← Κύπρος

NOSKOV κ.α. v. GAVRILENKO, Πολιτική Έφεση Αρ. E101/2017, 14/10/2021

NOSKOV κ.α. v. GAVRILENKO, Πολιτική Έφεση Αρ. E101/2017, 14/10/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:AD:2021:A454 ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ Πολιτική Έφεση Αρ. E101/2017 14 Οκτωβρίου, 2021 [Γ. Ν. ΓΙΑΣΕΜΗ, Α. ΠΟΥΓΙΟΥΡΟΥ, Ν. ΣΑΝΤΗ, ΔΔ]

  1. NOSKOV xxx
  2. NOSKOVA xxx Εφεσείοντες/Ενάγοντες ΚΑΙ xxx GAVRILENKO Εφεσίβλητος/Εναγόμενος 1 ---------------------- Μιχ. Ιωάννου, για τους Εφεσείοντες Χαρ. Ιωάννου για Χ. Π. Ιωάννου Δ.Ε.Π.Ε., Για τον Εφεσίβλητο -------------------- ΓΙΑΣΕΜΗΣ, Δ.: Την ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δώσει η Δικαστής Α. Πούγιουρου. Α Π Ο Φ Α Σ Η Α. ΠΟΥΓΙΟΥΡΟΥ: Οι Εφεσείοντες στις 25/9/2015 καταχώρησαν ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού την Αγωγή υπ. αρ. 3789/15 εναντίον τεσσάρων Εναγομένων, με την οποία επιδιώκουν την επαναμεταβίβαση επ' ονόματι τους, ανά ½ μερίδιο, του διαμερίσματος αρ. x στον τρίτο όροφο της οικοδομής White Arches Holiday Apart. Block x, αρ. θύρας xxx στον Άγιο Τύχωνα (στο εξής «το διαμέρισμα»), παράδοση της ελεύθερης κατοχής του, αποζημιώσεις λόγω παράβασης σύμβασης αντιπροσώπου, δόλου, απάτης και ψευδών παραστάσεων, μαζί με άλλες θεραπείες. Ο Εναγόμενος 1/Εφεσίβλητος στις 16/2/2017 υπέβαλε αίτηση στα πλαίσια της πιο πάνω Αγωγής, με την οποίαν ζητούσε διάταγμα για απόρριψη της και/ή τη διαγραφή της Έκθεσης Απαίτησης για το λόγο ότι δεν αποκαλύπτετο εύλογο αγώγιμο δικαίωμα και ότι η προώθηση της Αγωγής εναντίον του ήταν επιπόλαια, ενοχλητική και τείνουσα να του προκαλέσει αχρείαστη ταλαιπωρία και έξοδα. Η αίτηση δεν συνοδεύετο από Ένορκη Δήλωση αλλά τα γεγονότα της εμφαίνοντο από το φάκελο της Αγωγής και ειδικότερα από την Έκθεση Απαίτησης. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, κατόπιν ακρόασης, ενέκρινε την αίτηση και απέρριψε την Αγωγή εναντίον του Εφεσίβλητου/Εναγόμενου 1 για το λόγο ότι δεν στοιχειοθετείτο από το δικόγραφο των Εφεσειόντων αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του, με έξοδα υπέρ του εφεσίβλητου και εναντίον των Εφεσειόντων. Οι Εφεσείοντες αντέδρασαν με την καταχώρηση της υπό κρίση έφεσης προβάλλοντας επτά λόγους, οι οποίοι είναι συναφείς και η αιτιολογία τους ως επί το πλείστον συμπλέκεται. Κεντρικός άξονας των εισηγήσεων αποτελεί η μη στοιχειοθέτηση των προϋποθέσεων της Δ.27 θ.3 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών επί της οποίας βασίζετο κυρίως η αίτηση. Ειδικά οι λόγοι έφεσης 1 μέχρι 3 προσβάλλουν αριθμό διαπιστώσεων του πρωτόδικου Δικαστηρίου κυρίως τη διαπίστωση ότι δεν αποκαλύπτετο αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του Εφεσίβλητου, στη βάση της οποίας προχώρησε και απέρριψε την Αγωγή, θεωρώντας τη ως λανθασμένη. Με τους λόγους έφεσης 4, 5 και 7 προβάλλεται θέμα λανθασμένης διαπίστωσης ως προς τη νομική βάση της αίτησης εφόσον η Δ.27 θ.3 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών δεν εφαρμόζετο στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης καθώς και λανθασμένης διαταγής ως προς τα έξοδα της αίτησης και με τον 6 ότι η απόφαση είναι αναιτιολόγητη. Σύμφωνα με τα γεγονότα, όπως προβάλλονται στην Έκθεση Απαίτησης, οι Εφεσείοντες περί το 2006 γνώρισαν την Εναγόμενη 2 και το γιο της, Εναγόμενο 1/Εφεσίβλητο, με τους οποίους ανέπτυξαν φιλικές σχέσεις. Στη βάση αγοραπωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 12/10/2012, ο Εφεσίβλητος πώλησε στους Εφεσείοντες έναντι του ποσού των €250.000 το διαμέρισμα που του είχε μεταβιβάσει η Εναγόμενη 2, μητέρα του. Το συμβόλαιο υπεγράφη μεταξύ της Εναγόμενης 2, υπό την ιδιότητα της ως πληρεξούσια αντιπρόσωπος του Εφεσίβλητου, από τη μια και των Εφεσειόντων από την άλλη, στο Ισραήλ. Κατά την υπογραφή του συμβολαίου δόθηκε στην Εναγόμενη 2 ως προκαταβολή το ποσό των €2.
