← Κύπρος

Goris Trading Ltd κ.ά. ν. Ιατρικών Υπηρεσιών (1996) 2 ΑΑΔ 88

Goris Trading Ltd κ.ά. ν. Ιατρικών Υπηρεσιών

(1996)2 ΑΑΔ 88 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αρχείο σε μορφή PDF - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων
(1996)2 ΑΑΔ 88 5 Απριλίου, 1996 [ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, ΧΑΤΖΗΤΣΑΓΓΑΡΗΣ, ΝΙΚΟΛΑΟΥ, Δ/στές] GORIS TRADING LTD ΚΑΙ ΑΛΛΟΣ, Εφεσείοντες, ν. ΙΑΤΡΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ & ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΓΕΙΑΣ, Εφεσιβλήτων. (Ποινικές Εφέσεις Αρ. 6134 και 6135). Πώληση νερού προς δυσμενή επηρεασμό του αγοραστή καθότι το νερό δεν ήταν της ποιότητας που είχε ζητηθεί από τον αγοραστή, κατά παράβαση του Άρθρου 4
(1)του περί Πωλήσεως Τροφίμων και Φαρμάκων Νόμου, Κεφ. 261, όπως τροποποιήθηκε - Μία προηγούμενη καταδίκη - Τρία παρόμοια αδικήματα λήφθηκαν υπ' όψιν - Επιβολή προστίμου ΛΚ600 στην 1η κατηγορούμενη και φυλάκιση τριών μηνών στον 2ο κατηγορούμενο - Επικυρώθηκαν από το Εφετείο. Πώληση μολυσμένου νερού που ήταν ως εκ τούτου ακατάλληλο για ανθρώπινη κατανάλωση, κατά παράβαση του Άρθρου 8 του Κεφ. 261, όπως τροποποιήθηκε. Αξιοπιστία μαρτύρων - Αποτελεί ευθύνη του πρωτόδικου Δικαστηρίου το οποίο είναι σε μοναδική θέση να εκτιμήσει θέματα που αφορούν την αξιοπιστία των μαρτύρων. Ποινή - Αποτρεπτική ποινή - Πρέπει να επιβάλλεται αναφορικά με υποθέσεις αδικημάτων που αφορούν την υγεία του καταναλωτικού κοινού. Η 1η κατηγορούμενη είναι εταιρεία και διεξάγει επιχείρηση εμφιάλωσης νερού στον Καλοπαναγιώτη, το οποίο διατίθεται στην Κυπριακή αγορά, και ο 2ος κατηγορούμενος είναι διευθυντής και μόνος υπεύθυνος για τη διεξαγωγή της επιχείρησης. Τα αδικήματα διαπράχθηκαν την 26 Ιουνίου 1995. Η ακαταλληλότητα του νερού διαπιστώθηκε από τις αρμόδιες Υπηρεσίες και από τους ιδίους τους κατηγορουμένους μερικούς μήνες προηγουμένως. Οι κατηγορούμενοι κατέβαλλαν προσπάθειες να εντοπίσουν το πρόβλημα. Στις 29 Μαΐου 1995 μετά από έλεγχο διαπιστώθηκε ότι οι κατηγορούμενοι συνέχισαν να διαθέτουν προς πώληση ακατάλληλο νερό. Στις 26 Ιουνίου 1995 ο επιθεωρητής της Αρμόδιας Υπηρεσίας έκαμε συνήθη έλεγχο στο εμφιαλωτήριο εφαρμόζοντας την προβλεπόμενη διαδικασία τριχοτόμησης. Στη συνέχεια το νερό ανελύθη από ειδικό μικροβιολόγο του Κυβερνητικού Χημείου και διαπιστώθηκε ότι σ' αυτό υπήρχε ευκαιριακός παθογόνος μικροοργανισμός που προσβάλλει τον άνθρωπο, ιδιαίτερα όπου υπάρχει μειωμένη αντίσταση. Η υπεράσπιση πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι δεν υπήρξε πώληση και επίσης ότι δεν αποδείχθηκε ότι το νερό ήταν ακατάλληλο για ανθρώπινη κατανάλωση. Το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχθηκε τη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής και έκρινε τους κατηγορουμένους ένοχους επιβάλλοντας ποινή μόνο στην πρώτη κατηγορία δεδομένου ότι και οι δύο κατηγορίες προέκυψαν από τα ίδια γεγονότα. Οι λόγοι της έφεσης αφορούσαν την αξιοπιστία των μαρτύρων. Επίσης επιχειρήθηκε και η επί μέρους προσβολή της απόφασης με αναφορά προς τις δύο πτυχές που απασχόλησαν το πρωτόδικο Δικαστήριο. Ο συνήγορος των εφεσειόντων υπέβαλε ότι δεν αποδείχθηκε ότι το εμφιαλωτήριο αποτελούσε χώρο πώλησης νερού και εισηγήθηκε ότι αγορά εντός της έννοιας του Άρθρου 4
