Ωρολογάς Κωνσταντίνος ν. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 709 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων
(2005)2 ΑΑΔ 709 21 Δεκεμβρίου, 2005 [ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ, ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ, ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ/στές] ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΩΡΟΛΟΓΑΣ, Εφεσείων, ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Εφεσίβλητης. (Ποινική Έφεση Αρ. 129/2005) Απόδειξη ― Βάρος αποδείξεως ― Η απόδειξη πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά, βαρύνει την Κατηγορούσα Αρχή ― Καταδικαστική απόφαση για κοινή επίθεση ― Ακυρώθηκε κατ' έφεση λόγω απουσίας μαρτυρίας που να οδηγεί το εκδικάσαν Δικαστήριο στο τελικό του συμπέρασμα ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε την υπόθεσή της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ο εφεσείων κρίθηκε ένοχος, μετά από ακρόαση, στο αδίκημα της κοινής επίθεσης, με βάση το Άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, στις 21/11/2002, στη Λεμεσό, είχε επιτεθεί παράνομα κατά του Γεώργιου Ηρακλή Χριστοφή, από τη Λεμεσό. Εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής έδωσαν μαρτυρία τέσσερις μάρτυρες. Για την υπεράσπιση έδωσαν μαρτυρία ο εφεσείων και άλλοι δύο μάρτυρες. Ο εφεσείων εφεσίβαλε την καταδικαστική απόφαση. Η έφεση επικεντρώθηκε στην εισήγηση ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα τον έκρινε, υπό το φως της ενώπιόν του μαρτυρίας, ένοχο του αδικήματος. Το Ανώτατο Δικαστήριο αποδέχθηκε την έφεση και αποφάνθηκε ότι τα δεδομένα της υπόθεσης καθιστούσαν ακροσφαλή την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ο εφεσείων διέπραξε το αδίκημα πέραν πάσης ευλόγου αμφιβολίας. Η έφεση επιτράπηκε. Η πρωτόδικη απόφαση παραμερίσθηκε. Ο εφεσείων αθωώθηκε. Έφεση εναντίον Καταδίκης. Έφεση από τον εφεσείοντα εναντίον της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού (Υπόθεση Αρ. 4174/03) ημερομηνίας 14/4/05, με την οποία βρέθηκε ένοχος για το αδίκημα της κοινής επίθεσης, κατά παράβαση του Άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα. Α. Παπαδόπουλος, για τον Εφεσείοντα. Ε. Παπαγαπίου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη. Cur. adv. vult. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ, Δ.: Την ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δώσει ο Γαβριηλίδης, Δ.. ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ, Δ.: Ο εφεσείων κατηγορήθηκε ενώπιον του Ε.Δ. Λεμεσού για το αδίκημα της κοινής επίθεσης, με βάση το άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, στις 2.11.2002, στη Λεμεσό, είχε επιτεθεί παράνομα κατά του Γεώργιου Ηρακλή Χριστοφή, από τη Λεμεσό. Ο εφεσείων δεν παραδέχθηκε ενοχή και διεξήχθη ακρόαση. Εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής έδωσαν μαρτυρία τέσσερις μάρτυρες. Για την υπεράσπιση έδωσαν μαρτυρία ο εφεσείων και άλλοι δύο μάρτυρες. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού αξιολόγησε την εκατέρωθεν μαρτυρία, κατέληξε στα ακόλουθα ευρήματα: Ο εφεσείων, γιατρός στο επάγγελμα, και η σύζυγός του ήταν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ιδιοκτήτες κτιρίου στη Λεμεσό. Ο παραπονούμενος, επίσης γιατρός, ήταν ενοικιαστής τους. Ενοικίαζε στο κτίριο κάποιο χώρο για την κλινική του. Το Σεπτέμβριο του 2002 άρχισαν διαφωνίες σχετικά με την ενοικίαση με αποτέλεσμα οι σχέσεις των δύο πλευρών να είναι τεταμένες. Στις 2.11.2002, γύρω στο μεσημέρι, η σύζυγος του εφεσείοντος του τηλεφώνησε, λέγοντάς του ότι ο παραπονούμενος την είχε εξυβρίσει προηγουμένως εκείνη την ημέρα. Αμέσως ο εφεσείων τηλεφώνησε στην Αστυνομία και κατήγγειλε το γεγονός. Ως αποτέλεσμα, λίγο αργότερα, περί τις 3.00μ.