← Κύπρος

IΩΑΝΝΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΕΦΕΣΕΩΝ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΚΑΙ/Η ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΕΩΣ, ΄Eφεση κατά

IΩΑΝΝΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΕΦΕΣΕΩΝ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΚΑΙ/Η ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΕΩΣ, ΄Eφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ. 58/2022, 15/2/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:AD:2023:A100 ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΄Εφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ. 58/2022 15 Φεβρουαρίου, 2023 [ΓΙΑΣΕΜΗΣ, ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ, ΣΑΝΤΗΣ, Δ/ΣΤΕΣ] ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Εφεσείων, ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΕΦΕΣΕΩΝ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΚΑΙ/Η ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΕΩΣ Εφεσιβλήτων .... Α. Σ. Αγγελίδης για Α. Αγγελίδη ΔΕΠΕ και Γ.Α. Καραπατάκης ΔΕΠΕ, για τον εφεσείοντα Ζ. Κυριακιδου, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους εφεσίβλητους ......... ΓΙΑΣΕΜΗΣ, Δ: Την ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δώσει η Σωκράτους, Δ. ....... Α Π Ο Φ Α Σ Η ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ, Δ: Ο εφεσείων είχε καταχωρήσει προσφυγή στο Διοικητικό Δικαστήριο με την οποία ζητούσε «ακύρωση της απόφασης του Συμβουλίου Εφέσεων ημερομηνίας 6/4/2021, επί της έφεσης αρ. 7/2020, με την οποία επικυρώθηκε η απόφαση του Πειθαρχικού Συμβουλίου ημερομηνίας 11/6/2020, στα πλαίσια εκδίκασης της Πειθαρχικής Υπόθεσης αρ. 4/2017, να κρίνει τον αιτητή ένοχο σε τρεις πειθαρχικές κατηγορίες, επιβάλλοντας του, την ποινή του εξαναγκασμού σε παραίτηση, σε σχέση με τη 2η και 5η κατηγορία και πρόστιμο 10 ημερομισθίων σε σχέση με την 1η κατηγορία.» Το Διοικητικό Δικαστήριο στο εξής το «Πρωτόδικο Δικαστήριο» με την απόφαση του, η οποία αποτελεί το αντικείμενο της κρινόμενης έφεσης, απέρριψε την προσφυγή. Με έξι λόγους έφεσης προσβάλλεται η ορθότητα της πρωτόδικης κρίσης σε όλο της το εύρος, με κύρια συνισταμένη των λόγων 1-3 να αποτελεί η θέση της έκδηλης πλάνης στη λήψη της απόφασης με την οποίαν ο εφεσείων κρίθηκε ένοχος, βασιζόμενη στη λανθασμένη αξιολόγηση του «κύριου» μάρτυρα κατηγορίας κ. Παύλου Γαϊτανίδη. Οι λόγοι 4-6 άπτονται του θέματος της ποινής ήτοι το ύψος και το αποδεκτό αυτής ως αρμόζουσα στο αδίκημα για το οποίο ο εφεσείων εκρίθη ένοχος. Καθίσταται πρόδηλον πως οι λόγοι 4-6 θα τύχουν εξέτασης σε περίπτωση αποτυχίας των τριών πρώτων, καθόσον η επιτυχία αυτών και η συνακόλουθη ακύρωση της καταδίκης, θα τους καταστήσει άνευ αντικειμένου. Μια σύντομη αναδρομή στα γεγονότα πριν την ενασχόληση με τους λόγους έφεσης θα βοηθήσει στην κατανόηση της εξέτασης τους. Ο εφεσείων ενεγράφη μέλος της Αστυνομικής Δύναμης Κύπρου ως αστυφύλακας στις 18/9/1995 και την 1/11/2000 προήχθη στο βαθμό του Λοχία. Κατέχει Δίπλωμα της Ανώτερης Σχολής Εμπορικού Ναυτικού Μακεδονίας και Δίπλωμα Πλοιάρχου Γ΄Τάξης. Στις 23/6/2016 σε εστιατόριο στην Αγ. Νάπα ενώ ο Θεοφάνης Θεοφάνους άλλως Καλοψιδιώτης συνέτρωγε με το Λοχία Ηλία Χατζηευθυμίου, τη σύζυγο του Σκεύη και τα παιδιά τους και με ακόμη ένα αστυφύλακα δέχθηκαν δολοφονική επίθεση από δύο κουκουλοφόρους. Τραυματίστηκαν θανάσιμα οι Καλοψιδιώτης, ο Λοχίας Χατζηευθυμίου και η σύζυγος του και ένας εκ των δραστών. Στην κατοχή του δολοφονηθέντος Λοχία ανευρέθηκε μεγάλο χρηματικό ποσό και τόσο το γεγονός αυτό όσο και οι σχέσεις του με το Θεοφάνη Θεοφάνους (στο εξής Καλοψιδιώτης) θεωρήθηκαν ύποπτες για διαφθορά. Ως εκ τούτου διατάχθηκε η διεξαγωγή έρευνας από ποινικούς ανακριτές οι οποίοι διορίστηκαν από το Γενικό Εισαγγελέα, προκειμένου να διερευνηθεί το ενδεχόμενο ύπαρξης διαφθοράς στην Αστυνομία. Από το πόρισμα των ποινικών ανακριτών, το οποίο διαβιβάστηκε στον Αρχηγό Αστυνομίας από το Γενικό Εισαγγελέα στις 4/5/2017, προέκυπτε πως μέλη της Αστυνομίας είχαν ύποπτες σχέσεις με το δολοφονηθέντα Καλοψιδιώτη, ο οποίος δραστηριοποιείτο σε εγκληματικές υποθέσεις στην περιοχή της ελεύθερης περιοχής Αμμοχώστου και ιδιαίτερα της Αγίας Νάπας. Με βάση το περιεχόμενο του πορίσματος, η Αστυνομία αποφάσισε όπως προχωρήσει στη διερεύνηση πειθαρχικών αδικημάτων εναντίον τεσσάρων μελών της, μεταξύ των οποίων και του εφεσείοντα, διορίζοντας προς τούτο στις 8/5/2017, ερευνώντα λειτουργό. Εναντίον του εφεσείοντα ασκήθηκε πειθαρχική υπόθεση με αρ. 4/2017 στα πλαίσια της οποίας μετά από ακρόαση, η Πειθαρχική Επιτροπή έκρινε τον εφεσείοντα ένοχο σε τρεις από τις πέντε κατηγορίες ήτοι στην πρώτη και δεύτερη για το αδίκημα της ανάρμοστης συμπεριφοράς επί το ότι διατηρούσε φιλικές σχέσεις με τον Καλοψιδιώτη και ότι κατά τα έτη 2014-2016 ασχολείτο ως διαχειριστής του υποστατικού με την ονομασία «Καφενείο» συμφερόντων της οικογένειας Καλοψιδιώτη χωρίς άδεια από τον Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξεως κατά παράβαση του Αστυνομικού Νόμου και κατά απρεπή και επιζήμιο για την πειθαρχία ή κατά τρόπο που ήταν εύλογα δυνατό να δυσφημίσει την Αστυνομία. Με την πέμπτη κατηγορία του αποδιδόταν το αδίκημα της παράβασης ή παράλειψης καθήκοντος με τις λεπτομέρειες αδικήματος να είναι οι ίδιες ως και της δεύτερης κατηγορίας. Η Πειθαρχική Επιτροπή με απόφαση της ημερ. 11/6/2020 επέβαλε για την πρώτη κατηγορία πρόστιμο 10 ημερομισθίων. Για τη δεύτερη κατηγορία την ποινή του εξαναγκασμού σε παραίτηση, ενώ δεν επέβαλε ποινή στην 5η κατηγορία καθότι αφορούσε το ίδιο παράπτωμα με εκείνο της δεύτερης. Κατά την ως άνω καταδικαστικής απόφασης, ο εφεσείων άσκησε την έφεση αρ. 7/2020 ενώπιον του Συμβουλίου Εφέσεων, η οποία απορρίφθηκε στις 6/4/21 και επικυρώθηκε τόσο η απόφαση επί της καταδίκης όσο και η ποινή. Στη συνέχεια ακολούθησε η καταχώρηση της προσφυγής αρ. 599/21, η οποία και απορρίφθηκε στις 2/3/22, με αποτέλεσμα την καταχώρηση της κρινόμενης έφεσης, στην εκδίκαση της οποίας, κατόπιν αιτήματος του εφεσείοντα ενόψει των συνεπειών της καταδίκης και της ποινής του, εδόθη προτεραιότητα, όπως και στο πρωτόδικο Δικαστήριο. Τέθηκε πρωτοδίκως ως λόγος ακύρωσης της απόφασης της Πειθαρχικής Επιτροπής και της επικροτούσης αυτήν του Συμβουλίου Εφέσεως η ύπαρξη πλάνης στη λήψη απόφασης αναφορικά με τη μαρτυρία του Γαϊτανίδη, η οποία δεν καθιστούσε εύλογο το εύρημα πως ο ίδιος ο εφεσείων ήταν ο διαχειριστής του υποστατικού «Καφενείο» ιδιοκτησίας του δολοφονηθέντος Καλοψιδιώτη, αφού κάτι τέτοιο δεν προέκυπτε από τη δοθείσα μαρτυρία, ούτε από την ενισχυτική μαρτυρία των άλλων δυο μαρτύρων. Ο συνήγορος του εφεσείοντα είχε μεταφέρει στη γραπτή του αγόρευση εκτενή αποσπάσματα από τη δοθείσα μαρτυρία, και ιδιαίτερα την αντεξέταση προτείνοντας ότι δεν προέκυπτε το συμπέρασμα ότι ο αιτητής ήταν ο διαχειριστής του «Καφενείου». Το πρωτόδικο Δικαστήριο αφού υπενθύμισε «το γεγονός ότι ένα πειθαρχικό όργανο κατά τη διεξαγωγή μιας πειθαρχικής δίκης δύναται να δεχθεί ένα ευρύ φάσμα μαρτυρίας που κανονικά δεν θα είχε θέση στις καθαρά δικαστικές διαδικασίες, αλλά και τη μη αυστηρή προσήλωση στους κανόνες του δίκαιου της απόδειξης», σχολίασε πως η Πειθαρχική Επιτροπή εξέτασε και κατέγραψε παρατηρήσεις οι οποίες καθοδήγησαν την κρίση της και πως ειδικότερα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Γαϊτανίδη προέβη σε αναφορά στο αποδεκτό της μαρτυρίας του, παρά τις οποίες προσπάθειες του μάρτυρα που έγιναν από το εδώλιο να αποστασιοποιηθεί από το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης. Επεσήμανε δε περαιτέρω το πρωτόδικο Δικαστήριο, πως από τη μελέτη της απόφασης της Πειθαρχικής Επιτροπής, διαπίστωσε ότι δόθηκε λεπτομερής αλλά και αποδεκτή αιτιολογία ως προς τους παράγοντες που επενήργησαν είτε θετικά είτε αρνητικά κατά την αξιολόγηση της ενώπιον της δοθείσας μαρτυρίας. Επανερχόμενοι στους λόγους εφέσεως υπενθυμίζουμε πως με τους τρεις πρώτους οι οποίοι είναι επάλληλοι, πλήττεται η ορθότητα της κρίσης του πρωτόδικο Δικαστηρίου με την οποία δεν έγινε δεκτή η θέση του εφεσείοντα πως η Πειθαρχική Επιτροπή ενήργησε πεπλανημένα ως προς τα πραγματικά γεγονότα και κυρίως ως προς τη μαρτυρία του Π. Γαϊτανίδη. Με το περίγραμμα αγόρευσης του, ο συνήγορος του εφεσείοντα, προέβη σε καταγραφή των αντιφατικών θέσεων και αυτοαναιρέσεων όπως τις χαρακτήρισε, του κ. Γαϊτανίδη, οι οποίες κατά την εισήγηση του έπρεπε να οδηγήσουν την Πειθαρχική Επιτροπή στην απόρριψη και όχι αποδοχή μέρους της μαρτυρίας του. Θεωρεί άστοχη τη θέση της Επιτροπής και κατ' ακολουθία του Συμβουλίου Εφέσεων, ότι υπήρχε η δικονομική δυνατότητα αποδοχής μέρους μαρτυρίας ως αξιόπιστης και απόρριψης άλλης ως αναξιόπιστης. Τούτο συμβαίνει, υπέδειξε ο συνήγορος, όταν το Δικαστήριο κρίνει μάρτυρα ως αξιόπιστο και έχει τη δυνατότητα στην περίπτωση που υπάρχουν μικροαντιφάσεις, στην αξιόπιστη μαρτυρία, να κρίνει ένα μέρος αυτής ως ορθή ενώ άλλο ως λανθασμένη. Η συνήγορος της εφεσίβλητης υποστήριξε πως η διαδικασία που πρέπει να τηρείται κατά τη διεξαγωγή μίας πειθαρχικής δίκης δεν είναι απαραίτητο να είναι ακριβώς η ίδια με εκείνη που τηρείται από ένα δικαστήριο σε μία ποινική δίκη. Τα πειθαρχικά όργανα δεν είναι δικαστήρια και συνεπώς δεν πρέπει να αναμένεται από αυτά να τηρούν πιστά όλους τους κανόνες της Ποινικής Διικονομίας και Δικαίου περί Αποδείξεως, ακόμα και αν ο νόμος ορίζει ότι η ακρόαση της υπόθεσης διεξάγεται κατά το δυνατό με τον ίδιο τρόπο όπως και η ακρόαση ποινικής υπόθεσης που εκδικάζεται συνοπτικά. Εκείνο που αναμένεται από ένα πειθαρχικό όργανο είναι να ενεργεί έντιμα, αντικειμενικά και με καλή πίστη και γενικά σύμφωνα με τις βασικές αρχές της δικαιοσύνης. Εισηγήθηκε, υποστηρίζοντας την πρωτόδικη απόφαση πως στην πειθαρχική διαδικασία, η εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών τα οποία συνιστούν το πειθαρχικό παράπτωμα, ανήκει στη διακριτική εξουσία της διοικήσεως και διαφεύγει του ακυρωτικού ελέγχου. Συνεπώς, το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά κατέληξε ότι δεν υπήρχε τίποτε το μεμπτόν στην απόφαση της Πειθαρχικής Επιτροπής, κατά την αξιολόγηση του βασικού μάρτυρα κατηγορίας Π. Γαϊτανίδη. Ένα πειθαρχικά διωκόμενο πρόσωπο υπέχει όλα τα δικαιώματα που προβλέπει το Άρθρο 12 του Συντάγματος, διασφαλίσεις που ενσωματώνουν τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης. «Το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο αναγνώρισε εξαρχής ότι ο πειθαρχικά διωκόμενος υπάλληλος έχει τα ίδια δικαιώματα που κατοχυρώνει το Σύνταγμα σε άτομο που διώκεται ποινικά - (βλ. Andreas A. Markoullides and The Republic (Public Service Commission) 3 R.S.C.C. 30. Nicos Kalisperas and The Republic (Public Service Commission) and Another 3 R.S.C.C. 146). Το ακόλουθο απόσπασμα από τη Nicolaos D. Haros and The Republic (Minister of the Interior) 4 R.S.C.C. 39, αναγνωρίζει την επενέργεια των κανόνων της φυσικής δικαιοσύνης, σ' όλη την έκτασή τους, στο πεδίο της πειθαρχικής διαδικασίας. κανόνες που συνταυτίζονται, όπως διαπιστώνεται, με τις διασφαλίσεις του Άρθρου 12 του Συντάγματος:- (σελ. 44) "Concerning the allegation that the provisions of regulation 20 are contrary to the rules of natural justice the Court is of the opinion that the said rules, which also under Article 12 are made applicable to offences in general, should be adhered to in all cases of disciplinary control in the domain of public law ." (Ελληνική μετάφραση ελεύθερη: «Αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι οι πρόνοιες του κανονισμού 20 αντίκεινται προς τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης, το Δικαστήριο είναι της άποψης ότι οι ρηθέντες κανόνες, οι οποίοι περιλαμβάνονται επίσης στο Άρθρο 12*, τυγχάνουν εφαρμογής σε κατηγορίες γενικά και πρέπει να τηρούνται σε όλες τις υποθέσεις πειθαρχικού ελέγχου στο πεδίο του δημοσίου δικαίου ...») (Βλ., επίσης, Stelios K. Morsis and The Republic (Public Service Commission) 4 R.S.C.C. 133.) Τα ανωτέρω έχουν διατυπωθεί στην Σωτήρης Παπασάββα ν. Κυπριακής Δημοκρατίας

(2003)3 ΑΑΔ 134 και υιοθετεί σε σειρά μεταγενέστερων αποφάσεων (Συμβούλιο Εφέσεων Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης κ.α. ν. Παναγή κ.α., ΑΕ 47/14 ημερ. 25/2/2021, ECLI:CY:AD:2021:C71. Τις ανωτέρω αρχές, παραπέμποντας σε σχετική νομολογία, κατέγραψε και το πρωτόδικο Δικαστήριο υπενθυμίζοντας και το δικαίωμα ακρόασης εντός εύλογου χρόνου όπως αυτό διασφαλίζεται από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος (Matsas v. Republic
(1988)3 (Β) CLR 1448). Προτού αποφανθούμε επί των συγκεκριμένων λόγων έφεσης πρέπει να υπομνήσουμε την διαχρονικά εδραιωθείσα από τη νομολογία αρχήν ότι το Διοικητικό Δικαστήριο δεν μπορεί να επέμβει στην υποκειμενική εκτίμηση των γεγονότων στην οποία προβαίνει το αρμόδιο πειθαρχικό όργανο (Republic v. Mozoras
(1970)3 CLR 210, Enotiadou v. Republic
(1971)3 CLR 409, Solomou v. Republic
(1984)3 CLR 533, Α. Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1999)3 ΑΑΔ 508, Πλατρίτης Κυριάκος ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2003)3 ΑΑΔ 571). Όπως όμως επισημάνθηκε στην τελευταία ως άνω απόφαση, το Διοικητικό Δικαστήριο μπορεί να επέμβει όταν διαπιστώνεται κακή χρήση της διακριτικής εξουσίας ή πλάνη περί τα πράγματα. Χωρεί, ως εκ τούτου επέμβαση, όπου δεν υπάρχουν αντικειμενικά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία άσκησαν στο πειθαρχικό όργανο ουσιώδη επιρροή ή εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων. Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στα Πορίσματα Νομολογίας του Σ.τ.Ε. 1929-1959, όπου παραπομπή στο κάτωθι απόσπασμα έγινε από το πρωτόδικο Δικαστήριο: «Περαιτέρω γίνεται δεκτόν, ότι εις την πειθαρχικήν διαδικασίαν, η εκτίμησις των πραγματικών περιστατικών των συνιστώντων το πειθαρχικόν παράπτωμα και η στάθμισις της βαρύτητος αυτών προς επιβολήν της αρμοζούσης εκάστοτε ποινής ανήκουσιν εις την διακριτικήν εξουσίαν της Διοικήσεως και διαφεύγουσι τον έλεγχον του Συμβουλίου Επικρατείας δικάζοντος επί ακυρώσει, πλην εάν συντρέχη κατάχρησις ή κακή χρήσις της διακριτικής εξουσίας ή πλάνη περί τα πράγματα [.]. Ο υπό του αρμοδίου όμως οργάνου χαρακτηρισμός ωρισμένων πραγματικών περιστατικών ως συνιστώντων ή μη πειθαρχικόν παράπτωμα, δεν αποτελεί ουσιαστικήν κρίσιν διαφεύγουσαν τον ακυρωτικόν έλεγχον του Σ.τ.Ε., αλλά νομικόν χαρακτηρισμόν των πραγματικών αυτών περιστατικών και υπαγωγήν των εις συγκεκριμένον κανόνα δικαίου [.] ήτοι ενέργειαν ελεγχομένην ακυρωτικώς.» Στη συνέχεια των Πορισμάτων στη σελ. 415 σημειώνονται πως «Εγένετο περαιτέρω δεκτόν ότι είναι γενικώς απαράδεκτοι λόγοι ακυρώσεως πλήττοντες την ουσιαστικήν κρίσιν και εκτίμησιν του ανακριτικού συμβουλίου . ως π.χ. εκείνοι δι' ων προβάλλεται εσφαλμένη εκτίμησις των αποδεικτικών στοιχείων ..ή εσφαλμένη κρίσις ως προς την υποκειμενικήν υπαιτιότητα του πειθαρχικώς διωκομένου αξιωματικού ή προς επιμέτρησιν της ποινής» υποδεικνύοντας περαιτέρω πως «πλάνη όμως περί τα πράγματα, λόγω αντικειμενικής ανυπαρξίας των πραγματικών περιστατικών, άτινα ήσκησαν ουσιώδη επιρροήν με την διαμόρφωσιν της κρίσεως του ανακριτικού συμβουλίου επάγεται ακυρότητα της γνωμοδοτήσεως αυτού.» Στην Κυριάκος Πλατρίτης (ανωτέρω) η διαπίστωση της Ολομέλειας ότι «η ΕΔΥ, υπό πλάνη ευρισκομένη περί τα πράγματα, εσφαλμένα εκτίμησε τα αποδεικτικά στοιχεία και κατέληξε στο εσφαλμένο συμπέρασμα ότι αυτά οδηγούσαν με ασφάλεια ότι απεδείχθη σχέση εξάρτησης εφεσείοντα-παραπονούμενης, συστατικό στοιχείο που απαιτείται για την απόδειξη των δύο αδικημάτων» οδήγησε στην ακύρωση της επίδικης απόφασης. Είναι πρόδηλον και αποδεκτό από αμφότερα τα διάδικα μέρη ότι η μαρτυρία του βασικού μάρτυρα κ. Π. Γαϊτανίδη διαφοροποιήθηκε ουσιωδώς κατά την αντεξέταση και επανεξέταση του από τη δοθείσα στην κατάθεση του προς την Αστυνομία η οποία και αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του. Συγκεκριμένα, όπως στην ίδια την απόφαση της Πειθαρχικής Επιτροπής καταγράφεται ο Γαϊτανίδης αναίρεσε κατά την αντεξέταση του εκείνο που ανέφερε στην κατάθεση του, επιμένοντας πως ο ίδιος ξεκίνησε συνεργασία με τον Καλοψιδιώτη το έτος 2016, περίοδο κατά την οποίαν ο εφεσείων δεν φέρεται να εργαζόταν εκεί. Ότι άκουσε, από τρίτο και όχι από τον Καλοψιδιώτη ότι ο εφεσείων εργαζόταν. Ενώ σε άλλο σημείο της αντεξέτασης κατονόμασε κάποιο τρίτο πρόσωπο κατά την επίδικη περίοδο αντί του εφεσείοντα. Εξάλλου ακόμη και στην κατάθεση του, όχι από ιδία γνώση, αλλά εξ ακοής χαρακτήρισε τον εφεσείοντα ως το διαχειριστή του «Καφενείου». Το γεγονός της ύπαρξης αντικρουόμενων και αντιφατικών εκδοχών επιβεβαιώνει στην απόφαση του το πρωτόδικο Δικαστήριο όταν αιτιολογώντας την κρίση της Πειθαρχικής Επιτροπής αναφέρει: «Προβαίνοντας στο δύσκολο έργο της αξιολόγησης της μαρτυρίας, η Επιτροπή εντόπισε και κατέγραψε τις διαφοροποιήσεις στη μαρτυρία, είτε ως αντιφάσεις, είτε ως προσπάθεια αποστασιοποίησης και αλλαγής της αρχικής γραπτής μαρτυρίας, μέσω των καταθέσεων, επεξηγώντας παράλληλα, με αναφορά σε σχετική νομολογία, τη διακριτική της ευχέρεια στη δυνατότητα αποδοχής μέρους μαρτυρίας που κρίνεται ως αξιόπιστη και απόρριψης μέρους μαρτυρίας που κρίνεται ως αναξιόπιστη.» Το πρωτόδικο Δικαστήριο μεταφέρει στην απόφαση του, το πιο κάτω μέρος της απόφασης της Πειθαρχικής Επιτροπής: «Αξιολογώντας τη μαρτυρία αυτή, παρατηρούμε ότι στη συγκεκριμένη κατάθεση, είχε αναφέρει ότι τη διαχείριση την είχε ο κατηγορούμενος, ενώ στην αντεξέτασή του στην Επιτροπή, διαφοροποιήθηκε και αναφέρθηκε σε άλλα ονόματα και έκανε άλλες εικασίες. Ως εκ τούτου, κατά την κρίση της Επιτροπής, η μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος ήταν ο διαχειριστής του καφενείου γίνεται αποδεκτή. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο στην απουσία ισχυρών λόγων περί του αντιθέτου, έχει διακριτική ευχέρεια να αποδέχεται μέρος της μαρτυρίας, μαρτυρία που συγκεντρώνει τα απαραίτητα στοιχεία αξιοπιστίας (Mohamed ν. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 266 και να απορρίπτουν το υπόλοιπο της μαρτυρίας αυτής ως αναξιόπιστο (Ιωσηφίδης ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 243/12, ημερ. 2/5/2014, ECLI:CY:AD:2014:B289, ενεργώντας αναλόγως. Λαμβανομένου υπόψη και της άλλης περιστατικής μαρτυρίας που δόθηκε, ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος για αυτή την κατηγορία». Στην ίδια απόφαση, πριν την κατάληξη στο πιο πάνω απόσπασμα αναφέρονται και τα ακόλουθα από την Πειθαρχική Επιτροπή: «τέταρτος μάρτυρας κλήθηκε ο Παύλος Γαϊτανίδης, ο οποίος ήταν ο Γενικός Διευθυντής των Εταιρειών του Θ. Θεοφάνους (Καλοψιδιώτη) από τις 9/11/2015. Αυτός σε γραπτή του κατάθεση στους ανακριτές είχε αναφέρει ότι με την ανάληψη των καθηκόντων του, έμαθε ότι τη διαχείριση του Υποστατικού «Καφενείο» την είχε κάποιος Γιάννος Αστυνομικός. Στη μαρτυρία του όμως, είπε ότι τη διαχείριση του «ΚΑΦΕΝΕΙΟΥ» την είχε κάποιος Συμεωνίδης και πριν από αυτόν ένας Τσέχος ή Πολωνός, αναιρώντας ότι είχε πει στην κατάθεση του. Κατέθεσε ότι ο 1ος κατηγορούμενος δεν ήταν στο