Α. Μ. Α. v. Μ. Χ. Μ., ΄Εφεση Αρ. 16/2022, 13/2/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DOD:2023:7 ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΟ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (΄Εφεση Αρ. 16/2022) 13 Φεβρουαρίου, 2023 [Τ. ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Χ.ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ. ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ, Δ/ΣΤΕΣ] Α. Μ. Α. Εφεσείουσα και Μ. Χ. Μ. Εφεσίβλητος ----------- Κλεάνθους για Ν.Κ.Κλεάνθους & Σια ΔΕΠΕ, για την Εφεσείουσα Τσαρδελής για Η.Νεοκλέους & Σια ΔΕΠΕ, για τον Εφεσίβλητο _ _ _ _ _ Η απόφαση είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τη Δικαστή Ψαρά-Μιλτιάδου. ----------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Δ.: Πρωτοδίκως η διαδικασία αφορούσε αίτηση για περιουσιακές διαφορές μεταξύ πρώην συζύγων, με απαίτηση του Εφεσίβλητου/Αιτητή εναντίον της Εφεσείουσας/Καθ΄ης η αίτηση, η οποία είχε καταχωρήσει και σχετική ανταπαίτηση. Το πρωτόδικο Δικαστήριο στις 24.2.2021 εξέδωσε απόφαση επί της απαίτησης για ποσό €90.000 πλέον τόκους και έξοδα εναντίον της Εφεσείουσας. Στην εν λόγω απόφαση περιέχεται αξιολόγηση της μαρτυρίας του μοναδικού μάρτυρα στη δίκη, δηλαδή του Εφεσίβλητου, καθώς και σχετικά ευρήματα. Με προηγούμενη απόφαση του στις 7.10.2020 το Δικαστήριο είχε απορρίψει την ανταπαίτηση της Εφεσείουσας. Τόσο στις 7.10.2020 όσο και στις 24.2.2021 η πλευρά της Εφεσείουσας ήταν απούσα. Ακολούθησε η αίτηση παραμερισμού για ακύρωση της ως άνω απόφασης ημερ. 24.2.2021 αλλά και παραμερισμού της απόρριψης της ανταπαίτησης με την επαναφορά της. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης στηριζόταν σε ένορκη δήλωση της Εφεσείουσας στην οποία επιχειρείτο η εξήγηση για την απουσία της πλευράς της στις 24.2.2021, αλλά και σε προηγούμενες δικασίμους με ιδιαίτερη αναφορά στη δικάσιμο 7.10.2020, στην οποία καθορίστηκε ως ημερομηνία συνέχισης της ακρόασης η δικάσιμος 22.10.
- Το πρωτόδικο Δικαστήριο στις 22.10.2020, μετά την κατάθεση της γραπτής αγόρευσης των δικηγόρων του Εφεσίβλητου επεφύλαξε την απόφαση, την οποία και έδωσε στις 24.2.
- Είναι ο κυριότερος ισχυρισμός της πλευράς της Εφεσείουσας πως από τις 7.10.2020 δεν έτυχε οποιασδήποτε ενημέρωσης για την ημερομηνία δίκης ούτε από το δικηγόρο της ούτε από το Δικαστήριο. Παράλληλα, έθεσε διάφορα θέματα που αφορούσαν στη λειτουργία του δικηγορικού γραφείου που την αντιπροσώπευε καθώς και δυσλειτουργία του Δικαστηρίου λόγω της πανδημίας του κορονοϊού ως εξήγηση για την ως άνω απουσία. Με την ένσταση και ένορκη δήλωση του ο Εφεσίβλητος αντικρούει τη θέση της Εφεσείουσας τόσο σε νομικό όσο και πραγματικό επίπεδο. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση της Εφεσείουσας θεωρώντας ότι με βάση τα περιστατικά της υπόθεσης τύγχανε εφαρμογής η Δ.33 θ.5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Όπως δε επιπροσθέτως επισήμανε με βάση τη σχετική Δ.33 θ.5 η αίτηση εκ μέρους της Εφεσείουσας έπρεπε να είχε υποβληθεί εντός 15 ημερών από την ημερομηνία της δίκης δηλαδή από τις 7.10.
- Αντ΄αυτού, η αίτηση παραμερισμού καταχωρήθηκε εννιά και πλέον μήνες μετά την ημερομηνία ακρόασης και απόφασης. Εκτός της μη τήρησης της προθεσμίας, σημειώθηκε πρωτοδίκως πως η όλη συμπεριφορά της Εφεσείουσας δεικνύει αδιαφορία και καταφρόνηση της διαδικασίας καθώς και των δικαιωμάτων του αντιδίκου. Ειδικά εάν αυτό συσχετιστεί με τα αμέσως προηγούμενα πρακτικά του Δικαστηρίου με βάση τα οποία η Εφεσείουσα επανειλημμένα ζητούσε αναβολή με σκοπό την προσκόμιση μαρτυρίας εκ μέρους της. Επί της απορριπτικής αυτής απόφασης η Εφεσείουσα καταχώρησε την παρούσα έφεση προβάλλοντας τρεις λόγους. Ότι η απόφαση του Δικαστηρίου είναι εσφαλμένη, αφού κακώς δεν έλαβε υπόψη του, τις πρόνοιες της Δ.
- Αυτό στη βάση της θέσης ότι κατά παράβαση της Δ.33 θ.2 προχώρησε με εκδίκαση της απόδειξης της υπόθεσης και ότι το Δικαστήριο δεν ειδοποίησε για τον ορισμό της υπόθεσης και την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης, την Εφεσείουσα (πρώτος λόγος έφεσης), ότι εσφαλμένα το Δικαστήριο δεν προχώρησε στον παραμερισμό της εν λόγω απόφασης και ότι η σχετική του απόφαση δεν ήταν νομότυπη και ορθή (δεύτερος και τρίτος λόγος έφεσης). Και οι τρεις λόγοι έφεσης συνδέονται ως αφορώντες κυρίως τον τρόπο ερμηνείας και εφαρμογής της Δ.33 των Θεσμών, αφού σύμφωνα με την Εφεσείουσα το πρωτόδικο Δικαστήριο κακώς δεν αναζήτησε απόδειξη πως η Εφεσείουσα έτυχε δέουσας ειδοποίησης. Σκόπιμο είναι να θέσουμε σε αυτό το στάδιο το περιεχόμενο της Δ.33 θ.1-5: «
- If on the day fixed for trial the parties do not appear when the trial is called on, upon proof that they (or the party at whose instance such day was fixed) had notice, the action υπόκειται σε απόρριψη and shall not subsequently be heard, unless upon application to the Court, the Court orders reinstatement of the action on the ground that it is equitable so to do in the circumstances of the case.
- If on the day fixed for trial any party fails to appear when the trial is called on, the Court shall require proof that the absent party was given notice of such day. In the absence of such proof, the Court may proceed with the trial if the presence of the absent party is not material, or may adjourn the trial and give such directions as may be necessary.
- If on the day fixed for trial the plaintiff appears when the trial is called on but the defendant does not, then upon proof being given of the defendant having been given notice of such day, the plaintiff may prove his claim, so far as the burden of proof lies upon him and judgment may be given accordingly.
- If on the day fixed for trial the defendant appears when the trial is called on but the plaintiff does not, then upon proof being given of the plaintiff having been given notice of such day, the defendant, if he has no counter-claim, shall be entitled to judgment dismissing the action, but if he has a counter-claim, then he may prove his counter-claim so far as the burden of proof lies upon him, and judgment may be given accordingly.
- Any judgment obtained where one party does not appear at the trial may in a proper case be set aside by the Court upon such terms as may seem fit, upon an application made within fifteen days after the trial». Δεν έχουμε αμφιβολία ότι η θέση της Εφεσείουσας έχει έρεισμα μια λανθασμένη θεώρηση των πραγμάτων. Στην πολυσέλιδη αγόρευση η πλευρά της επισημαίνει ως θεμελιώδη παράλειψη του πρωτόδικου Δικαστηρίου να βεβαιωθεί πως υπήρξε ειδοποίηση της Εφεσείουσας για την ημερομηνία ακρόασης. Ωστόσο, είναι σαφές πως είναι στις 24.9.2020 - στην παρουσία των συνηγόρων των διαδίκων - που η υπόθεση ορίστηκε για συνέχιση της ακρόασης στις 7.10.
