← Κύπρος

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΚΩΣΤΑ v. ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΔΟΥ κ.α., Έφεση Αρ. 36/2020, 7/7/2022

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΚΩΣΤΑ v. ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΔΟΥ κ.α., Έφεση Αρ. 36/2020, 7/7/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DOD:2022:23 ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΟ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ Έφεση Αρ. 36/2020 7 Ιουλίου 2022 [ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, ΜΑΛΑΧΤΟΣ, ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ, Δ/στές] ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΚΩΣΤΑ, Εφεσείοντα, ν.

  1. ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΔΟΥ,
  2. ΑΡΙΑΔΝΗΣ ΧΡΙΣΤΟΦΙΔΗ ΕΥΑΓΓΕΛΙΔΗ, Εφεσιβλήτων. ____________________ Ελ. Ευριπίδου (κα) για Αλέξανδρος Γ. Ιωαννίδης & Συνεργάτες, για τον Εφεσείοντα. Δ. Παυλίδης για Δημήτριος Α. Παυλίδης και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για τις Εφεσίβλητες. ____________________ ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον Χ. Μαλαχτό, Δ. ____________________ Α Π Ο Φ Α Σ Η ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.: Η αίτηση περιουσιακών διαφορών ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου, το πρωτόδικο Δικαστήριο, καταχωρίστηκε από την Εφεσίβλητη
  3. Διεκδικούσε στη βάση της συνεισφοράς της σε διάφορα περιουσιακά στοιχεία του Εφεσείοντα, πρώην συζύγου της, όμως όλες αυτές οι αξιώσεις της απορρίφθηκαν, λόγω ανεπάρκειας των αποδείξεων που παρουσίασε. Ό,τι πέτυχε ήταν αναγνωριστική απόφαση ότι δικαιούτο να εγγραφεί ως η ιδιοκτήτρια της συζυγικής κατοικίας. Η συζυγική κατοικία (μέρος διπλοκατοικίας με την άλλη να κατέχεται από την αδελφή της Εφεσίβλητης) είχε ανοικοδομηθεί σε τεμάχιο γης ιδιοκτησίας της μητέρας της Εφεσίβλητης 1, της Εφεσίβλητης 2, του οποίου την κυριότητα εξακολουθούσε να έχει η Εφεσίβλητη
  4. Η ανέγερση της άρχισε τον ίδιο χρόνο που οι διάδικοι τέλεσαν το γάμο τους. Συμφωνήθηκε ότι κατά τη διάσταση των διαδίκων, το Φεβρουάριο του 2013, η κατοικία, η οικοδομή χωρίς τη γη είχε αξία €182.500 Ο Εφεσείων πρόβαλε με την ανταπαίτηση του αξίωση σε σχέση με αυτή, στη βάση ότι είχε συνεισφορά στην ανοικοδόμηση της κατά το ήμισυ. Περιόρισε την ανταπαίτηση του στο ποσό των €63.750, λαμβάνοντας υπόψη ότι υφίστατο δάνειο με υπόλοιπο €55.000 που, κατά τη θέση του αναλώθηκε για την ανέγερση της κατοικίας. Ουσιαστικά έτσι παραδέχτηκε ότι η επαύξηση της αξίας της περιουσίας της Εφεσίβλητης 1 μετά το γάμο ήταν €127.500 Το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχτηκε τη θέση του Εφεσείοντα ότι είχε συνεισφέρει στην ανέγερση της κατοικίας, όχι όμως την έκταση της συνεισφοράς του, την οποία όπως αποφάνθηκε, δεν είχε αποδείξει με θετικό τρόπο. Στη βάση του τεκμηρίου του Άρθρου 14

(2)του περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμου του 1991, Ν.232/1991,[1] κατέληξε ότι η συνεισφορά του «εκτείνεται στο 1/3 της αύξησης της επίδικης περιουσίας της [Εφεσίβλητης 1] και της μητέρας της. Συνεπώς η συνεισφορά του είναι το 1/3 του ποσού των €182.500, το οποίο είναι το αντικείμενο διαμοιρασμού μεταξύ των διαδίκων, δηλαδή €60.833». Έτσι, έκδωσε απόφαση στην ανταπαίτηση υπέρ του και εναντίον της Εφεσίβλητης 1 για το ποσό των €60.
