ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ v. ΓΙΑΓΚΟΥ ΚΑΙ ΠΗΛΕΙΔΟΥ ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΕΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΠΟΒΙΩΣΑΝΤΟΣ ΚΑΡΑΛΟΥΚΑ, Έφεση Αρ. 22/2020, 14/4/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DOD:2022:10 ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΟ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ Έφεση Αρ. 22/2020 14 Απριλίου 2022 [ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, ΜΑΛΑΧΤΟΣ, ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ, Δ/στές] XXX ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ Εφεσείουσα ν. XXXXX ΓΙΑΓΚΟΥ ΚΑΙ XXXXX ΠΗΛΕΙΔΟΥ ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΕΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΠΟΒΙΩΣΑΝΤΟΣ XXXXX ΚΑΡΑΛΟΥΚΑ Εφεσιβλήτων ____________________ Α. Αιμιλιανίδης και Α. Παπαμιχαήλ (κα) για Α. & Α. Κ. Αιμιλιανίδης, Κ. Κατσαρός & Συνεργάτες ΔΕΠΕ, για την Εφεσείουσα. Α. Κλεάνθους, για Α. Κλεάνθους ΔΕΠΕ, για τις Εφεσίβλητες. ____________________ ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον Χ. Μαλαχτό, Δ. ____________________ Α Π Ο Φ Α Σ Η ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.: Εγείρεται με την έφεση πρωτεύον ζήτημα που αφορά στην καθ' ύλη αρμοδιότητα του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Κατά πόσο κέκτηται δικαιοδοσίας να εκδικάσει αξίωση, δυνάμει του Άρθρου 14 του περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμο του 1991, Ν.232/1991, μετά το θάνατο του συζύγου εναντίον του οποίου θα στρεφόταν η αξίωση εφόσον ζούσε. Την 6.5.2020, τρείς ημέρες πριν την πάροδο τριών χρόνων από τη λύση του γάμου της (8.5.2017), η Εφεσείουσα καταχώρησε αίτηση στο Οικογενειακό Δικαστήριο, στη βάση του Άρθρου 14 του Ν.232/1991. Η αίτηση στρεφόταν εναντίον των διαχειριστών της περιουσίας του πρώην συζύγου της, αφού αυτός είχε, από 11.5.2019, αποβιώσει. Το Οικογενειακό Δικαστήριο, αυτεπάγγελτα, ήγειρε ζήτημα καθ' ύλην αρμοδιότητας του για να καταλήξει ότι η αίτηση δεν αφορούσε περιουσιακή διαφορά μεταξύ συζύγων και ότι «Δεν γεννιέται η αξίωση του άρθρου 14 του Νόμου στο πρόσωπο των κληρονόμων του αποβιώσαντα συζύγου (άρθρο 15(β) του Νόμου)». Κατ' ακολουθία, απέρριψε την αίτηση. Το Άρθρο 14
(1)του Ν.232/1991 προνοεί ότι: «Σε περίπτωση που ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί, ή σε περίπτωση διάστασης των συζύγων, και η περιουσία του ενός συζύγου έχει αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσο συνέβαλε με οποιοδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να εγείρει αγωγή στο Δικαστήριο και να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή». Το Άρθρο 15 του ιδίου Νόμου προνοεί ότι: «Η προβλεπόμενη από το άρθρο 14 αξίωση: (α) Παραγράφεται τρία χρόνια μετά τη