← Κύπρος

Γεν. Εισαγγελέας ν. Κέλβερη (1996) 2 ΑΑΔ 103

Γεν. Εισαγγελέας ν. Κέλβερη

(1996)2 ΑΑΔ 103 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αρχείο σε μορφή PDF - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων
(1996)2 ΑΑΔ 103 29 Απριλίου, 1996 [ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, ΧΑΤΖΗΤΣΑΓΓΑΡΗΣ, ΝΙΚΟΛΑΟΥ, Δ/στές] ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Εφεσείων, ν. ΘΕΟΧΑΡΗ ΚΕΛΒΕΡΗ, Εφεσίβλητου. (Ποινική Έφεση Αρ. 5949). Κατάχρηση εξουσίας υπό δημοσίου υπαλλήλου, κατά παράβαση του Άρθρου 105 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 - Κλοπή, κατά παράβαση του Άρθρου 255
(1)του ιδίου Κώδικα - Ποία τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων - Λεν αποδείχθηκαν στην παρούσα υπόθεση, με αποτέλεσμα την αθώωση του κατηγορουμένου - Επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης από το Εφετείο. Ο εφεσίβλητος, ο οποίος ήταν κοινοτάρχης του χωριού Κάμπος αντιμετώπιζε τριάντα δύο κατηγορίες για κατάχρηση εξουσίας και κλοπή. Οι κατηγορίες προέκυψαν όταν κατέθεσε επιταγή της Κεντρικής Τράπεζας για ποσό ΛΚ20.000 που εκδόθηκε στο όνομα του, για κάλυψη δαπάνης σχετικά με κατασκευαστικά έργα στο σχολείο του χωριού, στο δικό του τραπεζικό τρεχούμενο λογαριασμό. Ο λογαριασμός αυτός παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο πέραν των ΛΚ 14.000 το οποίο υπερκαλυπτόταν από δικαίωμα παρατραβήγματος. Στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος, εξέδωσε για δικούς του προσωπικούς λογαριασμούς επιταγές που σχεδόν εξάντλησαν το πιστωτικό υπόλοιπο που προέκυψε από την κατάθεση της επιταγής των ΛΚ20.
  1. Τελικά το ποσό της επιταγής αναλώθηκε για τον σκοπό που παραχωρήθηκε, χωρίς οποιαδήποτε καθυστέρηση. Το πρωτόδικο Δικαστήριο αθώωσε τον κατηγορούμενο λόγω μη αποδείξεως συστατικών στοιχείων του αδικήματος δηλ. ότι η πράξη του συνιστούσε κατάχρηση εξουσίας, ήταν αυθαίρετη και παρέβλαπτε τα δικαιώματα άλλων. Αναφορικά με την κατηγορία της κλοπής, ότι δεν αποδείχθηκε ότι τα χρήματα χρησιμοποιήθηκαν για άλλο σκοπό από εκείνο που δόθηκαν και επίσης ότι η ενέργεια του κατηγορουμένου δεν ήταν δόλια. Οι λόγοι έφεσης εστρέφοντο εναντίον των ευρημάτων του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι:
  2. Η πράξη του κατηγορουμένου δεν παρέβλαψε τα δικαιώματα κανενός, και
  3. Οι κατηγορίες ήταν αστήρικτες λόγω κανονικής εκτέλεσης των έργων. Το Εφετείο απέρριψε την έφεση αφού υιοθέτησε την εισήγηση του δικηγόρου υπεράσπισης, ότι και αν ακόμη επιτύγχαναν οι λόγοι έφεσης, το αποτέλεσμα δεν θα μπορούσε να επιδράσει επί της αθωωτικής απόφασης εφόσον, σύμφωνα με την πρωτόδικη απόφαση, δεν αποδείχθηκαν και συστατικά στοιχεία άλλα από εκείνα προς τα οποία εστρέφετο η έφεση. Η έφεση απορρίπτεται. Υποθέσεις που αναφέρθηκαν: Platritis v. Police
(1967)2 C.L.R. 174, Azinas and Another v. The Police
(1981)2 C.L.R.
  1. Έφεση εναντίον Αθωωτικής Απόφασης. Έφεση από το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κατά της αθώωσης του κατηγορουμένου από τον Α.Ε.Δ. Ιωαννίδη, στις τριάντα μία κατηγορίες που του προσήφθησαν για κατάχρηση εξουσίας και κλοπή από Δημόσιο Λειτουργό κατά παράβαση των Άρθρων 35, 105,255 και 267 του Ποινικού Κώδικα. Γλ. Χατζηπέτρου, Ανώτερος Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τον Εφεσείοντα. Ν. Παπαευσταθίου, για τον Εφεσίβλητο. Cur. adv. vult. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, Δ.: Την απόφαση του Δικαστηρίου θα δώσει ο Νικολάου, Δ. ΝΙΚΟΛΑΟΥ, Δ.: Εναντίον του εφεσίβλητου προσήφθησαν τριάντα δύο κατηγορίες, ορισμένες για κατάχρηση εξουσίας υπό δημοσίου υπαλλήλου και άλλες για κλοπή υπό την ίδια ιδιότητα, κατά παράβαση των σχετικών αντίστοιχων διατάξεων του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  2. Η μια, η 31η, αποσύρθηκε ενώ στις υπόλοιπες αθωώθηκε. Το δικαστήριο έκρινε ότι δεν είχε αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Ασκήθηκε τότε η παρούσα έφεση η οποία εν τέλει περιορίστηκε σε μόνο τις πρώτες είκοσι οκτώ κατηγορίες οι οποίες συναποτελούν μια ενότητα με την έννοια ότι ξεκινούν όλες από το ίδιο αφετηριακό γεγονός. Οι κατηγορίες, στις οποίες αφορά η έφεση, προέκυψαν από τις ακόλουθες αδιαμφισβήτητες εξελίξεις. Το Υπουργείο Παιδείας ενδιαφερόταν για την κατασκευή τοίχων αντιστήριξης στα σύνορα αυλής σχολείου στον Κάμπο. Γι' αυτό, προς κάλυψη της δαπάνης, μερίμνησε ώστε να εκδοθεί από την Κεντρική Τράπεζα επιταγή ημερ. 27/6/91 για ποσό £20.000 στο όνομα του κατηγορουμένου ως κοινοτάρχη, ο οποίος θα αναλάμβανε τη διεκπεραίωση του έργου. Εκκρεμούσας της έναρξης εργασιών ο κατηγορούμενος κατέθεσε την επιταγή σε προσωπικό του τραπεζικό τρεχούμενο λογαριασμό που σε εκείνο το στάδιο παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο πέραν των £14.000 το οποίο όμως υπερκαλυπτόταν από δικαίωμα παρατραβήγματος. Εν συνεχεία ο κατηγορούμενος, σε διάφορες ημερομηνίες, εξέδωσε για δικούς του προσωπικούς σκοπούς αριθμό επιταγών που σχεδόν εξάντλησαν το πιστωτικό υπόλοιπο το οποίο είχε προκύψει από την κατάθεση της επιταγής των £20.
  3. Εν τέλει όμως το ποσό της εν λόγω επιταγής αναλώθηκε κατά την πορεία των πραγμάτων για την εκτέλεση του έργου χωρίς ένδειξη περί οποιασδήποτε καθυστέρησης. Επανερχόμαστε στις κατηγορίες. Η 1η είναι για κατάχρηση εξουσίας και αναφέρεται στην κατάθεση της επιταγής των £20.000 στο λογαριασμό του κατηγορουμένου. Οι κατηγορίες 2 έως 14 είναι για κλοπή και αναφέρονται η κάθε μια σε αντίστοιχη επιταγή του κατηγορουμένου με την οποία χρεώθηκε ο λογαριασμός του. Τέλος, οι κατηγορίες 15 έως 28 είναι για κατάχρηση εξουσίας και αντιστοιχούν με ό,τι καταλογίζεται στον κατηγορούμενο σε σχέση με την προηγούμενη ομάδα κατηγοριών. Το Άρθρο 105 του Ποινικού Κώδικα, στο οποίο στηρίζονται οι κατηγορίες για κατάχρηση εξουσίας, προνοεί ότι: "
  4. Any person who, being employed in the public service, does or directs to be done, in abuse of the authority of his office, any arbitrary act prejudicial to the rights of another is guilty of a misdemeanour. If the act is done or directed to be done for purposes of gain he is guilty of a felony, and is liable to imprisonment for three years." Σε μετάφραση: "
  5. Δημόσιος λειτουργός, όστις, κατά κατάχρησιν της αναγομένης εις τα καθήκοντα αυτού εξουσίας, ενεργεί ή διατάττει την ενέργειαν οιασδήποτε αυθαιρέτου πράξεως παραβλαπτούσης τα δικαιώματα ετέρου, είναι ένοχος πλημμελήματος. Εάν ο υπαίτιος απέβλεπε διά της τοιαύτης πράξεως εις κέρδος, είναι ένοχος κακουργήματος, και υπόκειται εις φυλάκισιν τριών ετών." Το δικαστήριο, αναλύοντας αυτή την πρόνοια, απαρίθμησε τα εξής ως τα στοιχεία που συνιστούσαν το αδίκημα: (α) ο κατηγορούμενος να είναι δημόσιος λειτουργός· (β) η πράξη να συνιστά κατάχρηση της εξουσίας του· (γ) η πράξη να είναι αυθαίρετη· και (δ) η πράξη να παρέβλαψε τα δικαιώματα άλλων. Κατέληξε, σε σχέση με όλες τις κατηγορίες για κατάχρηση εξουσίας, ότι δεν είχε αποδειχθεί παρά μόνο το στοιχείο (α). Ως προς τα υπόλοιπα στοιχεία, εξέφρασε την άποψη ότι κατάχρηση εξουσίας δεν αποδείχθηκε εφόσον δεν διέκρινε νομικό καθήκον του κατηγορουμένου ως κοινοτάρχη να καταθέσει την επιταγή των £20.000 σε ξεχωριστό λογαριασμό· ότι αυθαίρετη πράξη δεν αποδείχθηκε εφόσον η κατάθεση της επιταγής σε προσωπικό λογαριασμό δεν απαγορευόταν από οποιονδήποτε νόμο· και, τέλος, ότι δεν αποδείχθηκε πως η πράξη παρέβλαψε τα δικαιώματα άλλων. Αυτά όλα το δικαστήριο κατ' αρχήν τα συσχέτισε με την 1η κατηγορία. Έπειτα όμως, με δεδομένο ότι και οι υπόλοιπες κατηγορίες για κατάχρηση εξουσίας είχαν ως υπόβαθρο την εν λόγω κατάθεση της επιταγής στην οποία αναφέρεται η 1η κατηγορία, κατέληξε πως τα αυτά συστατικά στοιχεία επίσης δεν είχαν αποδειχθεί και για εκείνες. Σε σχέση με τις κατηγορίες για κλοπή, το δικαστήριο προέβη σε ανάλογο εγχείρημα με αναφορά προς τον ορισμό του αδικήματος το οποίο, σύμφωνα με το Άρθρο 255
(1)του Ποινικού Κώδικα, έχει ως εξής:- "255.-
(1)A person steals who, without the consent of the owner, fraudulently and without a claim of right made in good faith, takes and carries away anything capable of being stolen with intent, at the time of such taking, permanently to deprive the owner thereof. Provided that a person may be guilty of stealing any such thing notwithstanding that he has lawful possession thereof if, being a bailee or part owner thereof, he fraudulently converts the same to his own use or the use of any person other than the owner." Σε μετάφραση: "255.-
(1)Κλέπτει όστις, άνευ της συναινέσεως του κυρίου, δολίως και άνευ αξιώσεως δικαιώματος καλή τη πίστει γενομένης, κτάται κατοχήν και αποκομίζει ο,τιδήποτε δυνάμενον να καταστή αντικείμενον κλοπής, επί σκοπώ, κατά τον χρόνον της κτήσεως, να αποστερήση τούτου μονίμως τον κύριον." Νοείται ότι πρόσωπον δύναται να είναι ένοχον κλοπής οιουδήποτε τοιούτου πράγματος, ανεξαρτήτως του ότι κατέχει τούτο νομίμως, εάν, ων θεματοφύλαξ ή κύριος τούτου, δολίως σφετερίζηται τούτο προς χρήσιν του ιδίου ή οιουδήποτε προσώπου άλλου του κυρίου." Το δικαστήριο θεώρησε ότι συστατικά στοιχεία του αδικήματος ήταν εν προκειμένω τα εξής:- (α) ότι