μ., βρέθηκαν έξω από την είσοδο του κτιρίου ο εφεσείων, η σύζυγός του και δύο αστυνομικοί, η αστ. 395 Α. Ευτυχίου (ΜΚ3) και ο αστ. 1960 Θ. Παπαβασιλείου (ΜΚ4), συζητώντας το παράπονο της εξύβρισης. Παρών, κατά τη συζήτηση, ήταν και ο Δημήτρης Αγγελάκης. Όλοι στέκονταν σε απόσταση τριών έως τεσσάρων περίπου μέτρων από την είσοδο του κτιρίου. Ενόσω συνομιλούσαν, βγήκαν από την είσοδο ο παραπονούμενος με την τότε αρραβωνιαστικιά και μετέπειτα σύζυγό του Μελίνα Ανδρέου, πρώην αστυνομικό, για να κατευθυνθούν στο αυτοκίνητό τους. Εκείνη την ώρα ο εφεσείων ήταν θυμωμένος λόγω του παραπόνου που του είχε εκφράσει η σύζυγός του. Γι' αυτό, μόλις είδε τον παραπονούμενο, κατευθύνθηκε, με γοργό ρυθμό, προς το μέρος του και, κουνώντας με υπόδειξη το δεξί του χέρι με το δείκτη προτεταμένο, με έντονο ύφος, του είπε: "Με ποιο δικαίωμα βρίζεις τη γυναίκα μου;". Η μεταξύ τους απόσταση ήταν μικρή. Ένας από τους αστυνομικούς, ο ΜΚ4, παρενέβη, λέγοντας στον εφεσείοντα να σταματήσει, ενώ ο παραπονούμενος του είπε, ειρωνικά, "Κύριε Δήμαρχε της Κερύνειας αν έχεις παράπονο να το καταγγείλεις στην Αστυνομία." Ο εφεσείων δεν έσπρωξε τον παραπονούμενο με το δεξί του χέρι στο λαιμό, όπως ήταν η εκδοχή του τελευταίου, ή στο στήθος, όπως ήταν η εκδοχή της αστ. ΜΚ3. Ούτε τον έσπρωξε ή τον άγγιξε στο στέρνο, όπως ήταν η εκδοχή του αστ. ΜΚ4. Όμως, ο παραπονούμενος φοβήθηκε όταν ο εφεσείων προχωρούσε προς τα πάνω του. Ακολούθως, το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού σημείωσε ότι η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος της κοινής επίθεσης (actus reous) "διαπράττεται ακόμη και εάν κάποιος συμπεριφερθεί με τέτοιο τρόπο ώστε να φανεί στον παραπονούμενο ότι πρόκειται να κτυπηθεί", η δε υποκειμενική του υπόσταση (mens rea) συνίσταται είτε σε πρόθεση είτε σε απερισκεψία (intention or recklessness), στηριζόμενο στα ευρήματά του, έκρινε ότι ο εφεσείων το είχε διαπράξει ενεργώντας απερίσκεπτα. Η έφεση επικεντρώθηκε στην εισήγηση, με την οποία και συμφωνούμε, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε, υπό το φως της ενώπιόν του μαρτυρίας, τον εφεσείοντα ένοχο του αδικήματος. Το πρωτόδικο Δικαστήριο πείσθηκε για την ενοχή του εφεσείοντος στηριζόμενο στα λόγια που απηύθυνε προς τον παραπονούμενο, με έντονο ύφος, από μικρή απόσταση, με υπόδειξη του δεξιού του χεριού με το δείκτη προτεταμένο, και αφού έλαβε υπόψη την απάντηση του παραπονουμένου, κατά την αντεξέτασή του, ότι φοβήθηκε όταν ο εφεσείων προχωρούσε προς τα πάνω του, σε συνάρτηση με τη μαρτυρία του αστ. ΜΚ4, ότι παρενέβη λέγοντας στον εφεσείοντα να σταματήσει. Παρέλειψε, όμως, να λάβει υπόψη το ότι ο εφεσείων ήταν που κάλεσε την Αστυνομία στη σκηνή, ότι είπε και έπραξε το είπε και το έπραξε στην παρουσία της, η αντίδραση του παραπονουμένου ήταν να του πει ειρωνικά "Κύριε Δήμαρχε της Κερύνειας, αν έχεις παράπονο να το καταγγείλεις στην Αστυνομία.", αντίδραση που δε συνάδει με φόβο, ο παραπονούμενος αποχώρησε από τη σκηνή χωρίς να υποβάλει παράπονο, η μετέπειτα καταγγελία του, αλλά και η μαρτυρία του ενώπιον του δικαστηρίου, ότι ο εφεσείων τον έσπρωξε με το δεξί του χέρι στο λαιμό, δεν έγινε πιστευτή, η μαρτυρία της αστ. ΜΚ3, ότι είδε τον εφεσείοντα να σπρώχνει τον παραπονούμενο με το χέρι στο στήθος, δεν έγινε πιστευτή, όπως, επίσης, δεν έγινε πιστευτή ούτε η μαρτυρία του αστ. ΜΚ4 ότι, προτού παρέμβει, είδε τον εφεσείοντα να σπρώχνει τον παραπονούμενο ή να τον αγγίζει στο στέρνο. Με αυτά τα δεδομένα θεωρούμε ότι η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ο εφεσείων διέπραξε το αδίκημα πέραν πάσης ευλόγου αμφιβολίας είναι, αν μη τι άλλο, ακροσφαλής. Η έφεση επιτυγχάνει. Η πρωτόδικη απόφαση παραμερίζεται. Ο εφεσείων αθωώνεται. Η έφεση επιτρέπεται. Η?πρωτόδικη απόφαση παραμερίζεται. Ο εφεσείων αθωώνεται. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο