← Κύπρος

ΝΙΚΟΣ ΜΑΚΡΙΔΗΣ κ.α. v. ΜΑΡΙΟΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 214/2014, 215/14 και 216/14, 3/6/2022

ΝΙΚΟΣ ΜΑΚΡΙΔΗΣ κ.α. v. ΜΑΡΙΟΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 214/2014, 215/14 και 216/14, 3/6/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:AD:2022:A221 ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ 3 Ιουνίου, 2022 [Τ. Θ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, Ι. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, Ν. ΣΑΝΤΗΣ, Δ/στές] (ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 214/2014) (σχ. με 215/14 και 216/14)

  1. ΝΙΚΟΣ ΜΑΚΡΙΔΗΣ,
  2. COMMERCIAL UNION ASSURANCE (CYPRUS) LTD, Εφεσείοντες/Ενάγοντες, ΚΑΙ ΜΑΡΙΟΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ Εφεσίβλητος/Εναγόμενος, ΚΑΙ
  3. ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ,
  4. EDISON ΣΑΧΠΑΝΤΖΙΔΗΣ, Εφεσίβλητοι/Τριτοδιάδικοι ______________________ (ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 215/2014) (σχ. με 214/14 και 216/14) EDISON ΣΑΧΠΑΝΤΖΙΔΗΣ, Εφεσείων/Τριτοδιάδικος 2, ΚΑΙ
  5. ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, Εφεσίβλητος/Τριτοδιάδικος 1
  6. ΜΑΡΙΟΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ, Εφεσίβλητος/Εναγόμενος _____________________ (ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 216/2014) (σχ. με 214/14 και 215/14) ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, Εφεσείων/Τριτοδιάδικος 1, ΚΑΙ
  7. EDISON ΣΑΧΠΑΝΤΖΙΔΗΣ, Εφεσίβλητος/Τριτοδιάδικος 2
  8. ΜΑΡΙΟΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ, Εφεσίβλητος/Εναγόμενος ___________________________ Δ. Κούτρας για Δ. Κούτρας & Σία, για τους Εφεσείοντες στην Π.Ε. 214/
  9. Γ. Ζαχαρίου (κα) για Α. Β. Ζαχαρίου & Σία ΔΕΠΕ, για τον Εφεσίβλητο 1 στην Π.Ε. 214/2014 & 215/2014 & Εφεσείοντα στην Π.Ε. 216/
  10. Χρ. Χρυσάνθου με Π. Δημητρίου (κα) για Λ. Παπαφιλίππου & Σία ΔΕΠΕ, για τον Εφεσίβλητο 2 στην Π.Ε. 214/14, Εφεσίβλητο 1 στην Π.Ε. 216/14 και Εφεσείοντα στην Π.Ε. 215/
  11. Μ. Σοφοκλέους για Χαβιαράς & Φιλίππου ΔΕΠΕ, για τον Εφεσίβλητο/Εναγόμενο σε όλες τις Εφέσεις. ____________________________ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον Ι. Ιωαννίδη, Δ. _______________________ Α Π Ο Φ Α Σ Η ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, Δ.: Στις 28.2.2009 και περί ώρα 8.00 μ.μ., στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας-Λεμεσού, παρά τον Κόρνο, και με κατεύθυνση προς Λεμεσό, έλαβε χώρα σύγκρουση αυτοκινήτων. Ο Εφεσείων 1 στην Π.Ε. 214/14, Ενάγων 1 στην οδηγό αγωγή με αρ. 3724Α/2009 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας (αρχικά η αγωγή είχε καταχωριστεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας), οδηγούσε το αυτοκίνητο του με αρ. εγγραφής ΚΝF055 στον εν λόγω αυτοκινητόδρομο προς Λεμεσό. Αντιλήφθηκε στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας ένα ακινητοποιημένο αυτοκίνητο. Επρόκειτο για το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής KVC605 του Τριτοδιάδικου
  12. Ο Ενάγων 1, ο οποίος ήταν υψηλόβαθμο Μέλος της Αστυνομικής Δύναμης Κύπρου, ακινητοποίησε το όχημα του στο αριστερό κράσπεδο του δρόμου, 10-15 μέτρα από το ακινητοποιημένο όχημα. Ακολούθως έθεσε σε λειτουργία τα φώτα κινδύνου του αυτοκινήτου του, άνοιξε το καπό του αυτοκινήτου του για να είναι ορατό το τρίγωνο κινδύνου, φόρεσε φωσφορούχα διακριτικά τροχαίας που είχε μαζί του, προχώρησε πίσω από το αυτοκίνητο του, και κρατώντας ένα φανάρι, το οποίο κουνούσε πάνω κάτω, έκανε σήμα στους οδηγούς που χρησιμοποιούσαν τον αυτοκινητόδρομο. Δεύτερο αυτοκίνητο που στάθμευσε πίσω από το αυτοκίνητο του, επίσης άφησε τα φώτα κινδύνου του αυτοκινήτου αναμμένα. Ο Ενάγων 1 μετακινήθηκε πίσω από αυτό το δεύτερο αυτοκίνητο και συνέχισε, ιστάμενος, να κάνει σήμα στους διερχόμενους οδηγούς με το φανάρι. Από το σημείο πέρασαν δύο-τρία αυτοκίνητα τα οποία κινήθηκαν στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, χωρίς αυτά να συγκρουστούν με οποιοδήποτε αυτοκίνητο. Κατά τον πιο πάνω χρόνο και τόπο, ο Εφεσίβλητος (Εναγόμενος στην οδηγό αγωγή), οδηγούσε το αυτοκίνητο του με αρ. εγγραφής KLC939 με συνοδηγό τη σύζυγο του και επιβάτη τον ανήλικο υιό τους, με κατεύθυνση προς Λεμεσό. Σε κάποιο σημείο του αυτοκινητόδρομου και σε απόσταση 50 περίπου μέτρων αντιλήφθηκε στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας την ύπαρξη του ακινητοποιημένου αυτοκινήτου του Τριτοδιάδικου
  13. Στην προσπάθεια του να αποφύγει τη σύγκρουση του με αυτό, έκανε ελιγμό προς τα αριστερά, με αποτέλεσμα να ανακόψει την πορεία του αυτοκινήτου με αρ. εγγραφής ΚΤΜ209 που οδηγούσε ο Τριτοδιάδικος 1 στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας. Το αυτοκίνητο του Εναγομένου συγκρούστηκε με το αυτοκίνητο του Τριτοδιάδικου 1, με το αυτοκίνητο του Εναγομένου «να σύρεται εκτός ελέγχου», και να συγκρούεται με το ακινητοποιημένο όχημα του Ενάγοντα 1, το οποίο υπέστη ζημιές. Σημειώνεται εδώ ότι ο Τριτοδιάδικος 2 έλαβε μέρος στη δικαστική διαδικασία μετά που ο Τριτοδιάδικος 1, στο πλαίσιο αίτησης ημερ. 12.9.2011 που καταχώρισε, εξασφάλισε άδεια «για έκδοση και επίδοση ειδοποίησης τρίτου μέρους (προσεπίκληση)». Μεταξύ Τριτοδιάδικου 1 και Τριτοδιάδικου 2 ανταλλάγησαν δικόγραφα με τον Τριτοδιάδικο 1 ουσιαστικά να αξιώνει εναντίον του Τριτοδιάδικου 2 «αποζημίωση και/ή συνεισφορά σύμφωνα με την ευθύνη του και/ή την συνυπαιτιότητα για οιονδήποτε ποσό διαταχθεί ο Τριτοδιάδικος 1 να καταβάλει εις τον Ενάγοντα και εις τον Εναγόμενο .». Δικόγραφα είχαν ανταλλαγεί και μεταξύ Εναγομένου και Τριτοδιάδικου
  14. Πέρα από τον οδηγό του αυτοκινήτου με αρ. εγγραφής KNF055, αγωγές καταχώρισαν, ο οδηγός του αυτοκινήτου με αρ. εγγραφής KLC939, η σύζυγος του και το ανήλικο παιδί τους. Καταγράφεται στην πρωτόδικη απόφαση, πως και οι τέσσερις αγωγές συνενώθηκαν δυνάμει διατάγματος ημερ. 14.11.2013 «για συνεκδίκαση ως προς το θέμα της ευθύνης για τροχαίο δυστύχημα το οποίο συνέβηκε στις 28.2.2009 στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας-Λεμεσού παρά τον Κόρνο». Ακολούθησε ακροαματική διαδικασία μόνο «για τον επιμερισμό της ευθύνης για το επίδικο ατύχημα». Κατέθεσαν 4 μάρτυρες. Μ.Ε. 1 ήταν ο Αστυφύλακας 1174, εξεταστής του ατυχήματος. Μ.Ε. 2 ήταν ο Ενάγων 1 στην οδηγό αγωγή. Μ.Υ.1 ήταν ο Εναγόμενος στην οδηγό αγωγή. Τελευταίος μάρτυρας κατέθεσε ο Τριτοδιάδικος 1 στην οδηγό αγωγή. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο αφού αξιολόγησε τη μαρτυρία που είχε τεθεί ενώπιον του, με την απόφαση του ημερ. 20.6.2014, προέβη σε ευρήματα ως ακολούθως: «1 Στις 28.2.2009 και περί ώρα 8μ.μ. το όχημα με αριθμούς εγγραφής KVC 605 του Τριτοδιάδικου 2, χρώματος μαύρου, βρέθηκε ακινητοποιημένο στη δεξιά λωρίδα του αυτοκινητόδρομου Λευκωσίας - Λεμεσού, παρά τον Κόρνο, με κατεύθυνση προς Λεμεσό. Το συγκεκριμένο όχημα δεν είχε κανένα φωτισμό και δεν υπήρχε καμία άλλη προειδοποιητική ένδειξη για την ύπαρξη του στο δρόμο. Ο δε οδηγός του δεν προέβη σε καμία ενέργεια για να μετακινήσει το όχημα ή να το κάνει ορατό στους άλλους οδηγούς. 2 Την συγκεκριμένη μέρα και ώρα επικρατούσε σκοτάδι, δεν υπήρχε φωτισμός στο σημείο αυτό του αυτοκινητόδρομου και ο καιρός ήταν ελαφρά βροχερός. Επίσης στο συγκεκριμένο σημείο ο δρόμος ήταν ουσιαστικά ευθύς ενώ αμέσως πριν υπήρχε αριστερή στροφή. 3 Την ίδια μέρα και περί την ίδια ώρα, ο Ενάγοντας 2, οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής KNF 055 στον ίδιο αυτοκινητόδρομο με κατεύθυνση επίσης προς Λεμεσό. Αντιλήφθηκε το ακινητοποιημένο όχημα του Τριτοδιάδικου 2 και σταμάτησε το αυτοκίνητο του 10-15 μέτρα πιο πίσω, στο αριστερό παγκέτο του αυτοκινητόδρομου. Άναψε τα φώτα κινδύνου του οχήματος του και άνοιξε το καπό για να φαίνεται το φωτεινό τρίγωνο κινδύνου. Ακολούθως, φόρεσε φωσφορούχα διακριτικά και κρατώντας ένα φανάρι μετακινήθηκε 10-15 μέτρα πίσω από το αυτοκίνητο του, στο αριστερό παγκέτο του αυτοκινητόδρομου κουνώντας και κάνοντας σήματα με το φανάρι με σκοπό να προειδοποιήσει τους διερχόμενους οδηγούς για την ύπαρξη του ακινητοποιημένου οχήματος του Τριτοδιάδικου 2 στη δεξιά λωρίδα του αυτοκινητόδρομου. 4 Δεύτερο αυτοκίνητο σταμάτησε επίσης στο αριστερό παγκέτο του αυτοκινητόδρομου, περίπου 10-15 μέτρα πίσω από το όχημα του Ενάγοντα 2 και άνοιξε επίσης τα φώτα κινδύνου του για να προειδοποιήσει τους διερχόμενους οδηγούς. Εν τω μεταξύ, ο Ενάγοντας 2 μετακινήθηκε 10-15 μετρά μπροστά από το δεύτερο αυτό αυτοκίνητο και συνέχιζε να κάνει σήματα με το φανάρι που κρατούσε. 5 Από τη σκηνή πέρασαν ακόμα 2-3 αυτοκίνητα τα οποία κινούνταν στην αριστερή λωρίδα του αυτοκινητόδρομου χωρίς να συγκρουστούν με το ακινητοποιημένο αυτοκίνητο του Τριτοδιάδικου
  15. 6 Το αυτοκίνητο του Εναγόμενου KLC 939 με οδηγό τον ίδιο, συνοδηγό τη σύζυγο και επιβάτη τον υιό του, οδηγείτο με κατεύθυνση προς Λεμεσό στη δεξιά λωρίδα του αυτοκινητόδρομου με ταχύτητα περίπου 100 χιλιόμετρα ανά ώρα και τα ψηλά φώτα αναμμένα. 7 Λίγο πιο πίσω από το αυτοκίνητο του Εναγόμενου, ο Τριτοδιάδικος 1 οδηγούσε το αυτοκίνητο του KTM 209 στην αριστερή λωρίδα του αυτοκινητόδρομου με ταχύτητα 100 περίπου χιλιομέτρων την ώρα και τα ψηλά φώτα αναμμένα. 8 Εξερχόμενος από την αριστερή στροφή του αυτοκινητόδρομου, ο Εναγόμενος αντιλήφθηκε το φαναράκι του Ενάγοντα και τα δύο αυτοκίνητα με τα φώτα κινδύνου και τα τριγωνάκια κινδύνου στο αριστερό παγκέτο του αυτοκινητόδρομου. Θεώρησε ότι πρέπει να υπάρχει κάποιος κίνδυνος στην αριστερή πλευρά του δρόμου. Τότε χαμήλωσε τα φώτα του για να μην τυφλώσει τους οδηγούς. Σήκωσε το πόδι του από την βενζίνη και το αυτοκίνητο του άρχισε να ελαττώνει ταχύτητα. Όταν προσπέρασε περίπου το σημείο που στεκόταν ο Ενάγοντας αντιλήφθηκε για πρώτη φορά μπροστά του το ακινητοποιημένο αυτοκίνητο του Τριτοδιάδικου
  16. Βρισκόταν τότε περίπου 50 μέτρα από το αυτοκίνητο αυτό. Εφάρμοσε απότομα τα φρένα και έκανε ελιγμό προς τα αριστερά για να αποφύγει τη σύγκρουση. 9 Ο Τριτοδιάδικος 1 δεν αντιλήφθηκε ούτε το φαναράκι του Ενάγοντα, ούτε τα δύο αυτοκίνητα με τα φώτα κινδύνου αναμμένα και τα τριγωνάκια κινδύνου στο αριστερό παγκέτο. Δεν είδε ούτε το ακινητοποιημένο αυτοκίνητο του Τριτοδιάδικου
  17. Είδε μόνο τον Εναγόμενο να κάνει ξαφνικό ελιγμό προς τα αριστερά και να του ανακόπτει την πορεία. Τότε, προσπαθώντας να αποφύγει τη σύγκρουση, κινήθηκε απότομα προς τα δεξιά με αποτέλεσμα το μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου του να συγκρουστεί με το πίσω μέρος του αυτοκινήτου του Εναγόμενου. Μετά είδε για πρώτη φορά το ακινητοποιημένο όχημα του Τριτοδιάδικου 2 που βρισκόταν στη δεξιά λωρίδα του αυτοκινητόδρομου και εφαρμόζοντας τα φρένα του σταμάτησε το αυτοκίνητο του πίσω από το ακινητοποιημένο όχημα του Τριτοδιάδικου
  18. 10 Ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης του οχήματος του Τριτοδιάδικου 1 με το όχημα του Εναγόμενου, το αυτοκίνητο του Εναγόμενου σύρθηκε εκτός ελέγχου στον αυτοκινητόδρομο κάνοντας στροφή 180? και συγκρούστηκε με το αυτοκίνητο του Ενάγοντα 1 στο αριστερό παγκέτο. Ακινητοποιήθηκε τελικά λίγο πιο μπροστά από το αυτοκίνητο του Ενάγοντα 1, το μισό στην αριστερή λωρίδας κυκλοφορίας και το άλλο μισό στο αριστερό παγκέτο, βλέποντας σε αντίθετη πορεία, προς Λευκωσία.» Στη συνέχεια αφού αναφέρθηκε στο αστικό αδίκημα της αμέλειας, παραπέμποντας στο άρθρο 51

(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, και με αναφορά στην ορθή Νομολογία, σχολίασε τη συμπεριφορά του κάθε οδηγού σε συνάρτηση με το καθήκον επιμέλειας με το οποίο αυτοί ήταν επιφορτισμένοι. Ορθά σημείωσε πως δεν υπήρχε δικογραφημένη θέση εκ μέρους του Εναγομένου ότι ο Ενάγων 1 ήταν αμελής. Αναφέρουμε από τώρα πως δικαιολογημένα δεν διαπίστωσε ότι υπήρχε οτιδήποτε στη βάση του οποίου θα μπορούσε να καταλήξει ότι ο Ενάγων 1 ενήργησε αμελώς. Στη συνέχεια προχώρησε να εξετάσει και εξέτασε, κατά πόσο είχε αμέλεια ο Τριτοδιάδικος 2. Κατέληξε πως η αμέλεια του ήταν δεδομένη με το ακόλουθο σκεπτικό: «Το καθήκον επιμέλειας του έναντι των άλλων οδηγών είναι δεδομένο. Για λόγους άγνωστους στο Δικαστήριο το αυτοκίνητο του ακινητοποιήθηκε στη δεξιά λωρίδα του αυτοκινητόδρομου χωρίς καμία φωτεινή σήμανση. Όπως προκύπτει από τη νομολογία, σταθμευμένο, χωρίς φώτα όχημα κατά τη διάρκεια της νύχτας σε σκοτεινό δρόμο αποτελεί εκ πρώτης όψεως μαρτυρία για αμέλεια (Τσολάκη ν Ανδρέου
(2007)1(Α) Α.Α.Δ., 129). Όπως υποδείχθηκε στην Σιαλαμπή ν Παναγή
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 75: 'Σύμφωνα με τη νομολογία, η στάθμευση ή η παραμονή οχήματος χωρίς φώτα κατά τη διάρκεια της νύχτας σε σκοτεινό δρόμο, αποτελεί εκ πρώτης όψεως μαρτυρία για αμέλεια. Αυτό είναι απόρροια του καθήκοντος κάθε οδηγού προς άλλους χρήστες του δρόμου, να καθιστούν τα οχήματα τους ορατά κατά τη διάρκεια της νύχτας, με τη χρήση φώτων ή άλλων μέσων (βλ. Henley v Cameron [1949]118 LJR 989 (CA) και Pavlou v Lazarou
(1982)1 C.L.R. 850).' Δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε μαρτυρία που να εισηγείται ότι ο Τριτοδιάδικος 2 έλαβε οποιοδήποτε μέτρο για να προειδοποιήσει τους άλλους διερχόμενους οδηγούς για τον κίνδυνο που δημιούργησε. Επομένως, καταλήγω ότι η αμέλεια του Τριτοδιάδικου 2 είναι δεδομένη.» Ακολούθως εξέτασε τη συμπεριφορά του Εναγομένου, για τον οποίο ανέφερε πως αυτός ενήργησε ως μέσος συνετός οδηγός και συνεπώς δεν είχε αμέλεια. Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση: «Στρέφομαι τώρα στον Εναγόμενο. Οδηγούσε το αυτοκίνητο του στον αυτοκινητόδρομου εντός του ορίου ταχύτητας, με τα ψηλά φώτα. Είδε το φανάρι του Ενάγοντα 1 και τα όσα διαδραματίζονταν στο αριστερό παγκέτο έγκαιρα, μόλις εξήλθε της αριστερής στροφής και όταν η ορατότητα και εμβέλεια των φώτων του το επέτρεπε. Θεωρώ ότι η διαπίστωση του ότι υπήρχε κάποιος κίνδυνος στην αριστερή πλευρά του δρόμου ήταν, υπό τις περιστάσεις, λογική. Όπως και λογική η ενέργεια του να χαμηλώσει τα φώτα του για να μην τυφλώσει, όπως είπε, τους εμπλεκόμενους οδηγούς και να σηκώσει το πόδι του από το πετάλι της βενζίνης ώστε το αυτοκίνητο του να μειώσει ταχύτητα. Δεν τέθηκε ενώπιον μου μαρτυρία που να συνηγορεί στο ότι έπρεπε να του είχε δημιουργηθεί προσμονή κινδύνου στην δεξιά λωρίδα του αυτοκινητόδρομου στην οποία κινείτο. Αντιλήφθηκε το ακινητοποιημένο αυτοκίνητο μπροστά του ξαφνικά, όταν ήταν περίπου 50 μέτρα μακριά. Αμέσως εφάρμοσε τα φρένα και έκανε απότομο ελιγμό στα αριστερά για να αποφύγει το εμπόδιο που βρισκόταν μπροστά του. Στην προσπάθεια του αυτή ανέκοψε την πορεία του οχήματος του Τριτοδιάδικου 1 με το οποίο συγκρούστηκε αρχικά για να ακολουθήσει δεύτερη σύγκρουση με το αυτοκίνητο του Ενάγοντα 1 όταν το αυτοκίνητο του συρόταν εκτός ελέγχου. Λαμβάνω υπόψη μου ότι είναι φυσικό να χρειάζεται κάποια απόσταση μέχρι να αντιδράσει ένας οδηγός και είναι εξίσου φυσικό η εφαρμογή των φρένων να προϋποθέτει και κάποια «απόσταση σκέψης» (Νικολάου ν Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 748, Σιαλαμπή ν Παναγή
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 75). Καθοδηγούμαι επίσης από την απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Τασούλλα Κωνσταντίνου ως διαχειρίστρια της περιουσίας του Ηρόδοτου Κωνσταντίνου ν Χριστόφορου Κατσιαρδή
(2007)1 Α.Α.Δ. 1178 όπου αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: 'Ο οδηγός έχει υποχρέωση να συμπεριφέρεται κατά τον έλεγχο του οχήματος του όπως αναμένεται από ένα συνετό οδηγό. Το επίπεδο επιμέλειας είναι αντικειμενικό. Όταν οδηγός επιδεικνύει τη δέουσα επιμέλεια στην οδήγηση και αντιμετωπίζει κίνδυνο τον οποίο δεν προκάλεσε ο ίδιος, οφείλει να λάβει μέτρα αποφυγής του. Ποια είναι τα ορθά και αναμενόμενα μέτρα είναι κάτι που κρίνεται ανάλογα με τις ιδιαίτερες περιστάσεις του κινδύνου που δημιουργήθηκε. Όταν ο κίνδυνος είναι απρόσμενος και ξαφνικός και δεν προσφέρονται περιθώρια χώρου και χρόνου, έστω δευτερολέπτου, δεν αναμένεται ο οδηγός να ασκήσει ήρεμη κρίση. Η αντίδραση του θα οφείλεται, κατά κύριο λόγο, μάλλον στη λειτουργία των αντανακλαστικών του. Σ' αυτή την αγωνιώδη προσπάθεια ο κάθε οδηγός μπορεί να ενεργήσει διαφορετικά. Δεν αναμένεται να κριθεί η ορθότητα της αντίδρασης του εκ των υστέρων με την άνεση του χρόνου και σκέψης που διαθέτουν τρίτοι, οι οποίοι και σε μια τέτοια περίπτωση προβαίνουν σε άσκηση επί χάρτου.' Όλα τα πιο πάνω, κατά την άποψη μου συνηγορούν στο ότι ο Εναγόμενος ενήργησε ως ο μέσος συνετός οδηγός. Δέχομαι ότι βρέθηκε αντιμέτωπος με ένα κίνδυνο ξαφνικό και απρόσμενο και ότι τα περιθώρια χώρου και χρόνου που είχε για να αντιδράσει ήταν εκ των πραγμάτων περιορισμένα.» Τέλος, εξέτασε και τη συμπεριφορά του Τριτοδιαδίκου 1 για την οποία σημείωσε τα ακόλουθα: «Στρέφομαι τέλος στον Τριτοδιάδικο 1. Όπως φάνηκε από τη μαρτυρία και αποτυπώνεται στα ευρήματα του Δικαστηρίου, θεωρώ ότι δεν είχε επαρκή παρατηρητικότητα και εποπτεία του δρόμου. Κατά την άποψη μου, ο μέσος συνετός οδηγός θα αντιλαμβανόταν τόσο το φανάρι του Ενάγοντα 1 και τα σήματα που έκανε όσο και τα άλλα δύο αυτοκίνητα στο αριστερό παγκέτο και τα προειδοποιητικά τους σήματα. Πέραν τούτου, δεν αντιλήφθηκε ούτε το αυτοκίνητο του Τριτοδιάδικου 2. Το πρώτο πράγμα που αντιλήφθηκε ήταν την απότομη κίνηση στα αριστερά του αυτοκινήτου του Εναγόμενου που τον ανάγκασε να κινηθεί απότομα στα δεξιά με αποτέλεσμα τα δύο αυτοκίνητα να συγκρουστούν. Ήταν μόλις μετά από αυτή τη σύγκρουση που αντιλήφθηκε για πρώτη φορά το ακινητοποιημένο αυτοκίνητο του Τριτοδιάδικου 2. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Constantinou v Katsouris and another
(1975)1 C.L.R. 188: 'The duty to keep a proper lookout is one that is cast on all drivers at all times and in all circumstances'. Κατά την άποψη μου, αν ο Τριτοδιάδικος 1 ενεργούσε με την δέουσα επιμέλεια θα αντιλαμβάνοταν τόσο τις προειδοποιήσεις για τον κίνδυνο στο αριστερό παγκέτο όσο και το αυτοκίνητο του Τριτοδιάδικου 2 ενωρίτερα. Είχε το αδιαμφισβήτητο καθήκον να τηρεί την δέουσα παρατηρητικότητα και δεν το έπραξε. Αν λειτουργούσε σύμφωνα με το καθήκον αυτό θα ήταν σε θέση να λάβει μέτρα αποτροπής της σύγκρουσης του αυτοκινήτου του με το αυτοκίνητο του Εναγόμενου, είτε δίνοντας τόπο και χώρο διαφυγής στον Εναγόμενο που βρέθηκε αντιμέτωπος με το εμπόδιο να του ανακόπτει την πορεία είτε ελαττώνοντας ταχύτητα ώστε να ελέγξει καλύτερα το αυτοκίνητο του όταν το αυτοκίνητο του Εναγόμενου εισήλθε στην λωρίδα του.» Εν κατακλείδι, καταμέρισε την ευθύνη για το επίδικο ατύχημα ως εξής: 70% στον Τριτοδιάδικο 2 και 30% στον Τριτοδιάδικο 1. Έδωσε δε τις ακόλουθες οδηγίες: «Ενόψει του ότι το αντικείμενο του διατάγματος συνένωσης των αγωγών έχει ολοκληρωθεί εκδίδεται διάταγμα αποσυνένωσης τους προκειμένου να εκδικαστούν τα υπόλοιπα επίδικα θέματα. Να ακολουθήσουν αιτήσεις ορισμού από τους διαδίκους». Όσον αφορά στα έξοδα, σημείωσε τα ακόλουθα: «Τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και του Εναγόμενου και εναντίον των Τριτοδιαδίκων 1 και 2 κατ΄ αναλογίαν του ποσοστού ευθύνης που έχει καταμεριστεί στον καθένα από αυτούς, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της εκδίκασης όλων των αγωγών». Όπως και στην υπόθεση Πάφος Στόουν Εστ. Λτδ κ.α. ν. Βαλαωρίτη κ.α.
(1997)1(Α) ΑΑΔ, 220, 228, διατηρούμε και εμείς σοβαρές επιφυλάξεις για την ορθότητα της προσέγγισης του Πρωτόδικου Δικαστηρίου να εκδώσει ξεχωριστή απόφαση μόνο για το θέμα της ευθύνης. Μάλιστα, εδώ το Πρωτόδικο Δικαστήριο με την απόφαση του αποφάσισε και το θέμα των εξόδων της δικαστικής διαδικασίας που έλαβε χώρα σε σχέση με την ευθύνη, χωρίς όμως να υπάρχει ακόμη ενώπιον του επιτυχών ή αποτυχών διάδικος. Με άλλα λόγια, αποφάσισε το θέμα αυτό, χωρίς ακόμη να είχαν διαπιστωθεί οι εκατέρωθεν υποχρεώσεις και δικαιώματα. Το δε οξύμωρο της πιο πάνω προσέγγισης φαίνεται και από το ακόλουθο γεγονός. Επεδίκασε υπέρ των Εναγόντων (Εφεσειόντων στην Π.Ε. 214/14) τα έξοδα της διαδικασίας της ευθύνης, αλλά στο τέλος η αγωγή τους απερρίφθη, εξού και καταχώρισαν έφεση. Με άλλα λόγια, οι αποτυχόντες, σύμφωνα πάντα με την πρωτόδικη απόφαση, Ενάγοντες, δικαιώθηκαν στα έξοδα της δικαστικής διαδικασίας για την ευθύνη. Δικαιολογημένα η ευπαίδευτη συνήγορος του Τριτοδιάδικου 1 στην οδηγό αγωγή, διερωτήθηκε γιατί ο πελάτης της καταδικάστηκε από το Πρωτόδικο Δικαστήριο σε έξοδα προς όφελος των Εναγόντων, όταν η αγωγή των τελευταίων εναντίον του Εναγομένου απερρίφθη από το Πρωτόδικο Δικαστήριο. Σε τέτοια περίπτωση, ορθά ανέφερε, δεν τίθεται ούτε θέμα ευθύνης του Τριτοδιάδικου 1 και ούτε καταδίκης αυτού στα έξοδα. Στο σημείο αυτό θεωρούμε σκόπιμο να αναφέρουμε πως διευκρινίστηκε από όλες τις πλευρές, και τέθηκε ενώπιον μας (παρόλο που κάτι τέτοιο δεν αποκαλύπτεται από την απόφαση ημερ. 20.6.2014), πως το Πρωτόδικο Δικαστήριο την ίδια ημέρα, δηλαδή στις 20.6.2014, απέρριψε την οδηγό αγωγή 3724Α/09 αφού, ως ελέχθη, βρήκε πως ο Εναγόμενος δεν είχε οποιαδήποτε ευθύνη. Κατ' επέκταση, όλες οι πλευρές συμφώνησαν πως με την εν λόγω απόφαση καθορίστηκαν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των διαδίκων στην εν λόγω αγωγή. Εάν δεν συνέβαινε αυτό, η απόφαση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου ημερ. 20.6.2014 για την ευθύνη, δεν θα ήταν εφέσιμη (Χάσικος κ.α. ν. Χαραλαμπίδη
(1990)1 ΑΑΔ, 389 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Λιασή κ.α., Πολιτική Έφεση αρ. 32/18 (σχ. με 33/18), απόφαση ημερ. 24.7.2018). Στη βάση των πιο πάνω, και στη βάση των κοινών δηλώσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων ενώπιον μας ότι και οι τρεις εφέσεις που καταχωρίστηκαν αφορούν μόνο στην απόφαση με την οποία απερρίφθη η οδηγός αγωγή, η έφεση τόσο του Τριτοδιάδικου 1 όσο και του Τριτοδιάδικου 2 δεν έχουν έρεισμα και απορρίπτονται χωρίς έξοδα. Εναντίον των δύο τελευταίων δεν εξεδόθη απόφαση στην εν λόγω αγωγή αλλά ούτε και θα μπορούσε, αφού η αγωγή εναντίον του Εναγομένου απερρίφθη. Προχωρούμε να εξετάσουμε την εναπομείνασα έφεση των Εναγόντων στην οδηγό αγωγή, την οποία το Πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε. Ουσιαστικά η εν λόγω έφεση στρέφεται εναντίον του ευρήματος του Πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ο Εναγόμενος δεν υπήρξε αμελής. Η ειδοποίηση έφεσης επεδόθη τόσο στον Εναγόμενο όσο και στους Τριτοδιαδίκους 1 και 2 οι οποίοι και ακούστηκαν. Με τρεις λόγους έφεσης οι Ενάγοντες ισχυρίζονται πως ο Εναγόμενος ήταν αμελής και αυτός που προκάλεσε το επίδικο ατύχημα. Ως ελέχθη, σύμφωνα με την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία του Ενάγοντα 1, αυτός για να προειδοποιήσει άλλους οδηγούς μηχανοκίνητων οχημάτων για την ύπαρξη του ακινητοποιημένου αυτοκινήτου του Τριτοδιάδικου 2 στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του αυτοκινητόδρομου, είχε ανάψει τα φώτα κινδύνου του αυτοκινήτου του και είχε ανοίξει το καπό του αυτοκινήτου του για να είναι ορατό το τρίγωνο κινδύνου. Αφού φόρεσε φωσφορούχα διακριτικά τροχαίας που είχε μαζί του, προχώρησε πίσω από το αυτοκίνητο του και κρατώντας ένα φανάρι, το οποίο κουνούσε πάνω κάτω, έκανε σήμα στους οδηγούς που χρησιμοποιούσαν τον αυτοκινητόδρομο. Δεύτερο αυτοκίνητο που στάθμευσε πίσω από το αυτοκίνητο του, άφησε τα φώτα κινδύνου επίσης αναμμένα. Ο Ενάγων ακολούθως μετακινήθηκε πίσω από αυτό το δεύτερο αυτοκίνητο και συνέχισε να κάνει σήμα στους διερχόμενους οδηγούς με το φανάρι. Τα πιο πάνω έγιναν αντιληπτά από τον Εναγόμενο ο οποίος οδηγούσε το αυτοκίνητο του στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του αυτοκινητόδρομου. Όπως ο ίδιος ο Εναγόμενος ανέφερε ενώπιον του Πρωτόδικου Δικαστηρίου «. περίπου 500 μέτρα θα έλεγα ½ χιλιόμετρο μπροστά μου αριστερά έβλεπα δύο αυτοκίνητα παρκαρισμένα στο παγκέτο του highway με αναμμένα τα φώτα κινδύνου και των δύο αυτοκινήτων και υπήρχε ένα φαναράκι ένας φακός φαναράκι ένα φακός που επήγαινε πάνω κάτω και προφανώς κάποιος το είχε και πήγαινε πάνω κάτω εκεί εστιάστηκε η προσοχή αντιλήφθηκα ότι υπάρχει κίνδυνος στα αριστερά ως εκ τούτου το πόδι που έφυγε από τη βενζίνη αντιλαμβανόμενος τον κίνδυνο περίπου ½ χιλιόμετρο αριστερά και εκεί πέρασε από το νου μου ίσως να έγινε κάποιο δυστύχημα πέρασε από το νου μου το τι γινόταν στο παγκέτο αριστερά του highway ίσως να έγινε κάποιο δυστύχημα ίσως κάποιος να άλλασε το λάστιχο και ως εκ τούτου έφυγε το πόδι μου από το πετάλι της βενζίνης και επίσης χαμήλωσα τα φώτα μου από δυνατά χαμηλά». Σε άλλο μέρος της μαρτυρίας του ανέφερε ότι «. μου είχε δημιουργηθεί η εντύπωση ότι ο κίνδυνος ήταν αριστερά και η προσοχή μου εστιάστηκε στο τι γινόταν εις το αριστερό παγκέτο του highway». Όπως ορθά ανέφερε και το Πρωτόδικο Δικαστήριο με αναφορά στην υπόθεση Αλεξάνδρου ν. Λεβέντη
(1996)1 ΑΑΔ, 420, το κριτήριο της αμέλειας είναι καθολικό και απρόσωπο. Η αμέλεια κρίνεται αντικειμενικά με γνώμονα τις αντιδράσεις ενός συνετού οδηγού. Δεν συμφωνούμε με το Πρωτόδικο Δικαστήριο ότι ήταν λογική η διαπίστωση του Εναγομένου ότι ο κίνδυνος ήταν στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας. Ούτε ότι χρειαζόταν «να είχε τεθεί ενώπιον του μαρτυρία που να συνηγορούσε στο ότι έπρεπε να του είχε δημιουργηθεί προσμονή κινδύνου στη δεξιά λωρίδα του αυτοκινητόδρομου στην οποία κινείτο». Θεωρούμε ότι οι πιο πάνω προειδοποιήσεις, οι οποίες έγιναν αντιληπτές από τον Εναγόμενο από απόσταση 500 περίπου μέτρων (απόσταση όχι ευκαταφρόνητη), θα έπρεπε να είχαν δημιουργήσει στο μυαλό ενός συνετού οδηγού, και κατ΄ επέκταση στον ίδιο τον Εναγόμενο, προσμονή κινδύνου όχι μόνο στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, αλλά γενικά στον αυτοκινητόδρομο. Σε τέτοια περίπτωση, ο Εναγόμενος θα έπρεπε να είχε αμέσως ελαττώσει ταχύτητα, χρησιμοποιώντας τα φρένα του αυτοκινήτου του, κάτι που δεν έπραξε, να ήταν σε εγρήγορση και να είχε αυξημένη παρατηρητικότητα, όχι μόνο στο αριστερό κράσπεδο (παγκέτο) του αυτοκινητόδρομου, ως ανέφερε, αλλά γενικά και στις δύο λωρίδες κυκλοφορίας του αυτοκινητόδρομου. Με άλλα λόγια, υπήρχαν εδώ περιθώρια έγκαιρης αντίδρασης εκ μέρους του. Αντ΄ αυτού, χαμήλωσε τα φώτα του αυτοκινήτου του, με αποτέλεσμα να περιορίζεται η ορατότητα του, διανύοντας μια όχι ευκαταφρόνητη απόσταση, με αποτέλεσμα να αντιληφθεί το ακινητοποιημένο αυτοκίνητο του Τριτοδιάδικου 2 στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, «όταν ήταν περίπου 50 μέτρα μακριά». Τα περιθώρια πλέον είχαν στενέψει, με αποτέλεσμα να μην μπορούσε να ακινητοποιήσει το αυτοκίνητο του για να αποφύγει τη σύγκρουση με το ακινητοποιημένο αυτοκίνητο. Έτσι, έκανε τυφλή κίνηση προς τα αριστερά, με αποτέλεσμα να ανακόψει την πορεία του αυτοκινήτου του Τριτοδιάδικου 1, εισερχόμενος μάλιστα, σύμφωνα με εύρημα του Πρωτόδικου Δικαστηρίου, στη λωρίδα κυκλοφορίας του αυτοκινήτου του Τριτοδιάδικου 1. Ακολούθως τα δύο αυτοκίνητα συγκρούσθηκαν, για να ακολουθήσει και δεύτερη σύγκρουση με το ακινητοποιημένο αυτοκίνητο του Ενάγοντα 1. Βρίσκουμε πως ο Εναγόμενος διέπραξε τα ίδια λάθη που διέπραξε και η Εναγόμενη στην υπόθεση Σαμαρά κ.α. ν. Πιπονίδου κ.α.
(2013)1(Α) ΑΑΔ,
  1. Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση: «Η απόδοση του πρωτόδικου δικαστηρίου στην Εναγομένη τριών σφαλμάτων, ήταν απόλυτα ορθή και εν πολλοίς καθοριστική στην απόδοση σ' αυτήν ευθύνης. Το πρώτο είναι ότι οδηγούσε υπό συνθήκες σκότους με τα μεγάλα φώτα στη χαμηλή στάση και το δεύτερο ότι οδηγούσε με ταχύτητα που δεν της επέτρεπε να ελέγχει το δρόμο μπροστά της, ώστε να μπορεί να αποφύγει κάποιο κίνδυνο σε περίπτωση που παρουσιαζόταν. Το τρίτο της σφάλμα ήταν ότι δεν είχε τη δέουσα παρατηρητικότητα, γιατί αν την είχε θα έβλεπε τα εμπόδια που υπήρχαν μπροστά της.» Στη βάση των πιο πάνω, ο Εναγόμενος καθ΄ ον χρόνο οδηγούσε το αυτοκίνητο του, υπήρξε αμελής έναντι του Ενάγοντα 1, και ευθύνεται για τις ζημιές που του προκάλεσε. Επαναλαμβάνουμε, δεν τέθηκε θέμα αμέλειας του Ενάγοντα
  2. Προχωρούμε να εξετάσουμε κατά πόσο απεδείχθη αμέλεια εκ μέρους του Τριτοδιάδικου 1, τον οποίο κάλεσε ο Εναγόμενος, όχι για να αποφασίσουμε κατά πόσο οι Ενάγοντες δικαιούνται σε απόφαση εναντίον του Τριτοδιάδικου 1 αλλά κατά πόσο ο ίδιος ο Εναγόμενος δικαιούται σε απόφαση εναντίον του για συνεισφορά (Κυπριανού κ.α. ν. Θεοδώρου κ.α.
(2000)1(Β) ΑΑΔ, 1006 και Petrolina Holdings Public Ltd v. Arushia Oils Ltd, Πολιτική Έφεση αρ. 349/11, απόφαση ημερ. 18.1.2018, ECLI:CY:AD:2018:A31). Ως γνωστό, η διαδικασία Τριτοδιαδίκου είναι ξεχωριστή και ανεξάρτητη διαδικασία από την προϋπάρχουσα αγωγή. Σ΄ αυτήν ο Εναγόμενος θεωρείται Ενάγων και ο Τριτοδιάδικος Εναγόμενος (Νικήτα ν. Medcon Constr. Ltd κ.α.
(1997)1(Β) ΑΑΔ, 643 και Hermes Ltd ν. Τασουρή κ.α., Πολιτική Έφεση αρ. 299/13, απόφαση ημερ. 16.11.2020, ECLI:CY:AD:2020:A387). Εδώ, ο Εναγόμενος για να καταλογίσει ευθύνη στον Τριτοδιάδικο 1 είχε δικογραφήσει τα ακόλουθα: «Κατά τον ίδιο χρόνο και στο ίδιο τόπο, ο Γιώργος Ιωαννίδης από τη Χλώρακα Πάφου, ο οποίος οδηγούσε το αυτοκίνητο και/ή όχημα με αρ. εγγραφής ΚΤΜ209, με την ίδια κατεύθυνση και ακολουθούσε τον Εναγόμενο, οδήγησε, διεύθυνε και έλεγξε αυτό τόσο αμελώς και/ή κατά παράβαση των νομίμων καθηκόντων του, με αποτέλεσμα αυτό να επιπέσει και/ή συγκρουσθεί βίαια με το πίσω δεξιό μέρος του αυτοκινήτου του Εναγόμενου, το οποίο αυτοκίνητο του Εναγόμενου στη συνέχεια σύρθηκε και/ή προσέκρουσε στο αυτοκίνητο του Ενάγοντα ΚΝF055 που βρισκόταν σταθμευμένο στο αριστερό παγκέτο και/ή λωρίδα κυκλοφορίας όπως αναφέρεται πιο πάνω». Ανάμεσα στις λεπτομέρειες αμέλειας που ο Εναγόμενος καταλόγισε στον Τριτοδιάδικο 1 ήταν και ότι «(θ) Επέπεσε και/ή συγκρούσθηκε βίαια με το αυτοκίνητο του, (λ) Παρέλειψε να διατηρεί επαρκή και/ή ασφαλή απόσταση από το προπορεύομενο αυτοκίνητο του και/ή οδηγούσε πολύ κοντά σε αυτό, γεγονός το οποίο ήταν ανασφαλές και επικίνδυνο». Ουδέν από τα πιο πάνω είχε αποδειχθεί. Σύμφωνα με το αδιαμφισβήτητο εύρημα του Πρωτόδικου Δικαστηρίου, ο Τριτοδιάδικος 1 «. το πρώτο πράγμα που αντιλήφθηκε ήταν την απότομη κίνηση στα αριστερά του αυτοκινήτου του Εναγομένου που τον ανάγκασε να κινηθεί απότομα στα δεξιά με αποτέλεσμα τα δύο αυτοκίνητα να συγκρουσθούν». Σε άλλο μέρος της απόφασης του το Πρωτόδικο Δικαστήριο καταγράφει για το ίδιο θέμα, πως ο Τριτοδιάδικος 1 «. Είδε μόνο τον Εναγόμενο να κάνει ξαφνικό ελιγμό προς τα αριστερά και να του ανακόπτει την πορεία. Τότε, προσπαθώντας να αποφύγει τη σύγκρουση, κινήθηκε απότομα προς τα δεξιά με αποτέλεσμα το μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου του να συγκρουσθεί με το πίσω μέρος του αυτοκινήτου του Εναγόμενου». Ούτε και αυτό το εύρημα του αμφισβητείται. Στη βάση των πιο πάνω αδιαμφισβήτητων ευρημάτων του Πρωτόδικου Δικαστηρίου, δεν βρίσκουμε ότι ο Τριτοδιάδικος 1 είχε ευθύνη. Το ακινητοποιημένο όχημα του Τριτοδιάδικου 2 στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, δεν τον εμπόδιζε να συνεχίσει την πορεία του στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας. Όπως δικαιολογημένα ο Τριτοδιάδικος 1 ανέφερε ενώπιον του Πρωτόδικου Δικαστηρίου «. η δική μου λωρίδα ήταν καθαρή». Συνεπώς, δεν είχε υποχρέωση να λάβει οποιαδήποτε προληπτικά μέτρα πριν ο Εναγόμενος του ανακόψει ξαφνικά την πορεία, για τον οποίον ο Τριτοδιάδικος 1 ανέφερε «. σε κάποιο σημείο ένα αυτοκίνητο με προσπέρασε με μεγάλη ταχύτητα και αμέσως μου έκλεισε το δρόμο». Όταν του ανέκοψε την πορεία, αυτός έκανε ότι μπορούσε, υπό τις περιστάσεις, για να αποφύγει τη σύγκρουση, δηλαδή χρησιμοποίησε αμέσως τα φρένα του αυτοκινήτου του και έστριψε το τιμόνι δεξιά. Συνεπώς, ο Τριτοδιάδικος 1 δεν παρέλειψε να κάνει οτιδήποτε το οποίο είχε αιτιώδη συνάφεια με τη σύγκρουση και ουδεμία ευθύνη μπορεί να του αποδοθεί είτε για τον τρόπο που οδηγούσε είτε για την αντίδραση του (Γεωργίου ν. Φιλιαστίδη κ.α.
(2013)1(Α) ΑΑΔ, 526). Το συμπέρασμα του Πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι «. ο Εναγόμενος ενήργησε ως ο μέσος συνετός οδηγός και ότι αυτός βρέθηκε αντιμέτωπος με ένα κίνδυνο ξαφνικό και απρόσμενο και ότι τα περιθώρια χώρου και χρόνου που είχε για να αντιδράσει ήταν εκ των πραγμάτων περιορισμένα» ισχύει για τον Τριτοδιάδικο 1 και όχι για τον Εναγόμενο. Η Έφεση των Εναγόντων είναι βάσιμη και επιτυγχάνει. Η πρωτόδικη απόφαση παραμερίζεται. Εκδίδεται απόφαση προς όφελος των Εναγόντων και εναντίον του Εναγομένου για το συμφωνηθέν ενώπιον του Πρωτόδικου Δικαστηρίου ποσό των €2.
  1. Οι διάδικοι θα ήταν καλό να είχαν συμφωνήσει και τον τόκο που θα έφερε το εν λόγω συμφωνηθέν ποσό. Δεν το έπραξαν. Θα το πράξουμε εμείς. Θεωρούμε ορθό και δίκαιο όπως το εν λόγω ποσό φέρει τον εκάστοτε νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρισης του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος (Ο.2, r.6), δηλαδή από τις 2.12.
  2. Επιδικάζονται προς όφελος των Εφεσειόντων και εναντίον του Εφεσίβλητου-Εναγομένου €2.000 έξοδα Έφεσης, πλέον Φ.Π.Α.. Τα έξοδα της πρωτόδικης διαδικασίας επίσης επιδικάζονται προς όφελος των Εφεσειόντων και εναντίον του Εφεσίβλητου-Εναγομένου, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Ο Εναγόμενος αδικαιολόγητα ενέπλεξε τον Τριτοδιάδικο 1 στη δικαστική διαδικασία. Η απαίτηση του υπαίτιου Εναγομένου εναντίον του Τριτοδιάδικου 1 είναι αβάσιμη και απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Τριτοδιάδικου 1 και εναντίον του Εναγομένου, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Εφόσον ο Τριτοδιάδικος 1 δεν έχει ευθύνη, δεν τίθεται θέμα ευθύνης ούτε του Τριτοδιάδικου 2 τον οποίον κάλεσε ο Τριτοδιάδικος
  3. Δεν θεωρούμε ορθό και δίκαιο να υπάρξει και δεν εκδίδεται διαταγή για έξοδα όσον αφορά στη σχέση μεταξύ του αναίτιου Τριτοδιάδικου 1 και του Τριτοδιάδικου 2, αφού βρίσκουμε πως εδώ δικαιολογημένα ο Τριτοδιάδικος 1 ενέπλεξε στη δικαστική διαδικασία τον Τριτοδιάδικο 2 (Λουκαϊδης ν. Γεωργίου
(1997)1(Γ) ΑΑΔ, 1377 και Loukason Ltd κ.α. v. Μακεδόνας & Υιοί Λτδ κ.α.
(2005)1(Α) ΑΑΔ, 345). Τ. Θ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, Δ. Ι. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, Δ. Ν. ΣΑΝΤΗΣ, Δ. /ΕΑΠ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.