  3. Το συμβόλαιο αυτό κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο Λεμεσού στις 24/10/2012 από την Εναγόμενη 2 ή κάποιο δικηγόρο. Κατά την παραμονή τους στην Κύπρο από 23/1/2013 μέχρι 30/1/2013, οι Εφεσείοντες προέβησαν σε επίπλωση του διαμερίσματος ενώ υπέγραψαν νέο συμβόλαιο αγοραπωλησίας του διαμερίσματος με την Εναγόμενη 2, δίνοντας της ο καθένας πληρεξούσιο έγγραφο προς το σκοπό επίτευξης της μεταβίβασης του διαμερίσματος επ' ονόματι τους ανά ½ μερίδιο και παραλαβής των τίτλων ιδιοκτησίας. Στη συνέχεια τους ζητήθηκε από την Εναγόμενη 2 να υπογράψουν ο καθένας τρεις κόλλες εν λευκώ, που θα τις χρησιμοποιούσε, όπως τους ανέφερε, σε περίπτωση που χρειαστεί για να αποφευχθεί η κάθοδος τους στην Κύπρο, όπως και έπραξαν. Κατά την επιστροφή τους στην Κύπρο περί τον Μάιο - Ιούνιο του 2013 και αφού εξασφάλισαν άδεια από το Υπουργικό Συμβούλιο για την επ' ονόματι τους μεταβίβαση του διαμερίσματος, οι Εφεσείοντες ξόφλησαν το υπόλοιπο ποσό του συμφωνηθέντος τιμήματος πώλησης, μέσω του τραπεζικού τους λογαριασμού, τη διαχείριση του οποίου είχε η Εναγόμενη 2 κατόπιν σχετικής εξουσιοδότησης που της έδωσαν, και η Εναγόμενη 2 τους παρέδωσε τους Τίτλους Ιδιοκτησίας. Καταλογίζεται επίσης στην Εναγόμενη 2 ότι εισέπραξε επιπρόσθετα από τον τραπεζικό τους λογαριασμό, ποσό εκ €347.331 για ίδιον όφελος το οποίο υποσχέθηκε να επιστρέψει, ενώ απαίτησε από τους Εφεσείοντες την πληρωμή ποσού εκ €3.600 ως δήθεν υπόλοιπο του τμήματος πώλησης καθώς και €1.800 για τις υπηρεσίες που τους πρόσφερε. Η Εναγόμενη 2 στη συνέχεια πώλησε στις 12/8/2015 το αυτοκίνητο των Εφεσειόντων που αγόρασαν έναντι €26.000, με τη χρήση των πληρεξουσίων εγγράφων που της έδωσαν, μεταβιβάζοντας το επ' ονόματι της Εναγόμενης 4, εν αγνοία τους και χωρίς τη συγκατάθεση τους. Στις 21/9/2015, με την άφιξη τους στην Κύπρο, βρίσκοντας αλλαγμένη την κλειδαριά του διαμερίσματος τους, που τους εμπόδιζε την είσοδο σ' αυτό, οι Εφεσείοντες προέβησαν σε έρευνα στο Κτηματολόγιο όπου διαφάνηκαν τα εξής: Η Εναγόμενη 2 με τη χρήση των πληρεξουσίων