(3)του Νόμου είναι ο χώρος όπου συνήθως προσφέρεται το αντικείμενο, και όχι ο χώρος παραγωγής του. Επίσης ισχυρίσθηκε ότι η υπάλληλος των κατηγορουμένων δεν είχε εξουσιοδότηση να πωλήσει πλαστική φιάλη με νερό στον επιθεωρητή και ότι το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου για ακαταλληλότητα του νερού ήταν ακροσφαλές αφού τα πρότυπα που αναφέρθηκαν δεν ισχύουν στην Κύπρο. Η ποινή εφεσιβλήθηκε σαν έκδηλα υπερβολική και σαν μη συνάδουσα προς τις καθιερωμένες αρχές. Το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση αναφορικά με την ενοχή των κατηγορουμένων, και αποφάνθηκε ότι δεν εντοπίστηκε σ' αυτή οποιοδήποτε σφάλμα και ότι είναι πλήρως αιτιολογημένη. Το Εφετείο απέρριψε επίσης την έφεση κατά της ποινής αφού αναφέρθηκε στην Βανέζης ν. Ιατρικών Υπηρεσιών, στη σοβαρότητα των διαπραχθέντων αδικημάτων, στη μειωμένη σοβαρότητα των υποθέσεων που επικαλέσθηκαν οι εφεσείοντες σε σύγκριση με την παρούσα υπόθεση και στην υποχρέωση του Δικαστηρίου να εφαρμόσει πιστά το Νόμο για την προστασία του καταναλωτικού κοινού επιβάλλοντας αποτρεπτικές ποινές ανάλογα με τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Οι εφέσεις απορρίπτονται. Υποθέσεις που αναφέρθηκαν: Βανέζης ν. Ιατρικών Υπηρεσιών
(1990)2 Α.Α.Δ. 198, Σολωμού ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 324, Γενικός Εισαγγελέας ν. Εταιρείας Bisco Ltd και Άλλων
(1991)2 Α.Α.Δ. 16, Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ.
  1. Έφεση εναντίον Καταδίκης και Ποινής. Έφεση εναντίον της καταδίκης και της ποινής από
  2. Goris Trading Ltd και
  3. Γρηγόρη Καραβιώτη, οι οποίοι κρίθηκαν ένοχοι στις 27.2.1996 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας (Αριθμός Ποινικής Υπόθεσης 38113/95) στις κατηγορίες
  4. Πώλησης νερού προς δυσμενή ζημιά του αγοραστή το οποίο δεν ήταν της ποιότητας που είχε ζητηθεί και
  5. Πώλησης μολυσμένου νερού ακατάλληλου για ανθρώπινη κατανάλωση κατά παράβαση των Άρθρων 4
(1), 4
(2)(α), 8,18(a) του περί Πωλήσεως Τροφίμων και Φαρμάκων Νόμου, Κεφ. 261 και Νόμων 34/67 και 166/87 και καταδικάστηκαν από Γ. Ν. Γιασεμή, Ε.Δ. σε £600,- πρόστιμο η 1η κατηγορούμενη και φυλάκιση 3 μηνών ο 2ος κατηγορούμενος. Μ. Κυπριανού, για τους Εφεσείοντες. Κ. Μαυραντώνης, για τους Εφεσίβλητους. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, Δ.: Την απόφαση του Δικαστηρίου θα δώσει ο Νικολάου, Δ. ΝΙΚΟΛΑΟΥ, Δ.: Η 1η κατηγορούμενη εταιρεία διεξάγει επιχείρηση εμφιάλωσης νερού το οποίο διαθέτει στην αγορά σε διάφορες περιοχές της Κύπρου. Ο 2ος κατηγορούμενος είναι διευθυντής της και ο μόνος υπεύθυνος για τη διεξαγωγή της επιχείρησης. Κατόπιν δίκης, βρέθηκαν και οι δύο ένοχοι στις εξής κοινές κατηγορίες: (α) την 1η, για πώληση νερού προς δυσμενή επηρεασμό του αγοραστή καθότι το νερό δεν ήταν της ποιότητας που είχε ζητηθεί από τον αγοραστή, κατά παράβαση του άρθρου 4
(1)του περί Πωλήσεως Τροφίμων και Φαρμάκων Νόμου, Κεφ. 261, (όπως έχει τροποποιηθεί)· και (β) τη 2η, για πώληση μολυσμένου νερού που ήταν ως εκ τούτου ακατάλληλο για ανθρώπινη κατανάλωση, κατά παράβαση του άρθρου 8 του ίδιου Νόμου. Δεδομένου ότι και οι δύο κατηγορίες προέκυψαν από τα ίδια γεγονότα, επιβλήθηκε ποινή σε μόνο την 1η κατηγορία: £600 πρόστιμο στην 1η κατηγορούμενη και φυλάκιση τριών μηνών στον 2ο κατηγορούμενο. Οι εγκαταστάσεις εμφιάλωσης βρίσκονται στον Καλοπαναγιώτη. Μετά την εμφιάλωση - σε είτε γυάλινες είτε πλαστικές φιάλες - το νερό μεταφερόταν με αυτοκίνητα της εταιρείας σε διάφορα μέρη προς διάθεση στην αγορά. Δεν υπήρχαν ωστόσο σημεία πώλησης του νερού στον Καλοπαναγιώτη και στη γύρω περιοχή. Η ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων ήταν η 26 Ιουνίου
  1. Δεν είναι όμως χωρίς σημασία σε ό,τι αφορά τις ανάγκες της παρούσας υπόθεσης και η προϊστορία. Είχε, από μερικούς μήνες προηγουμένως, διαπιστωθεί τόσο από τις αρμόδιες Υπηρεσίες όσο και από τους ιδίους τους κατηγορουμένους η ακαταλληλότητα του νερού στις πλαστικές φιάλες ενώ στις γυάλινες δεν είχε παρουσιαστεί πρόβλημα. Σημείο χρονικής αναφοράς για ό,τι επακολούθησε αποτελεί η 28 Μαρτίου
  2. Οι κατηγορούμενοι εμφανίζονταν μετά την εν λόγω ημερομηνία να κατέβαλλαν προσπάθειες για εντοπισμό της εστίας του προβλήματος. Έλεγχος που διενεργήθηκε την 29 Μαΐου 1995 από τις αρμόδιες Υπηρεσίες, κατέδειξε ότι οι κατηγορούμενοι συνέχιζαν να διαθέτουν προς πώληση ακατάλληλο νερό. Έπειτα από αυτό, φαίνεται να δήλωσαν ότι δεν επρόκειτο να διαθέσουν ξανά νερό σε πλαστικές φιάλες εκτός εάν οριστικά επιλυόταν το πρόβλημα. Αφού παρήλθε κάποιο διάστημα, σε επικοινωνία που είχε με τον 2ο κατηγορούμενο ο επιθεωρητής της αρμόδιας Υπηρεσίας, κ. Παϊζάνος, ο οποίος ήταν υπεύθυνος για την περιοχή όπου βρισκόταν το εμφιαλωτήριο, ο 2ος κατηγορούμενος πληροφόρησε τον επιθεωρητή ότι το πρόβλημα είχε επιλυθεί και ότι όλα ήταν εντάξει για τη διενέργεια ελέγχου. Με αυτή τη διαβεβαίωση, υ επιθεωρητής μετέβη την 26 Ιουνίου 1995 στο εμφιαλωτήριο για συνήθη έλεγχο. Το εμφιαλωτήριο βρισκόταν σε λειτουργία. Αφού κατέστησε στην εκεί υπάλληλο γνωστό το σκοπό της επίσκεψης του, αγόρασε μία από τις πλαστικές φιάλες με νερό οι οποίες βρίσκονταν στη γραμμή εμφιάλωσης άρτι ετοιμασθείσες. Πλήρωσε το τίμημα και η υπάλληλος του εξέδωσε σχετική απόδειξη. Στην παρουσία της προέβη τότε στην προβλεπόμενη διαδικασία τριχοτόμησης. Το δείγμα νερού το οποίο πήρε το μετέφερε ακολούθως με τις αναγκαίες προφυλάξεις και το παρέδωσε για ανάλυση σε αρμόδιο λειτουργό του Κυβερνητικού Χημείου. Ο λειτουργός, που ήταν ο κ. Παπαγεωργίου, ειδικός μικροβιολόγος, διαπίστωσε κατόπιν ανάλυσης ότι το νερό περιείχε 43 ψευδομονάδες (pseudomonas aeruginosa) ανά 250 κ.