Κ. Κ. v. Α. Κ., Έφεση Αρ. 32/22, 21/6/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DOD:2023:17 ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙO ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (ΕΦΕΣΗ αρ. 32/22) 21 Ιουνίου, 2023 [Τ. ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Χ. ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ., Δ. ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ, Δ.] Κ. K. Εφεσείων, Και A. K. Εφεσίβλητη. --------- Τζ.Ζήνωνος (κα), για τον Εφεσείοντα Γ.Στυλιανίδη, (κα), με Β. Κοβάτσεβιτς, (κα), για Γ.Στυλιανίδη & Σ/τες ΔΕΠΕ, για την Εφεσίβλητη ----------- ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Δ.: Η απόφαση είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τη Δικαστή Τ.Ψαρά-Μιλτιάδου. Α Π Ο Φ Α Σ Η ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Δ.: Το Δικαστήριο, στις 10.5.2021, εξέδωσε προσωρινό Διάταγμα, στα πλαίσια ενδιάμεσης αίτησης διατροφής, ενώ εκκρεμούσε εναρκτήρια αίτηση για το τελικό διάταγμα. Αρχικά, το προσωρινό Διάταγμα διέταζε τον Εφεσείοντα/Καθ΄ου η αίτηση να συνεισφέρει το ποσό των €9.000 ήτοι €5.000 για το τέκνο D και €4.000 για την Εφεσίβλητη - μητέρα του. Μετά από την καταχώρηση ένστασης από τον Εφεσείοντα και αφού ακούστηκαν και οι δύο πλευρές, το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε για τους λόγους που εξήγησε πως πληρούνται οι προϋποθέσεις του ΄Αρθρου 32 του Ν.14/60 πλην όμως το τροποποίησε, ώστε η συνεισφορά για το Ανήλικο D να είναι στο ποσό των €4.000 μηνιαίως και της Εφεσίβλητης στις €3.000, (συνολικό ποσό €7.000 από 1.6.2022). Το δε τροποποιηθέν διάταγμα κατέστη απόλυτο ώστε να ισχύει μέχρι την εκδίκαση της κυρίως αίτησης ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Ο Εφεσείων καταχώρησε στη συνέχεια την παρούσα έφεση με την οποία κυρίως παραπονείται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αιτιολόγησε την κρίση του και δεν ασχολήθηκε με ζητήματα καθοριστικής σημασίας χωρίς τα αναγκαία ευρήματα. Πρόκειται για το λόγο έφεσης 1 στην αιτιολογία του οποίου διατυπώνεται ο ισχυρισμός για «αντιγραφή επί λέξει» άλλης απόφασης του ιδίου Δικαστηρίου. Επίσης με το λόγο έφεσης 6 τίθεται ευρύτερα το θέμα έλλειψης επαρκούς αιτιολογίας και ορθής δομής μιας αιτιολογημένης απόφασης αφού η πρωτόδικη απόφαση στερείται του απαραίτητου ειρμού στη σκέψη του Δικαστηρίου και δεν αναλύεται με διαύγεια ο δικαστικός λόγος. Προσθέτως, με τον 3ο λόγο, ο Εφεσείων μέμφεται την πρωτόδικη κρίση επί το ότι ελλείπει η αναφορά στα ΄Αρθρα 5 και 6 του περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμου του 1991 Ν.232/91. Με τον 4ο λόγο έφεσης αναφέρεται πως το πρωτόδικο δικαστήριο λανθασμένα και/ή σε αντίθεση με τη μαρτυρία, κατέληξε στο συμπέρασμα πως ο Εφεσείων αναγνωρίζει υποχρέωση συνεισφοράς προς την εν διαστάσει σύζυγο του. Με τον 5ο λόγο έφεσης ότι εσφαλμένα κατέληξε στο συμπέρασμα περί των εισοδημάτων ή εισοδηματικών ικανοτήτων της Εφεσίβλητης και/ή δεν αξιολόγησε ορθά την ενώπιον του μαρτυρία σε σχέση με τα εισοδήματα