εγγράφων που της έδωσαν οι Εφεσείοντες, αγόρασε η ίδια το διαμέρισμα έναντι του ποσού των €140.000 δυνάμει αγοραπωλητηρίου συμβολαίου ημερομηνίας 27/7/2015, το οποίο κατέθεσε στο Κτηματολόγιο. Στη συνέχεια πώλησε και μεταβίβασε το διαμέρισμα, επ' ονόματι του Εναγόμενου 3, στενού της φίλου, με τη χρήση των δύο πληρεξουσίων που της έδωσαν, έναντι €140.000, δυνάμει αγοραπωλητηρίου συμβολαίου ημερομηνίας 6/8/2015, που επίσης κατάθεσε στο Κτηματολόγιο, αποσύροντας με επιστολή της ημερομηνίας 7/8/2015, εκείνο με το οποίο φέρεται να αγόρασε η ίδια το διαμέρισμα. Περιήλθε περαιτέρω σε γνώση των Εφεσειόντων κατά την έρευνα στο Κτηματολόγιο ότι η Εναγόμενη 2, ως πληρεξούσια αντιπρόσωπος του Εναγόμενου 1, με πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 8/2/2013 πώλησε στους Ενάγοντες το διαμέρισμα έναντι €140.000, ενώ στην πραγματικότητα το είχαν αγοράσει έναντι €250.
  4. Είναι η θέση των Εφεσειόντων ότι με την πιο πάνω συμπεριφορά της, η Εναγόμενη 2 ενήργησε κατά παράβαση και/ή κατάχρηση των υποχρεώσεων της ως αντιπροσώπου των Εφεσειόντων και/ή άσκησε δόλο και απάτη καταχρώμενη της εμπιστοσύνης τους, προκειμένου να πετύχει τη μεταβίβαση του διαμερίσματος επ' ονόματι του Εναγόμενου 3, παραθέτοντας στο δικόγραφο σχετικές λεπτομέρειες. Οι Εφεσείοντες ισχυρίζονται επίσης ότι ως εκ της συμπεριφοράς των Εναγομένων, περιλαμβανομένου του Εναγόμενου 1, που είχαν συνωμοτήσει με την Εναγόμενη 2, υπέστησαν ζημιές συνολικού ύψους €693.956 και τους προκάλεσαν περαιτέρω ταλαιπωρία και στενοχώρια. Το πρωτόδικο Δικαστήριο αφού προέβη σε αναφορά των θέσεων που προβλήθηκαν με την αίτηση και ένσταση και την παράθεση της νομικής πτυχής σ' ό,τι αφορά τη διαγραφή δικογράφου, εξέτασε την αίτηση στη βάση των προνοιών της Δ.27 θ.3, επί της οποίας θεώρησε ότι στηρίζετο ουσιαστικά η αίτηση. Έκρινε, με αναφορά σε νομολογία (βλ. Αγ. Ναυτοδικείου Αρ. 201/1996 P.T. Kiani Kertas v. Interorient Navigation Company Limited κ.ά

(2000)1 Α.Α.Δ. 300, Νίκος Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon (S.A.L.)
(1998)1 Α.Α.Δ. 133, Έρμος Χατζηκυριάκος ν. Διομήδη Κυθρεώτη
(1996)1 Α.Α.Δ. 1119 κ.ά.) ότι η εμπλοκή του Εφεσίβλητου/Εναγόμενου 1 στην επίδικη διαφορά στη βάση της Έκθεσης Απαίτησης, προέκυπτε από το πληρεξούσιο έγγραφο που είχε δώσει στη μητέρα του, Εναγόμενη 2, η οποία καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο ενεργούσε για λογαριασμό του στη βάση του πληρεξουσίου αυτού. Όπως αναφέρει το πρωτόδικο Δικαστήριο «Ο Εναγόμενος 1 υπό την προσωπική του ιδιότητα δεν φαίνεται σε κανένα σημείο της έκθεσης απαίτησης να έχει οποιαδήποτε ανάμειξη τόσο για την πώληση του διαμερίσματος, την παραλαβή του αντιτίμου του διαμερίσματος αλλά και των υπολοίπων ενεργειών της Εναγόμενης 2. Περαιτέρω δεν υπάρχει οποιαδήποτε σύνδεση του Εναγόμενου 1 μέσα από το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης των Εναγόντων 1 και 2 για τις πράξεις της Εναγόμενης 2 και ειδικά πως ευθύνεται ο Εναγόμενος 1 και απαιτούνται από τον ίδιο ποσά που μέσα από την έκθεση απαίτησης ως ισχυρίζονται οι Ενάγοντες 1 και 2 αφορούν ως οι ίδιοι ισχυρίζονται πράξεις ή παραλείψεις της Εναγόμενης 2.» Ειδικά οι Εφεσείοντες με τους πρώτους τρεις λόγους έφεσης παραπονούνται ότι ενώ υπήρχαν αρκετές αναφορές στην Έκθεση Απαίτησης σ' ό,τι αφορά στην ανάμιξη του Εφεσίβλητου στα γεγονότα που οδήγησαν στην πρόκληση ζημιάς στους ίδιους, οι οποίες έδιναν πλήρη εικόνα ως προς το αγώγιμο δικαίωμα των Εφεσειόντων εναντίον του, το Δικαστήριο τις αγνόησε. Εισηγούνται επίσης ότι δεν έλαβε υπόψη τη σχέση αντιπροσωπείας του Εφεσίβλητου με τη μητέρα του, που προέκυπτε από το πληρεξούσιο έγγραφο που της έδωσε, παρά μόνο λανθασμένα θεώρησε ότι ο Εφεσίβλητος ενάγετο υπό την προσωπική του ιδιότητα. Καταλογίζουν περαιτέρω στο Δικαστήριο ότι παρέλειψε να εξετάσει αριθμό λόγων ένστασης τους, ιδιαίτερα εκείνους που αναφέροντο στο σημείωμα εμφάνισης που καταχωρήθηκε για τον Εφεσίβλητο στις 26/4/2016, το οποίο αφ' ενός μεν ήταν χωρίς διαμαρτυρία και αφ' ετέρου καταχωρήθηκε ένα χρόνο μετά την Υπεράσπιση του, με την οποία παραδέχετο σημεία από την Έκθεση Απαίτησης, όπως ότι ήταν ο ιδιοκτήτης του διαμερίσματος όταν η Εναγόμενη 2 το πώλησε στους Εφεσείοντες. Ο Εφεσίβλητος από την άλλη εισηγείται, μέσω του περιγράμματος αγόρευσης του δικηγόρου του, ότι η απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία ενέκρινε την αίτηση του για διαγραφή της Έκθεσης Απαίτησης ήταν ορθή και εμπεριστατωμένη, καλύπτουσα όλα τα θέματα που εγείροντο τόσο από πλευράς νομικών ισχυρισμών όσο και πραγματικών γεγονότων. Η Δ.27 θ.3 επί της οποίας βασίζετο κυρίως η αίτηση, όπως είναι γνωστό, ενεργοποιείται για απόρριψη δικογράφων ή και Κλητηρίου Εντάλματος όταν δεν στοιχειοθετείται εκ προοιμίου αγώγιμο δικαίωμα. Αναγνωρίζεται από τη νομολογία ότι η in limine διαγραφή αγωγής είναι δραστικότατο μέτρο, αναγκαίο όμως όταν, εκ των πραγμάτων, μια αγωγή δεν έχει νομικό έρεισμα να προχωρήσει σε πλήρη εκδίκαση (βλ. Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon
(1998)1 A.A.Δ.1338. Γι΄ αυτό και ζητήματα απόρριψης αγωγής εξετάζονται κατά κανόνα από την αρχή της διαδικασίας με σχετική αίτηση που εισάγεται από τον αντίδικο ώστε να περισωθεί δικαστικός χρόνος και να μην δημιουργούνται αχρείαστα έξοδα, (Daimler & Co. V. Continental Tyre Co Ltd
(1916)2 A.C. 307). Η πιο πάνω αρχή σ' ό,τι αφορά την εμβέλεια της Δ.27 θ.3 τονίστηκε στην πρόσφατη υπόθεση ΑRTESA TRADING CO LIMITED κ.ά ν. CREDIT BANK OF MOSCOW, Πολιτική Έφεση Αρ. 147/2012, ημερομηνίας 3/4/2018. Η διαπίστωση αν η δικογραφία αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα , δεν εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου αλλά συνιστά νομικό ζήτημα και επομένως το Εφετείο είναι σε θέση, όπως και το πρωτόδικο Δικαστήριο, να καταλήξει σε συμπεράσματα σε σχέση με την υπόσταση του δικογράφου (βλ. Liberty Life Insurance Public Co Ltd n. Terzian κ.α.
