← Κύπρος

Ανδρέου Γεώργιος ν. Αστυνομίας (2005) 2 ΑΑΔ 337

Ανδρέου Γεώργιος ν. Αστυνομίας

(2005)2 ΑΑΔ 337 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων
(2005)2 ΑΑΔ 337 26 Μαΐου, 2005 [ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ, ΗΛΙΑΔΗΣ, ΦΩΤΙΟΥ, Δ/στές] ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΑΝΔΡΕΟΥ, Εφεσείων, ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Εφεσίβλητης. (Ποινική Έφεση Αρ. 55/2005) Ποινή ― Διαφοροποίηση ― Συγκατηγορούμενοι ― Επιβολή ποινής άμεσης φυλάκισης στον εφεσείοντα σε αντίθεση με τους συγκατηγορούμενούς του οι οποίοι έτυχαν αναστολής ― Αποτελούσε άνιση μεταχείριση για τον εφεσείοντα ενόψει του ίδιου σημαντικού ρόλου που και οι συγκατηγορούμενοί του διεδραμάτισαν στη διάπραξη των αδικημάτων. Σε συγκατηγορούμενους του εφεσείοντος που είχαν διαπράξει μαζί του τα αδικήματα που αυτός αντιμετώπιζε, ήτοι απόπειρα διάρρηξης, διάρρηξη και κλοπή και πρόκληση κακόβουλης ζημιάς, αλλά διέπραξαν και άλλα αδικήματα χωρίς τη δική του συμμετοχή, επιβλήθηκαν διάφορες ποινές φυλάκισης, με μέγιστη εκείνη των 6 μηνών και η εκτέλεσή της ανεστάλη. Στον εφεσείοντα επιβλήθηκαν ποινές άμεσης φυλάκισης 2 και 4 μηνών στις δύο κατηγορίες για απόπειρα διάρρηξης και 7 μηνών στις πέντε κατηγορίες για διάρρηξη και κλοπή. Όλοι είχαν βρεθεί ένοχοι με δική τους παραδοχή, ήταν άτομα νεαράς ηλικίας, δεν βαρύνονταν με προηγούμενες καταδίκες, εξέφρασαν μεταμέλεια, αποζημίωσαν τα θύματα των αδικημάτων και με τον ένα ή τον άλλο τρόπο αντιμετώπιζαν ιδιαίτερα οικογενειακά προβλήματα. Το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι δεν εδικαιολογείτο η διαφοροποίηση στη μεταχείριση των κατηγορουμένων και διέταξε όπως και στην περίπτωση του εφεσείοντος, ο οποίος έχει ήδη εκτίσει μεγάλο μέρος της ποινής του, διαταχθεί επίσης αναστολή εκτέλεσης της ποινής έτσι ώστε ο εφεσείων να αφεθεί αμέσως ελεύθερος. Η έφεση επιτράπηκε. Έφεση εναντίον Ποινής. Έφεση από τον εφεσείοντα εναντίον της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (Υπόθεση Αρ. 10843/04) ημερ. 27/1/05, με την οποία βρέθηκε ένοχος, κατόπιν παραδοχής, σε πέντε κατηγορίες για διάρρηξη και κλοπή, μία κατηγορία για κακόβουλη ζημιά και δύο κατηγορίες για απόπειρα διάρρηξης και του επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης 2 και 4 μηνών στις κατηγορίες για απόπειρα διάρρηξης και στις κατηγορίες για διάρρηξη και κλοπή ποινή φυλάκισης 7 μηνών με άμεση εκτέλεση ενώ σε άλλους επτά κατηγορούμενους στο ίδιο κατηγορητήριο οι οποίοι βρέθηκαν ένοχοι για τη διάπραξη ομοίων αδικημάτων επιβλήθηκαν διάφορες ποινές φυλάκισης, με μέγιστη εκείνη των 6 μηνών, αλλά, στην περίπτωσή τους, η εκτέλεσή της ανεστάλη. Δ. Ιεροδιακόνου με Ι. Παπαμιλτιάδους, για τον Εφεσείοντα. Μ. Σταυρινίδου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας Α΄, για την Εφεσίβλητη. Ο Εφεσείων είναι παρών. Ex-tempore ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ, Δ.: Ο εφεσείων, με δική του παραδοχή, βρέθηκε ένοχος σε πέντε κατηγορίες για διάρρηξη και κλοπή, μία κατηγορία για κακόβουλη ζημιά και δύο κατηγορίες για απόπειρα διάρρηξης. Στην κατηγορία για την κακόβουλη ζημιά δεν του επεβλήθη ποινή. Στις κατηγορίες για απόπειρα του επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης 2 και 4 μηνών και στις κατηγορίες για διάρρηξη και κλοπή ποινή φυλάκισης 7 μηνών. Είχαν, επίσης με δική τους παραδοχή, βρεθεί ένοχοι για διάπραξη κατά βάση όμοιων αδικημάτων (συνολικά στο κατηγορητήριο υπήρχαν 17 κατηγορίες) άλλα οκτώ πρόσωπα. Μερικοί από αυτούς είχαν διαπράξει μαζί με τον πρώτο κατηγορούμενο τα αδικήματα στις κατηγορίες που εκείνος αντιμετώπιζε. Είχαν όμως διαπράξει και άλλα αδικήματα όμοιας φύσης χωρίς τη δική του συμμετοχή. Στους επτά από εκείνους τους κατηγορουμένους επιβλήθηκαν διάφορες ποινές φυλάκισης, με μέγιστη εκείνη των 6 μηνών, αλλά, στην περίπτωσή τους, η εκτέλεσή της ανεστάλη. Στον