της. Όταν προσεχθούν οι λόγοι έφεσης και η συναφής αιτιολογία τους, διαφαίνεται πως στο σύνολο τους αναφέρονται και πλήττουν την όλη δικαστική διεργασία σκέψης τόσο αναφορικά με τον τρόπο αντιμετώπισης μαρτυρίας, όσο και στη νομική πτυχή αυτής. Προσθέτως, πλήττεται τόσο η αιτιολογία όσο και η δομή της απόφασης ως μη ανταποκρινόμενη στο επίπεδο μιας συγκροτημένης απόφασης. Δεν χρειάζεται να πούμε το αυτονόητο. Η κρίση εάν μια απόφαση είναι ή όχι αιτιολογημένη συναρτάται με τα επίδικα θέματα. (Βλ. Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490, Γ.Λ. ν. Χ.Ι. έφεση 20/20, 15.12.2021 και Κώστουλος & Σία Λτδ ν. Δημοκρατίας, Α.Ε.98/14, 1.2.2021), ECLI:CY:AD:2021:C
- Στην κρινόμενη περίπτωση, η πλευρά του Εφεσείοντα στους λεπτομερείς λόγους έφεσης και την μακροσκελή αιτιολογία τους φαίνεται να παραβλέπει ότι πρόκειται για μια ενδιάμεση αίτηση διατροφής στην οποία εξεδόθη προσωρινό διάταγμα δυνάμει του ΄Αρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/
- Θεωρούμε ότι ισχύουν προς απάντηση εκείνα που τέθηκαν στην υπόθεση Κυριακίδης ν. Θεμιστοκλέους, Εφ.18/19, ημερ.3.12.
- Παραθέτουμε ένα εκτενές απόσπασμα από την υπόθεση αυτή ακριβώς επειδή ανταποκρίνεται και στην παρούσα υπόθεση: «Εν προκειμένω όμως επρόκειτο για αίτηση προς έκδοση ενδιαμέσου διατάγματος διατροφής μέχρι την τελική εκδίκαση της εναρκτήριας, κυρίως αίτησης. Το δικαστήριο δεν θα μπορούσε, όπως και δεν το έπραξε, να προβεί σε τελικά ευρήματα αναφορικά με το ύψος των εισοδημάτων των διαδίκων ή τις ανάγκες των τριών ανηλίκων. Στην υπόθεση Αποστόλου ν. Ιωάννου
(2012)1 ΑΑΔ 604 υποδείχθηκαν τα εξής σε σχέση με τις ενδιάμεσες διαδικασίες όπως η παρούσα: «Εκείνο το οποίο πρέπει ξανά εδώ να υπενθυμισθεί είναι η πραγματική φύση της υπό εξέταση ενδιάμεσης διαδικασίας. Με αυτή δεν κρίνονται τελικά και ουσιαστικά δικαιώματα των διαδίκων έτσι με αυστηρούς κανόνες απόδειξης να αξιολογηθεί η εκατέρωθεν προσκομισθείσα μαρτυρία, να εξαχθούν τελικά ευρήματα και να κατανεμηθούν δικαιώματα και υποχρεώσεις.» Η ίδια, αυτονόητη άλλωστε ως εκ της φύσης της διαδικασίας, προσέγγιση έχει επαναληφθεί πολύ πρόσφατα και στην Α.Μ. ν. Μ.Ζ., Έφεση Αρ. 23/2019, ημερ. 28.7.2020: «Δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής ότι πρόκειται για ενδιάμεσο διάταγμα, το οποίο εκδίδεται γιατί υπάρχει η υποχρέωση και των δύο γονέων να συνεισφέρουν στη διατροφή του ανήλικου από τη διάσταση και πως αυτό περιορίζεται μέχρι την τελική εκδίκαση της εναρκτήριας αίτησης, όπου το Δικαστήριο θα αποφασίσει επί της ουσίας της αίτησης με βάση τα πραγματικά εισοδήματα των διαδίκων και των αναγκών του ανηλίκου και θα προβεί σε καταμερισμό στον κάθε γονέα.» Εν προκειμένω το πρωτόδικο δικαστήριο ορθά προσδιόρισε τη φύση και τα πλαίσια της διαδικασίας ως ενδιάμεσης και απέφυγε να προβεί σε καταληκτικά ευρήματα, τονίζοντας ότι οι οποιεσδήποτε διαπιστώσεις του θα γίνονταν για σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος και ότι όλα τα ζητήματα τα οποία εγείρονται στην εναρκτήρια αίτηση παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εκδικαστεί η ουσία της υπόθεσης. Και παρακάτω: «Ενώ το πρωτόδικο δικαστήριο ορθά εξέτασε την υπόθεση στα δικά της πλαίσια ως ενδιάμεση αίτηση, η έφεση, όπως δομήθηκε αλλά και όπως αναπτύχθηκε στη συνέχεια, αντιμετώπισε την πρωτόδικη απόφαση ως εάν να επρόκειτο για τελική κρίση. Έτσι, αποδίδεται στο δικαστήριο ότι δεν προέβη σε εύρημα αναφορικά με τα εισοδήματα του εφεσείοντα ή ότι δεν έλαβε υπόψιν το ζήτημα της επικοινωνίας ή τα επιδόματα ή τις υποχρεώσεις του εφεσείοντα έναντι της νέας του οικογένειας. Βέβαια ως προς το τελευταίο ζήτημα θα μπορούσαμε να υποδείξουμε ότι η υποχρέωση ενός γονέα για παροχή εύλογης διατροφής για το τέκνο του συνυπάρχει με την υποχρέωση να συντηρεί τη νέα του οικογένεια, πλην όμως η υποχρέωση έναντι του τέκνου έχει προτεραιότητα έναντι όλων των άλλων (Zacharia v. Zacharia
(1969)1 CLR 307, 321, Δημητρίου ν. Περδίου
(2005)1Β ΑΑΔ 1418). Αλλ΄ εν πάση περιπτώσει όλοι οι σχετικοί παράγοντες για τον καθορισμό της διατροφής, περιλαμβανομένης της επικοινωνίας ή του ζητήματος των επιδομάτων, θα εξεταστούν πλήρως και θα γίνουν τα αναγκαία τελικά ευρήματα κατά την εξέταση της κυρίως αίτησης. Με την ενδιάμεση αίτηση δεν εκαλείτο το δικαστήριο να κρίνει τελικά και ουσιαστικά τα δικαιώματα των διαδίκων, ούτε να καταλήξει σε τελικά ευρήματα αναγνωρίζοντας δικαιώματα και κατανέμοντας υποχρεώσεις (Αποστόλου ν. Ιωάννου (ανωτέρω)). Το δικαστήριο λειτούργησε στα ορθά πλαίσια της διαδικασίας και είναι χαρακτηριστικό ότι με τους λόγους έφεσης δεν αμφισβητείται η πρωτόδικη κρίση ότι συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου για την παροχή ενδιάμεσης προσωρινής θεραπείας. Αυτό που ο εφεσείοντας επιδιώκει είναι όπως στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο επιλυθούν τα ζητήματα ουσίας και μάλιστα σε εφετειακό βαθμό, τακτική που αποδοκιμάστηκε στην Κωνσταντίνου ν. Διευθύντριας Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, Έφεση Αρ. 10/2020, ημερ. 15.10.2020». Ομοίως, στην υπό κρίση υπόθεση η έφεση είναι δομημένη ως να επρόκειτο για έφεση επί τελικής απόφασης. Σαφώς και η αιτιολογία του πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν μπορούσε να εκφεύγει των προϋποθέσεων του ΄Αρθρου 32 του Ν.14/60. Εξέτασε την υπάρχουσα μαρτυρία, ακριβώς χωρίς αξιολόγηση και φυσικά χωρίς διατύπωση τελικών ευρημάτων, τα οποία αφορούν την εναρκτήρια αίτηση. Εν αντιθέσει, με την εισήγηση στο 3ο λόγο δεν βρίσκουμε αναγκαία την αναφορά ειδικά στο ουσιαστικό Δίκαιο (τα άρθρα 4-7 του Ν.232/91), το οποίο, αναμφίβολα ήταν υπόψη του πρωτόδικου Δικαστηρίου, καθοδηγώντας την κρίση του, στα επιτρεπτά πλαίσια. Τα περιστατικά που δόθηκαν ως υφιστάμενα για να καταδειχθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ότι υπήρχε πιθανότητα επιτυχίας στήριζαν εκ πρώτης όψεως την αξίωση. Δεν υπήρχε ανάγκη παράθεσης, ειδικά των άρθρων ή των προϋποθέσεων της τελικής θεραπείας. Η ανάγκη ικανοποίησης των αναγκών του ανήλικου παιδιού του ζεύγους και της εν διαστάσει συζύγου του ήταν δεδομένη εφόσον η Εφεσίβλητη κατέδειξε ικανοποιητικά πως δεν εργάζετο και δεν είχε δικά της εισοδήματα. Πολλές δε από τις ανάγκες τους δεν αμφισβητήθηκαν. Σημασία είχε πως τα πιο πάνω σε συνάρτηση με τα ποσά τα οποία εύλογα θα θεωρούντο ως ανάγκες προς διατροφή για το επίπεδο ζωής που απολάμβανε το παιδί και η μητέρα, δεν θα «περνούσαν» από αυστηρή απόδειξη αλλά θα παρέμειναν στο πλαίσιο του ΄Αρθρου 32 ως προσωρινό μέτρο ικανοποίησης των αναγκών οι οποίες καταδείχθηκαν για σκοπούς μιας ενδιάμεσης θεραπείας. Στη T.A. MICROLOGIC COMPUTER CONSULTANTS LTD, v. MICROSOFT CORPORATION
(2002)1Γ A.A.Δ. 1802 επαναλήφθηκε πως σε ενδιάμεση θεραπεία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις για την πιθανότητα ύπαρξης του. Το ίδιο ισχύει και για την εισοδηματική ικανότητα του Εφεσείοντα, η οποία επίσης καταδείχθηκε, χωρίς να αποδειχθεί, όπως εννοούμε την απόδειξη στην τελική θεραπεία. Επίσης σημειώθηκε πως ο ανήλικος διαμένει στη συζυγική εστία με τη μητέρα του σε ενοικιαζόμενη κατοικία στην Παρεκκλησιά. Συνεπώς, το πρωτόδικο Δικαστήριο προέβη σ΄όλη την αναγκαία διεργασία και αιτιολογία. Η δε απόφαση του συναρτώμενη με τα επίδικα θέματα ως περιορίζονται από το ΄Αρθρο 32, υπήρξε επαρκής. Δεν θα ακολουθήσουμε τη λογική της έφεσης αναλύοντας επιμέρους θέματα. Αυτό θα ήταν αντινομικό με το σκοπό της ενδιάμεσης θεραπείας. Αυτό ισχύει και για τον ισχυρισμό περί ουσιώδους απόκρυψης. Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξήγησε γιατί δεν δέχθηκε πως συνέτρεχε ουσιώδης απόκρυψη, η οποία κατά το επιχείρημα θα έπρεπε μάλιστα να λειτουργήσει ακυρωτικά στο εκδοθέν διάταγμα. Οι λόγοι του Δικαστηρίου είναι πειστικοί και μάλιστα καταδεικνύουν ότι ουσιαστικά δεν επρόκειτο για απόκρυψη, αλλά για διαφορετική εκδοχή. Για δε την επιμέρους θέση πως υπήρξε «αντιγραφή μέρους άλλης απόφασης» (του ιδίου Δικαστή), θα αναφέρουμε πως σίγουρα αυτό δεν είναι επιθυμητό. Όμως το ζητούμενο κάθε φορά εστιάζεται στο εάν η υπό κρίση απόφαση παρουσιάζει τα απαραίτητα στοιχεία αιτιολογίας ώστε να μην είναι μεμπτή. Όπως ήδη εξηγήσαμε, η αιτιολογία είναι επαρκής και στοιχεία που θα έπρεπε να περιέχει είναι υφιστάμενα. Συνεπώς, δεν παρέχεται πεδίο επέμβασης μας σ΄οποιονδήποτε από τους προβληθέντες λόγους έφεσης. Πριν την κατάληξη μας πρέπει να τονίσουμε πως η ενδιάμεση θεραπεία διατροφής έχει εντελώς προσωρινό χαρακτήρα και δεν πρέπει η έκδοση της να παρεμποδίζει ή να κωλυσιεργεί την τελική αίτηση. Δυστυχώς, το φαινόμενο αυτό παρατηρείται ακόμη, παρά τις συνεχείς υποδείξεις του Εφετείου. Είναι ορθό λοιπόν η εναρκτήρια αίτηση ορισθεί το ταχύτερο δυνατό, ώστε τα εγειρόμενα θέματα να επιλυθούν τελειωτικά μεταξύ των μερών. Η έφεση απορρίπτεται με έξοδα €2.000 πλέον Φ.Π.Α., αν υπάρχει, εναντίον του Εφεσείοντα και υπέρ της Εφεσίβλτητης. Τ. ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Δ. Χ. ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ. Δ. ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ, Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο