργεί, ενδεχομένως, ως κατηγορούσα αρχή στο πλαίσιο μεταγενέστερης διαδικασίας, αρμοδιότητα να επιτρέπει την πρόσβαση δημόσιας αρχής σε δεδομένα κίνησης και σε δεδομένα θέσης για τους σκοπούς της ανακριτικής διαδικασίας." (ε) Παρατηρούμε συναφώς από την πιο πάνω νομολογία ότι απαγορεύεται:
(1)Η γενική και αδιάκριτη διατήρηση δεδομένων έστω και ως προληπτικό μέτρο.
(2)Η διατήρηση και προώθηση δεδομένων κίνησης και θέσεως γενικά και αδιάκριτα συνιστούν ιδιαίτερα σοβαρή παρέμβαση στα θεμελιώδη δικαιώματα προστατευόμενα από τον Χάρτη, όπου δεν υπάρχει σύνδεσμος μεταξύ συμπεριφοράς των προσώπων που τα δεδομένα επηρεάζονται και των σκοπών που επιδιώκει η νομοθεσία. (στ) Στις πιο πάνω απαγορεύσεις υπάρχουν οι κάτωθι εξαιρέσεις:
(1)Γενική και αδιάκριτη διατήρηση δεδομένων που αφορούν την κίνηση και θέση είναι επιτρεπτή όπου τα κράτη Μέλη αντιμετωπίζουν σοβαρούς κινδύνους στην Εθνική Ασφάλεια η οποία φαίνεται να είναι γνήσια και τωρινή ή προβλέψιμη. Σε τέτοια περίπτωση θα πρέπει να ικανοποιούνται οι ακόλουθοι όροι. ? Η απόφαση που επιβάλλει τέτοια Διαταγή να είναι αντικείμενο αποτελεσματικής επανεξέτασης είτε από Δικαστήριο ή από Ανεξάρτητη Διοικητική Αρχή η απόφαση της οποίας είναι δεσμευτική. ? Η επανεξέταση να επιβεβαιεί ότι μια από τις αναφερθείσες καταστάσεις υπάρχει και ότι οι όροι και εξασφαλίσεις που πρέπει να θέτουν, τηρούνται. ? Η Διαταγή δίδεται για περιορισμένο χρόνο, στον απόλυτα αναγκαίο, ο οποίος όπως παρατείνεται όπου η απειλή εξακολουθεί.
(2)Νομοθεσία δύναται να προβλέπει για σκοπούμενη διατήρηση δεδομένων κίνησης και θέσεως για αντιμετώπιση σοβαρού εγκλήματος και πρόληψη σοβαρών απειλών. Θα πρέπει όμως να ? Περιορίζεται επί τη βάσει αντικειμενικών και όχι αδιάκριτων κριτηρίων σύμφωνα με τις κατηγορίες των προσώπων που αφορά ή χρησιμοποιούνται γεωγραφικών κριτηρίων. ? Περιορίζεται σε περίοδο χρόνου η οποία είναι αυστηρά αναγκαία η οποία όμως μπορεί να παρατείνεται.
(3)Γενική και αδιάκριτη διατήρηση δεδομένων ΙΡ διευθύνσεων που αντιστοιχεί σε πηγή σύνδεση Διαδικτύου, δυνατόν να επιτραπεί προκειμένου να αντιμετωπιστούν εγκλήματα και προστατευθεί η εθνική ασφάλεια.
(4)Γενική και αδιάκριτη διατήρηση δεδομένων αναφερόμενη στην ταυτοποίηση χρηστών ηλεκτρονικών επικοινωνιακών συστημάτων είναι επίσης επιτρεπτή, όπου τα Κράτη Μέλη δεν καλούνται να περιορίσουν τον χρόνο διατήρησης.
(5)Νομοθετικές ρυθμίσεις είναι επίσης επιτρεπτές να προβλέπουν διαδικασία για Διάταγμα για ταχεία διατήρηση δεδομένων υπό κατοχή των παρόχων νοουμένου ότι: ? Ο σκοπός είναι η αντιμετώπιση σοβαρών εγκλημάτων και a fortiori, την περιφρόνηση της Εθνικής Ασφάλειας. ? Η υποχρέωση διατήρησης αναφέρεται μόνο σε δεδομένα κίνησης και θέσης και μπορούν να ρίξουν φως σε σοβαρά ποινικά αδικήματα ή ενέργειες που επηρεάζουν δυσμενώς την Εθνική Ασφάλεια. ? Το Διάταγμα είναι αντικείμενο αποτελεσματικής Δικαστικής Εξέτασης. ? Η διατήρηση αναλαμβάνεται για συγκεκριμένη περίοδο χρόνου.
(6)Όλες οι νομοθεσίες που αφορούν τις εξαιρέσεις θα πρέπει να προβλέπουν καθαρούς και ακριβείς Κανονισμούς ουσίας και διαδικασίας όπως επίσης αποτελεσματική προφύλαξη από κίνδυνο κατάχρησης.
(7)Σύμφωνα με την απόφαση στην Η.Κ. (άνω) Εισαγγελική Αρχή της οποίας αποστολή είναι να διευθύνει τη διαδικασία ανάκρισης ποινικών αδικημάτων και να ενεργεί, ενδεχομένως, ως Κατηγορούσα Αρχή στο πλαίσιο μεταγενέστερης διαδικασίας, δεν είναι επιτρεπτό με εθνική ρύθμιση να έχει αρμοδιότητα και να επιτρέπει την πρόσβαση δημόσιας αρχής σε δεδομένα κίνησης και θέσης για τους σκοπούς της ανακριτικής διαδικασίας. Ο Νόμος (Ν.183(Ι)/2007) αναφέρεται σε δεδομένα κίνησης και θέσης και τα συναφή δεδομένα που είναι αναγκαία για την αναγνώριση του συνδρομητή ή/και χρήστη και που προσδιορίζονται στα Άρθρα 6, 7, 8, 9 και 10 του Νόμου (βλ. Άρθρο 2). Τα συναφή δεδομένα σύμφωνα με το ερμηνευτικό Άρθρο 2 του «Νόμου» είναι τα όσα προσδιορίζονται στα Άρθρα 6-11 του Νόμου και αφορούν δεδομένα προσδιορισμού πηγή επικοινωνίας (Άρθρο 6), προορισμού επικοινωνίας (Άρθρο 7), ημερομηνίας ώρας και διάρκειας επικοινωνίας (Άρθρο 8), είδους επικοινωνίας (Άρθρο 9), εξοπλισμού (Άρθρο 10) και θέσεις και εξοπλισμού κινητής επικοινωνίας (Άρθρο 11). Τα Άρθρα 3 και 13 προβλέπουν την υποχρέωση που βαρύνει τον παροχέα να διατηρεί τα δεδομένα και το χρονικό διάστημα διατήρησης των δεδομένων που είναι 6 μήνες και έχουν σχέση με τηλεφωνία σταθερού δικτύου, την κινητή τηλεφωνία, το διαδίκτυο και τις υπηρεσίες ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και τηλεφωνίας μέσω διαδικτύου. Η πρόσβαση σε δεδομένα σύμφωνα με το Άρθρο 4 του Νόμου, είναι επιτρεπτή: i. Σε περίπτωση απαγωγής προσώπου με επιστολή του αστυνομικού ανακριτή προς τον πάροχο τηλεπικοινωνιακών δεδομένων που έχουν σχέση με το διερευνόμενο αδίκημα αφού εξασφαλίσει έγκριση του Γενικού Εισαγγελέα και ακολούθως εντός 48 ωρών από την πρόσβαση να εξασφαλίσει Δικαστικό Διάταγμα. ii. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις που αφορούν σοβαρό ποινικό αδίκημα κατόπιν Δικαστικού Διατάγματος αφού υποβληθεί προς τούτο αίτηση από τον αστυνομικό ανακριτή η οποία εγκρίνεται πρώτα από τον Γενικό Εισαγγελέα, κατόπιν αιτήματος των αστυνομικού ανακριτή εφόσον πιστοποιηθεί ότι η έκδοση του Διατάγματος δύναται να παρέχει ή να έχει παράσχει μαρτυρία για τη διάπραξη σοβαρού ποινικού αδικήματος. iii. Ο Δικαστής δύναται να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα με ή χωρίς όρους και το οποίο εξουσιοδοτεί την πρόσβαση στα δεδομένα, εφόσον ικανοποιηθεί ότι: (α) υπάρχει εύλογη υποψία ή πιθανότητα, ότι πρόσωπο διαπράττει, διέπρεξε ή αναμένεται να διαπράξει σοβαρό ποινικό αδίκημα, (β) υπάρχει εύλογη υποψία ή πιθανότητα, ότι συγκεκριμένα δεδομένα συνδέονται ή είναι συναφή με σοβαρό ποινικό αδίκημα. Η εξέταση του ερωτήματος, που θα πρέπει να απαντηθεί, είναι κατά πόσο ο Νόμος (Ν.183(Ι)/2007) όπου αναφέρεται σε διατήρηση δεδομένων έρχεται σε αντίθεση με το ΄Αρθρο 15 παράγρ. 1, όπως αυτό αυθεντικά έχει ερμηνευθεί από το ΔΕΕ. Δεν χωρούν άλλες ερμηνείες ή προσεγγίσεις. Παρατηρούμε συναφώς ότι στον Νόμο προβλέπεται κατ' αντίθεση των αποφάσεων του ΔΕΕ.
- Προληπτική γενική και αδιάκριτη διατήρηση δεδομένων (βλ. Άρθρο 3)
- Γενική και αδιάκριτη διατήρηση δεδομένων που αφορούν την κίνηση και θέση χωρίς ικανοποίηση όλων των όρων σε περίπτωση εξαίρεσης για αντιμετώπιση σοβαρών κινδύνων (α) Εθνικής Ασφάλειας και (β) στην περίπτωση αντιμετώπισης σοβαρού εγκλήματος και πρόληψη σοβαρών απειλών η υποχρέωση περιορισμού της διατήρησης βάσει αντικειμενικών κριτηρίων σύμφωνα με τις κατηγορίες των προσώπων που αφορά ή χρησιμοποιούνται γεωγραφικά κριτήρια και χωρίς περιορισμό στον απόλυτα αναγκαίο χρόνο και ο οποίος είναι δυνατόν να παρατείνεται (βλ. Άρθρα 3 και 13).
- Η διατήρηση των δεδομένων από τους παρόχους για περίοδο 6 μηνών (΄βλ. Άρθρο 13) χωρίς περιορισμό επί τη βάσει αντικειμενικών και αδιάκριτων κριτηρίων, σύμφωνα με τις κατηγορίες των ανθρώπων που αφορά ή την χρησιμοποίηση γεωγραφικών κριτηρίων και σε αυστηρά αναγκαία περίοδο χρόνου.
