ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ Δ.Α. v. ANAΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΕΝΤΑΛΜΑ ΕΡΕΥΝΑΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 11ην ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2023, Πολιτική Αίτηση: 66/23, 22/6/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:AD:2023:D312 ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ Πολιτική Αίτηση: 66/23 22 Ιουνίου, 2023 [Δ. ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ, Δ/ΣΤΗΣ] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 3 ΚΑΙ 9 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1964, ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ, ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ) ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ 2018, ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ Δ.Α. ΜΕ Α.Δ.Τ. [ ], ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI, KAI ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΕΝΤΑΛΜΑ ΕΡΕΥΝΑΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 11ην ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2023 ΚΑΙ ΩΡΑ 16:40, ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΕΚΔΟΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ, ΣΤΗ ΒΑΣΗ ΤΗΣ ΕΝΟΡΚΗΣ ΔΗΛΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΣΤ.962 Α. ΒΟΥΝΟΥ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΝΟΜΟΥ, ΚΕΦΑΛΑΙΟ 155, ΑΡΘΡΑ 27, 28 ΚΑΙ 29 ------------ Δ. Τσολακίδης, δια Δημήτρης Τσολακίδης ΔΕΠΕ, για τον Αιτητή. Θ. Παπακυριακού (κα), για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Α Π Ο Φ Α Σ Η ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ, Δ.: Μετά από σχετική δοθείσα άδεια καταχωρήθηκε η κρινόμενη δια κλήσεως αίτηση δια της οποίας αξιώνεται «Έκδοση Εντάλματος Certiorari για μεταφορά στο Ανώτατο Δικαστήριο για το σκοπό ακύρωσης του Εντάλματος Έρευνας που εξεδόθη από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας την 11η Απριλίου 2023 και ώρα 16:40, στη βάση της ένορκης δήλωσης της Αστ.962 Α. Βουνού, αναφορικά με την οικία στην οδό [ ] και το όχημα του Αιτητή με αρ. εγγραφής [ ].» Τα γεγονότα που στηρίζουν την αίτηση εκτίθενται στην απόφαση με την οποία δόθηκε η άδεια τα οποία και επαναλαμβάνονται. Στα πλαίσια διερεύνησης από την Αστυνομία αδικημάτων, μεταξύ άλλων, συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, πράξεως που στόχευε στην πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης και πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης, τα οποία φέρονται να διαπράχθηκαν στις 8.4.2023, ζητήθηκε στις 11.4.2023 η έκδοση ενταλμάτων σύλληψης διαφόρων υπόπτων, μεταξύ αυτών και του Αιτητή. Με αίτημα ίδιας ημερομηνίας ζητήθηκε η έκδοση εντάλματος έρευνας της οικίας και οχήματος του Αιτητή, το οποίο και δόθηκε από τον Επαρχιακό Δικαστή στη βάση του Όρκου, κοινού για την έκδοση του εντάλματος σύλληψης και του εντάλματος έρευνας. Αναφέρεται στην τελευταία παράγραφο του Όρκου πως «.αιτούμαι την έκδοση ενταλμάτων έρευνας για τις οικίες, υποστατικά και μηχανοκίνητα οχήματα των υπόπτων (αναφέρονται διάφορα ονόματα) . καθότι αναζητούνται είδη ένδυσης και υπόδησης που οι ύποπτοι φορούσαν κατά το χρόνο διάπραξης των υπό διερεύνηση αδικημάτων, χημικά σπρέι, ρόπαλα ή και οτιδήποτε άλλο το οποίο μπορεί να συνδέεται με την παρούσα υπόθεσή, τα οποία δύναται να παράσχουν μαρτυρία για τα υπό διερεύνηση αδικήματα. Η έκδοση των Ενταλμάτων Έρευνας και η αναζήτηση των τεκμηρίων που αναζητούνται με βάση αυτά, είναι ευλόγως αναγκαία και ανάλογη καθότι σε διαφορετική περίπτωση ο κίνδυνος απόκρυψης, καταστροφής ή διάθεσης των τεκμηρίων από τους ύποπτους ή άλλα πρόσωπα είναι ορατός, με αποτέλεσμα τη μη αποτελεσματική διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης.» Αποτελεί επίσης γεγονός ότι ο Αιτητής στις 9.4.2023 μετέβηκε στο ΤΑΕ Λευκωσίας όπου και έδωσε κατάθεση αναφορικά με τα διερευνόμενα αδικήματα. Η παράλειψη αναφοράς του γεγονότος τούτου στην ένορκη δήλωση της Αστ.962 Α. Βουνού η οποία συνόδευε το αίτημα για έκδοση του εντάλματος έρευνας, αποτελεί σύμφωνα με τον Αιτητή απόκρυψη γεγονότων που αποτελεί ακόμη ένα λόγο που πρέπει να οδηγήσει σε ακύρωσή του. Ο Καθ΄ου η αίτηση Γενικός Εισαγγελέας καταχώρησε ειδοποίηση περί προθέσεως Ένστασης βασιζόμενη σε διάφορους λόγους όπως: Το επίδικο ένταλμα έρευνας εκδόθηκε εντός των ορίων της δικαιοδοσίας του κατώτερου Δικαστηρίου, ότι εκδόθηκε νομότυπα δυνάμει των σχετικών προνοιών του Άρθρου 27 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.155 και συνέτρεχαν όλες οι αναγκαίες για την έκδοση του προϋποθέσεις. Ότι η έκδοση του επίδικου Εντάλματος Έρευνας σκοπό είχε τον εντοπισμό συγκεκριμένων τεκμηρίων που σχετίζονταν με τα υπό διερεύνηση αδικήματα τα οποία προσδιορίζονταν στην Ένορκη Δήλωση της Αστ.962 Α. Βουνού, ήτοι, είδη ένδυσης και υπόδησης που φορούσε ο ύποπτος κατά το χρόνο διάπραξης των υπό διερεύνηση αδικημάτων και χημικά σπρέι και ρόπαλα που κρατούσαν οι ύποπτοι κατά τη διάπραξη των υπό διερεύνηση αδικημάτων. H ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της Αστ.962 Α. Βουνού η οποία αναφέρει μεταξύ άλλων πώς στις 8.4.2023 και περί ώρα 03:00 λήφθηκε πληροφορία στο ΤΑΕ Λευκωσίας ότι έξω από το νυχτερινό κέντρο «Barel» υπήρχε συμπλοκή μεταξύ προσώπων που σχετίζονται με το οργανωμένο έγκλημα και ότι στο μέρος υπήρχε τραυματισμένο πρόσωπο. Μέλη της Αστυνομίας μετέβησαν αμέσως μετά τη λήψη της πληροφορίας στο μέρος, όπου εντόπισαν να υπάρχει πεσμένο στο έδαφος ένα πρόσωπο αναίσθητο και ένα όχημα του οποίου οι ανεμοθώρακες ήταν σπασμένοι. Στο μέρος βρισκόταν και ο Αιτητής μαζί με άλλα άτομα και ενώ η σκηνή βρισκόταν υπό φρούρηση ο Αιτητής επέστρεψε στο μέρος εισήλθε εντός της σκηνής, στάθηκε πάνω από το αναίσθητο πρόσωπο και του φώναζε βρίζοντας τον. Υπήρξε μαρτυρία που δόθηκε από τους παρευρισκομένους και τα πρόσωπα τα οποία είχαν τραυματιστεί ότι εκείνο το βράδυ κατά την έξοδο τους από το κέντρο δέχθηκαν επίθεση από τους υπόπτους, μεταξύ των οποίων και τον Αιτητή, που αφού τους ψέκασαν με χημικά σπρέι άρχισαν να τους κτυπάνε. Ο Αιτητής όπως και άλλα πρόσωπα κρατούσαν πτυσσόμενα ρόπαλα τύπου «σούστας» με τα οποία κτύπησαν τον παραπονούμενο 1 τόσο στο κεφάλι όσο και άλλα σημεία του σώματός του. Ο Αιτητής υποστηρίζει πώς το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στερείτο δικαιοδοσίας και ενήργησε καθ΄ υπέρβαση των Προνοιών του Άρθρου 27 και 28 του Κεφ.155 και των Άρθρων 15 και 16 του Συντάγματος δεδομένου ότι δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για την έκδοση εντάλματος έρευνας. Συγκεκριμένα δεν στοιχειοθετούνταν οι προϋποθέσεις της ύπαρξης εύλογης υπόνοιας και της αναγκαιότητας. Σύμφωνα με τη θέση του δεν υπήρχε μαρτυρία ικανή να στοιχειοθετήσει εύλογη υπόνοια ύπαρξης των προς αναζήτηση αντικειμένων και ότι δεν υπήρξε σύνδεση των αντικειμένων με τον τόπο για τον οποίο ζητείτο το ένταλμα. Υποδεικνύει πώς η σύνδεση έγινε προς το πρόσωπο του υπόπτου και όχι με τον τόπο κατά παρέκκλιση των αρχών που θέτει η νομολογία. Ουσιαστικά, συνεχίζει η εισήγηση, το πρωτόδικο Δικαστήριο προσέγγισε το ένταλμα έρευνας με «προσωποπαγή» προσέγγιση καθώς θεώρησε πώς από τη στιγμή που δημιουργείτο εύλογη υπόνοια για την εμπλοκή του Αιτητή στα υπό διερεύνηση αδικήματα στοιχειοθετούνταν , άνευ ετέρου, και οι προϋποθέσεις της εύλογης υπόνοιας και αναγκαιότητας για έρευνα της οικίας και του οχήματος του. Παρέπεμψε δε προς επίρρωση της θέσης του στις Αποφάσεις Αναφορικά με την Αίτηση της εταιρείας ΟΠΑΠ Κύπρου Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ. 133/2018, ημερομηνίας 17.12.2018 και την Ανδρέου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση Αρ. 103/2020, 21.4.2021, ECLI:CY:AD:2021:A164. Την αντίθετη άποψη υποστηρίζει ο εφεσίβλητος στο περίγραμμα του οποίου αφού εκθέτει τις αρχές έκδοσης προνομιακού εντάλματος της φύσης που ζητείται, υπογραμμίζει πώς στην παρούσα υπόθεση η λεπτομερής έκθεση των γεγονότων και των μαρτυριών, η αναφορά στα αναζητούμενα αντικείμενα, όπως αυτά ευλόγως και επαρκώς προσδιορίζονται στην ένορκη δήλωση, δημιουργεί την εύλογη αιτία να πιστεύεται ότι κατέχονται στα συγκεκριμένα υποστατικά και όχημα και ότι τα συγκεκριμένα αναζητούμενα αντικείμενα σχετίζονται με τα υπό διερεύνηση αδικήματα. Έχω εξετάσει κάθε τι που τέθηκε ενώπιον μου. Οι προϋποθέσεις έκδοσης του εντάλματος έρευνας υπαγορεύονται από το Άρθρο 27 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.155 ως ακολούθως: «Όταν δικαστής ικανοποιείται με έγγραφη δήλωση ότι υπάρχει εύλογη αιτία να πιστεύεται ότι σε οποιοδήποτε τόπο υπάρχει - (α) οτιδήποτε στο οποίο ή σε σχέση με το οποίο διαπράχτηκε ποινικό αδίκημα ή υπάρχει υποψία ότι διαπράχθηκε ή (β) οτιδήποτε για το οποίο υπάρχει εύλογη αιτία να πιστεύεται ότι θα παρέχει απόδειξη ως προς τη διάπραξη ποινικού αδικήματος ή (γ) οτιδήποτε για το οποίο υπάρχει εύλογη αιτία να πιστεύεται ότι προορίζεται να χρησιμοποιηθεί για το σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος, ο δικαστής δύναται σε οποιοδήποτε χρόνο να εκδώσει ένταλμα (το οποίο αναφέρεται στο νόμο αυτό ως «ένταλμα έρευνας»), που εξουσιοδοτεί το πρόσωπο που κατονομάζεται σε αυτό - (ι) να ερευνήσει τον τόπο αυτό προς ανεύρεση οποιουδήποτε τέτοιου πράγματος και να κατάσχει και μεταφέρει αυτό ενώπιον του Δικαστηρίου από το οποίο εκδόθηκε το ένταλμα έρευνας ή ενώπιον άλλου Δικαστηρίου για να τύχει αυτό μεταχείρισης σύμφωνα με το νόμο και (ιι) να συλλάβει και να προσαγάγει ενώπιον Δικαστή τον κάτοχο της οικίας ή του τόπου όπου βρέθηκε το πράγμα ή οποιοδήποτε πρόσωπο εντός ή πέριξ της οικίας αυτής ή του τόπου το οποίο κατέχει τέτοιο πράγμα, αν ο Δικαστής κρίνει σκόπιμο να διατάξει με αυτό τον τρόπο στο ένταλμα.» Κάθε τέτοιο ένταλμα, δυνάμει του Άρθρου 28, «φέρει την υπογραφή του δικαστή που το εκδίδει, την ημερομηνία και ώρα εκδόσεως, καθώς επίσης και βεβαίωση του δικαστή ότι έχει ικανοποιηθεί λογικά για την ύπαρξη της ανάγκης εκδόσεως του εντάλματος». Απαιτείται συνεπώς όπως ο δικαστής ικανοποιηθεί επί της ένορκης δήλωσης ότι υπάρχει «εύλογη αιτία να πιστεύεται η εύλογη υποψία». Όπως δε υπογραμμίζεται στη Σιακκαλή (αρ.1)
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.