λύση ή την ακύρωση του γάμου: Νοείται ότι για τους σκοπούς του Νόμου αυτού οποιαδήποτε αξίωση υπό μορφή ανταπαίτησης θα θεωρείται για σκοπούς καθορισμού του χρόνου παραγραφής ως ξεχωριστή Αγωγή εγερθείσα την ίδια ημερομηνία ως η Αγωγή στα πλαίσια της οποίας προβάλλεται η ανταπαίτηση. (β) δε γεννιέται, σε περίπτωση θανάτου, στο πρόσωπο των κληρονόμων του συζύγου που πέθανε (γ) δεν εκχωρείται ούτε κληρονομείται, εκτός αν έχει αναγνωριστεί συμβατικά ή αν έχει επιδοθεί αγωγή». Η πρωτόδικη απόφαση βασίστηκε στην ερμηνεία που δόθηκε στην πρόνοια του Άρθρου 15(β) του Ν.232/1991, που την κατάστησε εφαρμοστέα στα γεγονότα της υπόθεσης. Εξέλαβε το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι το Άρθρο 15(β) δεν επιτρέπει τη γένεση δικαιώματος στη βάση του Άρθρου 14 εναντίον των κληρονόμων του συζύγου που έχει αποβιώσει. Στα περιστατικά της ενώπιον του αίτησης, ότι η Εφεσείουσα δεν είχε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των κληρονόμων του αποβιώσαντα πρώην συζύγου της και επομένως, δεν θα μπορούσε η αξίωση της να στρέφεται εναντίον των διαχειριστών της περιουσίας του. Οι διαχειριστές, προσθέτουμε, θα όφειλαν, σε τέτοια περίπτωση, να διανέμουν την περιουσία του αποβιώσαντος σύμφωνα με το κληρονομικό δίκαιο, χωρίς να υπεισέρχονται τυχόν δικαιώματα που θα μπορούσε να είχε η Εφεσείουσα στην περιουσία στη βάση του Άρθρου 14, εφόσον δεν θα μπορούσε να υπάρχει αξίωση στη βάση του εναντίον των κληρονόμων του αποβιώσαντα πρώην συζύγου της. Και, σε τέτοια περίπτωση, ό,τι ουσιαστικά εγειρόταν, ήταν ζήτημα κατά νόμο ανυπόστατης αξίωσης, παρά δικαιοδοσίας του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Η ερμηνεία ήταν εσφαλμένη. Το Άρθρο 15(β) δεν αναφέρεται στο δικαίωμα του επιζώντα συζύγου στην περιουσία του αποβιώσαντος, που είναι δικαίωμα κεκτημένο και υπαρκτό, μόνο που λόγω του θανάτου του συζύγου η απαίτηση αναγκαστικά θα πρέπει να στραφεί κατά του διαχειριστή ή διαχειριστών της περιουσίας του, όπως σε κάθε άλλη περίπτωση αξίωσης εναντίον προσώπου που έχει αποβιώσει (Άρθρο 34
(1)και
(7)του περί Διαχείρισης Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμου, Κεφ.189,). Αναφέρεται το Άρθρο 15(β) στο δικαίωμα του αποβιώσαντος. Αυτό είναι που δεν έχουν δικαίωμα, μετά το θάνατο του συζύγου τον οποίο κληρονομούν, να απαιτήσουν οι κληρονόμοι του από τον επιζώντα σύζυγο. Ό,τι δηλαδή θα μπορούσε να διεκδικήσει ο αποβιώσας, στη βάση του Άρθρου 14, αν ήταν ζωντανός, δεν μπορούν να το διεκδικήσουν οι κληρονόμοι του. Είναι λοιπόν το δικαίωμα του αποβιώσαντος συζύγου που «δεν γεννιέται» στο πρόσωπο των κληρονόμων του. Ίδιας μορφής είναι και ο περιορισμός του Άρθρου 15(γ), που θα μπορούσε έτσι να συνδράμει στην ερμηνεία του Άρθρου 15(β). Αναφέρεται δηλαδή στο δικαίωμα του αποβιώσαντα. Στην Παπαϊωάννου ν. Παπαϊωάννου