- Δεν υπάρχει πρόβλεψη στο Νόμο όπως τα δεδομένα υπό αναφορά, παραμείνουν εντός των ορίων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Έχοντας υπόψιν τα πιο πάνω η εθνική νομοθεσία, Ν.183(Ι)/2007 Άρθρα 3, 6, 7, 8, 9, 10 και 13 δεν είναι συμβατή με την Ευρωπαϊκή Οδηγία 2002/58/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Ιουλίου 2002, Άρθρο 15 παράγρ. 1 όπως έχει ερμηνευθεί από τη σχετική νομολογία (ως ανωτέρω) και συνεπώς είναι ανίσχυρη. Λ. ΠΑΡΠΑΡΙΝΟΣ, Δ. Α. ΠΟΥΓΙΟΥΡΟΥ, Δ. /γκ Α Π Ο Φ Α Σ Η ΛΙΑΤΣΟΣ, Δ.: Συμφωνώ με το συμπέρασμα στο οποίο έχει καταλήξει η πλειοψηφία του Δικαστηρίου, με το ακόλουθο σκεπτικό: Σύμφωνα με τις αιτιολογικές σκέψεις 2 και 11 της Οδηγίας 2002/58/EK (η Οδηγία), επιδίωξή της είναι ο σεβασμός των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των βασικών αρχών που αναγνωρίζονται, ιδίως, από τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης. Στοχεύει, πιο συγκεκριμένα, στην διασφάλιση της πλήρους τήρησης των δικαιωμάτων που προβλέπονται στα ΄Αρθρα 7 και 8 του Χάρτη, ήτοι του σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής και της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, αντίστοιχα. Η υπό αναφορά Οδηγία δεν θίγει τη δυνατότητα των Κρατών-Μελών να προβαίνουν σε νόμιμη παρακολούθηση των ηλεκτρονικών επικοινωνιών και να λαμβάνουν μέτρα προς την κατεύθυνση αυτή, όταν κάτι τέτοιο είναι απαραίτητο, υπό την αίρεση όμως ότι τα εν λόγω μέτρα να είναι κατάλληλα, αυστηρώς ανάλογα των προς επίτευξη σκοπών και αναγκαία στα πλαίσια μιας δημοκρατικής κοινωνίας. Θα πρέπει επίσης να υπόκεινται σε επαρκείς διασφαλίσεις, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών. Το ερώτημα που απασχολεί, κατά πόσον δηλαδή οι εξεταζόμενες πρόνοιες του περί Διατήρησης Τηλεπικοινωνιακών Δεδομένων με Σκοπό τη Διερεύνηση Σοβαρών Ποινικών Αδικημάτων Νόμου του 2007, Ν. 183(Ι)/2007, αντιβαίνουν στην Οδηγία, απαντάται, ευθέως, στις αποφάσεις του ΔΕΕ, Quatrature και Procuratuur (C-746/18). Τονίζεται, σκέψη 33 Procuratuur, ότι η διατήρηση των δεδομένων κίνησης και θέσης συνιστά σοβαρή επέμβαση στα θεμελιώδη δικαιώματα, που κατοχυρώνονται στα ΄Αρθρα 7 και 8 του Χάρτη, επέμβαση που μπορεί να δικαιολογηθεί, κατ΄ εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας, στις περιπτώσεις και μόνο καταπολέμησης του σοβαρού εγκλήματος και της πρόληψης σοβαρών απειλών κατά της δημόσιας ασφάλειας. Εχει, επίσης, περαιτέρω, κριθεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης, ότι το ΄Αρθρο 15, παράγραφος 1, της Οδηγίας, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα των ΄Αρθρων 7, 8 και 11, καθώς και το άρθρο 52, παράγραφος 1, του Χάρτη «αντιτίθεται σε νομοθετικά μέτρα τα οποία προβλέπουν, για τους σκοπούς αυτούς, προληπτικώς, τη γενικευμένη και χωρίς διάκριση διατήρηση των δεδομένων κίνησης και των δεδομένων θέσης» (σκέψη 30 Procuratuur). Στα πλαίσια των πιο πάνω αποφάσεων, το ΔΕΕ κατέληξε