← Κύπρος

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΙΜΙΤΕΔ ΓΙΑ ΑΔΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΑΛΜ

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΙΜΙΤΕΔ ΓΙΑ ΑΔΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI, Πολιτική αίτηση αρ.214/21, 17/11/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:AD:2021:D518 ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ Πολιτική αίτηση αρ.214/21 17 Νοεμβρίου, 2021 [Τ.ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Δ] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 3 ΚΑΙ 9 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1964 ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ) ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΤΟΥ 2018 ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΙΜΙΤΕΔ ΓΙΑ ΑΔΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 24/9/2021 ΠΟΥ ΕΚΔΟΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΣΤΑ ΠΛΑΙΣΙΑ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ/ΕΦΕΣΗΣ ΑΡΙΘΜΟ 176/2021, ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΕΩΣ ΚΑΙ ΥΠΟΘΗΚΕΥΣΕΩΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1965 (Ν. 9/1965), ΑΡΘΡΑ 44Α-44ΙΑΑ ΚΑΙ ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΑ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 44Γ ------------------ Κ.Πανάγος με Μ.Παπακώστα, (κα), για την αιτήτρια. ------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Τ.ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Δ.: Η αιτήτρια υπήρξε καθ΄ης η αίτηση σε πρωτόδικη διαδικασία (αίτηση/έφεση) με την οποία τρία άτομα επεδίωξαν - και πέτυχαν - ακύρωση της Ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ» ημερ. 9.7.2021 και της διαδικασίας πώλησης ή του σκοπούμενου ηλεκτρονικού πλειστηριασμού ημερ. 27.9.2021 του ενυπόθηκου ακινήτου τους, κατά ½ μερίδιο, στο Ζακάκι στη Λεμεσό, ως ειδικά περιγράφεται. Η πρωτόδικη διαδικασία είχε ως νομική της βάση κυρίως τα αρθ.29-32 και 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60) και τα άρθ.5, 21, 27, 37, 38-44 και 44Α-44ΙΑ και στα σχετικά παραρτήματα του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου (Ν.9/65). Η ευπαίδευτη Πρόεδρος που ανέλαβε την εκδίκαση της Αίτησης/΄Εφεσης μετά από ακρόαση, έκρινε πως η μη επίδοση του πιο πάνω Τύπου «ΙΑ» προς τους συνιδιοκτήτες του ακινήτου, ήταν μοιραία για την περίπτωση αυτή, αφού οι αιτητές πρωτοδίκως ήσαν μόνο κατά ½ ιδιοκτήτες ενός μεγαλύτερου ακινήτου που δεν είχε διαχωρισθεί. Η ευπαίδευτη Πρόεδρος θεώρησε ότι τυγχάνει εφαρμογής το άρθ.25

(1)του Κεφ.224[1] (πώληση ακινήτου από τον κύριο εξ αδιαιρέτου μερίδιο) και στη βάση της Νομολογίας που παραθέτει[2] έκρινε πως «από τη στιγμή που επηρεάζονται δικαιώματα τρίτων προσώπων, αναφορικά με ακίνητη ιδιοκτησία, αυτοί θα πρέπει να λαμβάνουν γνώση της διαδικασίας, έστω και αν ο Ν.9/65 δεν αναφέρει τέτοια υποχρέωση αφού δεν καθορίζει τον συνιδιοκτήτη ως ενδιαφερόμενο πρόσωπο[3]. Εφόσον, κατέληξε, στην υπό κρίση υπόθεση αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ο συνιδιοκτήτης του ακινήτου που κατέχει εξ αδιαιρέτου μερίδιο δεν έχει ενημερωθεί για τη διαδικασία του πλειστηριασμού που αφορά το έτερο μερίδιο και δεν του δόθηκε ευκαιρία να ακουστεί, ούτε του προτάθηκε να αγοράσει εάν επιθυμούσε το έτερο μερίδιο, η παράλειψη είναι καίρια και πλήττει τη διαδικασία που ακολουθήθηκε. Η αιτήτρια θεωρεί ότι δέον να τύχει θεραπείας προνομιακού εντάλματος τύπου certiorari και προσέφυγε στο Ανώτατο Δικαστήριο, επιδιώκοντας να της δοθεί άδεια για την καταχώρηση αίτησης με κλήση για την έκδοση certiorari με σκοπό την ακύρωση της ως άνω απόφασης της ευπαιδεύτου Προέδρου Ε.Δ. Λεμεσού ημερ. 24.9.