(2014)1 (Α) Α.Α.Δ. 558 και Paikkos v. Kontemeniotis
(1989)1 C.L.R. 50). Εξετάσαμε τις εκατέρωθεν εισηγήσεις υπό το φως της πιο πάνω νομολογίας και των γεγονότων της υπόθεσης, όπως διαγράφοντο από τον πρωτόδικο Φάκελο. Με όλο το σεβασμό προς το πρωτόδικο Δικαστήριο η προσέγγιση του ότι δεν αποκαλύπτετο με την Έκθεση Απαίτησης το αγώγιμο δικαίωμα των Εφεσειόντων εναντίον του Εφεσίβλητου, δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Από μελέτη της πολυσέλιδης Έκθεσης Απαίτησης, είναι φανερό ότι καλύπτει ένα ευρύ φάσμα γεγονότων, σε σχέση με το καθεστώς της ιδιοκτησίας του επίδικου διαμερίσματος και των διαφόρων δοσοληψιών σε σχέση με αυτό. Εντοπίζεται ισχυρισμός για συνωμοσία και συνέργια του Εφεσίβλητου με την Εναγόμενη 2 που είχε ως τελικό αποτέλεσμα την αποξένωση του διαμερίσματος, που οι Εφεσείοντες είχαν αγοράσει από τον Εφεσίβλητο, προκαλώντας τους έτσι ζημιά. Ειδικά για τον Εφεσίβλητο ναι μεν δεν γίνεται στο δικόγραφο εκτενής αναφορά στη συμπεριφορά του, όπως γίνεται με εκείνη της Εναγόμενης 2, πολύ φυσικό εφόσον η τελευταία θεωρείτο με την Έκθεση Απαίτησης ο πρωταγωνιστής ουσιαστικά, αλλ' όμως καθορίζετο με σαφήνεια τόσο το αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του όσο και η βάση του δικαιώματος. Και εξηγούμε. Ο Εφεσίβλητος σύμφωνα με τους ισχυρισμούς στην Έκθεση Απαίτησης, ήταν ο ιδιοκτήτης του διαμερίσματος από τον οποίον το είχαν αγοράσει οι Εφεσείοντες στη βάση σχετικού αγοραπωλητηρίου εγγράφου, οι οποίοι και απέκτησαν τίτλο ιδιοκτησίας. Το διαμέρισμα αρχικά ανήκε στη μητέρα του, Εναγόμενη 2, η οποία ανέλαβε τη μεταβίβαση του στους Εφεσείοντες με πληρεξούσιο που της είχε δώσει ο Εφεσίβλητος. Το γεγονός ότι ένα συμβόλαιο υπογράφεται από πληρεξούσιο αντιπρόσωπο δεν απαλλάσσει τον πληρεξουσιοδοτούντα από τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τη σύμβαση ως συμβαλλόμενο μέρος. Το αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του Εφεσίβλητου εντοπίζεται ευκρινώς και στις θεραπείες που ζητούνται στην Έκθεση Απαίτησης όπου η θεραπεία «Η» αφορά σε «Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η μεταβίβαση και εγγραφή επ' ονόματι του Εναγόμενου 3 του διαμερίσματος των Εναγόντων 1 και 2 ήταν αποτέλεσμα συνωμοσίας, συνεργίας και συνυπευθυνότητας των Εναγομένων 1 και 3 στις επιλήψιμες πράξεις της Εναγόμενης 2 που τελικά οδήγησαν στην αποστέρηση από τους Ενάγοντες του διαμερίσματος των». Σημειώνεται ότι στην Έκθεση Απαίτησης καταγράφονται οι λεπτομέρειες σ' ό,τι αφορά την επιλήψιμη συμπεριφορά της Εναγόμενης 2 που της αποδίδεται, με την οποία φέρεται να συνωμότησε ο Εφεσίβλητος. Εντοπίζεται επίσης στο σώμα της Έκθεσης Απαίτησης αναφορά ότι μεταξύ των εγγράφων που παρέλαβαν οι Εφεσείοντες από το Κτηματολόγιο, κατά την έρευνα τους, υπήρχε και