  1. Στη συνέχεια, το πρωτόδικο Δικαστήριο προχώρησε να ρυθμίσει και τον τρόπο αποπληρωμής κοινού στεγαστικού δανείου των διαδίκων. Το δάνειο ήταν εξασφαλισμένο με υποθήκη του μισού κτήματος μέσα στο οποίο ανεγέρθηκε η κατοικία και με προσωπικές εγγυήσεις των γονέων της Εφεσίβλητης
  2. Αποφάνθηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι ποσό €20.000 είχε δαπανηθεί για την εξόφληση προγενέστερου δανείου για το οποίο οι διάδικοι «είχαν συνεισφορά κατά το ήμισυ» και τους διάταξε να το ξοφλήσουν μέσα σε τρείς μήνες. Καθ' όσον αφορά το υπόλοιπο των €45.000 διάταξε τον Εφεσείοντα να το εξοφλήσει, και αυτό μέσα σε τρείς μήνες. Διάταξε ακόμα την Εφεσίβλητη 1 να πληρώσει στον Εφεσείοντα το ποσό των €60.833 που επιδίκασε υπέρ του ταυτόχρονα με την εξόφληση του δανείου. Με τέσσερις λόγους έφεσης, ο Εφεσείων προσβάλλει την πρωτόδικη απόφαση. Ο λόγος έφεσης 1 αφορά στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της Εφεσίβλητης 1 και του ιδίου. Το μόνο άλλο πρόσωπο που είχε μαρτυρήσει κατά τη δίκη ήταν υπάλληλος στην υπηρεσία αναδιάρθρωσης χρεών της Τράπεζας Κύπρου, η μαρτυρία του οποίου δεν αμφισβητήθηκε. Σε σχέση λοιπόν με τη μαρτυρία των διαδίκων, προβάλλεται ότι δεν γίνεται καμιά αξιολόγηση της ή μόνο μέρος της και χωρίς να εμφαίνονται τα στοιχεία που λήφθηκαν υπόψη. Με το λόγο έφεσης 2 καταλογίζεται στο πρωτόδικο Δικαστήριο ότι εσφαλμένα εξέδωσε θεραπείες υπέρ της Εφεσίβλητης 1 πέραν της δικαιοδοσίας του, ανεφάρμοστες και αόριστες. Στην αιτιολογία του λόγου αναφέρονται επιμέρους πτυχές της πρωτόδικης απόφασης. Το ουσιαστικότερο είναι το ζήτημα του δανείου. Στο πώς αυτό διαμόρφωνε την πραγματική επαύξηση στην περιουσία της Εφεσίβλητης και οι διαταγές που εξέδωσε το πρωτόδικο Δικαστήριο για την εξόφληση του. Ο Εφεσείων αποδέχεται ότι η επαύξηση στην περιουσία της Εφεσίβλητης 1 δεν ήταν €182.500 αλλά μείον το οφειλόμενο ποσό, που καθορίζει στις €55.000, οπόταν η επαύξηση περιοριζόταν στις €127.
  3. Με την έφεση δεν αμφισβητεί ότι ορθά εφαρμόστηκε το τεκμήριο του νόμου και αναφέρει στην αιτιολογία του λόγου ότι θα έπρεπε να του επιδικαστούν €42.
  4. Με το λόγο έφεσης 3 προσβάλλεται ως εσφαλμένη η επιμέρους κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι από το ποσό των €65.000 που δανείστηκαν οι€45.000 δεν χρησιμοποιήθηκαν για την ανακαίνιση ή επιδιόρθωση της κατοικίας και ότι θα έπρεπε ο ίδιος να επιβαρυνθεί την εξόφληση του τελευταίου ποσού. Η σχετική διαταγή, όπως και σε σχέση με την εξόφληση των άλλων €20.000 προσβάλλονται, με το λόγο έφεσης 4, ως εσφαλμένες, ανεφάρμοστες και εκτός της δικαιοδοσίας του πρωτόδικου Οικογενειακού Δικαστηρίου. Κατά τη συζήτηση της έφεσης, δηλώθηκε ότι μετά την προσβαλλόμενη απόφαση η Εφεσίβλητη εξόφλησε το δάνειο καταβάλλοντας €74.000.Προφανώς επειδή επαπειλείτο η εκποίηση της υποθήκης. Η επαύξηση της αξίας της περιουσίας της Εφεσίβλητης 1 δεν ήταν όση η αξία της κατοικίας κατά τη διάσταση. Η κατοικία ήταν ένα περιουσιακό στοιχείο που η Εφεσίβλητη 1 δεν είχε πριν το γάμο, όμως κατά τη διάσταση ήταν μαζί με τον Εφεσείοντα συνπρωτοφειλέτες σε δύο δάνεια με συνολικό ποσό δανεισμού €65.000 (επρόκειτο για δύο δάνεια €20.000 και€45.000).Το συνολικό χρεωστικό υπόλοιπο των δανείων δεν ήταν €65.
  5. Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν το διαπίστωσε. Έτσι ανάφερε στην απόφαση του ότι «Νοείται ότι τα ποσά που κατέβαλαν η [Εφεσίβλητη 1] και ο [Εφεσείων] ως δόσεις στο δάνειο των €65.000 με βάση τα στοιχεία της Τράπεζας, θα πιστωθούν σ' αυτούς ανάλογα, στο ποσό που τους αναλογεί να καταβάλουν». Γενικά, η ορθή προσέγγιση είναι ότι οι συνπρωτοφειλέτες έχουν υποχρέωση αποπληρωμής του δανείου τους εξ ημισείας. Επομένως, η Εφεσίβλητη 1 είχε μετά το γάμο αποκτήσει περιουσία αξίας όσο το υπόλοιπο των €182.500 μείον το ήμισυ του χρεωστικού υπολοίπου των δανείων τους. Στην Ορφανίδης ν. Ορφανίδη
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 179, 190, αναφέρθηκε ότι: «Η αύξηση, η οποία υπόκειται σε διανομή, δεν είναι η αξία των περιουσιακών στοιχείων του ιδιοκτήτη συζύγου, αλλά η καθαρή αξία της περιουσίας του η οποία ανευρίσκεται μετά από συνυπολογισμό των περιουσιακών του στοιχείων αφενός, και των χρηματικών του υποχρεώσεων αφετέρου» (βλ. ακόμα Σοφοκλέους ν. Σοφοκλέους
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 1030, 1033). Η παραδοχή του Εφεσείοντα ότι η επαύξηση της αξίας της περιουσίας της Εφεσίβλητης 1 μετά το γάμο περιοριζόταν στις €127.500, διευκόλυνε την επίλυση των επιδίκων θεμάτων. Ο Εφεσείων δικαιούτο στο 1/3 και σε ποσό€42.500. Έτσι θα έπρεπε να είχε περιοριστεί η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου στην ανταπαίτηση, με το ζήτημα της εξόφλησης του χρεωστικού υπολοίπου των δανείων να παραμένει προς ρύθμιση μεταξύ των διαδίκων και της ενδιαφερόμενης τράπεζας, σύμφωνα με το δίκαιο των συμβάσεων. Όπως άλλωστε παραμένει και σήμερα με αναφορά στο γεγονός ότι η Εφεσίβλητη αποπλήρωσε πλήρως τα δάνεια και μπορεί να έχει σχετική αξίωση εναντίον του συνπρωτοφειλέτη της. Όπως εξηγήθηκε στην Γεωργιάδη ν. Τσιουτσιουλίκλη, Έφ. Δευτ. Οικ. Δικ. Αρ.3/2020, ημερ.24.2.2022: «Αντικείμενο της αξίωσης, κατά το Άρθρο 14
(1)του Ν.232/1991, είναι η αύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου (Ορφανίδης, 187) στην έκταση που αυτή προέρχεται από τη δική του (του απαιτητή) συμβολή. Το Οικογενειακό Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εξετάσει άλλες αιτίες στη βάση των οποίων θα μπορούσαν, ίσως, να διεκδικηθούν χρηματικές αποζημιώσεις ή άλλες συναφείς θεραπείες. Το Άρθρο 14
(1)του Ν.232/1991«ρυθμίζει εξαντλητικά τα της συμμετοχής εκάτερου των συζύγων στην αύξηση, μετά το γάμο, της περιουσίας του άλλου και τις προϋποθέσεις για την απόκτηση μεριδίου σ' αυτή» (Ορφανίδης, 184 και 186).» Επρόκειτο για υπόθεση που, ως προς τα θέματα που εγείρονται με την έφεση και που θα μπορούσαν να ρυθμιστούν στην πρωτόδικη διαδικασία, δεν υπήρχαν αμφισβητούμενα γεγονότα. Επομένως καθίσταται αχρείαστο να εξετάσουμε το λόγο έφεσης
  1. Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έπρεπε να ασχοληθεί με τον τρόπο εξόφλησης των δανείων των διαδίκων, αλλά ως υπαρκτά να τα συνυπολογίσει ώστε να καταλήξει στην καθαρή αξία της επαύξησης της περιουσίας της Εφεσίβλητης
  2. Σε αυτή την έκταση οι λόγοι έφεσης 2-4επιτυγχάνουν. Η πρωτόδικη απόφαση σε σχέση με την ανταπαίτηση παραμερίζεται και αντικαθίσταται με απόφαση υπέρ του Εφεσείοντα και εναντίον της Εφεσίβλητης για το ποσό των €42.500 με νόμιμο επιτόκιο από 10.3.2015 (όπως αναφερόταν στην πρωτόδικη απόφαση). Οι διαταγές αναφορικά με πληρωμές του δανείου επίσης παραμερίζονται. Επιδικάζονται €2.000 έξοδα της έφεσης υπέρ του Εφεσείοντα και εναντίον της Εφεσίβλητης 1, πλέον το Φ.Π.Α. αν υπάρχει. Ουδεμία διαταγή για έξοδα σε σχέση με την Εφεσίβλητη
  3. Τ. Ψαρά-Μιλτιάδου, Δ. Χ. Μαλαχτός, Δ. Δ. Σωκράτους, Δ. [1] «Η συνεισφορά του ενός συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του άλλου τεκμαίρεται ότι ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη συνεισφορά». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.