όγδοο (πέμπτο στο κατηγορητήριο) για τις δύο κατηγορίες που αντιμετώπιζε, επεβλήθη ποινή άμεσης φυλάκισης 6 μηνών. Αποτελεί το βασικό παράπονο του εφεσείοντα η άνιση, κατά την εισήγησή του, μεταχείριση της οποίας έτυχε. Όπως υποστηρίζει, δεν εδικαιολογείτο τέτοιος δραστικός διαχωρισμός ώστε εκείνος να μεταφερθεί αμέσως στη φυλακή προς έκτιση της ποινής του, ενώ οι άλλοι να αφεθούν ελεύθεροι ενόψει της αναστολής. Σημειώνουμε πως έφεση άσκησε και ο πέμπτος κατηγορούμενος, την οποία, όμως, απέσυρε. Συζητήθηκαν ζητήματα σε σχέση με την ορθή απόδοση στα πρακτικά των διαδραματισθέντων κατά την πρωτόδικη διαδικασία. Ορθά επισημαίνει η ευπαίδευτη συνήγορος για την εφεσίβλητη, με αναφορά στη σταθερή νομολογία μας, πως δεν διατηρεί το Εφετείο δυνατότητα αναμόρφωσης των πρακτικών. Επίσης συζητήθηκαν ζητήματα σε σχέση με το χρόνο σύνταξης της πρωτόδικης απόφασης, χωρίς όμως και να συγκεκριμενοποιείται κάποιος λόγος ο οποίος θα ήταν δυνατό να δικαιολογήσει παρέμβασή μας, με αναφορά σ' αυτά, στο θέμα της ποινής. Οι δύο πλευρές, με παραπομπή στη νομολογία μας σε σχέση με τις αρχές που διέπουν το θέμα της επιμέτρησης της ποινής αλλά και της ίσης μεταχείρισης, αναφέρθηκαν σε επί μέρους στοιχεία αναφορικά με τους επτά συγκατηγορουμένους. Όλοι οι κατηγορούμενοι ήταν νεαράς ηλικίας, δεν βαρύνονταν με προηγούμενες καταδίκες, εξέφρασαν τη μεταμέλειά τους, αποζημίωσαν τα θύματα των αδικημάτων τους και, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, αντιμετώπιζαν ιδιαίτερα οικογενειακά προβλήματα. Εκείνο που αναδεικνύεται ως το βασικό στοιχείο που οδήγησε στη διαφοροποίηση της μεταχείρισης του πρώτου κατηγορουμένου σε σχέση με εκείνη των άλλων επτά, ήταν η εκτίμηση πως εκείνος ήταν ο ιθύνων νους που τους παρέσυρε στη διάπραξη των αδικημάτων. Είναι γεγονός πως η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής πρωτοδίκως αναφέρθηκε σε αυτό τον ρόλο του πρώτου κατηγορουμένου και επί αυτού, για να πούμε το ολιγότερο, δεν υπήρξε αντίλογος. Ζητήσαμε όμως ειδικά τη θέση της εφεσίβλητης σε σχέση με ένα θέμα. Αυτό, πρέπει να σημειώσουμε, δεν είχε εγερθεί από τον εφεσείοντα αλλά θεωρήσαμε πως θα ήταν δίκαιο να δώσουμε την ευκαιρία στην εφεσίβλητη να τοποθετηθεί. Η δήλωση πρωτοδίκως αναφορικά με το ρόλο του εφεσείοντα δεν έγινε με εξειδίκευση οποιωνδήποτε συγκεκριμένων στοιχείων. Όπως την κατανοούμε, ήταν μια εκτίμηση της εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής, από τη δική της μελέτη των δεδομένων. Εντούτοις, συγκατηγορούμενοι του εφεσείοντα είχαν διαπράξει αδικήματα όμοιας φύσης, χωρίς τη δική του συμμετοχή και έτυχαν και για εκείνα τα αδικήματα το ευεργέτημα της αναστολής. Μας φαίνεται ότι κάτω από αυτά τα δεδομένα θα έπρεπε να είχε διερευνηθεί περαιτέρω το ζήτημα. Ιδιαιτέρως αφού στη σχετική δήλωση της εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής περιλαμβάνονται και τα ακόλουθα: "Στις υπόλοιπες κατηγορίες η συμμετοχή και γενικά η εκτέλεση των εγκλημάτων, των αδικημάτων, έγινε από κοινού στον ίδιο βαθμό από τους ανάλογους κατηγορουμένους". Και το ερώτημα βεβαίως είναι γιατί για αδικήματα στα οποία δεν είχε συμμετοχή ο πρώτος κατηγορούμενος και για τα οποία δεν του αποδίδεται ρόλος, ενώ παράλληλα δεν μπορεί να τίθεται ζήτημα μειωμένου ρόλου των κατηγορουμένων που τα διέπραξαν, εκείνοι, και σε εκείνες τις περιπτώσεις, έτυχαν αναστολής. Η ευπαίδευτη συνήγορος για τον εφεσείοντα εισηγήθηκε πως εφόσον θα γινόταν δεκτό ότι δικαιολογείται παρέμβαση του Εφετείου, αυτή δεν θα πρέπει πλέον να πάρει τη μορφή της αντικατάστασης της ποινής, έτσι ώστε να υπάρχει και στην περίπτωση του αναστολή, αφού ήδη έχει εκτίσει μεγάλο μέρος της. Αυτό μας φαίνεται ορθό και, για τους λόγους που έχουμε εξηγήσει, η έφεση επιτυγχάνει και η ποινή μειώνεται έτσι ώστε ο εφεσείων να αφεθεί αμέσως ελεύθερος. Η έφεση επιτυγχάνει. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.