ε. και ήταν, ως εκ τούτου, μολυσμένο. Καταθέτοντας ως εμπειρογνώμονας, ο κ. Παπαγεωργίου εξήγησε, αντλώντας από τη δική του γνώση και πείρα, ότι επρόκειτο για ευκαιριακό παθογόνο μικροοργανισμό που προσβάλλει τον άνθρωπο, ιδιαίτερα όπου υπάρχει μειωμένη αντίσταση. Ως εκ τούτου, χαρακτήρισε το νερό ακατάλληλο για ανθρώπινη κατανάλωση. Σχετικά με την ποιότητα του νερού ο μάρτυρας προχωρώντας επισήμανε ότι και με βάση ορισμένα διεθνή πρότυπα - που δεν έχουν ενσωματωθεί στη νομοθεσία της Κύπρου παρά την αντίθετη προς τούτο άποψη του μάρτυρα σε σχέση με ένα από αυτά - θεωρείται ανεπιθύμητη και απαγορεύεται η παρουσία στο νερό του ανευρεθέντος μικροοργανισμού. Η υπεράσπιση ήταν διττή. Πρώτο, προβλήθηκε ότι δεν υπήρξε πώληση και, δεύτερο, αμφισβητήθηκε η κατάληξη ότι η ύπαρξη των ψευδομονάδων στο νερό το καθιστούσε ακατάλληλο για ανθρώπινη κατανάλωση. Ως προς το πρώτο, το παράπονο έχει ως αφετηρία τη θέση πως, καθώς γνώριζαν οι αρμόδιες Υπηρεσίες, κατά την 26 Ιουνίου 1995 που λήφθηκε το δείγμα συνεχίζονταν ακόμα οι προσπάθειες των κατηγορουμένων για εντοπισμό του προβλήματος και το νερό σε πλαστικές φιάλες δεν διατίθετο στην αγορά. Κατά την αντεξέταση του επιθεωρητή, του υποβλήθηκε ότι η στιχομυθία με τον 2ο κατηγορούμενο κατά την οποία ο 2ος κατηγορούμενος ανέφερε πως το πρόβλημα είχε επιλυθεί έγινε όχι κατά το χρόνο που προσδιόρισε ο μάρτυρας αλλά λίγο πριν από τις 3 Αυγούστου 1995, ημερομηνία κατά την οποία επίσης διενεργήθηκε έλεγχος που κατέδειξε ότι το νερό ήταν απαλλαγμένο μόλυνσης. Επίσης του υποβλήθηκε ότι ο έλεγχος την 26 Ιουνίου 1995 ήταν δοκιμαστικός. Ο μάρτυρας τα απέκρουσε αυτά. Επέμενε ότι η στιχομυθία είχε γίνει πριν από τον έλεγχο της 26 Ιουνίου 1995 και ότι τα τα λεχθέντα αφορούσαν το νενομισμένο έλεγχο, όχι δοκιμή προς καθοδήγηση, όπως εξ άλλου είχε γίνει και κατά την αμέσως προηγούμενη φορά, ήτοι, στις 29 Μαΐου 1995 και σε μεταγενέστερο έλεγχο στις 10 Ιουλίου 1995 ενώ σε τρεις άλλες περιπτώσεις μετά την τελευταία ημερομηνία, ήτοι, στις 17 Ιουλίου 1995,24 Ιουλίου 1995 και 3 Αυγούστου 1995, λήφθηκε δείγμα νερού και έγινε ανάλυση μόνο για καθοδήγηση κατόπιν παράκλησης των κατηγορουμένων που πλήρωσαν τα προς τούτο έξοδα. Σε άλλες σχετικές ερωτήσεις, ο μάρτυρας τόνισε ότι κατά το τελευταίο διάστημα πριν από τις 26 Ιουνίου 1995, όταν βρισκόταν στην περιοχή του εμφιαλωτηρίου, παρατηρούσε πως αυτοκίνητα της εταιρείας πηγαινοέρχονταν και πως αυτά κατεβαίνοντας από τον Καλοπαναγιώτη ήταν φορτωμένα με νερό σε πλαστικές φιάλες. Ο 2ος κατηγορούμενος κατέθεσε επ' αυτού ότι κατά την προσπάθεια του εμπειρικά να εντοπίσει ο ίδιος το πρόβλημα - αργότερα τον συνέδραμε και εμπειρογνώμονας από το εξωτερικό -προέβαινε σε εμφιαλώσεις κάθε 15 με 25 ημέρες. Η διαδικασία απαιτούσε, καθώς πρόσθεσε, την εμφιάλωση σε 1.000 πλαστικές φιάλες σε κάθε περίπτωση. Ακολούθως άφηνε το εμφιαλωμένο νερό 15 με 20 ημέρες οπότε το εξέταζε προκειμένου να διαπιστώσει εάν επήλθε αλλοίωση. Σύμφωνα με τον ίδιο, το πρόβλημα συνίστατο στο ότι το νερό αποκτούσε δυσοσμία και - αν βέβαια τολμούσε κανείς να το πιεί - έκαιγε το λαιμό. Πάντως επέμενε ότι το εμφιαλωμένο νερό, δηλαδή εκείνο στις πλαστικές φιάλες, φυλασσόταν σε αποθήκη στις εγκαταστάσεις του εμφιαλωτηρίου και, εφόσον προέκυπτε ότι συνέχιζε να είναι ακατάλληλο, καταστρεφόταν επί τόπου. Στην αντεξέταση ανέφερε ότι τα αυτοκίνητα της εταιρείας κατά εκείνο το διάστημα δεν διακινούνταν καθόλου αλλά, όταν ερωτήθηκε αναφορικά με το πως γινόταν η μεταφορά του νερού που ήταν σε γυάλινες φιάλες, παραδέχθηκε ότι διακινούνταν αυτοκίνητα για εκείνο το σκοπό αλλά μόνο μερικά. Ως προς το δεύτερο σκέλος της υπεράσπισης, ήτοι εκείνο που αφορούσε στην ποιότητα του νερού, είχε υποβληθεί ότι επειδή ο εμπειρογνώμονας της Κατηγορίας ήταν μικροβιολόγος και όχι γιατρός οπότε δεν μπορούσε να επεκταθεί πλήρως στις επιπτώσεις που θα επέρχονταν από την πόση του νερού - ερωτήθηκε αν μπορούσε να επέλθει θάνατος και απάντησε ότι δεν μπορούσε να πει εφόσον δεν ήταν γιατρός - δεν αποδείχθηκε ότι το νερό δεν ήταν της αναμενόμενης ποιότητας ή ακατάλληλο για ανθρώπινη κατανάλωση. Το δικαστήριο αποδέχθηκε τη μαρτυρία της Κατηγορίας: του επιθεωρητή και του εμπειρογνώμονα όπως και τα διάφορα έγγραφα που κατατέθηκαν ως τεκμήρια, ανάμεσά τους και πιστοποιητικό εγγραφής της 1ης κατηγορούμενης εταιρείας. Ταυτόχρονα απέρριψε τη μαρτυρία του 2ου κατηγορούμενου ως αναληθή σε ό,τι ήταν επίδικο. Ορισμένοι από τους λόγους έφεσης στόχευαν να πλήξουν αυτή την πρωτόδικη αντίκρυση της προσαχθείσας μαρτυρίας. Είναι ως προς αυτό αρκετό να λεχθεί το εξής. Καθώς τονίστηκε από το Εφετείο σε σωρεία αποφάσεων, το πρωτόδικο δικαστήριο είναι σε μοναδική θέση να εκτιμήσει την αξιοπιστία. Τίποτε δεν προβλήθηκε από πλευράς των εφεσειόντων που να ρίχνει έστω και την παραμικρή σκιά στον τρόπο με τον οποίο το πρωτόδικο δικαστήριο αντίκρυσε αυτή την πτυχή. Τουναντίον, η πρωτόδικη εντύπωση σε ό,τι αφορά την αξιοπιστία αυτών που κατέθεσαν, ζωντανεύει ακόμα και στο χαρτί και προσλαμβάνει τη μορφή που περιγράφεται στην πρωτόδικη απόφαση. Η οποία παραμένει εν προκειμένω ακαταμάχητη. Ο συνήγορος των εφεσειόντων - άλλος από εκείνον που χειρίστηκε την υπόθεση πρωτόδικα - επιχείρησε και την επί μέρους προσβολή της απόφασης με αναφορά προς τις δύο πτυχές που απασχόλησαν και πρωτόδικα. Σε σχέση με το πρώτο θέμα, ήτοι εκείνο της πώλησης, ο συνήγορος υπογράμμισε ότι καθώς προέκυψε από τη μαρτυρία, το εμφιαλωτήριο δεν αποτελούσε χώρο πώλησης νερού, ούτε καταδείχθηκε ότι η εκεί υπάλληλος που το διέθεσε στον επιθεωρητή είχε εξουσιοδότηση από τους κατηγορούμενους να το πράξει. Άλλωστε, συνέχισε ο συνήγορος, κατά εκείνο το χρόνο συνεχίζονταν οι προσπάθειες των κατηγορουμένων για εντοπισμό του προβλήματος και ήταν ως εκ τούτου φυσιολογικό για την υπάλληλο να εκλάβει τον έλεγχο, τον οποίο της γνωστοποίησε ο επιθεωρητής, ως ενταγμένο στην ίδια προσπάθεια, δηλαδή ως συνδρομή από την αρμόδια Υπηρεσία. Αυτός, σύμφωνα με το συνήγορο, ήταν ο λόγος που η υπάλληλος διέθεσε στον επιθεωρητή το εμφιαλωμένο νερό. Η εν λόγω εισήγηση παραγνωρίζει όμως τα πρωτόδικα ευρήματα που προέκυψαν ως αποτέλεσμα της διάγνωσης αναφορικά με την αξιοπιστία του επιθεωρητή και την αναξιοπιστία του 2ου κατηγορουμένου. Όσον αφορά την αγοραπωλησία στο εμφιαλωτήριο, αυτήν δεν την απέκλειε το ότι γενικά δεν διατίθετο νερό από εκεί σε καταναλωτές. Η αγοραπωλησία είχε εδώ προφανώς το δικό της ιδιαίτερο σκοπό και πραγματοποιήθηκε κανονικά. Έπειτα ο συνήγορος επέκρινε -και με δριμύτητα μάλιστα - το συμπέρασμα ότι επειδή νερό σε πλαστικές φιάλες μεταφερόταν σε ποσότητα από το εμφιαλωτήριο σε άλλες περιοχές, αυτό έδειχνε πως προοριζόταν για διάθεση στην αγορά. Σχετικά με αυτή την πτυχή, ο συνήγορος παρέπεμψε σε Αγγλικές αποφάσεις σύμφωνα με τις οποίες, σε ανάλογες περιπτώσεις, κρίθηκε ότι δεν συνάγεται είτε πώληση είτε προσφορά προς πώληση. Πρέπει να πούμε με εκτίμηση πως αυτή η επίκριση παραγνωρίζει το σκοπό της εν λόγω μαρτυρίας. Δεν είχε προσφερθεί ως απόδειξη πώλησης ή πρότασης προς πώληση και ούτε ήταν έτσι που θεωρήθηκε πρωτόδικα. Σκοπός της ήταν να αντικρούσει τη θέση της υπεράσπισης ότι η εμφιάλωση στις 26 Ιουνίου 1995, το ίδιο όπως και κατά τις προηγούμενες ημερομηνίες, γινόταν μόνο για εντοπισμό του ανακύψαντος προβλήματος και όχι για διάθεση στην αγορά. Το ότι μεγάλες ποσότητες νερού σε πλαστικές φιάλες μεταφέρονταν προς κατευθύνσεις στις οποίες βρίσκονταν οι αγορές, ιδώμενο υπό το φως της αντίθετης σε τούτο μαρτυρίας του 2ου κατηγορουμένου, δεν μπορούσε παρά να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι η εμφιάλωση και στις 26 Ιουνίου 1995 γινόταν με ακριβώς την ίδια προοπτική, ήτοι, τη διάθεσή του νερού στην αγορά και εξηγούσε τόσο την προθυμία της υπαλλήλου των κατηγορουμένων να προβεί στην πώληση όσο και την προγενέστερη επικοινωνία μεταξύ επιθεωρητή και 2ου κατηγορουμένου κατά την οποία ο δεύτερος διαβεβαίωσε ότι το πρόβλημα είχε επιλυθεί. Η εν λόγω επικοινωνία επίσης εξηγεί και την εν συνεχεία προφανή εξουσιοδότηση της υπάλληλου των κατηγορουμένων να πωλήσει στον επιθεωρητή την πλαστική φιάλη με νερό. Ο συνήγορος των εφεσειόντων έθιξε και μία άλλη πτυχή συναφή προς την πώληση. Σχετίζεται με την εμβέλεια του εδαφίου
(3)του άρθρου 4 του Νόμου. Αυτό προβλέπει ότι σε ποινική δίωξη δυνάμει του άρθρου δεν αποτελεί υπεράσπιση το ότι, επειδή η αγορά έγινε για σκοπούς ανάλυσης, δεν επηρεάστηκε ο αγοραστής. Ο συνήγορος εισηγήθηκε ότι αγορά εντός της έννοιας του εν λόγω εδαφίου πρέπει να θεωρείται ως αναφορά σε χώρο όπου συνήθως προσφέρεται το αντικείμενο και όχι, όπως εδώ, στο χώρο παραγωγής. Θεωρούμε ανεδαφική την εισήγηση και περιττή τη συζήτησή της. Ως προς την ποιότητα του νερού και κατ' επέκταση την ακαταλληλότητά του, ο συνήγορος των εφεσειόντων υπέβαλε ότι η πρωτόδικη κατάληξη καθίσταται ακροσφαλής εξ αιτίας της αναφοράς που είχε γίνει σε πρότυπα τα οποία δεν ισχύουν στην Κύπρο. Δεν συμφωνούμε. Καθώς προκύπτει από την πρωτόδικη απόφαση, το δικαστήριο περιορίστηκε κατά τη διατύπωση σχετικού ευρήματος σε ό,τι πρωτογενώς γνώριζε ο εμπειρογνώμονας της Κατηγορίας, παρατηρώντας συναφώς πως η αναφορά από το μάρτυρα σε πρότυπα δεν απέβλεπε παρά μόνο σε επίρρωση των όσων προέρχονταν από τη δική του επιστημονική γνώση και πείρα. . Τα πρωτόδικα συμπεράσματα προέκυψαν ως αναπόδραστα από τα βασικά ευρήματα, τα απόλυτα δικαιολογημένα. Προσθέτουμε ως επίμετρο τα εξής. Όχι μόνο δεν εντοπίσαμε οποιοδήποτε σφάλμα στην πρωτόδικη απόφαση, αλλά και διαπιστώνουμε ότι αυτή είναι στο καθετί αιτιολογημένη με σχολαστική ακρίβεια επί του αδιάσειστου θεμέλιου της καθ' όλα ανεπίληπτης πίστωσης ως ορθής και αληθινής της μαρτυρίας της Κατηγορίας. Ορθά λοιπόν ήταν που οι κατηγορούμενοι βρέθηκαν ένοχοι. Όσον αφορά την ποινή, οι εφεσείοντες προβάλλουν ότι αυτή είναι υπερβολική και ότι δεν συνάδει με τις καθιερωμένες αρχές. Για το αδίκημα στο οποίο αναφέρεται η 1η κατηγορία - η μόνη που εν προκειμένω ενδιαφέρει - προνοείται κατ' ανώτατο όριο ποινή ως εξής: (α) στην περίπτωση πρώτου αδικήματος, φυλάκιση μέχρι έξι μηνών ή/και πρόστιμο μέχρι £1.000· ενώ στην περίπτωση δεύτερου ή μεταγενέστερου αδικήματος, σε φυλάκιση μέχρι 12 μηνών ή/και πρόστιμο μέχρι £3.000. Οι κατηγορούμενοι βαρύνονται με μια προηγούμενη καταδίκη, ημερομηνίας 4 Νοεμβρίου 1993, για αδικήματα πανομοιότυπα με τα παρόντα. Είχε επιβληθεί στον καθένα πρόστιμο ύψους £80, ενώ ο 2ος κατηγορούμενος δεσμεύτηκε και με εγγύηση η οποία έχει εκπνεύσει. Κατά την εδώ επιμέτρηση της ποινής, λήφθηκε υπόψη και αριθμός πανομοιότυπων αδικημάτων στα οποία αναφέρονταν τρεις άλλες περιπτώσεις. Η μια προηγείτο της παρούσας, ήτοι, αναφερόταν στις 28 Μαρτίου 1995, ενώ οι άλλες δύο έπονταν, ήτοι, αναφέρονταν στις 29 Μαΐου 1995 και 10 Ιουλίου 1995. Το πρωτόδικο δικαστήριο στάθμισε αφενός τη σοβαρότητα των αδικημάτων με αναφορά προς το σκοπό που είναι εντεταγμένη να εξυπηρετήσει η σχετική νομοθεσία και αφετέρου τις προσωπικές περιστάσεις του 2ου κατηγορούμενου όπως και το οικονομικό αδιέξοδο στο οποίο είχαν περιέλθει και οι δύο κατηγορούμενοι. Σε ό,τι αφορά τη σοβαρότητα των αδικημάτων, το δικαστήριο αναφέρθηκε στη Βανέζης ν. Ιατρικών Υπηρεσιών
(1990)2 Α.Α.Δ. 198 ως ενδεικτική της προσέγγισης των δικαστηρίων σε τέτοιου είδους αδικήματα. Η υπόθεση αφορούσε μολυσμένα σάντουιτς. Και επιβλήθηκε φυλάκιση δύο μηνών για αδίκημα κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου. Τελικά η έφεση εναντίον της ποινής αποσύρθηκε. Σχολιάζοντας την ορθότητα αυτής της εξέλιξης, το Εφετείο υπογράμμισε τη σοβαρότητα του αδικήματος ενόψει των κινδύνων που ελλοχεύουν για την υγεία του κοινού και. χαρακτήρισε ως εκ τούτου πολύ επιεική την επιβληθείσα ποινή. Ο συνήγορος των εφεσειόντων αναφέρθηκε και σε άλλες πρόσφατες υποθέσεις για αδικήματα που αφορούσαν την υγεία του κοινού: τις Σολωμού ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 324 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Εταιρείας Bisco Ltd και Άλλων
(1991)2 Α.Α.Δ. 16 στις οποίες επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης όπως και τη Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 14. Αυτή η τελευταία είναι από τις λιγότερο σοβαρές. Εκεί πωλούνταν σοκολατάκια χωρίς να αναγράφεται στο ιδιαίτερο περιτύλιγμα τους η ημερομηνία λήξης ενώ αναγραφόταν στο κουτί από το οποίο διατίθεντο και, που είναι επίσης σημαντικό, ότι δεν είχε παρέλθει η ημερομηνία λήξης. Το πρόβλημα είχε προκύψει από σφάλμα του εργοστασίου στο εξωτερικό. Κρίθηκε ότι ποινή προστίμου £300 επαρκούσε δεδομένου ότι οι περιστάσεις δεν ενέβαλλαν σε ιδιαίτερη ανησυχία. Από άποψης σοβαρότητας δεν συγκρίνεται καθόλου με την παρούσα υπόθεση. Ως προς τις άλλες δύο υποθέσεις που ανέφερε ο συνήγορος, η εισήγησή του ήταν πως εκεί επιβλήθηκαν λιγότερο αυστηρές ποινές φυλάκισης παρόλον που τα γεγονότα τους ήταν, καθώς ο ίδιος θεωρούσε, πιο σοβαρά από ό,τι στην παρούσα. Δεν συμφωνούμε με αυτή την εκτίμηση. Ας σημειωθεί ότι οι εν λόγω υποθέσεις αφορούσαν την ημερομηνία λήξης τροφίμων με εσκεμμένη παραποίηση στη μια περίπτωση. Ούτε η μια ούτε η άλλη ενείχαν, κατά την άποψή μας, την αμεσότητα του εξειδικευμένου κινδύνου που προέκυπτε εδώ από τη διαπίστωση ότι το νερό ήταν πράγματι μολυσμένο. Τα γεγονότα εδώ καταδείχνουν εναργώς το μέγεθος της παρατολμίας των κατηγορουμένων οι οποίοι, γνωρίζοντας το σοβαρό πρόβλημα που είχε προκύψει, προχώρησαν προφανώς με κύριο οδηγό μια ανεδαφική και μάταιη ελπίδα η οποία αψηφούσε την πραγματικότητα χάριν της αποκόμισης δικού τους οικονομικού οφέλους. Ίσως να απέβαινε χρήσιμη η επανάληψη εδώ της προειδοποίησης που δόθηκε στη Γενικός Εισαγγελέας v. Bisco Ltd και Άλλων, (ανωτέρω, στη σελ. 94):- "Το Δικαστήριο με την ευκαιρία αυτή προειδοποιεί ότι η νομοθεσία που έχει σχέση με την προστασία της υγείας του λαού πρέπει να τηρείται με ευλάβεια. Τα Δικαστήρια δεν θα παραλείψουν την εκτέλεση του καθήκοντός τους για την πιστή εφαρμογή του Νόμου και την προστασία του καταναλωτικού κοινού, με την επιβολή, ανάλογα με τα γεγονότα της υπόθεσης, ποινών φυλακίσεως." Θεωρούμε ότι οι επιβληθείσες ποινές δεν είναι διόλου υπερβολικές και ότι συνάδουν πλήρως με τις νομολογημένες αρχές. Οι εφέσεις των κατηγορουμένων τόσο εναντίον καταδίκης όσο και εναντίον ποινής απορρίπτονται. Οι εφέσεις απορρίπτονται. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.