  1. Με τη στηρικτική ΄Ενορκη Δήλωση υπαλλήλου της Altamira (διαχειρίστριας των δανείων της αιτήτριας) και την ΄Εκθεση που συνοδεύει την αίτηση, η αιτήτρια προβάλλει κυρίως τα κάτωθι: Ο ίδιος ο συνιδιοκτήτης του επίδικου ακινήτου δεν διαμαρτυρήθηκε. Μάλιστα, οι αιτητές/εφεσείοντες στην αίτηση-έφεση «παρέλειψαν» οι ίδιοι να καλέσουν στη διαδικασία τον συνιδιοκτήτη. Περαιτέρω, οι συνιδιοκτήτες δεν καθορίζονται ως ενδιαφερόμενα πρόσωπα δυνάμει του Νόμου ή πρόσωπα που πρέπει να τους επιδοθεί η Ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ» για σκοπούς εκποίησης δυνάμει του Μέρους VIA του Νόμου 9/65 και κατ΄επέκταση επιδόθηκε της Ειδοποίησης ΙΑ. Αυτή η ερμηνεία οδηγεί σε έκδηλη νομική πλάνη αφού «πουθενά στο Νόμο δεν αναγράφεται ότι ο ενυπόθηκος οφειλέτης οφείλει να επιδόσει στους συνιδιοκτήτες». Στη βάση των πιο πάνω η αιτήτρια θεωρεί ότι το Δικαστήριο ενήργησε με «έλλειψη ή υπέρβαση δικαιοδοσίας και/ή καταφανώς πλάνη περί το Νόμο και ότι η απόφαση είναι παράλογη». ΄Εχω μελετήσει τη σχετική δικογραφία καθώς και την άκρως αναλυτική αγόρευση του κ.Πανάγου. Κρίνω όμως ότι, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί. Η ευπαίδευτη Πρόεδρος προέβη σε μια ερμηνεία δίδοντας μια αιτιολογημένη απόφαση. Παραθέτω μέρος της αιτιολογίας: «Το γεγονός όμως ότι στο σχετικό νόμο δεν γίνεται οποιαδήποτε πρόνοια για το συγκύριο δεν οδηγεί αυτόματα στο συμπέρασμα ότι αυτός δεν έχει οποιαδήποτε δικαιώματα με βάση την κυριότητα του. Ήταν η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Εφεσιβλήτων ότι αν ο συνιδιοκτήτης ήθελε να προσβάλει τον πλειστηριασμό, θα καταχωρούσε Έφεση. Η θέση αυτή θα είχε έρεισμα αν υπήρχαν στοιχεία ότι το πιο πάνω πρόσωπο ενημερώθηκε για την εν λόγω διαδικασία και παρέλειψε να λάβει οποιαδήποτε μέτρα. Η υπό κρίση περίπτωση όμως δεν εμπίπτει στην πιο πάνω κατηγορία. Η παρούσα αίτηση, στην ουσία της, επιδιώκει με το μανδύα του προνομιακού εντάλματος να προσβάλει την ορθότητα της δικανικής κρίσης. Όπως πολλές φορές έχει ειπωθεί, δεν είναι αυτός ο σκοπός του προνομιακού εντάλματος. (Βλ. την άκρως βοηθητική σύνοψη της Νομολογίας που έγινε από την αδελφή Δικαστή Δημητριάδου-Ανδρέου, στην Πολ.Αίτ. αρ.213/21, ΚΑΖΑΚΗSΤΑΝ KAGAZY PLC, κ.ά., 11.11.2021). Είναι πιθανόν η ερμηνεία που εδόθη από την Πρόεδρο να είναι λανθασμένη, όμως δεν πρόκειται για «παράλογη απόφαση» όπως χαρακτηριστικά ειπώθηκε, ώστε να αφαιρείται από την κρίση η δικαιοδοσία ή να παρατηρείται υπέρβαση δικαιοδοσίας. Εξάλλου παρόμοια ερμηνευτική προσέγγιση (για σκοπούς παραχώρησης αδείας), εδόθη στην Πολ.Έφ.68/19 Αναφορικά με την αίτηση της Bank of Cyprus Public Co. Ltd, 8.5.
  2. Στην Πολ. Αιτ. 47/20 Hagop G. Bohdjelian & Sons Ltd, 20.5.2020 αναφέρθηκαν τα εξής: «Είναι βεβαίως γνωστές οι αρχές στη βάση των οποίων εξετάζονται αιτήματα παροχής αδείας στην προνομιακή δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Όπως ετέθη συμπυκνωμένα και περιεκτικά στη Γενικός Εισαγγελέας
(1998)1Γ Α.Α.Δ. 1718: «Η νομολογία μας σε πλήρη ταύτιση με την αντίστοιχη αγγλική νομολογία έχει πάγια υιοθετήσει τη θέση ότι το ένταλμα Certiorari παρέχει τη δυνατότητα για άσκηση ελέγχου από ανώτερο προς κατώτερο δικαστήριο με προοπτική την επέμβαση είτε όπου το κατώτερο δικαστήριο ενήργησε εκτός της δικαιοδοσίας του ή την υπερέβη είτε όπου προκύπτει στην όψη του πρακτικού προφανές νομικό λάθος έστω και αν αυτό δεν άπτεται της δικαιοδοσίας (xxx Περέλλα (Αρ. 2)
(1995)1 Α.Α.Δ. 692, Halsbury's Laws of England, 3rd ed., Vol. 11, παραγ. 268, σελ. 142, Supreme Court Practice, 1988, σελ. 794)». Περαιτέρω, ακόμη και σε περιπτώσεις όπου συντρέχει εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπόθεση, η άδεια δεν δίνεται όπου προσφέρεται άλλο ένδικο μέσο ή θεραπεία, εκτός εάν καταδειχθούν εξαιρετικές περιστάσεις (Αναφορικά με την αίτηση Fastact Developments Ltd κ.ά.
(2004)1 Α.Α.Δ. 1535, Εrin Resources S.A. κ.ά.
(2014)1Α Α.Α.Δ. 55, ECLI:CY:AD:2014:A10). ΄Εχοντας υπόψη τα δεδομένα της υπόθεσης αλλά κυρίως το περιεχόμενο της επίδικης απόφασης ημερ. 28.4.2020 παρατηρώ πως ο ευπαίδευτος Δικαστής προχώρησε σε σχετική ερμηνεία του άρθρου 8 (ανωτέρω) υπό το πρίσμα της σχετικής νομολογίας (βλ. κυρίως Φεραίου ν. Γεωργιάδη, πολ.εφ.212/10, 2.12.2015), ECLI:CY:AD:2015:D804 καταλήγοντας να θεωρήσει πως η προδικαστική ένσταση ήταν αβάσιμη δίδοντας πλήρη αιτιολογία που καλύπτει αρκετές σελίδες της απόφασης του. Υπό αυτή δε την έννοια δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις της υπόθεσης R. v. Northumberland Compensation Appeal Tribunal, Ex parte Shaw
(1952)1 All E.R. 122, ως εξηγήθηκαν στην xxx Ποιητής πολ. αίτηση αρ.186/19, 4.11.2019, ECLI:CY:AD:2019:D459 . Είναι φανερό ότι επιδιώκεται δια της παρούσης, με το μανδύα της αίτησης για παροχή αδείας, να υποβληθεί στην ουσία «έφεση» επί της ορθότητας της απόφασης και όχι επί της νομιμότητας αυτής. Όπως είναι νομολογημένο, ακόμη και λανθασμένη ερμηνεία νόμου δεν παρέχει το βάθρο παροχής τέτοιας αδείας. (Βλ. Λειβαδιώτου πολ.αίτηση 128/19, ημερ. 22.7.2019), ECLI:CY:AD:2019:D338. Τυχόν λανθασμένη αντίληψη του Δικαστηρίου ως προς το Νόμο ή την ερμηνεία δεν ελέγχεται με προνομιακό ένταλμα διότι η δικαιοδοσία αυτή εφαρμόζεται μόνο επί της νομιμότητας και όχι επί της ορθότητας της απόφασης (βλ. Λυσιώτης & Υιός Λτδ (αρ.2)