ένα αγοραπωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 8/2/2013 με το οποίο η Εναγόμενη 2 ως πληρεξούσια αντιπρόσωπος του Εφεσίβλητου, πώλησε το διαμέρισμα στους Εφεσείοντες έναντι €140.000, ενώ οι τελευταίοι διατείνονται με την Έκθεση Απαίτησης ότι το αγόρασαν €250.000, μαζί με το πληρεξούσιο έγγραφο που έδωσε στη μητέρα του ο Εφεσίβλητος καθώς και η Δήλωση Μεταβίβασης του Εφεσίβλητου στους Εφεσείοντες. Υπάρχει επίσης αναφορά ότι οι Εφεσείοντες δεν εισέπραξαν κανένα ποσό από την πώληση τόσο του διαμερίσματος τους όσο και του αυτοκινήτου του Εφεσείοντα 1. Υπάρχουν περαιτέρω ισχυρισμοί για ζημιές που υπέστησαν, ύψους €693.956, συνεπεία της επιλήψιμης συμπεριφοράς των Εναγόμενων 1, 2 και 3, για τις οποίες δίνουν λεπτομέρειες. Είναι διάχυτη στην Έκθεση Απαίτησης η σχέση του Εφεσίβλητου με το διαμέρισμα, όπου ενώ αυτό είχε μεταβιβαστεί επ' ονόματι των Εφεσειόντων από τον ίδιο, μέσω της Εναγόμενης 2, βρέθηκε τελικά εγγεγραμμένο επ' ονόματι του Εναγόμενου 3. Ασφαλώς η παρούσα διαδικασία δεν είναι η κατάλληλη για οριστική επίλυση των επίδικων θεμάτων που εγείρονται στην Αγωγή. Ούτε για αξιολόγηση του κάθε αποδεικτικού στοιχείου και εξαγωγή συμπερασμάτων, κάτι που θα γίνει στο τέλος της δίκης. Σημασία ενέχει ότι Εφεσείοντες με το δικόγραφο τους τοποθετούν και τον Εφεσίβλητο να βρίσκεται μεταξύ εκείνων που συνομώτησαν με την Εναγόμενη 2 , τουλάχιστον σ' ό,τι αφορά το διαμέρισμα. Το ποσοστό συμμετοχής, αν ήθελε αποδειχθεί βεβαίως συμμετοχή, του κάθε ενός εκ των Εναγομένων στη συνομωσία και με ποιο τρόπο θα διαφανεί κατά την ακρόαση όπου το αρμόδιο Δικαστήριο θα αποφασίσει στο τέλος της ημέρας κατά πόσο πληρούνται οι αναγκαίες προϋποθέσεις χορήγησης της αξιούμενης δηλωτικής θεραπείας «Η» ή των άλλων θεραπειών που ζητούνται. Σημειώνεται ότι η συνωμοσία σύμφωνα με τη νομολογία και το κοινοδίκαιο συνιστά και αστικό αδίκημα (βλ. Χριστοφόρου ν. Barclays Bank Plc
(2009)1 (A) A.A.Δ. 25 και Σύγγραμμα Αστικά Δικαιώματα στο Κυπριακό Δίκαιο, Πολυβίου Πολυβίου, Τόμος Β σελ. 761). Συνάγεται από τα πιο πάνω ότι δεν είναι η περίπτωση όπου οι δικογραφημένες θέσεις των Εφεσειόντων, αποκαλύπτουν αδιαμφισβήτητη απουσία αγώγιμου δικαιώματος. Ούτε μπορεί να λεχθεί ότι το δικόγραφο τους στερείτο, αδιαμφισβήτητα, νομικού ή πραγματικού φάσματος. Υπό το φως της κατάληξης μας αυτής η εξέταση των υπολοίπων λόγων έφεσης και των άλλων εισηγήσεων των Εφεσειόντων παρέλκει. Η έφεση επιτυγχάνει. Η πρωτόδικη απόφαση, περιλαμβανομένης της διαταγής για έξοδα παραμερίζεται. Τα πρωτόδικα έξοδα όσο και της έφεσης επιδικάζονται υπέρ των Εφεσειόντων και εναντίον του Εφεσίβλητου όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Γ. Ν. ΓΙΑΣΕΜΗΣ, Δ. Α. ΠΟΥΓΙΟΥΡΟΥ, Δ. Ν. ΣΑΝΤΗΣ, Δ. /Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.