ότι πρόσβαση στα υπό αναφορά δεδομένα μπορεί να παρασχεθεί στις περιπτώσεις και μόνο όπου αυτά έχουν διατηρηθεί από τους παρόχους κατά τρόπο σύμφωνο με το ΄Αρθρο 15, παράγραφος 1 της Οδηγίας (σκέψεις 29 Procuratuur, 167 Quatrature). Συνεπώς, οι όποιες διασφαλίσεις παρέχονται προκειμένου να καταστεί δυνατή πρόσβαση στα δεδομένα, δεν αφαιρούν από την αναγκαιότητα θεσμοθέτησης, ξεχωριστού, ασφαλούς, πλαισίου προϋποθέσεων διατήρησής τους, συννόμου με την Οδηγία. Καθότι η ίδια η διατήρηση, αφ΄ εαυτής, συνιστά, ως ήδη λέχθηκε, σοβαρή επέμβαση στα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα που κατοχυρώνονται από τα ΄Αρθρα 7 και 8 του Χάρτη. Κατ΄ ακολουθίαν - παρά τη θέσπιση στο εθνικό μας δίκαιο αυστηρών προϋποθέσεων πρόσβασης - η γενική και χωρίς διάκριση διατήρηση των δεδομένων, που εντοπίζεται μέσα από τις πρόνοιες του Ν. 183
(1)/2007, με μόνο περιορισμό το χρονικό διάστημα των έξι μηνών, δεν είναι συμβατή με την Οδηγία. Δεν είναι χωρίς σημασία η υπόμνηση των σκέψεων 41 - 44 της Procuratuur, όπου το ΔΕΕ πραγματεύεται το ζήτημα του παραδεκτού και της αξιοποίησης πληροφοριακών και αποδεικτικών στοιχείων, τα οποία λήφθηκαν κατά παράβαση της Οδηγίας. Εναπόκειται, ως τίθεται, στο εθνικό δίκαιο ο καθορισμός κανόνων, δυνάμει της αρχής της δικονομικής αυτονομίας, οι οποίοι όμως, τελούν υπό τον όρο ότι «... δεν είναι λιγότερο ευνοϊκοί από τους διέποντες παρόμοιες καταστάσεις που υπόκεινται στο εσωτερικό δίκαιο (αρχή της ισοδυναμίας) και δεν καθιστούν πρακτικώς αδύνατη ή υπέρμετρα δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που απονέμει το δίκαιο της ΄Ενωσης (αρχή της αποτελεσματικότητας)». Α.Ρ. ΛΙΑΤΣΟΣ, Δ. ΣΦ. Α Π Ο Φ Α Σ Η (μειοψηφίας) ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Δ.: Στο επίκεντρο της κοινής διαδικασίας ενώπιον της Ολομέλειας σε συνάρτηση με τις πιο πάνω διαδικασίες βρίσκεται ο περί Διατήρησης Τηλεπικοινωνιακών Δεδομένων με σκοπό τη Διερεύνηση Σοβαρών Ποινικών Αδικημάτων Νόμος του 2007, Ν.183(Ι)/2007, (ο Νόμος) και το ερώτημα εάν αυτός είναι συμβατός με το Ενωσιακό Δίκαιο και την Ευρωπαϊκή νομολογία. Καθίσταται σαφές ότι δεν θα ασχοληθεί η Ολομέλεια με τις ειδικές περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Ενδιαφέρει ότι σ΄όλες τις υποθέσεις έχουν εκδοθεί Δικαστικά Διατάγματα Αποκάλυψης Τηλεπικοινωνιακών Δεδομένων από αρμόδιο Δικαστή μετά από αίτηση της Αστυνομίας με σχετική έγκριση του Γενικού Εισαγγελέα και οι αιτητές τα προσβάλλουν ως παράνομα. Όπως προκύπτει από το Προοίμιο, ο Νόμος, αρχικά θεσπίστηκε για σκοπούς εναρμόνισης με την Οδηγία 2006/24/ΕΚ (και για την τροποποίηση της Οδηγίας 2002/58/ΕΚ). Στη Digital Rights Ireland C-293/12 και 594/12 ημ.8.4.2014, η οδηγία 2006/24/ΕΚ κηρύχθηκε άκυρη, οπότε επανήλθε η ισχύς της προγενέστερης οδηγίας 2002/58/ΕΚ. Σημαντικό είναι το άρθρο 15.1 της εν ισχύι Οδηγίας το οποίο έχει ως εξής: «Τα κράτη μέλη δύνανται να λαμβάνουν νομοθετικά μέτρα για να περιορίζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 5 και 6, στο άρθρο 8 παράγραφοι 1 έως 4 και στο άρθρο 9 της παρούσας οδηγίας, εφόσον ο περιορισμός αυτός αποτελεί αναγκαίο, κατάλληλο και ανάλογο μέτρο σε μια δημοκρατική κοινωνία για τη διαφύλαξη της εθνικής ασφάλειας (δηλαδή της ασφάλειας του κράτους), της εθνικής άμυνας, της δημόσιας ασφάλειας, και για την πρόληψη, διερεύνηση, διαπίστωση και δίωξη ποινικών αδικημάτων ή της άνευ αδείας χρησιμοποίησης του συστήματος ηλεκτρονικών επικοινωνιών, όπως προβλέπεται στο άρθρο 13 παράγραφος 1 της οδηγίας 95/46/ΕΚ. Για το σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη δύνανται, μεταξύ άλλων, να λαμβάνουν νομοθετικά μέτρα που θα προβλέπουν τη φύλαξη δεδομένων για ορισμένο χρονικό διάστημα για τους λόγους που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο. Όλα τα μέτρα που προβλέπονται στην παρούσα παράγραφο είναι σύμφωνα με τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου, συμπεριλαμβανομένων αυτών που αναφέρονται στο άρθρο 6 παράγραφοι 1 και 2 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση». Στις 21/12/2016 το ΔΕΕ εξέτασε αιτήσεις προδικαστικής παραπομπής από τη Σουηδία και το Ηνωμένο Βασίλειο η οποία αφορούσε στην ερμηνεία του Άρθρου 15
(1)της Οδηγίας 2002/58/ΕΚ. Στην Tele 2 Sveridge AB C-203/15 και C-698/15 ημερ.21/12/2016 σημειώθηκαν τα εξής σε σχέση με το πιο πάνω αρθ.15.1: «Επομένως, και στο μέτρο που δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι γενική πρόσβαση σε όλα τα διατηρούμενα δεδομένα, ανεξαρτήτως αν αυτά συνδέονται, τουλάχιστον έμμεσα με το, επιδιωκόμενο σκοπό, περιορίζεται στον απολύτως αναγκαίο βαθμό, η επίμαχη εθνική ρύθμιση πρέπει να στηρίζεται σε αντικειμενικά κριτήρια για τον προσδιορισμό των περιπτώσεων και των προϋποθέσεων υπό τις οποίες πρέπει να παρέχεται στις αρμόδιες εθνικές αρχές πρόσβαση στα δεδομένα των συνδρομητών ή των εγγεγραμμένων χρηστών. Συναφώς, πρόσβαση μπορεί, καταρχήν, να παρασχεθεί, προς τον σκοπό της καταπολεμήσεως του εγκλήματος, μόνο στα δεδομένα προσώπου για τα οποία υπάρχουν υπόνοιες ότι σχεδιάζουν, προτίθενται να διαπράξουν ή έχουν διαπράξει σοβαρή παράβαση ή ακόμη ότι εμπλέκονται καθ' οιονδήποτε τρόπο σε μια τέτοια παράβαση (βλ. κατ' αναλογίαν, απόφαση του ΕΔΔΑ, της 4ης Δεκεμβρίου 2015, Zakharov κατά Ρωσίας, CE:ECHR:2015:1204JUD004714306, §260). Εντούτοις, σε ορισμένες ειδικές περιπτώσεις, όπως εκείνες στις οποίες ζωτικά συμφέροντα της εθνικής ασφάλειας, της εθνικής άμυνας και της δημόσιας ασφάλειας απειλούνται από πράξεις τρομοκρατίας, θα μπορούσε επίσης να παρασχεθεί πρόσβαση στα δεδομένα άλλων προσώπων, εφόσον υφίστανται αντικειμενικά στοιχεία ικανά να στοιχειοθετήσουν ότι τα εν λόγω δεδομένα θα μπορούσαν, σε μια συγκεκριμένη περίπτωση, να συμβάλλουν αποφασιστικά στην καταπολέμηση τέτοιων πράξεων». Στην Tele επίσης αναφέρθηκε ότι το θέμα και συνεπώς η εξέταση του συναρτάται κυρίως