τα χρήματα περιήλθαν στην κατοχή του κατηγορουμένου για ειδικό σκοπό· (β) ότι τα χρησιμοποίησε για κάποιο άλλο σκοπό· και (γ) ότι η χρήση ήταν δόλια. Έκρινε ότι αποδείχθηκε το πρώτο στοιχείο αλλά όχι τα υπόλοιπα, λέγοντας ότι τα χρήματα που είχαν πράγματι περιέλθει στην κατοχή του κατηγορουμένου για ειδικό σκοπό χρησιμοποιήθηκαν για ακριβώς εκείνο το σκοπό και για κανένα άλλο και ότι εν πάση περιπτώσει ο κατηγορούμενος ενήργησε "όπως είχε συμφωνηθεί", όχι δόλια. Αυτή λοιπόν ήταν η πρωτόδικη αντίκρυση των κατηγοριών. Οι λόγοι έφεσης που εν τέλει συζητήθηκαν ενώπιόν μας ήταν πως το δικαστήριο λανθασμένα κατέληξε στα συμπεράσματα ότι:
  1. η πράξη του κατηγορουμένου να εμβάσει τα χρήματα του Υπουργείου Παιδείας σε δικό του λογαριασμό δεν παρέβλαψε τα δικαιώματα κανενός· και
  2. οι κατηγορίες για κατάχρηση των χρημάτων δεν μπορεί να στηριχθούν γιατί τα έργα έγιναν κανονικά. Ο δικηγόρος της Δημοκρατίας εισηγήθηκε ότι ο πρώτος λόγος στον οποίο δεν γίνεται αναφορά σε είδος κατηγορίας προοριζόταν να καλύψει και τις κατηγορίες κλοπής παρόλον που, έτσι όπως είναι διατυπωμένος, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι προσιδιάζει με τις ανάγκες των κατηγοριών για κατάχρηση εξουσίας. Πάντως, αναφορικά με τις κατηγορίες για κατάχρηση εξουσίας, ο πρώτος λόγος έφεσης αναφέρεται σε πρωτόδικη κατάληξη η οποία αιτιολογείται με ό,τι επιχειρείται να προσβληθεί με το δεύτερο λόγο. Από αυτή τη σκοπιά ο δεύτερος φαίνεται να αποτελεί επέκταση του πρώτου. Αυτή όμως η πτυχή της εμβέλειας τους δεν είναι ανάγκη να μας απασχολήσει ενόψει άλλης σοβαρότερης. Ο δικηγόρος της Δημοκρατίας επιχείρησε να καταδείξει με αναφορά προς τη νομολογία - Πλατρίτης ν. Αστυνομίας
(1967)2 Α.Α.Δ. 174 και Αζίνας και Άλλος ν. Αστυνομίας
(1981)2 Α.Α.Δ. 9 - ότι η προσέγγιση πρωτόδικα ήταν εσφαλμένη. Ο συνήγορος υπεράσπισης το αμφισβήτησε αυτό. Επιπλέον υπέβαλε ότι και αν ακόμα επιτύγχαναν οι λόγοι έφεσης το αποτέλεσμα δε θα μπορούσε να επιδράσει επί της αθωωτικής απόφασης εφόσον, σύμφωνα με την πρωτόδικη απόφαση, δεν αποδείχθηκαν και συστατικά στοιχεία άλλα από εκείνα προς τα οποία στρέφεται η έφεση, με αποτέλεσμα να παραμένει έτσι ή αλλιώς η αθωωτική κατάληξη. Συμφωνούμε με το συνήγορο υπεράσπισης ότι η έφεση καθίσταται άσκοπη δεδομένου ότι καίριες πρωτόδικες καταλήξεις σε σχέση με τεθέντα στοιχεία και γενικότερα την πρωτόδικη προσέγγιση που δεν αγγίζει η έφεση, δεν έχουν προσβληθεί με αποτέλεσμα να μην μας παρέχεται σε σχέση με εκείνα δικαίωμα επέμβασης. Αποδοχή των διατυπωθέντων λόγων έφεσης δεν θα μετέβαλλε την πρωτόδικη απόφαση. Οι κατηγορίες και πάλι θα παρέμεναν χωρίς στοιχειοθέτηση και θα άφηναν, ως εκ τούτου, άθικτο το πρωτόδικο αθωωτικό αποτέλεσμα. Νόημα θα είχε η έφεση μόνο εφόσον θα παρεχόταν δυνατότητα για παραμερισμό της απόφασης δυνάμει του άρθρου 145
(3)(α) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155. Τέτοια δυνατότητα δεν υπάρχει εδώ. Παρέλκει λοιπόν η περαιτέρω συζήτηση οποιουδήποτε εγγενούς προς την έφεση θέματος. Η έφεση απορρίπτεται. Η έφεση απορρίπτεται. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.