(1996)1 Α.Α.Δ. 822 και Γεν. Εισαγγελέα, πολ.αίτηση 24/20 ημ. 10.3.2020), ECLI:CY:AD:2020:D96. Δεν έχει προβληθεί λοιπόν με βάση τη θεώρηση μου, συζητήσιμη υπόθεση, ώστε να δοθεί σχετική άδεια». Τα πιο πάνω ισχύουν και εν προκειμένω, αφού στην ουσία πλήττεται η ορθότητα της απόφασης, ώστε να μη στοιχειοθετείται συζητήσιμη υπόθεση. Περαιτέρω, και αν ακόμη θεωρηθεί ότι υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση, η αιτήτρια θα αντιμετώπιζε ένα ακόμη σκόπελο, αυτό της ύπαρξης αφενός ένδικου μέσου και αφετέρου της μη κατάδειξης εξαιρετικών περιστάσεων ακόμη και αν υπήρχε ένδικο μέσο. Η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου αφορώσα ακριβώς την ορθή ή μη ερμηνεία του σχετικού Νόμου θα μπορούσε να εφεσιβληθεί. Δεν θεωρώ δε ότι συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις επειδή η αιτήτρια «θα εξαναγκασθεί να ακολουθήσει μια διαδικασία επίδοσης που δεν προβλέπεται από τη νομοθεσία». Τα αναφερόμενα δε ως λόγοι για τη μη καταχώρηση έφεσης ενόψει του ότι ενδεχομένως να θεωρείτο ότι η έφεση στερείται αντικειμένου αφού η ημερομηνία πώλησης έχει παρέλθει, δεν είναι αντιληπτό πώς θα ίσχυαν για τη διαδικασία έφεσης αλλά όχι για τη διαδικασία προνομιακού εντάλματος. Για τους λόγους που έχω εξηγήσει, η αίτηση απορρίπτεται. Τ. Ψαρά-Μιλτιάδου, Δ. [1]25.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 26, όταν κύριος εξ αδιαιρέτου ιδανικής µερίδας επί ακίνητης ιδιοκτησίας προβεί σε δήλωση ενώπιον του Επαρχιακού Κτηµατολογικού Γραφείου ότι συµφώνησε να πωλήσει αυτήν σε πρόσωπο που δεν είναι εγγεγραμµένος συγκύριος στην ίδια ιδιοκτησία, η µεταβίβαση της µερίδας αυτής δεν εγγράφεται εκτός αν - (α) εντός εξήντα ημερών από την ημερομηνία της δήλωσης πώλησης ο πωλητής ικανοποιήσει το ?ιευθυντή ότι οι άλλοι εγγεγραµµένοι συγκύριοι δεν επιθυµούν να αγοράσουν τη µερίδα του στην τιµή στην οποία πωλείται· ή (β) ο σκοπούµενος αγοραστής δηµοσιεύει τη σκοπούµενη πώληση αυτής ή φέρει αυτήν σε γνώση του άλλου κυρίου όπως προνοείται στο εδάφιο
(2)εντός εξήντα ημερών από την ημερομηνία της δηµοσίευσης της πώλησης και κανένας εγγεγραµµένος συγκύριος δεν αποκτήσει τη µερίδα δυνάμει αυτού [2] Παλαιομυλίτου ν. Παναγιώτου κ.ά.
(2003)1ΑΑΔ 407 και Hji Savva v. Loizou 1 CLR 218 και άλλες [3] «Ο όρος «ενδιαφερόμενο πρόσωπο» με βάση το άρθρο 44ΙΕ του Ν.9/65 σημαίνει «οποιοδήποτε πρόσωπο έχει δικαίωμα σε οποιοδήποτε μέρος του εκπλειστηριάσματος της πώλησης, όπως αυτό προκύπτει από έρευνα στα μητρώα του Κτηματολογίου και περιλαμβάνει οποιουσδήποτε εγγυητές σε σχέση με το ενυπόθηκο χρέος»? .. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.