με τα αρθ.7, 8 και 52 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης[3]. Δηλαδή κατά πόσο οι εθνικές ρυθμίσεις τηρούν τις απαιτήσεις που απορρέουν από το Άρθρο 15 ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα των Άρθρων 7, 8 και 52 του Χάρτη όσον αφορά την πρόσβαση των αρμοδίων εθνικών αρχών στα διατηρούμενα δεδομένα όσο και την προστασία και το επίπεδο αφαλείας των εν λόγω δεδομένων (παράγραφος 124). Πρόσφατη απόφαση εκ της νομολογίας του ΔΕΕ είναι η La Quadrature du Net etc C-511-512/18 ημερ.6.10.20 η οποία αφορά προδικαστικά ερωτήματα επί της ερμηνείας του άρθρου 15.1 της Οδηγίας (μεταξύ άλλων) και αναφορικά με εθνικά νομοθετικά μέτρα που προβλέπουν την προληπτική διατήρηση των δεδομένων κίνησης και θέσης με σκοπό την καταπολέμηση της εγκληματικότητας και την προστασία της δημόσιας ασφάλειας. Πρέπει να σημειωθεί ότι οι νομοθεσίες των εμπλεκομένων χωρών παρείχαν τη δυνατότητα εξασφάλισης των τηλεπικοινωνιακών δεδομένων με μια αίτηση, χωρίς τη διάκριση που υφίσταται στο δικό μας δικαιϊκό σύστημα, δηλαδή της Εισαγγελικής και της Δικαστικής Αρχής. Αναφέρονται τα εξής στη Σκέψη 147: «Επομένως, όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο, το άρθρο 15, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/58, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα των άρθρων 7, 8 και 11 καθώς και του άρθρου 52, παράγραφος 1, του Χάρτη, δεν απαγορεύει σε κράτος μέλος να θεσπίσει ρύθμιση η οποία επιτρέπει, προληπτικώς, τη στοχευμένη διατήρηση των δεδομένων κίνησης και των δεδομένων θέσης με σκοπό την καταπολέμηση της σοβαρής εγκληματικότητας και της πρόληψης των σοβαρών απειλών κατά της δημόσιας ασφάλειας, όπως ακριβώς και για τη διαφύλαξη της εθνικής ασφάλειας, υπό την προϋπόθεση ότι η διατήρηση των δεδομένων περιορίζεται σε ό,τι είναι απολύτως αναγκαίο όσον αφορά τις κατηγορίες διατηρούμενων δεδομένων, τα συγκεκριμένα μέσα επικοινωνίας, τα υποκείμενα των διατηρούμενων δεδομένων καθώς και το διάστημα διατήρησης των δεδομένων, το οποίο πρέπει να περιορίζεται στο απολύτως αναγκαίο (πρβλ. απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2016, Tele2, C?203/15 και C?698/15, EU:C:2016:970, σκέψη 108)». Σύμφωνα με πολύ πρόσφατη απόφαση του ΔΕΕ C-746/18 H.K. ν. Prokuratuur, 2.3.2021, επαναλήφθηκε πως η πρόσβαση, για σκοπούς ποινικής έρευνας, σε σύνολο δεδομένων ηλεκτρονικών επικοινωνιών κίνησης ή θέσης, από τα οποία μπορούν να συναχθούν ακριβή συμπεράσματα για την ιδιωτική ζωή, επιτρέπεται μόνο για την καταπολέμηση του σοβαρού εγκλήματος ή την πρόληψη σοβαρών απειλών κατά της δημόσιας ασφάλειας. Ο Νόμος - επίμαχες Διατάξεις: To ερώτημα που μπορεί να διαμορφωθεί είναι κατά πόσο περιέχει ο Νόμος σχετικές διατάξεις σε σχέση με τα κατοχυρωμένα δικαιώματα ιδιωτικής ζωής και επικοινωνίας και κατά πόσο θεσπίζονται όροι που μπορούν να θεωρηθούν μη συμβατοί με το Ευρωπαϊκό Δίκαιο και νομολογία. ΄Εχουμε προς τον πιο πάνω σ