- Συνεπώς η γνώση προήρχετο από το γεγονός της παρουσίας των συνηγόρων. Στις 7.10.2020 η πλευρά της Εφεσείουσας, που σύμφωνα με το πρακτικό είχε φωναχθεί δεόντως, τόσο η ώρα 11.00π.μ. και η ώρα 12.25μ.μ., ήταν απούσα. Μετά δε το σχετικό αίτημα της πλευράς του Εφεσίβλητου η ανταπαίτηση απορρίφθηκε και η ακρόαση ορίστηκε για συνέχιση με αγόρευση στις 22.10.2020, όπως ήδη αναφέραμε πιο πάνω. Είναι λοιπόν άξιον απορίας για ποίαν υποχρέωση ειδοποίησης ομιλεί η πλευρά της Εφεσείουσας, αφού είναι στις 24.9.2020 στην παρουσία των συνηγόρων, που ορίστηκε η συνέχιση της ακρόασης. Μάλιστα είναι κατ΄αυτή την ημερομηνία, την 24.9.2020, που η πλευρά της Εφεσείουσας ζήτησε «αναβολή για τελευταία φορά». Συνεπώς, πολύ ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε ότι είναι η Δ.33 θ.5 που εφαρμόζεται και συνεπακόλουθα η προθεσμία των 15 ημερών από τις 7.10.2020 ισχύει και είναι επιτακτική ως εξηγήθηκε από την κυπριακή νομολογία. Στην Ann-Clair Developments Ltd ν. Στέλιου Κυριακίδη
(1999)1 Α.Α.Δ. 537 υποδείχθηκε πως: «Στην προκείμενη περίπτωση, η Δ.33 θ. 5 είναι σαφής. Η απόφαση που εκδίδεται όταν ένας από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη δίκη, μπορεί να παραμεριστεί μετά από αίτηση υποβαλλόμενη μέσα σε 15 μέρες από τη δίκη. Δεν παρέχεται περιθώριο για εφαρμογή άλλης δικονομικής διάταξης στην περίπτωση. Το αντίθετο θα σήμαινε πως για το ίδιο θέμα ένας θεσμός προβλέπει προθεσμία και άλλος όχι.». Εν προκειμένω, η αίτηση καταχωρήθηκε εννιά ολόκληρους μήνες μετά την ημερομηνία ακρόασης. Η όποια προσπάθεια να ενταχθεί η περίπτωση σε δυσλειτουργία λόγω της πανδημίας ή για λόγους που αφορούσαν τις δομές του δικηγορικού γραφείου που εκπροσωπούσαν την Εφεσείουσα, παραπέμπει σε ένα ισχνό και αβέβαιο πλαίσιο ισχυρισμών που μάλλον ενδυναμώνει αυτό που υποδεικνύει το πρωτόδικο Δικαστήριο για επίδειξη ασύγγνωστης αμέλειας. Υιοθετούμε ως σχετικά, αυτά που λέχθηκαν στις Κωνσταντίνου ν. ΟΥΡΠΑΝΚΟΒΑ
(2003)1(Α) Α.Α.Δ. 308. Περαιτέρω, συμφωνώντας με τους συνήγορους του Εφεσίβλητου, θεωρούμε ότι δεν θα πρέπει η πανδημία να χρησιμοποιείται ως πανάκεια σε κάθε περίπτωση που διαπιστώνονται δικονομικές παραλείψεις, ειδικά εάν απουσιάζουν σαφείς αναφορές για τους λόγους που οδήγησαν σε αυτές. Σίγουρα δε, υπό οποιεσδήποτε περιστάσεις, το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να ενεργοποιήσει τη Δ.33 ως ερμηνεύθηκε στο Annual Practice 1955 στην αντίστοιχη αγγλική διάταξη Ο.36 r.33[1] ως η εισήγηση της Εφεσείουσας. Υιοθετούμε την πρωτόδικη κρίση ως ορθή, και απορρίπτουμε τους λόγους έφεσης. Η έφεση απορρίπτεται με €1,500 πλέον ΦΠΑ, αν υπάρχει, υπέρ του Εφεσίβλητου. ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Δ. ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ. ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ, Δ. [1] "Within six days after the Trial" - Notwithstanding Walter v. James 34 W.R. 29, the court has a discretion under O.64, 4.7, though the application be not made within six days after the trial: Schafer v. Blyth, [1920] 3 K.B. 141, following Bradshaw v. Warlow, 32 Ch. D. 403, C.A. decided under one of the rules of the Palatine Court of Lancaster, almost indentical in terms with the present Rule; the C.A., whilst refusing to set aside the judgment, expressed an opinion
(1)that the Judge had power to enlarge the time; and
(2)that it was not necessary to make a substantive application for such enlargement. See, too, Michell v. Wilson, 25 W.R. 380, where the time for applying was extended under the circumstances of the case. See also O.64, r.7. The objection that the application is out of time must be made at the earliest possible moment; see London S.S., etc., Corporation n. Russian Volunteer Fleet, supra." cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο