ΣΤΑΥΡΟΥ v. MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD,, Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 52/2014, 29/11/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:AD:2021:D560 ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 52/2014) 29 Νοεμβρίου, 2021 [ΠΑΝΑΓΗ, Πρόεδρος] [ΓΙΑΣΕΜΗΣ, ΠΟΥΓΙΟΥΡΟΥ, Δ/στές] XXX ΣΤΑΥΡΟΥ, Εφεσείων, ν. MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD, Εφεσίβλητης. ____________________ Μιχάλης Β. Ιωάννου, για τον Εφεσείοντα. Παναγιώτης Μαυρής, για Ρ. Ερωτοκρίτου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για την Εφεσίβλητη. ____________________ ΠΑΝΑΓΗ, Π.: Την ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δώσει ο Δικαστής Γ.Ν. Γιασεμής. ____________________ Α Π Ο Φ Α Σ Η ΓΙΑΣΕΜΗΣ, Δ.: Ο εφεσείων, στις 13.2.2008, συμβλήθηκε με την εφεσίβλητη εταιρεία, (η εφεσίβλητη), ως εγγυητής, σε σχέση με την αγορά από τρίτο πρόσωπο ενός αυτοκινήτου, δυνάμει συμφωνίας ενοικιαγοράς, (η συμφωνία). Το τρίτο πρόσωπο συνήψε τη συμφωνία με την εφεσίβλητη. Εγγυητής σε αυτήν ήταν ακόμα ένα πρόσωπο. Στην πορεία, η εφεσίβλητη καταχώρισε εναντίον του εφεσείοντος, ως εναγομένου 3, και των άλλων δύο προσώπων, ως εναγομένων 1 και 2, την αγωγή αρ. 387/2009, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Με αυτήν, αξίωνε από τον εναγόμενο 1, ενοικιαγοραστή, μεταξύ άλλων, την καταβολή δεδουλευμένων δόσεων. Αξίωνε, επίσης, αποζημιώσεις για παράβαση της συμφωνίας. Το άλλο πρόσωπο και ο εφεσείων είχαν εναχθεί, αντίστοιχα, στη βάση της εγγύησης την οποία αυτοί είχαν παραχωρήσει στην εφεσίβλητη για την πιο πάνω ενοικιαγορά. Ο εφεσείων δεν καταχώρισε εμφάνιση στην αγωγή. Ως εκ τούτου, στις 22.6.2009, εκδόθηκε εναντίον του απόφαση, ερήμην, (η απόφαση). Τρία χρόνια και εννέα μήνες αργότερα, αφού έλαβε γνώση για την απόφαση, καταχώρισε αίτηση για τον παραμερισμό της, (η αίτηση). Προς το σκοπό αυτό, πρόβαλε διάφορους λόγους αναφορικά με το νόμιμο της έκδοσης της απόφασης, οι οποίοι δεν έγιναν δεκτοί από το εκδικάσαν Δικαστήριο, (το Δικαστήριο). Ως αποτέλεσμα, η αίτηση απορρίφθηκε. Ο εφεσείων, με την παρούσα έφεση, επιχειρεί την ανατροπή της απόφασης, ως λανθασμένης. Πρόβαλε διάφορους λόγους προς τούτο. Κατά την ακρόαση, όμως, της έφεσης, υποστήριξε μόνο τους λόγους 3 και 5 και εγκατέλειψε τους υπολοίπους. Παίρνοντας, λοιπόν, πρώτα, το λόγο αρ. 3, με αυτόν, εισηγείται ότι το Δικαστήριο λανθασμένα αποδέχθηκε ότι το κλητήριο ένταλμα στην αγωγή τού «επιδόθηκε προσωπικά ... και ως εκ τούτου δεν μπορεί να παραμερισθεί ex debito justitiae» η απόφαση. Στην αιτιολογία του πιο πάνω λόγου, εξειδικεύει ότι λανθασμένα το Δικαστήριο αγνόησε την αναφορά, στο ίδιο το κλητήριο ένταλμα, ότι η διεύθυνσή του βρισκόταν σε συγκεκριμένο δρόμο και αριθμό στη Λεμεσό. Λανθασμένα έλαβε, επίσης, ως δεδομένη την αναφορά στην ένορκη δήλωση επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος ότι ο ίδιος κατάγεται από τη Γερμασόγεια. Στην προκειμένη περίπτωση, ως έχουν τα πράγματα, οι πιο πάνω αναφορές στους τόπους καταγωγής του εφεσείοντος ουδεμία σχέση έχουν με τον τρόπο που διενεργήθηκε η επίδοση προς αυτόν του κλητηρίου εντάλματος. Δεν έχει υποδειχθεί από τον ίδιο οτιδήποτε, που να καταδεικνύει ότι έχει οποιαδήποτε σημασία ο τόπος καταγωγής του ή κάποια διεύθυνση διαμονής ή εργασίας του με την υπό εξέταση πτυχή. Αντίθετα, ό,τι είναι, εδώ, σημαντικό είναι το γεγονός πως, σύμφωνα με την ένορκη δήλωση επίδοσης, το κλητήριο ένταλμα τού επιδόθηκε προσωπικά, έναντι της υπογραφής του, η οποία εμφαίνεται επ' αυτού. Το γεγονός τούτο ήταν επίδικο κατά την πρωτόδικη διαδικασία. Στην ειδοποίηση έφεσης δε, υπήρχε και λόγος με τον οποίο αμφισβητείτο η διαπίστωση του Δικαστηρίου αναφορικά με τη γνησιότητα της υπογραφής του. Ο συγκεκριμένος λόγος, όμως, αποσύρθηκε και, επομένως, δεν αμφισβητείται, πλέον, η νομιμότητα της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος προς αυτόν. Η διαπίστωση τούτη καθιστά άνευ σημασίας το λόγο έφεσης αρ. 3, ο οποίος, εν πάση περιπτώσει, όπως έχει ήδη αναφερθεί, με βάση τους δικούς του όρους, κρίνεται και άνευ ουσίας. Με τον πέμπτο λόγο έφεσης, αμφισβητείται η ορθότητα της κατάληξης του Δικαστηρίου ότι ο εφεσείων δεν κατέδειξε ότι έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην αγωγή. Εξειδικεύοντας, γίνεται εισήγηση πως το Δικαστήριο δεν αξιολόγησε τους ισχυρισμούς τους οποίους αυτός είχε προβάλει με την ένορκη δήλωσή του προς υποστήριξη της αίτησης και πως ούτε ο ίδιος αντεξετάστηκε επί τούτων. Ο εφεσείων, στην εν λόγω ένορκη δήλωσή του, παρέθεσε, κατά τρόπο γενικόλογο, διάφορους ισχυρισμούς, τους οποίους πρόβαλε ως υπεράσπιση έναντι της εγκυρότητας της εγγύησης που είχε παραχωρήσει, ως ανωτέρω, στην εφεσίβλητη. Για την ακρίβεια, πρόκειται για περιπτώσεις που προβλέπονται στο Μέρος XI του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, οι οποίες, εφόσον αποδειχθούν στο δικαστήριο, δυνατό να οδηγήσουν στην απαλλαγή του εγγυητή από τη σύμβαση εγγύησης. Επιπρόσθετα, πρόβαλε ότι η εφεσίβλητη υπερχρέωσε το λογαριασμό του εναγομένου 1 και, επίσης, πως δεν τον πληροφόρησε, όταν αυτός παραχωρούσε την εγγύηση, ότι το εν λόγω πρόσωπο ήταν προβληματικός πελάτης για την ίδια. Δεν παρέθεσε, όμως, οποιαδήποτε μαρτυρία, προς υποστήριξη των πιο πάνω ισχυρισμών του. ΄Οπως δε ορθά παρατήρησε το Δικαστήριο, ο εφεσείων, προκειμένου να καταδείκνυε την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης, έπρεπε να είχε θέσει ενώπιόν του «κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση μιας εκδοχής». Σύμφωνα με τη σχετική νομολογία, όταν μια απόφαση ερήμην έχει εκδοθεί νομότυπα, η αίτηση για τον παραμερισμό της πρέπει να υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση, παραθέτουσα ικανή μαρτυρία, από την οποία να διαφαίνεται ότι ο αιτητής έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση επί της ουσίας, (βλ. Evans v. Bartlam [1937] 2 All E.R. 646). Για το σκοπό αυτό, το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της, ως άνω, προσφερομένης μαρτυρίας, (βλ. Φραντζής ν. Λαϊκής Κυπρ. Τράπεζας (Χρημ.) Λτδ
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.