μισθολόγιο της εταιρείας και ουδέποτε επίσης του έφερε οποιεσδήποτε εισπράξεις. Επίσης κατάθεσε ότι ουδέποτε έκανε ο 1ος κατηγορούμενος οποιεσδήποτε παραγγελίες. Στην μαρτυρία του ανακατασκεύασε τη γραπτή του κατάθεση, λέγοντας για τον 1ο κατηγορούμενο ότι είχε ακούσει ενώ δεν είχε ιδία αντίληψη. Μετά που ανέλαβε οικονομικός διευθυντής δεν περιέπεσε στην αντίληψη του ο 1ος κατηγορούμενος να πληρωνόταν από την εταιρεία και αν γινόταν κάτι τέτοιο θα το γνώριζε. Ως διαχειριστή του καφενείου κατονόμασε κάποιο Ανδρέα Συμεωνίδη.» Το έργο αυτό της αξιολόγησης, κρίνεται πως ετελέσθη υπό πλάνη για τα πραγματικά γεγονότα όπως προσφέρθηκαν από τον Γαϊτανίδη και κατ' εσφαλμένο τρόπο αξιολογήθηκαν από την Πειθαρχική Επιτροπή. Δεν είναι μεμπτό ένας μάρτυρας να γίνεται πιστευτός μερικώς ή ολικώς ούτε είναι επιλήψιμο, μέρος μαρτυρίας να γίνεται αποδεκτό ενώ άλλο να απορρίπτεται. Τούτο όμως είναι δυνατό εφόσον προηγηθεί η αξιολόγηση της μαρτυρίας του (Χριστοφή ν. Γρηγορίου
(2015)1 (Γ) ΑΑΔ 2154, ECLI:CY:AD:2015:A674) και όταν μέσα από μια αξιόπιστη μαρτυρία προσφέρονται στοιχεία τα οποία κρίνονται μη αξιόπιστα και τα οποία δεν αντικρούουν την αξιόπιστη μαρτυρία. Αυτό τονίστηκε στις αποφάσεις Mohamed (ανωτέρω) και Ιωσηφίδη (ανωτέρω) τις οποίες επικαλέστηκε η Πειθαρχική Επιτροπή στην απόφαση της, με το ακόλουθο απόσπασμα από την Ιωσηφίδης να είναι σχετικό: «Το Δικαστήριο αναλόγως της άποψης που έχει σχηματίσει ως προς την αξιοπιστία ενός μάρτυρα μπορεί να αποδεχθεί μέρος και να απορρίψει άλλο. Η δυνατότητα όμως επιλογής του Δικαστηρίου αποδοχής μέρους της μαρτυρίας προσφέρεται μόνο στις περιπτώσεις μαρτύρων οι οποίοι κρίνονται ως αξιόπιστοι. Σε μια τέτοια περίπτωση, σημειώνεται στην Mohamed (ανωτέρω) το Δικαστήριο μπορεί να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα το οποίο κατά την άποψη του εκφράζει την πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να απορρίψει άλλο μέρος το οποίο θεωρεί ως λανθασμένο, είτε λόγω ανεπίγνωστα ανεπαρκούς παρατήρησης, είτε λόγω αδυναμίας μνήμης.» Είναι αποδεκτό και εντός των πλαισίων της ανθρώπινης διεργασίας κάποια γεγονότα να προσφέρονται ή με υπερβολή ή να περιέχουν στοιχεία τα οποία να κρίνονται μη αληθή. Είναι όμως απαράδεκτο, για το ίδιο επίδικο ουσιώδες και καίριο ζήτημα να προσφέρονται δύο εκδοχές αλληλοαναιρούμενες και αντιφάσκουσες η μια την άλλη. Όπως και στην κρινόμενη περίπτωση. Δεν είναι δίκαιο και ορθό ούτε συνάδει με την έννοια της φυσικής δικαιοσύνης, να προσφέρεται για το ζήτημα της διαχείρισης του «Καφενείου» μια εκδοχή η οποία να αναιρείται κατά την αντεξέταση, να διαπιστώνεται ότι ο μάρτυρας διαφοροποιείται και προβαίνει σε εικασίες και παρά ταύτα να επιλέγεται ένα μέρος αυτής, ήτοι η πρώτη εκδοχή. Χωρίς εξήγηση και αιτιολόγηση γι' αυτή την επιλογή. Η Επιτροπή επιλέγει να πιστέψει την πρώτη εκδοχή του μάρτυρα προς την Αστυνομία, χωρίς όμως να προβεί στην αξιολόγηση του μάρτυρα ως αξιόπιστου ή μη, και αιτιολογεί και προσδιορίσει πότε αυτός έλεγε την αλήθεια και πότε όχι. Η ανάγκη αιτιολόγησης της αξιολόγησης μάρτυρα ως αξιόπιστου, αποτελεί εκ των ων ουκ άνευ έργο του Δικαστηρίου, ούτως ώστε να αποτελεί το αναγκαίο υποστύλωμα και βάση της αποδοχής των αποδεικτικών στοιχείων που προσφέρθηκαν. Έργο το οποίο η Πειθαρχική Επιτροπή εξάσκησε κατά εσφαλμένο τρόπο, και συνεπώς η κρίση του Δικαστηρίου ότι δεν έχει εντοπίσει οτιδήποτε το μεμπτόν στη διεργασία της κρίσης του κρίνεται εσφαλμένη. Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στην απόφαση ΕΔΑΔ Case of Xenofontos and others n. Cyprus Appl. Nos 68725/16, 74339/16, and 74359/16, ημερ. 25/10/2022, όπου επιδοκιμάστηκε ως ορθή η αποδοχή της μαρτυρίας συνεργού, παρά τις κάποιες αντιφάσεις του, επειδή ως αναφέρεται στην απόφαση ΕΔΑΔ - the domestic court approached the testimony cautiously and the domestic court explained in detail why, it believed the witness. Στο σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές πτυχές των Τ. Ηλιάδη και Ν. Σάντη, επεξηγείται στη σεl. 142 κ.επ με παραπομπή σε νομολογία πως: «.Η έλλειψη επαρκούς αιτιολόγησης για μερική αποδοχή μαρτυρίας ή η λαθεμένη αποτίμηση της από το Δικαστήριο, υπάρχει πιθανότητα να οδηγήσει σε απόρριψη της σχετικής αξιολόγησης από το Εφετείο λόγω εσφαλμένης καθοδήγησης (Μελεκίδης ν Παπαγεωργίου και Άλλων, ΠΕ 89/09, ημ. 29.3.13, Magistrato Gardens Limited v Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ΠΕ 261/08, ημερ. 23.2.12, Αριστείδου ν Δημοκρατίας
(2011)2 ΑΑΔ 32, Λαζάρου και Άλλης ν Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 633, Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 506), αλλά και σε αθώωση του κατηγορούμενου (Χρυσοστόμου ν Αστυνομίας, Ποιν. Εφ 235/12, ημ. 13.11.13). Στην Ιωάννου και Άλλης ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ 52/12, ημ. 3.4.13, το Ανώτατο Δικαστήριο, διά του Χατζηχαμπή, Δ., υπογράμμισε τα ακόλουθα σχετικά: Έχουμε εκθέσει σε έκταση την προσέγγιση του Δικαστηρίου και τις παρατηρήσεις του, για να πούμε ότι με κανένα κανόνα που επιτρέπει στο Δικαστήριο να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας και να απορρίψει άλλη δεν θα ήταν δυνατό για το Δικαστήριο, εφ' όσον σχημάτισε τέτοια αρνητική εντύπωση για ένα μάρτυρα, να μπορέσει με ασφάλεια πλέον να βασισθεί στην όλη μαρτυρία η οποία είχε δοθεί για σκοπούς καταδίκης. Η μαρτυρία, με τις ίδιες τις δηλώσεις του Δικαστηρίου, κατέστη ανασφαλής για να μπορεί το Δικαστήριο να βασισθεί πάνω σε αυτή και δεν ήταν δυνατό να επιλεγούν μεμονωμένα στοιχεία της μαρτυρίας, όπως έκαμε το Δικαστήριο ουσιαστικά, με την επιδίωξη να διακριβωθεί αξιοπιστία όσον αφορά το ένα στάδιο αλλά αναξιοπιστία όσον αφορά το άλλο στάδιο, είτε προηγούμενα είτε επόμενα.» Συνεπώς οι σχετικοί λόγοι έφεσης επιτυγχάνουν με αναπόφευκτη κατάληξη τον παραμερισμό της πρωτόδικης απόφασης και την ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης δυνάμει του Άρθρου 146.4(β) του Συντάγματος. Υπό το φως της κατάληξης αυτής, οι λοιποί λόγοι έφεσης καθίστανται άνευ αντικειμένου. Επιδικάζονται έξοδα έφεσης €2.000 πλέον ΦΠΑ, υπέρ του εφεσείοντα. Το πρωτοδίκως επιδικασθέν ποσό εξόδων εναντίον του εφεσείοντα ακυρώνεται και επιδικάζεται υπέρ του, το ποσό των €1.500 πλέον ΦΠΑ. Γ. Γιασεμής, Δ. Δ. Σωκράτους, Δ. Ν. Σάντης, Δ. /Κας cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.