(2000)1 (Α) Α.Α.Δ.656, αναφέρεται από την πλήρη Ολομέλεια, ότι τα Άρθρα 14 και 15 του Ν.232/1991 αναπαράγουν ουσιαστικά τα άρθρα 1400 και 1401 του Αστικού Κώδικα της Ελλάδας και υιοθετείται (σελ.680-1) διαφωτιστικό απόσπασμα από το σύγγραμμα των Α. Γεωργιάδη και Μ. Σταθόπουλου, «Αστικός Κώδιξ, Κατ' Άρθρον Ερμηνεία», Έκδ.1991, 7ος Τόμος, σελ.292: «Αξίωση προσωποπαγής: Με την ΑΚ 1401 ο νομοθέτης ενισχύει τον προσωπικό χαρακτήρα της ενοχικής αξίωσης του δικαιούχου συζύγου, μετατρέποντάς την σε προσωποπαγή: Ο δικαιούχος σύζυγος και μόνο, όχι οι κληρονόμοι του ή τυχόν εκδοχείς, προστατεύεται, έχοντας το δικαίωμα να ζητήσει το αντίκρυσμα της δικής του προσωπικής συμβολής. Η συμβολή και υποστήριξη μεταξύ συζύγων, και όταν ξεπερνά (όπως εδώ - βλ. παρακ. αρ. 26) τα όρια των ΑΚ 1386, 1389, κρίνεται από το νομοθέτη ως προσωπικό τους θέμα, που δεν νομιμοποιούνται να το επικαλεσθούν τρίτοι, ακόμη και κληρονόμοι, και να αντλήσουν οφέλη από αυτό. ΄Ετσι αν ο γάμος λυθεί με θάνατο, ο επιζών μεν σύζυγος θα εξακολουθήσει να προστατεύεται για την προσωπική του συμβολή στην τυχόν επαύξηση της περιουσίας του θανόντος συζύγου. Θα έχει δηλαδή το δικαίωμα συμμετοχής σ΄αυτή και θα μπορεί να το ασκήσει και κατά των κληρονόμων του συζύγου του. Η υποχρέωση λοιπόν από την ΑΚ 1400 κληρονομείται (ΑΚ 1710 και αντιδιαστολή από ΑΚ 1400 εδ. 1). Το δικαίωμα όμως του αποβιώσαντος συζύγου από την ΑΚ 1400, που θα γεννιόταν με το θανατό του (με τη λύση δηλαδή του γάμου - ΑΚ 1400 § 1 εδ,1), δεν γεννιέται ποτέ, δηλαδή το δικαίωμα δεν γεννιέται στο πρόσωπο των κληρονόμων του (ΑΚ 1401 εδ. 1)). Ούτε στην περίπτωση της συναποβίωσης (βλ. και ΑΚ 38) γεννιέται δικαίωμα από την ΑΚ 1400.» Και δεν έχει βέβαια σημασία αν ο γάμος λυθεί με τον θάνατο του άλλου συζύγου ή ο γάμος λύθηκε, ακυρώθηκε ή υπήρξε διάσταση μεταξύ των συζύγων και στη συνέχεια απεβίωσε ο άλλος σύζυγος. Ούτε και θα μπορούσε να έχει σημασία ότι η αίτηση καταχωρίστηκε ή και επιδόθηκε πριν το θάνατο του και συνεπεία του θανάτου του χρήζει τροποποίηση ο τίτλος της ώστε η αίτηση να συνεχιστεί εναντίον του διαχειριστή ή διαχειριστών της περιουσίας του (Χ''Κυπρή ν. Χατζηκυπρή
(2007)1(Β) Α.Α.Δ.1239). Η αναφορά σε επίδοση αγωγής στο Άρθρο 15(γ) αφορά στο δικαίωμα του αποβιώσαντος και δεν πρέπει να προκαλεί σύγχυση. Δικαστήριο σύμφωνα με το ερμηνευτικό Άρθρο 2 του Ν.232/1991, όπως έχει τροποποιηθεί, είναι το Οικογενειακό Δικαστήριο. Κανένα άλλο Δικαστήριο δεν έχει καθ' ύλη αρμοδιότητα να εκδικάσει αξίωση στη βάση του Άρθρου 14 του νόμου αυτού. Όπως αναφέρεται στη Φιλίππου ν. Φιλίππου
(2003)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1343, 1358: «Από τις πιο πάνω νομοθετικές διατάξεις είναι πρόδηλο ότι πρόθεση του νομοθέτη ήταν να εντάξει όλες ανεξαίρετα τις περιουσιακές διαφορές μεταξύ συζύγων σε σχέση με ιδιοκτησία η οποία αποκτήθηκε πριν από το γάμο με την προοπτική του γάμου ή οποτεδήποτε μετά τη σύναψη του γάμου, από οποιοδήποτε από τους συζύγους, σύμφωνα με τις διατάξεις των περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμων του 1991-1999, στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου, ανεξάρτητα από το ποια είναι η βάση της αγωγής».[1] Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε επηρεαστεί κατά την κρίση του από απόσπασμα στην Γρηγορίου ν. Γρηγορίου
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1461, όπου αναφέρθηκε ότι: «Ειδική διάταξη σε σχέση με τέτοιας φύσης περιουσιακή διαφορά δεν υπάρχει και το άρθρο 11 του Ν.23/90 στο οποίο έχουμε μόλις αναφερθεί, κατά την εξειδίκευση ορισμένων δικαιοδοσιών του Οικογενειακού Δικαστηρίου, αναφέρεται σε "περιουσιακές σχέσεις των συζύγων". Αυτές είναι που εμπίπτουν στη δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου και νομίζουμε πως δεν είναι δυνατό να έχουμε τέτοιας φύσης περιουσιακή διαφορά, όταν ο ένας εκ των συζύγων είναι νεκρός. Μπορεί η επίλυση των ζητημάτων που εγείρονται να διέρχεται μέσα από τις σχέσεις των συζύγων αλλά η αξίωση δεν αποτελεί περιουσιακή διαφορά μεταξύ των συζύγων για την οποία θα είχε αρμοδιότητα το Οικογενειακό Δικαστήριο». Στη Γρηγορίου δεν είχε ζητηθεί συμμετοχή στην αύξηση της περιουσίας του αποβιώσαντα πρώην συζύγου στη βάση του Άρθρου 14 του Ν.232/1991. Ό,τι είχε αξιώσει η επιζώσα σύζυγος ήταν συγκεκριμένη περιουσία ως κατά κυριότητα ανήκουσα σε αυτή, για την οποία καθ' ύλη αρμοδιότητα είχε το Επαρχιακό Δικαστήριο. Όσα αναφέρονται στο πιο πάνω απόσπασμα, για τη δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου, με αναφορά στο ότι ο άλλος σύζυγος είχε αποβιώσει, ήταν εκτός του λόγου της απόφασης. Καταλήγουμε ότι η ερμηνεία που δόθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο στο Άρθρο 15(β) ήταν εσφαλμένη. Και καμιά εφαρμογή δεν είχε η πρόνοια στις περιστάσεις της ενώπιον του αίτησης. Το πρωτόδικο Οικογενειακό Δικαστήριο είχε καθ' ύλη αρμοδιότητα να εκδικάσει την ενώπιον του αίτηση. Η έφεση επιτυγχάνει και η προσβαλλόμενη απόφαση παραμερίζεται. Η αίτηση να τεθεί ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου για να εκδικαστεί με τη σειρά της σύμφωνα με την ημερομηνία καταχώρισης της. Επιδικάζονται υπέρ της Εφεσείουσας και εναντίον των Εφεσίβλητων €1500 έξοδα της Έφεσης. Τ. Ψαρά-Μιλτιάδου, Δ. Χ. Μαλαχτός, Δ. Δ. Σωκράτους, Δ. [1] Πρόκειται για απόφαση πλειοψηφίας, με τη μειοψηφία να διατυπώνει την άποψη (σελ.1367) ότι η δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου περιορίζεται στις περιουσιακές διαφορές μεταξύ συζύγων που υπάγονται στο Άρθρο 14 του Ν.232/1991, όπως η παρούσα περίπτωση. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο